Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Δ.Σολωμός: Η ποίηση-γλώσσα ως το ανάφωνο του Είναι (μας)






Διονύσιος  Σολωμός
1798–1857

Η μυστική ουσία της ποίησης:
 το φωτεινό μονοπάτι της γλώσσας


§1

Συνήθως  το ποιητικό έργο του Σολωμού αντικρίζεται ως έργο εθνικής εμβέλειας και θαυμάζεται ως τέτοιο. Ο θαυμασμός αυτός ωστόσο πολλάκις εξαντλείται απλώς σε επίθετα ή επιφωνήματα θαυμασμού, που δεν μας λένε και πολλά πράγματα για την πυρηνική αλήθεια αυτής της ποίησης. Εδώ δηλαδή συμβαίνει ό,τι ακριβώς τονίζει ο Wittgenstein για τις αισθητικές κρίσεις στο χώρο της τέχνης: όταν οι εν λόγω κρίσεις, σε μια αισθητική συνομιλία, μένουν απλώς σε επιφωνήματα επιδοκιμασίας ενός έργου τέχνης, –όπως, ω, τι υπέροχο, θαυμάσιο, ωραίο και τα τοιαύτα– απέχουν πόρρω από τη στοιχειώδη αποκρυπτογράφηση μιας ενδότερης επικοινωνίας με το ίδιο το έργο. Επομένως δεν έχουν νόημα για την πραγματική ζωή. Παρόμοια και η Σολωμική ποίηση έχει νόημα για την πραγματική ζωή στο βαθμό που ανταποκρίνεται πολλαπλώς σ’ αυτή. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: γιατί αξίζει να μελετάται η εν λόγω ποίηση; Αξίζει να μελετάται, γιατί ενσαρκώνει την πνευματική-ποιητικο-τραγική περιπέτεια της νεοελληνικής υποκειμενικότητας, ως εκείνης της αυτοσυνείδητης ατομικότητας ενός λαού, ενός έθνους, που βιώνει την ανεστιότητα ως απώλεια της οντολογικής του καταγωγής και εναγωνίως αναζητεί μέσα στην ποίηση και μέσω αυτής, ως ποιητικής γλώσσας πλέον, έναν επαναπατρισμό στην αρχέγονη πατρίδα του Είναι (μας), στην πατρίδα εκείνη δηλαδή που αγγέλλει τον ανοικτό χώρο, το ξέφωτο, του οντολογικού μας προορισμού, του πεπρωμένου μας. Μέσα σε τούτο το άγγελμα εντάσσεται  και το υπάρχειν ως έθνος· γι’ αυτό ο ποιητής αποφαίνεται στοχαστικά: εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό.

 §2

   Πώς γίνεται αισθητή ως δημιουργικό Είναι του Σολωμού η προαναφερθείσα πνευματική-ποιητικο-τραγική πορεία; Γίνεται αισθητή ως ακατάπαυστη κίνηση της ποιητικής ύλης από τον ιστορικό, τον έγχρονο τόπο, στον μυστικό, όπου ενδημεί η «Μητέρα η μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα» και όπου στον ίδιο ρυθμό τα παιδιά της ζουν πάντοτε μέσα στο μυστήριο και εδώ μέσα πάλι  με λογισμό και μ’ όνειρο. Η κίνηση αυτή της ποιητικής ύλης δεν είναι ουδέτερη από την εξέλιξη του ίδιου του ποιητή ή κάτι ξένο προς αυτή παρά αυτή τούτη η ποιητική του ανέλιξη. Συνοπτικά η εν λόγω ποιητική ανέλιξη χαρακτηρίζεται, ας πούμε, από τις ακόλουθες ποιητικο-στοχαστικές φάσεις του όλου ποιητικού του γίγνεσθαι: την πρώτη φάση, με ποιήματα όπως εκείνα του Ύμνου στην Ελευθερία και της Ωδής στον Λόρδο Βύρωνα. Εδώ δεσπόζει η κοινή ποιητική αντίληψη, όπου ο Σολωμός προσβλέπει στην ιδεοποίηση του υπάρχοντος, εμπλουτισμένη από τα πιο αγνά αισθήματα και ιδέες, αλλά και από λεπτή εικονοπλασία. Εντός των ορίων της ιστορίας επιχειρεί εδώ ο στοχαστικός ποιητής να διασώσει τη μοίρα (ως προορισμό) των Ελλήνων, να την κάνει ποίηση με το νόημα: να της δώσει λόγο και γλώσσα και έτσι να την ανορθώσει  σε ποιητή-δημιουργό του Είναι των Ελλήνων. Κατά τη δεύτερη φάση, με κύριες ποιητικές συνθέσεις τον «Λάμπρο» και τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» εκτυλίσσεται μια ρομαντική –δηλαδή κάτω από την επίδραση του ευρωπαϊκού ρομαντισμού– ανάταξη του όλου υλικού προς πιο υπερβατικούς ορίζοντες. Οι ποιητικές του παρορμήσεις και ενορμήσεις μορφοποιούνται σε ένα αισθητικά απαιτητικό λέγειν που μέσα στο ίδιο το ενδοκοσμικό ζην αναζητεί το μυστικό στοιχείο που θεμελιώνει τούτο το ζην.


§3

Η επόμενη φάση, η πιο φιλοσοφική, χαρακτηρίζεται από τη μετάβαση [=ανάβαση] της ποιητικής συνείδησης στο επίπεδο της πνευματικης-στοχαστικής αυτοσυνείδησης, η οποία σείεται, δονείται οντολογικά, από την καταβύθισή της στην μυστική ουσία της ποίησης. Η καταβύθιση τούτη συντελείται μέσα στα ποιητικά σπλάχνα του Σολωμού ως σύγκρουση του αποκαλυπτόμενου εσωτερικά ξέφωτου με την καθημερινή διονυσιακή σκοτεινότητα· ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τη δισυπόστατη βίωση του ποιητή κατά την ύστερη φάση: την ίδια στιγμή που ο ποιητικός του νους προσέγγιζε την κρυφή πηγή του δημιουργικού ποιείν, η αισθητή του ύπαρξη αιχμαλωτιζόταν μέσα στον αλκοολισμό.  Ανάμεσα στα κατ’ εξοχήν ποιητικά δημιουργήματα αυτής της περιόδου-φάσης είναι το Γ΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, ο Κρητικός  και ο Πόρφυρας. Εδώ η μυστική ουσία απηχεί τη νέα αίσθηση της ανοικτότητας, που συναρπάζει  κυριολεκτικά τον ποιητή. Η ανοικτότητα τούτη είναι το ατεμάχιστο, αδιαίρετο όλο, την αρμονία του οποίου επιχειρεί να γνωρίσει εγγύτερα μέσα (και) από τις εγελιανές του εμβαθύνσεις. Η ποιητική γλώσσα τώρα φέρνει στο φως το ποιητικό Είναι του ανθρώπου· είναι αυτό τούτο το φως του τελευταίου  ως ένα ομιλείν, που κρατά «ανοικτά πάντα κι’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου/μας». Λέξεις των πρότερων ποιητικών φάσεων, αλλά και νέες συναρθρώνουν μια μοναδική νοηματικά και αισθητικά πύκνωση της ποιητικής ουσίας· μια τέτοια πύκνωση που κατονομάζει την υπέρβαση του ιστορικού χρόνου για χάρη της αιωνιότητας. Ο ανοικτός λοιπόν τόπος της ποιητικής γλώσσας συλλαμβάνει κατανοητικά το ανθρώπινο Είναι να δοκιμάζεται στις έσχατες υπαρκτικές του αντοχές [=π.χ. οι γυναίκες των πολεμιστών, οι ίδιοι ετούτοι, ενώπιον του πολλαπλού θανάτου] και μέσα από το θάνατό του να πατά, να κατανικά τον θάνατο. Και ο ίδιος αυτός τόπος συνεχίζει να υπόσχεται ένα ελεύθερο υπάρχειν έξω από το αγοραίο του σκοτείνιασμα. Η μελωδία εν τέλει της γλώσσας αντηχεί: το κοσμικό φως δεν είναι φυσικό, αλλά μετα-φυσικό, δηλαδή υλικό συν πνευματικό.     


  

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

G.Hegel: Προσδιορισμένη άρνηση και ελευθερία





Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831

Η προσδιορισμένη άρνηση:
Βάση
για την απελευθέρωση της σκέψης


§ 1

                             Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Τι είναι άρνηση;  Είναι Λογικός προσδιορισμός, μέσω του οποίου οδηγούμαστε σε ένα νέο προσδιορισμένο-Είναι. Το τελευταίο τούτο δεν είναι υποχρεωτικά κάτι το αρνητικό, αλλά απηχεί μια νέα ρεαλιστική πραγματικότητα, που καθιδρύεται στη ζωή μας ως οντο-λογική αντίθεση προς την άρνηση, δηλαδή ως άρνηση της (πρώτης) άρνησης, ως κατάφαση, ως θετικότητα. Ετούτη η θετικότητα λοιπόν, ενταγμένη μέσα στην αυτο-προσδιοριστική κίνηση του Λόγου, αναδύεται πάντοτε ως διαμεσολαβημένη από την άρνηση της αμεσότητάς της, δηλαδή ως μια κατάσταση που έχει διέλθει μέσα από την αναίρεση μιας πρότερης, λιγότερο δια-μορφωμένης [=μορφωμένης δια του Λόγου] κατάστασης, συνθήκης, πραγματικότητας και έχει ανυψωθεί ή εξυψωθεί σε ένα πιο στοχαστικό Είναι με πιο ορθολογικές προοπτικές. Ετούτο το νέο μόρφωμα σκέψης και δράσης διατηρεί από την παλιά του κατάσταση ό,τι ακριβώς εξέφραζε ή ενσάρκωνε τον ρυθμό του Λόγου που συνέχει την όλη κίνηση της σκέψης· αλλά και τούτο το διατηρεί ανα-προσδιορισμένο στα νέα δεδομένα. Έτσι, η άρνηση, καθ’ όλη αυτή την κίνηση, συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω σε προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation), δηλαδή σε άρνηση κάποιου προσδιορισμένου στοιχείου: του εξωτερικού, εξωγενούς, ατελούς στοιχείου που λειτουργεί αρνητικά, ανασχετικά, για την καθολική εξέλιξη και ως τέτοιο αρνητικό πρέπει να υποστεί άρνηση. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η προσδιορισμένη άρνηση συγχρόνως συνεπάγεται πάντοτε και ένα προσδιορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο παριστά κάτι το θετικό.

§ 2

Στο παρακάτω απόσπασμα, από την επιστήμη της Λογικής- θεωρία του Είναι, ο Χέγκελ αποσαφηνίζει έτι περαιτέρω την ουσία της προσδιορισμένης άρνησης:

«Το μοναδικό πράγμα, που χρειάζεται για να πετύχουμε την επιστημονική πρόοδο –και για  την εντελώς απλή κατανόηση της περί ου ο λόγος επίτευξης πρέπει ουσιαστικά να καταβάλουμε κόπο–, είναι η αναγνώριση της Λογικής αρχής  ότι το αρνητικό είναι εξίσου θετικό ή ότι εκείνο που αντιφάσκει με τον εαυτό του δεν διαλύεται σε ένα μηδενικό, στο αφηρημένο Μηδέν, αλλά ουσιαστικά μόνο στην άρνηση του μερικού/ειδικού του περιεχομένου· ή ότι μια τέτοια άρνηση δεν είναι οποιαδήποτε άρνηση παρά η άρνηση του προσδιορισμένου Πράγματος, το οποίο αυτοδιαλύεται· επομένως είναι προσδιορισμένη άρνηση. Ως εκ τούτου το αποτέλεσμα περιέχει κατ’ ουσία εκείνο, από το οποίο προκύπτει το ίδιο, –πρόκειται, για να ακριβολογούμε, για μια ταυτολογία, γιατί διαφορετικά το αποτέλεσμα θα ήταν κάτι το άμεσο, όχι αποτέλεσμα. Καθώς αυτό που προκύπτει, η άρνηση, είναι προσδιορισμένη άρνηση, αυτή έχει ένα περιεχόμενο. Η εν λόγω άρνηση είναι μια νέα έννοια, αλλά μια έννοια ανώτερη και πλουσιότερη απ’ ό,τι η προηγούμενη· πλουσιότερη, επειδή  αρνείται την προηγούμενη έννοια ή το αντί-θετό της, άρα περιέχει την προηγούμενη τούτη, αλλά και κάτι περισσότερο απ’ αυτή, γιατί είναι η ενότητα του εαυτού της και του αντι-θέτου της».

§ 3

Ένα σχόλιο

Η σκέψη μπορεί να αυτο-οργανώνεται μόνο διαλεκτικά, δηλαδή με βάση την εσωτερική οργάνωση του Λόγου (της) και των αντιθετικών εννοιών που συνθέτουν τα περιεχόμενα και τη μορφή αυτού του Λόγου ως λέγειν και γνωρίζειν. Με τη φράση εσωτερική οργάνωση κατανοούμε δυο τινά: πρώτον, το ίδιο το πράγμα, εκάστοτε, έχει μια ιδιάζουσα –προς την κατά Λόγο φύση του– εξέλιξη και αυτή πρέπει να την κατανοούμε, να την αποκρυπτογραφούμε, να τη διαγιγνώσκουμε, να την ακολουθούμε, δηλαδή να την μετα-στοχαζόμαστε. Πώς να την κατανοούμε , …, να την μετα-στοχαζόμαστε;  Χωρίς να εισάγουμε –και τούτο είναι το δεύτερο– τίποτα το εξωγενές, το εγκεφαλικό, το φορμαλιστικό, το αν-άρμοστο προς την κατά Λόγο εξέλιξη, αλλά να επιδιώκουμε να γνωρίσουμε την οδό, όπου κινούνται οι αλληλο-συμπλεκόμενοι σχηματισμοί των εννοιών. Η υλοποίηση αυτής της επιδίωξης σημαίνει συμ-πόρευση με το αρνητικό ενέργημα –διαλεκτικά αρνητικό [=προσδιορισμένη άρνηση] και όχι με το κοινό νόημα του καταστροφικού– της ίδιας της σκέψης. Το εν λόγω ενέργημα είναι το μοναδικό, που επιτρέπει στη σκέψη να απελευθερώνεται από έξωθεν βιαίως εισαγόμενα δεδομένα, από ασυλλόγιστες προϋποθέσεις, κυρίως από αδιόρατα καθοδηγητικά κέντρα και να εκτυλίσσεται ως μια καθαρή μετα-στοχαστική πορεία του ίδιου του εαυτού της. Αυτή η πορεία είναι η περίφημη, κατά Χέγκελ, απόλυτη μέθ-οδος, δηλαδή η μετα-οδός που απο-λύεται, δηλαδή αποδεσμεύεται, απαλλάσσεται, απελευθερώνεται από αρμούς, δεσμούς και ετεροκαθορισμούς. Πυρήνας αυτής της από-λυτης μεθ-όδου είναι η άρνηση και δη η προσδιορισμένη άρνηση. Ιδιαίτερη αξία προσλαμβάνει η προσδιορισμένη άρνηση ως ενέργημα του ιστορικού και πολιτικού σκέπτεσθαι και πράττειν. Διότι είναι αυτή που δεν αφήνει περιθώρια, όπως μας λέει ο φιλόσοφος, στους καμαριέρηδες/υπηρέτες –πολιτικούς, ψυχολόγους, οργανικούς διανοουμένους κ.λπ.– να επιβάλλουν τους όρους τους, «να ισοπεδώνουν τα ιστορικά πρόσωπα, να τα τοποθετούν στο ίδιο επίπεδο με τον εαυτό τους ή ακόμη και μερικά σκαλοπάτια πιο κάτω από τον εαυτό τους» (Φιλοσοφία της ιστορίας).


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

I. Kant: Η καλή βούληση ως άγγελμα βίου





  Ιμμάνουελ  Καντ
                                          1724–1804


 Λόγος και καλή βούληση

§1

Το μόνο πράγμα που υπάρχει, μέσα ή έξω από τον κόσμο, και είναι καλό χωρίς επιφυλάξεις και περιορισμούς δεν είναι άλλο από μια καλή βούληση. Έτσι περίπου αρχίζει τη συζήτηση για την καλή βούληση ο Καντ στο βιβλίο του: Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών (βλ. ελλην. μτφρ. Γ. Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη). Το εν λόγω βιβλίο, στην περιοχή της ηθικής φιλοσοφίας, λογίζεται ισάξιο της Πολιτείας του Πλάτωνα, καθώς και των Ηθικών του Αριστοτέλη. Περιεκτικά, αλλά με βάθος νοημάτων και σαφή λόγο διερευνά τα κατά Λόγο (θεωρητικό και πρακτικό) δυνατά ηθικά θεμέλια, με ορίζοντα πάντοτε τον ηθικό νόμο και τη φωταγώγηση, ως εκ τούτου, της ύψιστης αρχής της ηθικότητας. Τι μας λέει λοιπόν, ευθύς εξαρχής, ο Καντ για την καλή βούληση; Πως μια καλή βούληση, φιλοσοφικά-Λογικά ιδωμένη και όχι απλώς καθημερινά-εμπειρικά, είναι καλή κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Τούτο σημαίνει ότι η βούληση συνυφαίνεται με κάτι το ανυπόθετα, το απόλυτα καλό· ένα καλό που δεν εξαρτάται υποχρεωτικά από άλλα πράγματα ή πάλι δεν προϋποθέτει κάποια σχέση μαζί τους.

    §2

Βέβαια, μια καλή βούληση δεν είναι το μοναδικό καλό. Δεν χωράει αμφιβολία πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα ή ιδιότητες που κατηγοριοποιούνται ως καλά/καλές, στην αναλογία τους και υπό διάφορες οπτικές ή σχέσεις. Π.χ. η εγκράτεια στις ορμές και τα πάθη, η αυτοκυριαρχία, η νηφάλια σκέψη κ.λπ. ανήκουν στα σημαντικά γνωρίσματα που κοσμούν τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπινου προσώπου. Τέτοια καλά όμως δεν είναι καλά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες· δεν είναι δηλαδή ανυπόθετα, απόλυτα καλά. Απεναντίας, ανάλογα με την καλή ή κακή βούληση του ανθρώπου που τα χρησιμοποιεί, αποβαίνουν καλά ή κακά. Η καλή βούληση έτσι τίθεται ως προϋπόθεση για να προκύπτει το καλό. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γερμανός φιλόσοφος, «η ψυχραιμία (das kalte Blut) ενός κακούργου τον καθιστά όχι μόνο πιο επικίνδυνο, αλλά και παρευθύς πιο αποτρόπαιο στα μάτια μας, από όσο θα τον θεωρούσαμε χωρίς αυτήν την ψυχραιμία» (Τζαβάρας, ό.π., σ.34).

 §3

Πώς εξηγείται όμως η καλοσύνη της καλής βούλησης; Από πού έλκει την καταγωγή της; Η καλή βούληση δεν κρίνεται, ως τέτοια, από τα αποτελέσματα που έχει, από τα καλά που μπορεί να μας προσφέρει ή από το γεγονός ότι είναι σε θέση να εκπληρώσει κάποιον καλό σκοπό. Εάν προσδιοριζόταν έτσι, τότε θα ήταν σχετική και όχι απόλυτη, συναφώς θα μπορούσε για τον έναν ή στη μια περίπτωση να παράγει το καλό και στην άλλη ή για άλλον το κακό· οπότε θα ήταν εναλλαγή καλής και κακής βούλησης ως το άπειρο, δηλαδή απόλυτη σχετικοκρατία του καλού. Τότε θα νομιμοποιούταν και το κακό ως λιγότερο ή περισσότερο καλό ή κακό, ανάλογα με τα πρόσωπα, τα συμφέροντα, τις συστημικές αντιλήψεις κ.λπ. Σύμφωνα με τον Καντ, η καλή βούληση εξακολουθεί να είναι καλή, να εκπέμπει καλοσύνη, ακόμη κι αν από κακή τύχη δεν μπορέσει να εκπληρώσει τους προτιθέμενους σκοπούς της. Επομένως, αυτή δεν επηρεάζεται από τη χρησιμότητά της ή μη σε μια δεδομένη στιγμή. Από εδώ όμως δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα  ότι μια καλή βούληση δεν στοχεύει ή δεν πρέπει να στοχεύει στο να παράγει αποτελέσματα από το φόβο μην παραχθεί κάποιο  κακό αποτέλεσμα.

§4

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται τώρα πιο συγκεκριμένα: ποιο είναι το θεμέλιο εκείνο που καθιστά την καλή βούληση απόλυτη αξία; Ο Καντ  διερευνά την ουσία του ερωτήματος σε σχέση με τη λειτουργία του Λόγου. Ο τελευταίος, πριν απ’ όλα είναι το όργανο, με το οποίο μας προικίζει η φύση. Με τη λειτουργία του, ο Λόγος προορίζεται να κυβερνά τη βούληση ή να ενεργοποιεί μια βούληση. Προς ποια κατεύθυνση όμως; Μήπως προς επίτευξη της ευημερίας ή της ευτυχίας του ανθρώπου; Εάν η λειτουργία του Λόγου εξαντλούταν μόνο στα όρια επίτευξης κάποιας ευημερίας ή ευτυχίας, τότε θα ήταν περιττή και ο ίδιος θα ήταν ένα υποβαθμισμένο όργανο, γιατί το ίδιο το ένστικτο μπορεί άριστα, ίσως και καλύτερα, να μας καθοδηγεί στην εκπλήρωση τέτοιων αναγκών. Ο ρόλος του Λόγου είναι άλλος. Δεν είναι να δημιουργεί μια βούληση που είναι καλή, για να μας οδηγεί στην ευτυχία· τότε όλοι οι φιλήδονοι του κόσμου –και δη οι φιλήδονοι πολιτικοί, αυτοί οι κατ’ εξοχήν εχθροί του Λόγου– θα ήταν τα υπέρτατα Λογικά όντα και ως εκ τούτου το απόλυτο καλό. Ο ρόλος του είναι να δημιουργεί μια βούληση που είναι αυτή καθεαυτήν καλή. Εδώ πρόκειται για μια τελεολογική αντίληψη, η οποία μπορεί να μη γίνεται άκρως αποδεκτή σήμερα, αλλά δεν παύει να διασφαλίζει τον Λόγο –ως Λογική και λέγειν συνάμα– από την καταβύθισή του μέσα στο άσκεπτο, στο θνησιγενές, στη μωρολογία, στον λογοκοπικό κατακλυσμό. Ο «λόγος» που μας κατακλύζει σήμερα είναι μια δημόσια φλυαρία χωρίς έρεισμα Λογικής και συναίσθηση ήθους. Ο Καντιανός Λόγος, απεναντίας, στοχεύει στη διαφύλαξη του ανθρώπινου βίου από την κενότητα και το άρριζο ενός χωρίς ήθος λόγου. Όσο μαθαίνει να διαφυλάσσεται, τόσο αναφλογίζεται από τη συνδυαστική αλήθεια βιώματος και λογισμού.



 


Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

G.W.Fr. Hegel: Κίβδηλο ή αληθινό συγκεκριμένο;





Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831

Από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο

§1

Όλοι ή σχεδόν όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν –και αναλόγως μοχθούν– να αντιμετωπίζουν τα πράγματα της ζωής με λιγότερο ή περισσότερο συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι, στην καθημερινή μας θεωρητική και πρακτική συμπεριφορά είμαστε ήδη οικειωμένοι σχετικά με το «συγκεκριμένο» και το «αφηρημένο». «Συγκεκριμένο», ας πούμε, είναι ό,τι συζητάμε εδώ και τώρα ή ό,τι βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε κ.λπ., γενικώς ό,τι προσλαμβάνουμε δια της τρέχουσας κουβέντας και δια των αισθήσεων. Σε ένα παρόμοιο περίπου περιβάλλον της καθημερινής γλώσσας, αίσθησης και σκέψης τοποθετείται και το αφηρημένο. Αυτή η συνηθισμένη χρήση των δύο εννοιών άλλοτε συμπίπτει με ό,τι αποδεικνύει η ίδια η πράξη ως συγκεκριμένο ή αφηρημένο, άλλοτε όχι. Απέναντι στην τρέχουσα αντίληψη για τις εν λόγω έννοιες, η φιλοσοφία ορθώνει τις δικές της διερευνήσεις γύρω από το αφηρημένο και το συγκεκριμένο. Μια πρώτη διερεύνηση μας λέει πως το «αφηρημένο» και το «συγκεκριμένο», ανεξάρτητα από τη φιλοσοφική θεωρία ή κατεύθυνση, αποτελούν δομικά στοιχεία της φιλοσοφικής σύλληψης ως τέτοιας, δηλαδή της βαθύτερης περίσκεψης του ανθρώπου. Μια δεύτερη διαπιστώνει πως το αυθεντικό συγκεκριμένο χωρεί πέρα και πάνω από το κοινώς αποδεκτό ως συγκεκριμένο. Τι έχει να μας πει ο Χέγκελ επ’ αυτού; Από άποψη γενικής αρχής, η φιλοσοφική του γλώσσα οικοδομεί όλα τα νοηματικά και δια-νοηματικά της σύνολα πάνω στα θεμέλια της διαλεκτικής αφηρημένου και συγκεκριμένου. Το συγκεκριμένο, στην εγελιανή του σύλληψη, είναι η έννοια και όχι το αισθητό, όχι το κατ’ αίσθηση, το άμεσα δεδομένο, το εύρημα της αισθητηριακής εμπειρίας.     

§2

Η κοινή αντίληψη θεωρεί ως συγκεκριμένο ό,τι μας δίνουν οι αισθήσεις. Αυτό το «συγκεκριμένο», ο Χέγκελ το ονομάζει κατ’ αίσθηση συγκεκριμένο και το κατατάσσει στην κατηγορία του αφηρημένου. Ως τέτοιο, το διαχωρίζει ρητά από το εννοιακό συγκεκριμένο. Το πρώτο ανήκει στην παράσταση, στην εποπτεία, δηλαδή στην υπολογιστική σκέψη που εργάζεται μόνο με εξωτερικές παραστάσεις και εικόνες, με εν-τυπώσεις, με γνώμες χωρίς προ-οπτική, με στατιστικές και λογιστικές εμμονές, με σιδερόφρακτες επινοήσεις σκοπιμότητας· όχι όμως και με την έννοια. Είναι συνεπώς μονοσήμαντο: η υπολογιστική σκέψη δηλαδή, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η κοινή συνείδηση, μένει καθηλωμένη στην πετρώδη συγκόλλησή της στο εξωτερικό, στο φαινομενικό, στη μια όψη ή πτυχή του πράγματος, αδυνατώντας να συλλάβει και τις απειράριθμες άλλες αθέατες πλευρές του. Το κατ’ αίσθηση συγκεκριμένο, ή το αφηρημένο εν γένει, είναι ένα κίβδηλο, εν πολλοίς, συγκεκριμένο, γιατί μένει στην επιφάνεια του πράγματος, δίνει λόγο μόνο για την εμφάνειά του,  άρα για την κατ’ επίφαση και όχι για την αληθινή του ουσία. Για παράδειγμα, ένας κρατικός οικονομολόγος-αξιωματούχος αντιμετωπίζει την οικονομική κρίση μόνο με αριθμούς και αλγόριθμους –που εδώ απηχούν το κατ’ αίσθηση συγκεκριμένο, δηλαδή ένα χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο αφηρημένο– και όχι υπό το πνεύμα της συστημικής κρίσης, που απηχεί την εννοιακή μορφή του συγκεκριμένου. Ένας τέτοιος αξιωματούχος καθοδηγείται από ανεστραμμένη λογική και η οικονομική του πολιτική είναι απολύτως καταστροφική, ακόμη και αν η εφαρμογή της διανθίζεται από καταγγελτικές φλυαρίες ενάντια στο σύστημα. Το συγκεκριμένο, στην περίπτωση τούτη, λειτουργεί ως ένα αθροιστικό-ποσοτικό σύνολο μεγεθών, που δεν επιφέρει καμιά ριζική ποιοτικά αλλαγή στην κοινωνία και τους πολίτες.

§3

Γενικώς ειπείν, το κατ’ αίσθηση συγκεκριμένο, δηλαδή το κενό αφηρημένο, ευδοκιμεί γενικώς στην περιοχή του κοινού νου, της διάνοιας (Verstand) με όρους του Χέγκελ, και πιο ειδικά σε κομματικούς, θεσμικούς, πολιτικούς, συντεχνιακούς, μαζικά πολιτιστικούς, χώρους, όπου η κοινή συνείδηση πασχίζει να γεμίζει με εξουσιαστικά οφέλη το άδειο και γι’ αυτό απραγματοποίητο Εγώ της. Αυτή λειτουργεί χωριστικά: ο εαυτός και ο άλλος ή το άλλο· έξω δηλαδή από κάθε εσωτερική επικοινωνία και σχέση. Το συγκεκριμένο απεναντίας, με τη μορφή της έννοιας,  ανήκει στην κατανοητική σκέψη, δηλαδή στη σκέψη που συνδυάζει την εμπειρία και την έννοια, την ιδέα και την άμεση πραγματικότητα του πράγματος, τη σφαιρική του σύλληψη και τη βαθύτερη κατανόησή του. Ο συνδυασμός αυτός είναι η καθολική, αυτό-προσδιοριζόμενη  σχέση του εαυτού και του άλλου του και φέρει το όνομα: η έννοια ή η ιδέα.  Από την άποψη της καθολικής σχέσης, ή της καθολικότητας με έργο και λόγο, η έννοια είναι το απόλυτα συγκεκριμένο· δηλαδή είναι η αρνητική ενότητα του εαυτού, εντός της οποίας ο τελευταίος δεν αποκλείει το άλλο ως εχθρικό και ξένο προς αυτόν, αλλά το αντιμετωπίζει ως το (απροσδιόριστο ή λιγότερο προσδιορισμένο) άλλο του και ως τέτοιο το αρνείται διαλεκτικά, δηλαδή το ανασυγκροτεί, το μετασχηματίζει μετασχηματιζόμενος και ο ίδιος. Τότε συμβαίνει πραγματική αλλαγή στην κοινωνία και την πολιτεία των ανθρώπων: προκύπτει μια κοινότητα των ανθρώπων, όπου κυριαρχεί εσωτερική ανταπόκριση, συν-εν-νόηση, αρμονία ανάμεσα στη σκεπτόμενη υποκειμενικότητα και την ενεργό πραγματικότητα. Η ισότητα έτσι δεν εκχωρείται πλέον ως «δωρεά» έξωθεν από κάποιον επίγειο εντεταλμένο «θεό» της μιας ή της άλλης συνωμοτικής ομάδας ανίκανων αξιωματούχων, αλλά εγκαθίσταται στη ζωή μας ως άρνηση της άρνησης: δηλ. ως κυριαρχία της καταφατικής ενότητας που συνδυάζει τη σωματική και πνευματική εργασία ελεύθερων συνειδήσεων.  Η κυριαρχία αυτή, με όρους του Χέγκελ, είναι η πανταχού παρούσα δύναμη, ισχύς, εξ-ουσία του Λόγου. Όπου είναι παρούσα μια τέτοια εξ-ουσία [=ως αποκαλύπτική της ουσίας και όχι ως εκτός ουσίας), ο άνθρωπος είναι ο καθολικός, ολοκληρωμένος άνθρωπος και  πρωταγωνιστεί μέσα στον κόσμο ως δημιουργός, ως ποιητικός νους (με την ευρύτερη έννοια), όχι ως καταστροφέας, όπως π.χ. ο προαναφερθείς  στην §2 αξιωματούχος.