Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Descartes και Hegel: προς τη σκέψη της αυτονομίας


Αμφιβολία και διαλεκτική

§1

Ποια η σημασία της αμφιβολίας; Καρτεσιανώς ιδωμένη επιτρέπει στον άνθρωπο να απελευθερώνει τον λογισμό του από δόγματα, θεωρήματα, προκαταλήψεις που επιβάλλονται έξωθεν. Όποιος όμως αμφισβητεί οτιδήποτε και απροϋπόθετα απελευθερώνει πράγματι τον λογισμό του; Ασφαλώς όχι. Η αμφιβολία ως μέθοδος γίνεται βήμα απελευθέρωσης του ανθρώπινου νου, όταν χρησιμοποιείται ως συνειδητή ενέργεια απόφασης: «αποφασίζω να απαλλαγώ από τις προκαταλήψεις μου» σημαίνει πρωτίστως αποφασίζω να αρνηθώ την αρχή της αυθεντίας που υποθηκεύει την ελευθερία μου. Αυτή η αρχή είναι πάντοτε εγκατεστημένη στη ζωή μας είτε ως αυθεντία της παράδοσης, είτε ως καθολική συναίνεση είτε ως παντοδυναμία της κοινής λογικής, του κοινού νου· και όλες αυτές οι μορφές αυθεντίας εννοούνται στις πολυδαίδαλες εκδηλώσεις και εφαρμογές τους. Όταν αποφασίζω να αρνηθώ την αυθεντία σημαίνει περαιτέρω ότι αποφασίζω να εκπληρώσω έναν ανώτερο σκοπό, να κατακτήσω κάτι το διαρκές, σταθερό και αδιάψευστο, αλλά εμποδίζομαι προς τούτο από τον τρόπο που δομούν, καθιδρύουν τη σκέψη μου οι έξωθεν επιβαλλόμενες μορφές αυθεντίας.

§2

Όλη αυτή η διεργασία της αμφιβολίας, της άρνησης και της απόφασης δεν είναι έργο του γυμνού Εγώ του ατόμου, μόνο και κύρια· εάν συνέβαινε αυτό, τότε  η φιλοσοφική αμφιβολία, με το ως άνω νόημα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, γιατί το κάθε γυμνό ατομικό Εγώ δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από εξωγενής φορέας μιας προκατάληψης, ενός δόγματος, ενός είδους άγονης γραμμής σκέψης.  Απεναντίας, το ζητούμενο για την επιτυχή έκβαση του έργου της αμφιβολίας και της απόφασης, δηλαδή για την αληθινή απελευθέρωση του νεωτερικού υποκειμένου, είναι ένα καθολικό Εγώ, το οποίο στην περίπτωση του Ντεκάρτ, δηλαδή στην περίοδο της πρώιμης νεωτερικότητας, φέρει το όνομα, ας πούμε, λόγος, λόγος-λογική, φυσικό φως, για να αποκορυφωθεί με τον Χέγκελ υπό τη μορφή του Λόγου (Vernunft), της έννοιας (Begriff), της απόλυτης ιδέας (absolute Idee): η υποκειμενικότητα από καθολικό Εγώ της μεθοδικής αμφιβολίας (Ντεκάρτ) μετ-ουσιώνεται  τώρα, δηλαδή στην περίοδο της ύστερης –λογικά και όχι απλώς χρονικά– νεωτερικότητας, σε καθολικό Εγώ ή εννοιακή υποκειμενικότητα της διαλεκτικής σκέψης (Χέγκελ).

§3

Η αμφιβολία, ως προκύπτει από τα παραπάνω, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέθοδος, η  μεθόδευση-μεθοδική ικανότητα της σκέψης να διανοίγει το ανθρώπινο Είναι σε περιοχές αυτονομίας, όπου ευδοκιμεί η ριζική αμφιβολία. Σύμφωνα με την τελευταία δεν αμφιβάλλω για να αμφιβάλλω, αλλά για να διανοιχθώ στην αυτόνομη περιοχή της απόλυτης βεβαιότητας, στην περιοχή δηλαδή που είμαι σε θέση να συλλαμβάνω τη βεβαιότητα του Είναι μου  στην απόλυτη καθαρότητά της, στην εξαγνισμένη της συνθήκη από κάθε σκωρίαση που μου επιφυλάσσει το ανακριβές, το επιβαλλόμενο έξωθεν επισφαλές και αβέβαιο, με μια λέξη: το γεγονός της αυθεντίας. Η πορεία που προτείνει ο Ντεκάρτ από την αμφιβολία στην απόλυτη βεβαιότητα ακολουθεί τα εξής περίπου βήματα: πρώτον είναι το cogito, κατά τη ρήση: cogito ergo sum (σκέφτομαι, άρα υπάρχω). Τούτη η ρήση με το εξής νόημα: όσο σκέφτομαι, τόσο μπορώ να βλέπω τα πράγματα με το προαναφερθέν «φυσικό φως», δηλαδή πιο καθαρά, πιο σαφή, πιο ελεύθερα. Έτσι ό,τι συλλαμβάνει η σκέψη μου είναι η αληθινή βεβαιότητα που συνυφαίνεται με την ύπαρξή μου. Το δεύτερο βήμα είναι ο θεός ως η έννοια της δημιουργίας και κατ’ επέκταση ως εγγύηση για κάθε βεβαιότητα. Στον Χέγκελ η καρτεσιανή πορεία αποκτά ένα πιο συγκεκριμένο νόημα από δύο απόψεις: α) μεταστοχασμός πάνω στο (ή με βάση το)ιστορικό νόημα του ανθρώπινου Είναι· β) διαλεκτική ερμηνεία του ιστορικού-έγχρονου Είναι μας ως ατόμων και ως ανθρώπινης κοινότητας. Έτσι στη Φαινομενολογία του πνεύματος η διαλεκτική ανέλιξη της συνείδησης ανα-χωρεί από την αισθητήρια βεβαιότητα για να ανυψωθεί εν τέλει σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση, σε ελεύθερη και συνειδητή ιστορικά ενότητα ατομικότητας και κοινότητας. Το εννοιο-λογικό, ήτοι δια-Λογικό και δια-λεκτικό οπλοστάσιο της φαινομενολογικής συνείδησης –αναγκαίο για να νικήσει ετούτη στον πόλεμο που διεξάγει– ανα-συλ-λέγεται από τον Χέγκελ στην Επιστήμη της Λογικής.  






2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα κ.Τζωρτζόπουλε

    Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, γιατί να μην ερωτήσω λοιπόν "και γιατί να πρέπει να αμφιβάλουμε"? Μπορεί να υποστηριχθεί ή και να θεμελιωθεί ορθολογικά (και ακόμα και αν μπορεί, έχει κάποιο νόημα αυτό για εμάς ως κοινωνικά όντα) το γεγονός ότι "πρέπει να αμφιβάλουμε"? Είναι αυτό εγγύηση ελευθερίας? Γιατί το μεμονωμένο άτομο να προτιμήσει την ελευθερία από την συλλογική καταπίεση, όταν γνωρίζει πως αυτή μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ? Πως μπορούμε μετά τον Φρόιντ να θέτουμε και να τοποθετούμαστε υπέρ της αυτονομίας και της αμφιβολίας, όταν γνωρίζουμε πως αυτες, ενώ κρατάνε ως υπόσχεση την ευτυχία της ελευθερίας δεν εγγυώνται και δεν συμβαδίζουν αναγκαία ούτε με την ευτυχία ούτε με την ελευθερία? Σας ικανοποιεί η απάντηση, τόσο του Φρόιντ, όσο και των Μαρκούζε, Φρομ και Καστοριάδη πάνω σε αυτό το ζήτημα?

    Να΄στε καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η αμφιβολία, η ελευθερία, ο ορθολογισμός, η ψυχανάλυση και ό,τι άλλο ... είναι ιστορικά γεννήματα του ανθρώπινου δια-λέγεσθαι. Επομένως καθετί που λέγεται -με τη συγκεκριμένη φιλοσοφική βαρύτητα και όχι ως κουβέντα καφενείου- έχει νόημα, εάν συμβάλλει στον περαιτέρω αυτοπροσδιορισμό του ανθρώπου ως πρωταγωνιστή της ιστορίας. Οι διανοητές, για παράδειγμα, που αναφέρεις γίνονται αντικειμενικά αποδεκτοί ως τέτοιοι πρωταγωνιστές. Το αν οι συγκεκριμένοι, ας πούμε, έχουν πει το παν, για το ένα άτομο, ενώ κάποιοι άλλοι πρωταγωνιστές έχουν πει για ένα έτερο άτομο κάτι άλλο ως παν, εξαρτάται από την ανακτώμενη ή κατακτώμενη κάθε φορά αυτονομία του εκάστου ατόμου να σκέφτεται έτσι ή αλλιώς και να ανα-τρέπει πρότερα πιστεύω του ίσως για χάρη κάποιων επόμενων θεωρήσεων ή για χάρη μιας πληρέστερης πνευματικής του ελευθερίας. Επομένως, το όλο ζήτημα της αυτονομίας και ελευθερίας του ατόμου τίθεται ως αναγκαία συνθήκη για την πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπινου Είναι από τη σχετικότητα των θεωρητικών του προτιμήσεων, από τη βαναυσότητα της βέβαιης μέσα στην απόλυτη αβεβαιότητα υποκειμενικότητας.

    Πάντοτε με ευδοκίμηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή