Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Hegel: φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας




Γκέοργκ  Χέγκελ
1770–1830

Ο Λόγος μέσα στην ιστορία

§1

Τι σημαίνει φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας; Εκ πρώτης όψεως σημαίνει θεώρηση, εξέταση της ιστορίας που πραγματοποιεί η νόηση, ο στοχασμός (Denken). Κάθε θεώρηση της ιστορίας που γίνεται δεν είναι έργο αυτής της νόησης, αυτού του στοχασμού; Ο Χέγκελ δεν το αμφισβητεί τούτο· προσθέτει μόνο, από τη δική του σκοπιά, πως το ζητούμενο δεν είναι μια οποιαδήποτε θεώρηση της ιστορίας, αλλά πρωτίστως η φιλοσοφική της θεώρηση. Για τον κοινό νου, την κοινή αντίληψη, φιλοσοφική πραγμάτευση της ιστορίας φαντάζει ως κάτι το αντιφατικό, το ασύμβατο, το ακατανόητο. Φιλοσοφία και ιστορία λογίζονται, για την εν λόγω αντίληψη, ως δυο διαφορετικές, διαμετρικά αντίθετες έννοιες: η μεν πρώτη παραπέμπει στη νοητική δραστηριότητα του υποκειμένου ως τέτοιου, η δε δεύτερη ασχολείται με αντικειμενική περιγραφή, παρουσίαση συμβάντων. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ενεργό, ανήσυχη υποκειμενικότητα, στη δεύτερη με μια παθητική, απτή, συμβατική αντικειμενικότητα, όπου καταγράφονται γεγονότα και συμβάντα.

§2

Σε αντίθεση με την εν λόγω κοινή δοξασία, ο Χέγκελ θεωρεί πως φιλοσοφία και ιστορία όχι μόνο δεν είναι ασύμβατες έννοιες και πραγματικότητες, παρά διέπονται από ένα κοινό στοιχείο: το νοείν ή τη νόηση, το σκέπτεσθαι, τον στοχασμό. Είτε φιλόσοφος είναι κάποιος είτε ιστορικός είτε άλλης επιστήμης διανοητής είναι σκεπτόμενος άνθρωπος και ως τέτοιος διαφοροποιείται από το ζώο που δεν διαθέτει αυτή τη νόηση. Σκέψεις, αισθήματα, ένστικτα, βούληση κ.λπ. είναι ανθρώπινα και όχι ζωώδη. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος μόνο έχει θρησκεία, όπως λέγει σε άλλο σημείο ο φιλόσοφος, και όχι το ζώο. Η νοητική δραστηριότητα μπορεί να υπάρχει μέσα σε όλες τις επιστήμες, στην ιστορία, στην τέχνη και αλλού, στον φιλοσοφικό της ωστόσο προσανατολισμό ή ως φιλοσοφική νόηση είναι διαφορετικής τάξης.  Η επιστημονική ή ιστορική νόηση υποτάσσεται στο ον, στο αντικείμενο, το υπηρετεί. Η ιστορία π.χ. συλλαμβάνει καθαρά μόνο το υπάρχον, το γεγονός, το συμβάν, το δεδομένο. Η φιλοσοφία, απεναντίας, επιχειρεί να εντάξει αυτό το ον, γεγονός, συμβάν κ.λπ. σε ένα στοχαστικά διαλεκτικό όλο που η ίδια παράγει.

§3
Όταν λοιπόν ο φιλόσοφος αναλαμβάνει να σκεφτεί φιλοσοφικά την παγκόσμια ιστορία, λαμβάνει ως βάση το γεγονός ότι η ιστορία εν γένει  εκτυλίσσεται με τον τρόπο του Λόγου, κινείται έλλογα. Το «κινείται έλλογα» δεν σημαίνει πως όλα γίνονται σωστά και αληθινά ή ότι κάποια εξωτερική λογική καθορίζει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά πως το ιστορικό γίγνεσθαι ενέχει Λογικότητα, συμβαίνει ως Λόγος και ως ιστορικότητα αυτού του Λόγου. Επομένως, εάν θέλουμε να το κατανοούμε, καλούμαστε να μην αφηγούμαστε απλώς ό,τι συμβαίνει, να μην περιοριζόμαστε στο ιστοριογραφικό, ή να μην επαφιέμεθα, για μια λύση του αινίγματος των ιστορικών πράξεων, στην αφέλεια της θρησκευτικής πίστης αλλά να εκκινούμε από την επίγνωση «ότι ο Λόγος εξουσιάζει τον κόσμο» (Χέγκελ) και να προϋποθέτουμε, για κάθε ιστορική έρευνα, αυτό και μόνο αυτό «το διανόημα του Λόγου» (Χέγκελ). Το προϋποθέτουμε όχι ως a priori αξίωμα, παρά ως το ζητούμενο μέσα στη μελέτη της ιστορίας, άρα ως το συναγόμενο από τη μελέτη τούτη. Έτσι αρχίζει η φιλοσοφική θεώρηση της παγκόσμιας ιστορίας: αναζητούμε την παρουσία του συγκεκριμένου διανοήματος μέσα στην παγκόσμια ιστορία ή άλλως μέσα στην ιστορία του κόσμου (Weltgeschichte).

§4

Γιατί όμως μέσα στην παγκόσμια ιστορία και όχι, ας πούμε, σε ένα μόνο επί μέρους, ορισμένο εν χώρω και χρόνω, τμήμα της; Επειδή ο Λόγος δεν εμφανίζεται με περιορισμένη ισχύ στο κάθε επί μέρους, αλλά είναι η απέραντη ισχύς του συμβαίνοντος παγκοσμίως ή του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι. Απέραντη ισχύς: ποιεί τα πάντα και έτσι δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να ακινητοποιείται μπρος στο ένα ή το άλλο εμπόδιο, να χάνει τον προσανατολισμό του και να αυτο-εγκαταλείπεται στο έλεος αλλότριων δυνάμεων. Γιατί μπορεί να ποιεί τα πάντα; Επειδή είναι η ενύπαρκτη υπόσταση, δηλαδή η συνεκτική και πραγματική ουσία, στην οποία καθετί που συμβαίνει οφείλει την ύπαρξή του. Αλλά ως τέτοια υπόσταση πρέπει να εμφανίζεται –κατά τη γνωστή διαλεκτική υπόστασης-υποκειμένου της Φαινομενολογίας του πνεύματος. Η μορφή εμφάνισής του είναι το πνεύμα, το παγκόσμιο πνεύμα. Αναλογικά, η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορική ανάπτυξη αυτού του πνεύματος και ως τέτοια συνιστά την κατά Λόγο αυτό-αποκάλυψή του. Ως εκ τούτου, όταν φιλοσοφούμε επί της ιστορίας, ουσιαστικά επιζητούμε να γινόμαστε μέτοχοι της συγκεκριμένης αποκάλυψης του εαυτού του πνεύματος: να προσδοκούμε νόημα και συνάμα να εξελισσόμαστε σε φορείς, παραγωγούς νοήματος.




Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

M. Heidegger: Η πολιτική είναι πόλεμος




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889–1976

Η ουσία της πολιτικής ως αρχέγονος αγώνας

§1

Η σκέψη του Χάιντεγκερ διακρίνεται για τη μοναδική της βαθύτητα και αληθινότητα, διότι πρωτίστως είναι πολιτική-πολεμική σκέψη. Πολεμική με το νόημα του Ηράκλειτου: αγώνας (Kampf), σύγκρουση, αντιπαράθεση για την επικράτηση του κόσμου ως ευταξίας, ως αρμονίας των αντιθέτων. Με αυτόν τον πόλεμο και μόνο με αυτόν, τα πάντα εκ-τίθενται στο φως, εξ-έρχονται σε φανέρωση, εντάσσονται εκεί που ανήκουν: στο ξέφωτο της Πολιτείας. Εδώ τότε το παν είναι πολιτικό, όχι επειδή σχετίζεται με άεργους πολιτικούς ή οιονδήποτε ακίνδυνο πολιτικό ακτιβισμό, αλλά επειδή ενδημεί στο πιο πάνω ξέφωτο και εξ-ίσταται στην επικινδυνότητα του Είναι του, προκειμένου να συμβεί ιστορία. Ο πόλεμος επομένως, για τον Χάιντεγκερ, δεν έχει καμιά σχέση με την κοινή σημασία της πολεμικής σύρραξης ούτε με την αγελαία αντιπαλότητα, σαν αυτή –ας πούμε– που έχει συσσωρευτεί στον τόπο μας και ενεργοποιείται εκάστοτε για να εξαπατά τις μάζες προεκλογικά και να τις ξεπουλά μετεκλογικά. Μια τέτοια εικονική αντιπαλότητα, τόσο στον Ελλαδικό όσο και στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο, καλλιεργείται σχεδόν από όλες τις πτέρυγες του επαγγελματικού πολιτικαντισμού: από τον παλαιο-νεο-φιλελευθερισμό έως την καταχθόνια σοσιαλδημοκρατία και την ακόμα πιο καταχθόνια καθεστωτική «αριστερά». Η τελευταία έδειξε, για ακόμη μια φορά, με κενές περιεχομένου «πολιτικές αντιπαραθέσεις» τη σφοδρότητα του εξουσιαστικού της παφλασμού στις πρόσφατες εκλογές εν Ελλάδι: αντί να «διεκδικεί τη φανέρωση, την αποκάλυψη του πολιτικού Είναι» (Χάιντεγκερ) –αποκάλυψη π.χ. μιας συντελεσθείσας  εθνοπροδοσίας, ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος κ.λπ.– ανέλαβε εργολαβικά τη συγκάλυψή του/τους. Αντί να αγωνίζεται για να συμβεί ιστορία, δια-γωνίζεται για να πείσει τις ήδη υπάρχουσες συστημικές εξουσίες ότι αυτή είναι μια πιο «εξευγενισμένη» συστημική δύναμη και μπορεί, καλύτερα απ’ αυτές, να καταλαγιάσει τον πολιτικό θυμό των μαζών και να εκμηδενίσει κάθε ίχνος κοινωνικής σύγκρουσης. Προς τούτο δηλώνει πρό-θυμη να αφομοιώσει όλο το διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό και με «αριστερό» προσωπείο πλέον να το από-ενοχοποιήσει.

§2

   Ο πολιτικός χαρακτήρας της σκέψης του Χάιντεγκερ ανάγει τη ρίζα του στη δυναμική του ερωτήματος για το νόημα του Είναι και για την αποστολή της φιλοσοφίας. Το ερώτημα για το Είναι τίθεται αυθεντικά, προ-καλεί πόλεμο, στο βαθμό που δεν αδιαφορεί για τις ανθρώπινες υποθέσεις. Η πηγαία δυναμική του έγκειται στο ότι εκτυλίσσεται ως ένας «αρχέγονος αγώνας» (Heidegger GA 40, 66) και από έναν τέτοιο αγώνα, μας λέει ο γερμανός φιλόσοφος, αναδύονται, πριν απ’ όλα, όλοι οι αληθινά αγωνιζόμενοι. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή ο δεσμός του ανθρώπου με το Είναι παραμένει ακατάλυτος και ως τέτοιος συνιστά την αφανή του αρμονία, η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, υπερέχει της εμφανούς, του φαίνεσθαι. Το ζητούμενο επομένως είναι πώς ο ίδιος ο άνθρωπος στέκεται απέναντι σε έναν τέτοιο δεσμό: στέκεται ως φενακισμένη συνείδηση, ως ανεστραμμένη λογική, όπως συμβαίνει με τις ορδές των προαναφερθέντων καθεστωτικών, οπότε στερείται τη δυνατότητα, την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την παρακμή, το ξερίζωμα που του επιφυλάσσουν οι παντοειδείς συστημικοί και συμβιβάζεται με τη μοίρα του μαζανθρώπου, ή ως σκεπτόμενο ον, που αναζητεί μέσα στην ιστορική αποστολή της φιλοσοφίας την αφύπνιση, το ξέσπασμα, την έκρηξη (Aufbruch);  Ετούτη η έκρηξη –όχι τα σωτηριολογικά κηρύγματα των καθεστωτικών– προετοιμάζει τους ανθρώπους να εισέρχονται μέσα στην ιστορία και να αποφασίζουν για την ύπαρξή τους, έτσι όπως ετούτη συμβαίνει στο εκάστοτε παρόν. Αποφασίζω (entschließen), κατά τον Χάιντεγκερ, σημαίνει όχι απλώς δράση, γιατί τότε και η πρόσφατη εκλογική φαρσοκωμωδία θα είχε βαθύτερο νόημα από αυτό του ανοήμονος μιμητισμού, αλλά «αποφασιστική απαρχή της δράσης» (GA 40, 23, επίσης Χάιντεγκερ: περί πολιτικής, περί αλήθειας … εκδ. Ηριδανός, σ. 140 κ.εξ.) με το εξής νόημα: εγκατάλειψη ενός επιβληθέντος εγκλεισμού και ανάληψη αγώνα προς την ανοικτότητα (Ent-schlossen-heit). Αυτός ο αγώνας, ο πόλεμος, δεν ενσκήπτει ως λεηλασία, ως επιδρομή  σε ό,τι είναι παρόν, αλλά πρωτίστως ως διαρκής εναντίωση στο κυριαρχούν σκοτείνιασμα του κόσμου, ως αποφασιστική αντιπαράθεση. Ετούτο το σκοτείνιασμα λογίζεται για τον φιλόσοφο ως ο πιο πνευματοκτόνος σκοταδισμός, που συνεπάγεται «φυγή των θεών, καταστροφή της γης, μαζοποίηση του ανθρώπου, προβολή της μετριότητας» (GA 40, 48). Όπου κυριαρχεί η μετριότητα, εκτρέπεται ο κόσμος, γι’ αυτό και ο εν λόγω πόλεμος είναι πάνω απ’ όλα αγώνας των δημιουργών.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

G.W.F. Hegel: Φαινομενολογία του πολέμου




Γκέοργκ  Χέγκελ
1770–1830

Πόλεμος και ειρήνη

                                                  §1

Η εγελιανή θεωρία του πολέμου δεν αφήνει περιθώρια για μια μονολιθική ερμηνεία που δοξάζει την ειρήνη και καταδικάζει σε οριστικό θάνατο τον πόλεμο. Οι σκέψεις του Χέγκελ για τον πόλεμο κινούνται πέραν κάθε «συμπονετικού» πασιφισμού και  υποκριτικής ειρηνοφιλίας. Γι’ αυτό και ορισμένοι τις θεωρούν ως παράδοξες ή επικίνδυνες. Ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, στο πλαίσιο κατανόησης του κόσμου του ανθρώπου υπό την οπτική της διαλεκτικής πραγμάτωσης του πνεύματος εντός του κόσμου, υποβάλλει σε σφοδρή κριτική τις συμβατικές αντιλήψεις ή παραστάσεις περί πολέμου. Αυτές οι αντιλήψεις ανάγουν το γενικό τους υπόβαθρο σε διάφορες θεωρίες περί φυσικού δικαίου και θεωρούν τον πόλεμο –αδιάφορο, εάν είναι θεολογικο-εκκλησιαστικής ή δημοκρατικοφανούς υφής–  ως εκτροπή, ως μια κατάσταση όπου τίθεται υπό αδικαιολόγητη αμφισβήτηση η αρμονική συνεργασία ανάμεσα στα άτομα καθώς και ανάμεσα στα κράτη. Απεναντίας, μας λένε οι θεολογικο-«δημοκράτες», η ειρήνη εκφράζει την αρμονία και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων, γι’ αυτό και πρέπει να επικρατεί παντού και με κάθε τρόπο. Μεταφερόμενη δε αυτή η αίσθηση περί ειρήνης στην κοινωνία επιτρέπει σε όλους τους οικονομικούς και πολιτικούς ληστές του ανθρώπινου μόχθου να υπερασπίζονται μέχρι θανάτου την κοινωνική ειρήνη, ακριβώς δηλαδή ό,τι ο Χέγκελ αποτιμά ως αποκοίμιση των λαών και ενάντια στο οποίο στρέφεται με τη θεωρία του περί πολέμου.       

                                                §2

Το θεμελιώδες φιλοσοφικό θεώρημα, πάνω στο οποίο ο Χέγκελ στηρίζει τη φαινομενολογική του θεωρία περί πολέμου, είναι η ρήση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πατήρ πάντων …».  Ιστορικά ιδωμένος ο πόλεμος, σύμφωνα με τον γερμανό φιλόσοφο, αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ιστορίας, άρα είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που υπερβαίνει κάθε είδους υποκειμενικό ή ατομικό ηθικό credo και η οποία μόνο με κριτήρια του Αντικειμενικού μπορεί να κατανοείται. Τι μας λέει λοιπόν αυτό το Αντικειμενικό; Ότι τα περισσότερα εκάστοτε νέα μορφώματα ζωής έχουν εγγραφεί στην ιστορία ως αποτελέσματα πολέμου, διαμάχης, αγώνα, έριδας, σύγκρουσης και όχι ως προερχόμενα από οποιαδήποτε κοινωνική ειρήνη, συνεργασία, αρμονία, επανάπαυση, α-πάθεια, αδράνεια. Η καταδίκη, ο αναθεματισμός του πολέμου επομένως, με βάση αφηρημένα ηθικά αξιώματα που έχουν ως κοινό παρονομαστή το Δέον-Είναι (Sollen), δηλαδή αυτό που οφείλει, που πρέπει να νομιμοποιείται σε αντίθεση με ό,τι δεν πρέπει, αιχμαλωτίζουν το άτομο μέσα στην ιδιοτέλεια του ατομικού συμφέροντος και του αφαιρούν τη δυνατότητα να σκέπτεται πολεμικά, δηλαδή μαχητικά, αποφασιστικά, καθολικά, οικουμενικά, και να οικοδομεί τη συνεργασία του με τα άλλα άτομα στη βάση υπεράσπισης του κοινού συμφέροντος· μια υπεράσπιση που καθίσταται δυνατή μόνο με τη μια ή την άλλη μορφή πολέμου.

                                                §3

Πώς δικαιολογεί ο Χέγκελ την ως άνω «αιχμαλωσία»–ασκεψία του ατόμου; Τη δικαιολογεί δυνάμει της διάκρισης που κάνει ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) και στο κράτος (Staat). Η κοινωνία αυτή, στη νεωτερική εποχή, συγκροτείται και λειτουργεί ως αστική κοινωνία, όπου κυριαρχεί μια τυπική κοινότητα ή ενότητα των ανθρώπινων ατόμων ως πολιτών, πίσω από την οποία μαίνεται ένας ακήρυκτος πόλεμος ανταγωνιστικών ατομικών συμφερόντων: το κάθε άτομο γίνεται μεμονωμένο-απομονωμένο άτομο, περιορισμένο μόνο στην υπεράσπιση της ατομικής του ιδιοκτησίας και του ατομικού του συμφέροντος. Το γενικό συμφέρον υπολείπεται. Κάτι, ας πούμε, που βιώνουμε καθημερινά στην ελληνική κοινωνία.  Η εν λόγω κοινότητα, κατά συνέπεια, συνιστά απλώς μια επί μέρους εξισορρόπηση διαφορετικών ιδιοτελών σκοπών. Γι’ αυτό αναζητεί την αληθινή, την ουσιαστική της ενότητα στο κράτος ως την ιδέα ή το πνεύμα, όπου η κοινότητα συμφερόντων ανελίσσεται, μέσα από τη διαλεκτική της αναίρεση, στην ποιοτική βαθμίδα της κοινότητας ενδιαφερόντων. Το κράτος έτσι αναδύεται ως η υποστασιακή ατομικότητα των επί μέρους ατόμων. Όταν διακυβεύεται αυτή η υποστασιακή ατομικότητα του εκάστοτε συγκεκριμένου ανθρώπου, τότε αισθάνεται την ανάγκη πολέμου για την υπεράσπιση αυτής του της υπόστασης. Έτσι αφυπνίζεται από τον λήθαργο, εν καιρώ ειρήνης, εκ της ατομικής του φιλαυτίας και του απόλυτου εγκλεισμού του μέσα στο ιδιοτελές σαρκίο των εγωιστικών του συμφερόντων. Κατ’ αυτό τον τρόπο ενσαρκώνει την πραγμάτωση του πνεύματος: γίνεται πολεμιστής, μαχητής της Ιδέας του, η οποία είναι Ιδέα όλων, δηλαδή καθολική ή απόλυτη Ιδέα. Τότε δεν υπάρχει ως μεμονωμένο άτομο της αστικής κοινωνίας, αλλά ως ενεργώς πραγματική Ιδέα του όλου.
                                                         
                                               §4

Η ετοιμότητα του πολέμου, αποφαίνεται ο Χέγκελ, αποδεικνύει τη σχετικότητα των αξιών της αστικής κοινωνίας. Μια αιώνια ειρήνη, ως εκ τούτου, την οποία υπερασπιζόταν ο Καντ, απολυτοποιεί αυτή τη σχετικότητα και γεμίζει τον κόσμο του ανθρώπου με αυταπάτες: δηλαδή ανάγει σε υπέρτατη αξία την υπεράσπιση των ιδιοτελών συμφερόντων των κοινωνικών ατόμων και οντολογικά προσανατολίζει τα τελευταία να θεωρούν ως ultima ratio της κοινωνικής οργάνωσης τα δικά τους συμφέροντα. Μια διαλυμένη κοινωνία λοιπόν, σαν την ελληνική, δείχνει ότι είναι βουλιαγμένη μέσα σε ωκεανούς αυταπατών, που επιτείνονται από τους πραιτοριανούς του πολιτικού καθεστωτισμού. Δείχνει περαιτέρω πως είναι οντολογικά συμμορφωμένη προς ιδιοτελείς επιταγές εργασιακής, κοινωνικής, πολιτικής, επαγγελματικής, ιδεολογικής ειρήνης κ.λπ. Η αμφισβήτηση αυτής της συμμόρφωσης προϋποθέτει την τεράστια δύναμη του αρνητικού. Και αυτή η δύναμη, κατά τον Χέγκελ, είναι ο πόλεμος στην αναλογία συνθηκών και μορφών. Αυτός συναφώς δεν είναι ένα απόλυτο κακό, ακόμη κι αν ορισμένως μπορεί να επιφέρει παροδικά κακά ή εάν προκαλείται από ανεξέλεγκτα πάθη των εκάστοτε κρατούντων. Αντίθετα είναι η κατάσταση που δείχνει τη ματαιότητα των εν χρόνω πραγμάτων και αγαθών, κατ’ επέκταση κονιορτοποιεί κάθε είδους ψευδή ωραιολογία περί βεβαιότητας, περί «πολιτισμένου διαλόγου», περί υλικής ευμάρειας κ.α., εκ μέρους υποψηφίων κυβερνητών, σε δεδομένες ιστορικές στιγμές σαν τις δικές μας, είτε ετούτοι προέρχονται από την καθεστωτική «αριστερά», κατά τα άλλα άκρως «ειρηνόφιλη» κοινωνικοπολιτικά, είτε από τον άκαπνο, μειοψηφικό  εξουσιο-αστισμό, για τον οποίο ο μόνος νόμιμος πόλεμος είναι η βίαιη εξαθλίωση των πολλών για χάρη των δικών τους αδηφάγων ιδιοτελιών.  



Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Α. Σικελιανός: Η Άγραφη μαρτυρία της σήψης



              
       Άγγελος Σικελιανός
                   1844–1951

         
               Η αναγέννηση μέσα από τη στάχτη


                                    §1
                              
                           Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Το ποίημα «Άγραφον» που παρουσιάζεται παρακάτω  αποτελεί ένα διαχρονικά συμβολικό ποίημα-κήρυγμα αλήθειας για την ερειπωμένη χώρα των Ελλήνων και για την αναγέννησή της μέσα από τα συσσωρευμένα ερείπια. Το εν λόγω ποίημα ανήκει στους Επίνικους Β΄ (1940-1946) και γράφτηκε το φθινόπωρο του 1941. Η θεματική του συνδέεται με τη γερμανική κατοχή και τα δεινά του ελληνικού λαού κατά την εν λόγω περίοδο. Ο ποιητής κατόρθωσε να εικονίσει την τραγική μοίρα της Ελλάδας με έναν τέτοιο  προ-φητικό λόγο, ώστε αυτή η τραγικότητα να διαχέεται, σαν ηφαιστειακή λάβα, μέσα στο ιστορικό σώμα της Ελλαδικής χώρας και να την κατακαίει. Ο Άγγελος Σικελιανός, όταν έγραφε το συγκεκριμένο ποίημα, έλαβε υπόψη του μια απόκρυφη ευαγγελική περικοπή σχετικά με μια «άγραφη» παράδοση για τον Ιησού και τους μαθητές του. Η ποιητική αξιοποίηση αυτής της παράδοσης του επέτρεψε να εν-τοπίσει  το δράμα της Ελλάδας και να φανερώσει, μέσα από μια μοναδική γαλήνη, τη μοιραία ιστορία ενός λαού. Ο εν-τοπισμός αυτός είναι το ποιητικό κύμα, που η εκροή του κινεί την προαναφερθείσα τραγική μοίρα να αισθητοποιείται στο σήμερα και να συν-ομιλεί με τα παρόντα δεινά ενός «δυστυχισμένου λαού, καλού και αγαπημένου, πάντοτε ευκολόπιστου και πάντα προδομένου» (Σολωμός).  
    
   
                                §2

                Άγραφον

Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγεία, απορρίμματα, ξεσκλίδια…

Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που –ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν–
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν…

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε… Μα τώρα
αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη… Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο…

                                            Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!… δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!


                                     §3

                            Ένα σχόλιο

Ο ποιητής μας μεταφέρει στην εποχή του Χριστού και αξιοποιώντας ποιητικά μια παραβολή παρουσιάζει τον Ιησού να διέρχεται «έξω από τα τείχη της Σιών» και να πλησιάζει στον τόπο που αποπνέει σήψη. Η ποιητική σκέψη πορεύεται απευθείας προς τον τόπο-τοπίο μιας σήψης, που μας προϊδεάζει για την εφιαλτική διαφθορά που έχει κατακυριεύσει και παραλύσει την πόλη. Η σήψη κορυφώνεται με την εικόνα του ψόφιου σκυλιού και αποκλείει κάθε άλλη προοπτική. Μπρος σε ένα τέτοιο θέαμα, η περιοχή του αισθητού, έτσι όπως τη θωρούν οι μαθητές του Ιησού, υποχωρεί, τρομάζει, ομολογώντας βασικά την αδυναμία του καθημερινού ανθρώπου να αντιπαρατεθεί με το σηπόμενο και να το υπερβεί ποιητικά-στοχαστικά. Απεναντίας, ο Ιησούς, που εκπληρώνει την ουσίωση-καθορότητα της ψυχής, δεν αποφεύγει εκείνη την περιοχή, παρά την μελετά για να την προετοιμάζει να υπερβεί τον ανοίκειο, αποκρουστικό εαυτό της και να ακολουθήσει το ρεύμα της δικής της ουσίωσης. Η ουσίωση τούτη δεν είναι διαφορετική από εκείνη που εκπληρώνει ο Ιησούς, εκείνη δηλαδή που  ευαγγελίζεται αυτή τούτη η ποιητική πράξη. Το λυκόφως, το γέρμα της ζωής, που απεικονίζει η σήψη, η αποσύνθεση, η διαφθορά του τόπου των δυστυχισμένων Ελλήνων, είναι ή καλύτερα γίνεται συνάμα, χάρη στην ποιητική [=δημιουργική] πνευματικότητα, λυκαυγές, ανατολή. Πάνω από τα ερείπια της ελληνικής Πολιτείας θα περάσει η οδός της αναγέννησής της (: πέρα από τη σάψη … αντιφεγγιά του Αιώνιου … κι ελπίδα).  Το οικείο, το ιερό, δεν χάνεται παρά πότε δειλά, πότε συγκαλυμμένα, αλλά πάντοτε ποιητικά φωτίζει  ό,τι δείχνει να χάνεται κάτω από τα ερείπια της Πολιτείας. Ο ποιητής λοιπόν ενσαρκώνει την περισυλλογή του βάθους –(: Κύριε, τα λόγια Σου …μια σκέψη στέκομαι …)– που κλείνει μέσα της η φωτεινότητα  της παραβολής, δηλαδή του ιδεατού, του  συμβαίνοντος κατ’ αντι-παράσταση προς το μη-αληθές. Η ενσάρκωση αυτή επιτελείται ως ο θάνατος που πατά τον θάνατο, ήτοι κατονομάζει το πέρασμα μέσα από τον απέραντο πόνο προς την αντιφεγγιά της ποιητικής ιδέας, δηλαδή της ζωτικής ιδέας του ανθρώπου που ξεπερνά τον πόνο.