Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Γ. Σεφέρης: το κενό του νεωτερικού μας Είναι



Γιώργος Σεφέρης
1900–1971

Από το κενό στη νοσταλγία της ύπαρξης  

§1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Κάποτε ο Χάιντεγκερ, ως διεισδυτικός μελετητής βαθυστόχαστων ποιητών, αποτόλμησε, κατά το πρότυπο του Χέλντερλιν, να αποφανθεί: η ποίηση, ως προς την ουσία της, είναι νοσταλγία. Και επειδή δεν ξεχώριζε τη φιλοσοφία –και δη τη φιλοσοφία του Dasein, δηλαδή της ύπαρξης ως παρόντος-Είναι– από την ουσιαστική ποίηση, σημείωνε περαιτέρω: η ουσία της φιλοσοφίας είναι νοσταλγία.

ΙΙ. Η νοσταλγία είναι κεντρικό μοτίβο και στο ποίημα του Σεφέρη ο Βασιλιάς της Ασίνης που μας ενδιαφέρει εδώ. Μπορεί ο ποιητής να δήλωνε, σε δεδομένες ευκαιρίες, ότι δεν είναι φιλόσοφος, αλλά με τούτο δεν εννοούσε πως επιλέγει το άσκεπτο. Απεναντίας εκκινούσε από την αναγκαιότητα να βρίσκεται στο κέντρο της ποιητικής ουσίας, καταπώς η τελευταία κατανοούνταν περίπου από τον Χάιντεγκερ· δηλαδή να  χωρεί πέρα από σχηματικές, αφηρημένες και αποκομμένες από την πραγματικότητα (της ύπαρξης) έννοιες και να αφοσιώνεται στη Φαινομενολογία της ανθρώπινης ύπαρξης.

ΙΙΙ. Μια τέτοια αφοσίωση σημαίνει να καλλιεργεί την ποιητική γλώσσα –όχι απλώς ως τεχνική, αλλά κυρίως ως ρέουσα και ζωντανή σκέψη– με τέτοιο τρόπο, ώστε να μιλά ρητά, αλλά όχι και τετριμμένα για ό,τι βλέπει αγγίζει, ακούει, βιώνει. Ρητός τρόπος του ποιητικού λέγειν, για τον Σεφέρη, είναι να συλ-λογίζεται (στ. 47) πάνω στο ανθρώπινο πάσχειν, γιατί και ο ίδιος  ταυτίζεται ως ποιητής-δημιουργός με αυτό το πάσχειν. Αυτή η ταύτιση εκ-δηλώνεται, πέραν των άλλων, με την καθαρότητα της ποιητικής φωνής, με τη ρυθμική της διακύμανση ως προς την ένταση, με την καίρια εκφραστικότητα [=ό,τι λέγεται με τον ένα τρόπο δεν μπορεί να ειπωθεί και με άλλον].

IV. Τι είδους νοσταλγία αποτελεί την κορυφογραμμή εκείνης της ποιητικής μετουσίωσης, που κινεί σύγκορμο τον ποιητή, δηλαδή άπαυτα τον συν(γ)-κινεί, να γράψει τον Βασιλιά της Ασίνης· ένα ποίημα που θεωρείται γενικώς ως το πιο αριστουργηματικό, πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα της ποιητικής του γραφής; Η νοσταλγία της γενέθλιας ρίζας, της ρίζας δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης άρα και της δικής του υπόστασης ως ανθρώπου (π.χ. στ. 50), όπως ετούτη η υπόσταση είναι ανα-συλλεγμένη μέσα στις ιστορικές και υπαρξιακές μνήμες ή εμπειρίες του ποιητή: π.χ. ξεριζωμός από τη γενέθλια γη της Μ. Ασίας, γενικό ξεσπίστωμα, συντριβή αξιών του παρελθόντος από την επέλαση της νεωτερικής βαρβαρότητας, ραδιουργίες των Ελλήνων πολιτικών (βλ. Τελευταίος Σταθμός) κ.α.

V. Βέβαια, το άλγος του Νόστου δεν υποδηλώνει απώλεια της χαράς ούτε μελαγχολία ή απαισιοδοξία, όπως βιαστικά καταμαρτυρούν στον ποιητή ορισμένοι σχολιαστές του. Αντίθετα παραπέμπει σε μια εσωτερική και γι’ αυτό μοναδική πορεία του ποιητή προς αποκάλυψη των θησαυρών [=νοημάτων] της ανθρώπινης ύπαρξης, πέρα από τα συντρίμμια του εκάστοτε υπολογιστικού παρόντος. Φυσικά αυτοί οι θησαυροί δεν βρίσκονται κρυμμένοι σε κάποια μακρινή χώρα, αλλά στις πιο κρυφές γωνιές της ποιητικής μας οίκησης. Το ταξίδι προς αυτές τις γωνιές, ήτοι τις μυστηριακές πηγές, του ποιείν είναι επίπονο, αλλά ευχάριστα επίπονο. Όπου λοιπόν απαιτείται πόνος, εκεί μας καλεί το μυστηριακό, το αυθεντικό, το συγκαλυμμένο να το αποκαλύπτουμε. Σε αυτό το κάλεσμα προσέρχεται ο λόγος του ποιήματος που ακολουθεί:  

§2

Ο  ΒΑΣΙΛΙΑΣ  ΤΗΣ  ΑΣΙΝΗΣ
Ασίνην τε …
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο 
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου
παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά                          5
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας 
στ' άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα. 

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος     10
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Kανένα  πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
 τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στης Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη                          15
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα,
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα   20
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε... Ασίνην τε...» 
                                             και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι·                                        25
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό. 

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:      30
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει                                      35
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει  

ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη. 

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι
αναρωτιέται                                                                  40
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής 45
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτα παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας     50        
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας  παντοτινής. 
Ο ποιητής ένα κενό. 

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας                     55
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σα
ΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε...». Να 'ταν ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρό-
πολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάκτυλά μας την αφή του πάνω
στις πέτρες.                                                                                  60 

                                     
§3
                                       Ένα σχόλιο

Ι. Η βασική θεματική του πιο πάνω ποιήματος  κινείται γύρω από τις έννοιες του κενού (στ. 20, 26, 31, 54), της φθοράς (στ. 44), της απελπισίας (στ. 51), του ξεριζωμού (στ. 52), της παντοτινής πίκρας (στ. 53), αλλά και της νοσταλγίας (στ. 49)· επίσης γύρω από περιφράσεις για τη ζωή που έφυγε, μαζί και την ύπαρξή μας που βρέθηκε γυμνή μπρος ή μέσα στο κενό, την άβυσσο, την ξενιτιά και το θάνατο. Όλες αυτές οι υποτυπώσεις δεν απηχούν απλώς βιώματα κάποιου ατόμου, αλλά τη σπαραγμένη συνείδηση του νεωτερικού Είναι μας. Το Είναι του ποιητή εδώ, κατ’ εξοχήν νεωτερικό Είναι, δεν αφήνεται να ξεχαστεί, όπως ο βασιλιάς της Ασίνης (στ. 14), δεν αφήνεται να χαθεί μέσα στο κενό, αλλά αγωνίζεται (στ. 55) να παραμερίσει τη λήθη για χάρη της ποιητικής βίωσης της μη-λήθης, ήτοι της α-λήθειας της ανθρώπινης ύπαρξης (στ. 28).

ΙΙ.  Η ποιητική α-λήθεια δεν είναι ορθότητα, αλλά από-κάλυψη του Είναι μας, ήγουν βίωσή του ως «ευφροσύνη και φως» (στ. 45). Η προσεχτική αναζήτηση του βασιλιά της Ασίνης (στ. 59), την οποία ενσαρκώνει η ποιητική ένταση με τις αντίστοιχες διακυμάνσεις –φως και σκιά, επιφάνεια και βάθος, απουσία και παρουσία κ.λπ.– είναι ο ύψιστος προ-ορισμός της ύπαρξής μας, της ανθρώπινης υπόστασής μας. Και πώς πραγματοποιείται αυτός ο προ-ορισμός; Ως νοσταλγία. Το άλγος του Νόστου τώρα άδεται ως πονεμένη απόπειρα της ποίησης να φτάσει στην αρχέγονη πατρίδα της πηγαίας μας ύπαρξης, στο οντολογικό ξέφωτο αυτής της ύπαρξης.

ΙΙΙ. Πηγαία και ξέφωτο εδώ σημαίνουν πως καλούμαστε να προχωρούμε πίσω από «την εντάφια χρυσή προσωπίδα» (στ. 16), που εξωραΐζει το βάναυσο, το επίπλαστο, το αξιωματικό, άρα εκμηδενίζει το αξιακό, το ποιητικό, το χαρμόσυνο και πνίγει την πηγαιότητα. Αλλά πίσω από την προσωπίδα υπάρχει το κενό: δηλαδή η ύπαρξη δεν ορίζεται ούτε μας περιμένει κάπου κάποτε να την ανακαλύψουμε, αλλά παραμένει ασύλληπτη, γιατί είναι ουσιωδώς δυνατότητα και απ’ αυτή νιώθουμε μόνο το κενό που αφήνει πίσω της. Όσο αισθανόμαστε το κενό, όσο το ανα- ή απο-καλύπτουμε, τόσο η ψυχή μας πλημμυρίζει από νοσταλγία, από την αφυπνιστική νοσταλγία και όχι από την κίβδηλη της επανάπαυσης. Η αφυπνιστική νοσταλγία είναι η πυρηνική δύναμη που αναζωογονεί τη θνητή μας ύπαρξη. Ως τέτοια δύναμη είναι εδώ, παρούσα, για να μας θυμίζει την αναπόφευκτη ολίσθηση της ζωικής ύπαρξης προς το κενό, προς τον θάνατο· τον θάνατο όχι γενικά ως το αναπόφευκτο πεπρωμένο του ανθρώπου, αλλά ως «τον δικό του –του καθένα μας– θάνατο που δεν ανήκει σε κανέναν άλλο» όπως λέει ο ποιητής στο ποίημά του η τελευταία μέραΌταν προ-ετοιμαζόμαστε να αντιπαρατεθούμε με τον δικό μας  θάνατο, και μόνο με αυτόν, είναι που θέτουμε σε εγρήγορση το νεωτερικό μας Είναι,  στρεφόμαστε προς τον κόσμο της ζωής και ενάντια στη σήψη της πλησμονής, της χυδαίας απόλαυσης και της αδράνειας.




Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Heidegger: Sein und Zeit (5)






Martin  Heidegger
                                           1889–1976

Είναι και Χρόνος 

                             §35: Das Gerede:
                                  Η φλυαρία

                                                   §1
                   Φλυαρία: η απώλεια του εαυτού

Γιατί μας ενδιαφέρει η χαϊντεγκεριανή συνομιλία περί φλυαρίας; Επειδή φωτίζει δυνατά αυτό που συμβαίνει και στον ελλαδικό τόπο: η συνομιλία σε όλα τα επίπεδα και πιο πολύ στην πολιτική εγκαθιδρύει  τη φλυαρία ως αερολογία. Εδικά στο μεγάκοσμο της πολιτικής, τα πολιτικά «αηδόνια» από όλες τις ιδεολογικές γωνίες επενδύουν στη φλυαρία, προκειμένου να χειραγωγούν την ευρεία μάζα των πολιτών και να την καθιστούν υπηρετικό προσωπικό τους. Ο Χάιντεγκερ εξετάζει τη φλυαρία στο ευρύτερο πλαίσιο της γλώσσας.  Θεμέλιο της γλώσσας είναι ο λόγος ως λέγειν (Sagen) και ομιλείν (Sprechen). Με τον εκάστοτε τρόπο που εκφέρεται ο λόγος, δηλαδή με την εκάστοτε τροπή που παίρνει το λέγειν και το ομιλείν ως συν-ανα-στροφή, παρ-ευρίρκεται ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο. Τούτο σημαίνει πως η εν λόγω παρ-εύρεση  θεμελιώνει το Είναι της στη γλώσσα. Τι είναι η γλώσσα; Είναι η παρ-ουσία του ανθρώπου με φωνή και με λόγο: ο άνθρωπος αφήνει την εσωτερικότητά του για να εκφράσει την εξωτερικότητά του, δηλαδή να στραφεί προς τον κόσμο και εδώ μέσα να εξ-ίσταται ως «πηγή λαλαίουσα»:  ως ομιλία, ως διά-λογος με τον άλλο. Τούτο υποδηλώνει ότι εισέρχεται μέσα στον κόσμο των πολλών και εξέρχεται από τον εαυτό του ως ομιλούσα ύπαρξη. Αυτή η εκ-βολή της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον γενικό, τον απρόσωπο κόσμο των πολλών ομιλεί τη γλώσσα της απώλειας του εαυτού. Η απώλεια τούτη, μέσα στο δημόσιο-μαζικό Είναι των πολλών, ηχεί ως η έκπτωση ή κατάπτωση της ύπαρξης. Η εν λόγω έκπτωση δεν κατανοείται ως πτώση από μια πρωταρχική, ανώτερη και καθαρότερη κατάσταση ή σφαίρα σε μια υποδεέστερη, κατώτερη, θολή και αμαρτωλή, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους πρωτόπλαστους, αλλά ως μια έκ-πτωση με το νόημα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη πέφτει έξω από τον εαυτό της, οδεύει ολοταχώς και αδιάκοπα προς τη δημοσιότητα. Ετούτη η δημοσιότητα ιδιάζει πλέον στο Da-sein του ανθρώπου, στην κατ’ εξοχήν δημόσια ύπαρξή του, με άλλα λόγια στην εκφρασμένη και εκφραζόμενη κατανόηση και ερμήνευση του καθημερινού Dasein.

                                                                §2      
Φλυαρία: η βροντερή ανεστιότητα της ύπαρξης

H ως άνω δημόσια ύπαρξη συνυφαίνεται οντο-λογικά με την κατανόηση, αλλά και την ερμήνευση που έχει εγκαθιδρυθεί. [=έχει εισέλθει στη ζωή μας]. Μέσα σε τούτη την εγκαθίδρυση έχει παραδοθεί το Dasein μας. Το καθημερινό Είναι του τελευταίου εκ-δηλώνεται στην αυθεντικότητά του ως διά-λογος, στην αναυθεντικότητά του, ήτοι στην έκπτωσή του, ως φλυαρία ή αερολογία. Η φλυαρία, κατ’ αυτό το νόημα, ανήκει στα δομικά στοιχεία της έκ-πτωσης: διανοίγει την ύπαρξη στον ορίζοντα κατανόησης των άλλων, συν-εν-νόησης με τους άλλους. Όλα τούτα όμως σε ένα ορισμένο καθημερινό περιβάλλον. Από τη σκοπιά έτσι της ύπαρξης που τελεί σε έκπτωση, η φλυαρία λογίζεται θετικό στοιχείο, γιατί άγει σε μαζική επι-κοινωνία τους ανθρώπους, τους κοινοποιεί πληροφορίες, γνώμες, μορφές ενημέρωσης. Από τη σκοπιά όμως της αυθεντικής ύπαρξης, η φλυαρία δεν παράγει νοήματα, δεν εμβαθύνει, δεν ερευνά, δεν στοχάζεται. Δεν μπορεί, ως εκ της δομικής της σύστασης, να υπερβαίνει τον παραδομένο στην αερολογία εαυτό της και από φλυαρία να γίνεται το αυθεντικά ομιλητικό Είναι του ανθρώπου. Τι συμβαίνει λοιπόν; Προχειρολογεί, εκφέρει αβασάνιστες κρίσεις, συμπεριφέρεται ανεδαφικά.   Ως τέτοιος λόγος ωστόσο γίνεται προσιτός στον μέσο άνθρωπο. Συναφώς προσφέρει κάποια δυνατότητα να κατανοεί ο κοινός νους φαινόμενα και καταστάσεις, χωρίς καμιά πρότερη οικείωση, γνωριμία με αυτά ή αυτές.   Τι σημαίνει αυτό; Πως ο φλύαρος λόγος κινείται στο κατά προσέγγιση, στο περίπου και ως εκ τούτου συνεπάγεται παραποίηση, διαστροφή της αλήθειας.  Αδιαφορεί για την ακρίβεια, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά σχέση με την αυθεντική ομιλία, με τη διείσδυση στην αληθινή ουσία των πραγμάτων.  Κατ’ αυτό τον τρόπο νοθεύει την πρωταρχική ουσία της ύπαρξης, καθιστά κίβδηλη την παρ-ουσία του ανθρώπου στον κόσμο και συντελεί στην ολοσχερή αποδιοργάνωση του εαυτού. Τότε είναι που η ανθρώπινη ύπαρξη ξεριζώνεται, δηλαδή ως μέσα-στον-κόσμο-Είναι αποκόπτεται από το αρχέγονα γνήσιο Είναι προς τον κόσμο και  στο κέντρο της ζωής κυριαρχεί λογοκλοπία, λογοκοπία, λογομαχία, με δυο λόγια: γραπτή και προφορική σπερμολογία. Η κυριαρχία μιας τέτοιας σπερμολογίας, δηλαδή διάδοσης και εδραίωσης ατεκμηρίωτων φημών, πληροφοριών, γνωμών, οδηγεί με σταθερό βήμα στη «δικτατορία των πολλών», όπως αναφέρει σε άλλο σημείο ο Χάιντεγκερ, δηλαδή στη δικτατορία των ολίγων με τη συγκατάθεση των πολλών. Το ξερίζωμα τότε είναι μοιραίο: εκ-θέτει το Dasein στην πιο καθημερινή και δεινή, σιδερόφρακτη πραγματικότητά του, δηλαδή στην ανεστιότητα. Στην κατάσταση της ανεστιότητας αντιστοιχεί η κοινή ερμηνεία των πραγμάτων, το μέσο επίπεδο της κοινής γνώμης. Γνωρίσματα του εν λόγω επιπέδου σκέψης είναι η ανύποπτη αυτοβεβαιότητα, η αυτάρεσκη παντογνωσία, η δοκησισοφία, ο συσκοτισμός. Εν τέλει: ο σκοταδισμός, ο οποίος περνάει για περισσή κουλτούρα και συγκαλύπτει την ανεστιότητα.  

§3
Το μεταφρασμένο κείμενο:
§35. Η φλυαρία

«Η έκφραση «φλυαρία» δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί εδώ με δυσφημιστική σημασία. Από πλευράς ορολογίας σημαίνει ένα θετικό φαινόμενο, το οποίο συγκροτεί το είδος του Είναι που ιδιάζει στο κατανοείν και ερμηνεύειν το καθημερινό Dasein. Ως επί το πλείστον, η ομιλία εκφράζεται και έχει ήδη πάντα εκφραστεί. Είναι γλώσσα. Αλλά τότε, ό,τι έχει εκφραστεί, κάθε φορά περιέχει ήδη κατανόηση και ερμήνευση. Η γλώσσα, ως το εκφρασμένο-Είναι) των πραγμάτων, κρύβει μέσα της έναν τρόπο του Είναι, με τον οποίο έχει ερμηνευθεί η κατανόηση του Dasein. Αυτή η κατά ένα τρόπο του Είναι ερμήνευση (Ausgelegtheit) εννοεί να είναι τόσο λίγο απλώς παρευρισκόμενη όσο και η γλώσσα· απεναντίας, το Είναι τους έχει το ίδιο τον χαρακτήρα του Dasein. Αρχικά και μέσα σε ορισμένα όρια το Dasein έχει παραδοθεί αδιάκοπα σε τούτο το Είναι-της-ερμήνευσης· τούτο-εδώ ρυθμίζει και κατανέμει τις δυνατότητες τής κατά μέσο όρο κατανόησης και της προσιδιάζουσας σε τούτη ενδιάθετης εύρεσης. Tο εκφρασμένο-Είναι (Ausgesprochenheit) διατηρεί μέσα στο σύνολο των διαρθρωμένων συναρτήσεων της σημασίας μια κατανόηση του διανοιγμένου κόσμου και ισαρχέγονα με τούτη μια κατανόηση του Συν-Dasein Άλλων [=του συνυπάρχειν] και του Ενείναι [=ενυπάρχειν μέσα στον κόσμο] που ιδιάζει στον εκάστοτε εκφραζόμενο. Η κατανόηση που έχει ήδη κατατεθεί μέσα στο εκφρασμένο-Είναι των πραγμάτων αφορά τόσο την παραδεδομένη ανακάλυψη των όντων που εκάστοτε επιτεύχθηκε όσο και την εκάστοτε κατανόηση του Είναι καθώς και τις διαθέσιμες δυνατότητες και ορίζοντες για μια νέα ερμήνευση και εννοιολογική άρθρωση. Αλλά τώρα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από μια απλή αναφορά στο γεγονός αυτού του χαρακτήρα της ερμήνευσης του Dasein και να θέσουμε το ερώτημα για το υπαρκτικό είδος του Είναι του λόγου [ως ομιλίας] που εκφράζεται και  εκφράζει τον εαυτό του. Εάν αυτός δεν μπορεί να συλληφθεί ως κάτι που παρευρίσκεται, τότε ποιο είναι το Είναι του και τι μας λέγει αυτό εδώ, κατά βάση, για το καθημερινό είδος του Είναι του Dasein;
            Ο λόγος [ως ομιλία] που εκφράζεται είναι κοινοποίηση. Η οντολογική του τάση στοχεύει στο να άγει τον ακροατή να συμμετέχει στο Είναι το διανοιγμένο προς ό,τι φέρει σε συζήτηση ο λόγος.
            Στη γλώσσα που μιλιέται, όταν κανείς εκφράζεται, ενυπάρχει ήδη μια κατά μέσο όρο καταληπτότητα· έτσι μπορεί ο κοινοποιούμενος λόγος να κατανοείται σε σημαντικό βαθμό, ακόμη κι αν ο ακροατής δεν άγεται μέσα σε ένα Είναι προς εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος, προκειμένου να το κατανοεί. Δεν κατανοούμε τόσο πολύ τα όντα για τα οποία γίνεται λόγος παρά προσηλώνουμε την ακοή μας ήδη μόνο σε ό,τι λέγεται στην ομιλία ως τέτοιο. Ό,τι λέγεται κατανοείται· αυτό όμως για το οποίο γίνεται λόγος κατανοείται μόνο κατά προσέγγιση και επιφανειακά. Έχουμε κατά νου το ίδιο πράγμα, επειδή έχουμε με τον ίδιο μέσο όρο μια κοινή κατανόηση για ό,τι λέγεται.
            Το ακούειν και το κατανοείν έχουν εκ των προτέρων προσκολληθεί σε ό,τι έχει λεχθεί στην ομιλία. Η κοινοποίηση δεν «μερίζει» την πρωταρχική σχέση του Είναι προς τα όντα που έρχονται στο λόγο για  συζήτηση· απεναντίας, το συναλλήλως-Είναι [=το συνευρίσκεσθαι στον κόσμο] κινείται μέσα στο συνομιλείν και στο βιομεριμνάν για τα λεγόμενα της συνομιλίας. Το συναλλήλως-Είναι ενδιαφέρεται να γίνεται συζήτηση. Το ειρημμένο-Είναι, το Dictum, η ρήση, όλα αυτά στέκονται τώρα εγγύηση για τη γνησιότητα του λόγου και της κατανόησής του καθώς και για την εναρμόνισή του με τα γεγονότα. Και επειδή το ομιλείν έχει χάσει την πρωταρχική του οντολογική σχέση προς τα όντα που έχει φέρει σε λόγο, ήτοι ποτέ δεν πέτυχε μια τέτοια σχέση, δεν κοινοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστά τα όντα αντικείμενα αρχέγονης ιδιοποίησης, αλλά με τρόπο που να σπερμολογεί και να επαναλαμβάνει τα λόγια άλλων. Όσα λέγονται στην ομιλία ως τέτοια διασπείρονται σε ευρύτερους κύκλους και παίρνουν έναν χαρακτήρα αυθεντίας. Το Πράγμα είναι έτσι, επειδή το λένε έτσι.  Από μια τέτοια ακριβώς σπερμολογία και επανάληψη, όπου η έλλειψη βασιμότητας/εδαφικότητας επιδεινώνεται σε πλήρη αβασιμότητα/ανεδαφικότητα, συγκροτείται η φλυαρία. Και μάλιστα αυτή εδώ δεν περιορίζεται σε προφορική σπερμολογία, αλλά επεκτείνεται και στον γραπτό λόγο υπό τη μορφή της «αερογραφίας». Η σπερμολογία [ή η επανάληψη], σε τούτη την περίπτωση, δεν βασίζεται τόσο πολύ σε φημολογία. Τρέφεται με την επιφανειακή ανάγνωση. Η μέση κατανόηση του αναγνώστη ποτέ δεν θα είναι σε θέση να αποφασίσει τι έχει αντληθεί από αρχέγονες πηγές και έχει αποκτηθεί με αγώνα και τι είναι ακριβώς σπερμολογία. Η μέση κατανόηση, εξάλλου, διόλου δεν επιθυμεί μια τέτοια διάκριση ούτε την έχει ανάγκη, επειδή φυσικά κατανοεί τα πάντα.
            Η ανεδαφικότητα της φλυαρίας δεν αποτελεί εμπόδιο για αυτήν να εισχωρεί στη δημοσιότητα· απεναντίας, την ευνοεί. Η φλυαρία είναι η δυνατότητα, να καταλαβαίνει κανείς τα πάντα, χωρίς προηγούμενη ιδιοποίησή τους. Με μια τέτοια ιδιοποίηση η φλυαρία κινδυνεύει να καταποντισθεί· γι’ αυτό ήδη παίρνει τα μέτρα της ενάντια σε έναν τέτοιο κίνδυνο. Η φλυαρία, την οποία μπορεί ο καθένας να συλλέγει εν σπουδή, δεν απαλλάσσει μόνο κάποιον από την υποχρέωση γνήσιας κατανόησης, αλλά αναπτύσσει μια αδιαφοροποίητη καταληπτότητα, για την οποία δεν είναι πλέον τίποτα κρυφό.
            Ο λόγος της ομιλίας [ή ως ομιλία], που ανήκει στην ουσιώδη σύσταση του Είναι του Dasein και συμμετέχει στη συγκρότηση της διανοικτότητάς του, έχει τη δυνατότητα να γίνεται φλυαρία και ως τέτοια να συμβάλλει όχι τόσο στο να διατηρεί το εντός-του-κόσμου-Είναι ανοικτό για μας σε μια δομικά διαρθρωμένη κατανόηση, όσο μάλλον να το κλείνει και να επικαλύπτει τα ενδοκόσμια όντα. Για να κάνει αυτό, δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε μια εκ προθέσεως παραπλάνηση. Η φλυαρία δεν έχει το είδος του Είναι, σύμφωνα με το οποίο κάτι παρουσιάζεται συνειδητά ως κάτι άλλο. Αυτά που έχουν λεχθεί ανεδαφικά και στη συνέχεια κυκλοφορούν σπερμολογικά παραπέρα αρκούν να διαστρέψουν τη διεργασία διάνοιξης σε διεργασία εγκλεισμού. Διότι τα λεχθέντα αρχικά κατανοούνται πάντα ως «αυτά που λέγουν», ήτοι ως αυτά που αποκαλύπτουν. Επομένως, η φλυαρία από τη φύση της είναι μια διεργασία εγκλεισμού, δυνάμει της ιδιάζουσας σε αυτήν παράλειψης να επιστρέψει στο έδαφος αυτών, για τα οποία μας έχει μιλήσει ο λόγος.
            Αυτή η διεργασία εγκλεισμού επιδεινώνεται εκ νέου, από το γεγονός ότι η φλυαρία πέτυχε τάχατες να οδηγήσει στην κατανόηση αυτών για τα οποία μας έχει μιλήσει ο λόγος και ότι λόγω αυτής ακριβώς της στρεβλής αντίληψης αποθαρρύνει κάθε νέο ερωτάν και κάθε αντιπαράθεση και με έναν ιδιότυπο τρόπο καταπιέζει αυτά εδώ και τα επιβραδύνει (=τα καθιστά βραδυφλεγή).
            Αυτός ο χαρακτήρας της ερμήνευσης που ιδιάζει στη φλυαρία έχει ήδη καθιδρυθεί, κάθε φορά, μέσα στο Dasein. Με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε κατ’ αρχήν πολλά και πολύ λίγα ξεπερνούν μια τέτοιου είδους μέση κατανόηση. Το Dasein δεν μπορεί ποτέ να γλυτώσει απ’ αυτόν τον καθημερινό τρόπο ερμήνευσης των πραγμάτων, με τον οποίο αρχικά ανατρέφεται. Μέσα σ’ αυτόν, με βάση αυτόν και σε εναντίωση προς αυτόν επιτελείται κάθε γνήσια διεργασία κατανόησης, ερμήνευσης και κοινοποίησης, επαναποκάλυψης και εκ νέου ιδιοποίησης. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει ένα Dasein που θα στεκόταν, ανέγγιχτο και αδιάφθορο από αυτόν τον τρόπο ερμήνευσης των πραγμάτων, μπρος στην ελεύθερη χώρα ενός «κόσμου» καθεαυτόν, απλώς για να παρατηρεί ό,τι συναντά. Η κυριαρχία του δημόσιου τρόπου ερμήνευσης των πραγμάτων έχει ήδη μάλιστα αποφασίσει για τις δυνατότητες του θυμικού ή σύντονου-Είναι  (Gestimmtsein), δηλαδή για το θεμελιώδες είδος, με το οποίο το Dasein αφήνει τον κόσμο να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για αυτό. Οι πολλοί προσχεδιάζουν την ενδιάθετη-εύρεση (Befindlichkeit), καθορίζουν τι θα «δει» κανείς και πώς θα το «δει».
            Η φλυαρία, που εγκλείει τα πράγματα με τον τρόπο που επισημάναμε, είναι το είδος του Είναι που ιδιάζει στην ξεριζωμένη κατανόηση του Dasein. Αυτή ωστόσο η φλυαρία δεν απαντά ως μια κατάσταση που παρευρίσκεται σε ένα παρευρισκόμενο ον, αλλά έχει ξεριζωθεί υπαρκτικά, και τούτο το ξερίζωμα είναι διαρκές. Τούτο σημαίνει οντολογικά: το διατηρούμενο μέσα στη φλυαρία Dasein, ως εντός-του-κόσμου-Είναι, είναι αποκομμένο από τις πρωταρχικές του και αρχέγονα γνήσιες σχέσεις του Είναι προς τον κόσμο, προς το Συν-Dasein, προς το ίδιο το Εν(τός)-Είναι (In-Sein). Αυτό το Dasein διατηρείται αιωρούμενο, ακόμη κι αν εξακολουθεί, έστω και με αυτό τον τρόπο, να είναι μαζί με τον κόσμο, με τους Άλλους και προς τον ίδιο τον εαυτό του. Την οντολογική δυνατότητα ενός τέτοιου ξεριζώματος έχει μόνο το ον, του οποίου η διανοικτότητα είναι συγκροτημένη από τον λόγο ως ομιλία που έχει αρθρωθεί με βάση την ενδιάθετη εύρεση και κατανόηση· δηλαδή ένα ον, του οποίου η διανοικτότητα, δυνάμει αυτής της οντολογικής σύστασης, είναι το Da του, το «εντός-του-κόσμου» του. Μακριά από το να συνιστά ένα μη-Είναι του Dasein, το ως άνω ξερίζωμα είναι μάλλον η πιο καθημερινή και η πιο πείσμων «πραγματικότητά» του.
            Ο χαρακτήρας του μέσου τρόπου ερμήνευσης των πραγμάτων είναι αυτονόητος και σίγουρος για τον εαυτό του· ωστόσο, ενώ το εκάστοτε Dasein μπορεί να επελαύνει προς μια αυξανόμενη ανεδαφικότητα, καθώς αιωρείται, η ανεστιότητα  αυτής της αιώρησης παραμένει κρυμμένη  υπό την προστατευτική ασπίδα του ως άνω χαρακτήρα».











































                                           

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (1)




Φρίντριχ  Νίτσε
1844–1900

Ο Υπεράνθρωπος:
       Πέραν της φθοράς και της παρακμής


§1

Οι  παρούσες συνθήκες  θέτουν όλο και νέα αιτήματα σκέψης και περίσκεψης. Γιατί; Επειδή τα συντρίμμια του δυτικού πολιτισμού  φράσσουν ανηλεώς τον δρόμο του ανθρώπου προς τη συνεννόηση με το Είναι του εαυτού και του άλλου, δηλαδή προς την αυτοπραγμάτωση της ανθρώπινης ύπαρξης εντός του κόσμου τούτου. Παντού κυριαρχεί ακατανοησία, η οποία μάλιστα νομιμοποιείται θεσμικά, αλλά και ιδεολογικά, ως αυστηρή προσήλωση στο δικαστήριο της «Λογικής». Σε ένα τέτοιο δικαστήριο συνήθως αναζητούν εστία όλα τα θλιβερά και εξόχως υπηρετικά όντα κάθε θρασύδειλου εξουσιασμού. Γι’ αυτό και όποιος το αντιστρατεύεται, το πολεμά,  είτε αυθαιρετεί, διαπράττει το ανεξιλέωτο προπατορικό αμάρτημα του «παραλογίζεσθαι» είτε είναι μηδενιστής. Ο Νίτσε ανήκει σε εκείνους τους φιλοσόφους που έχουν στρέψει όλο το βαρύ πυροβολικό της σκέψης τους ενάντια στο ως άνω δικαστήριο και έχουν χαρακτηριστεί ως μηδενιστές. Εν τέλει τι επιδιώκει ο Νίτσε με τη φιλοσοφία του, όπως κυρίως αυτή συγκεφαλαιώνεται μέσα στο μέγιστο έργο του: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα;

§2

Επιδιώκει την καθίδρυση του υπερανθρώπου, την εγκατάστασή του πάνω στη γη, μέσα στον κόσμο, ως ενός νέου τύπου ανθρώπου που μόνο του οδηγό θα έχει τη δύναμη της βούλησης. Η δύναμη τούτη συμπυκνώνει όλο το νόημα της ζωής και το διαθέτει στον άνθρωπο ως μια νέα δυνατότητα ελεύθερης βίωσης πάνω από τα ερείπια του δυτικού πολιτισμού. Με τη λέξη-έννοια «υπεράνθρωπος» ο Νίτσε δεν εννοεί κάποια ύπαρξη ή δύναμη που έρχεται έξω από το φυσικό σύμπαν του ανθρώπου για να εξουσιάσει κατά τη δική του βούληση τα ενδοκοσμικά του πράγματα, αλλά τον προ-φήτη, τον δημιουργό που εν-θαρρύνεται από τη βούληση για δύναμη για να κηρύξει την κατάφαση της ζωής. Η κήρυξη αυτή δεν είναι μια απλή γνωστοποίηση, διακήρυξη ή ακατάσχετη πολυλογία, όπως συμβαίνει με τις τρέχουσες πολιτικές και άλλες ιδεολογίες· δεν είναι καν ιδεολογία. Απεναντίας είναι ο πιο αρχέγονος αγώνας, ο «πόλεμος πατήρ πάντων» του Ηράκλειτου, που προβάλλει εμπρός μας και μας οικειώνει με την αδάμαστη σκέψη. Πρόκειται για τη σκέψη που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα.

                                                                     §3

Γι’ αυτό και δύναται να στέλνει στη ζωή μας του δημιουργούς, όχι ως επιδρομείς σε αυτό που υπάρχει, αλλά ως αγωνιστές που διεξάγουν έναν αγώνα «ενάντια στην απόλυτη κυριαρχία του χάους» (Χάιντεγκερ). Όπου αυτός ο αγώνας δεν υπάρχει ή σταματά, ο κόσμος εκτρέπεται, μας λέει ο Χάιντεγκερ: «όταν από ένα έθνος εξαφανίζονται οι δημιουργοί, όταν απλώς γίνονται ανεκτοί ως μια περιέργεια του περιθωρίου, ως διακοσμητικά στοιχεία, ως εκκεντρικοί ξένοι προς την πραγματική ζωή· όταν ο αυθεντικός αγώνας σταματά, ή μετατρέπεται σε απλή πολεμική, σε μηχανορραφίες και δολοπλοκίες του ανθρώπου με αυτό που υπάρχει, τότε η παρακμή έχει αρχίσει». Ο Ζαρατούστρα του Νίτσε, στη συνάφεια τούτη, πραγματώνει την ιδέα της αιώνιας επιστροφής, έτσι ώστε ο ως άνω αγώνας να είναι σταθερά εγκατεστημένος στο κέντρο της ανθρώπινης ζωής και να εκτυλίσσεται εκάστοτε ως το αντίπαλο δέος, με συγκεκριμένη μορφή και όχι με ιδεολογικές-αλλοτριωτικές αφαιρέσεις, απέναντι στην ατέρμονη αθλιότητα των παρακμιακών δυνάμεων. Ο εν λόγω αγώνας, σύμφωνα με τον Νίτσε, γίνεται νικηφόρος, όταν είναι συμφιλιωμένος με τον πόνο. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναζητεί κανείς οπωσδήποτε τον πόνο ως τέτοιο, αλλά εκεί που τον συναντά –και τον συναντά ως βασική συνθήκη της ζωής του– να μην καταβάλλεται. Στο θεμέλιο του Ζαρατούστρα, εν τέλει, καθιδρύεται ο ανώτερος, ο ισχυρότερος τύπος του Είναι, κατά τον οποίο η αιώνια επιστροφή συντελείται, μεταξύ των άλλων, ως άνοιγμα της ψυχής έξω από τον εαυτό της, για να τον ξανασυναντήσει στον ίδιο κύκλο αλλά με πιο ισχυρή βούληση για δύναμη και βίωση.