Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

M. Heidegger: τι είναι λαός; (1)




                        
                          Μάρτιν Χάιντεγκερ
                                      1889–1976
                       
                       Beiträge zur Philosophie

Πού βρίσκεται η ουσία του λαού;

                                          §1
                                Στοιχεία κατανόησης

Ι. Η έννοια του «λαού» θεωρείται από τις πιο οικείες στη ζωή των ανθρώπων. Το ότι όμως είναι οικεία δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι και καλά εγνωσμένη. Γι’ αυτό, διανοητές από την αρχαία εποχή έως και σήμερα δεν έπαψαν να ασχολούνται με τη διερεύνηση της ουσίας του λαού ως έννοιας και ως πραγματικής κατάστασης. Συνήθως, αρκετοί εννοούν να ταυτίζουν τον «λαό» με το «πλήθος». Η ιστορική πράξη, αλλά και η φιλοσοφική θεώρηση ωστόσο έδειξαν πως δεν πρόκειται για το ένα και το αυτό. Ουδείς σχεδόν φιλόσοφος, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, δεν σκέφτηκε να ταυτίσει τις δυο έννοιες. Ο Χάιντεγκερ επίσης, που μας ενδιαφέρει εδώ, διέκρινε με σαφήνεια τις δυο κατηγορίες. Τον λαό, κατά κανόνα, τον συλλαμβάνει περισσότερο στη βάση της ιστορικότητας του Είναι και πιο ειδικά του Dasein. Το τελευταίο είναι εκάστοτε Da-Sein [=Εδωνά-Είναι], δηλαδή Είναι του οποίου η παρ-ουσία τελεί πάντοτε σε σχέση με τους άλλους και γίνεται αισθητή μόνο μέσα στον κόσμο ως συν-ανα-στροφή αυτόν. Επομένως, η έννοια του λαού προσδιορίζεται στην ουσία της μόνο στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής και ιστορικής προοπτικής ενός έθνους.

ΙΙ. Το πλήθος, απεναντίας είναι μια πιο απροσδιόριστη, ασυντόνιστη πολλαπλότητα, της οποίας η μαζική συμπεριφορά εμφανίζει, όχι σπάνια, και χαρακτηριστικά δικτατορικής απολυτότητας. Γι’ αυτό, ο φιλόσοφος μιλάει, σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι μαζοποιούνται οικτρά και πέραν κάθε αίσθησης αυτο-αναγνώρισης, όπου συμπεριφέρονται ως μικροί ή μεγάλοι δικτατορίσκοι, για «δικτατορία των πολλών». Μια τέτοια «δικτατορία» κλείνει εντελώς τον δρόμο των πολλών προς τον Λόγο και το Είναι. Μόνο όταν η οδός προς τον Λόγο είναι ανοικτή, το πλήθος γίνεται λαός που έχει φωνή, μιλάει και συγχρόνως ακούει. Προς τούτο, ο Χάιντεγκερ επικαλείται και τον Ηράκλειτο, σύμφωνα με τον οποίο, εκείνοι που δεν διανοίγονται στον Λόγο, δεν είναι σε θέση ούτε να ακούσουν ούτε να μιλήσουν (απ. 19). Αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ανάμεσα στο πλήθος: όσο κυριαρχεί μέσα στη ζωή, οι πολλοί σκοντάφτουν στη δική τους ισχυρογνωμοσύνη  και δεν απέχουν πολύ από την άβυσσο της ανυπαρξίας: ο κόσμος απολιθώνεται και τα ανθρώπινα όντα μετατρέπονται σε αντικείμενα προς κάθε είδους χρήση.  

                                          §2
                                    Da-sein και ο Λαός

«Μόνο στη βάση του Dasein [=Εδωνά–Είναι] είναι δυνατόν να συλλαμβάνουμε την ουσία του λαού και τούτο σημαίνει συγχρόνως να ξέρουμε πως ο λαός ποτέ δεν μπορεί να είναι στόχος και σκοπός. Το να υποστηρίζει κανείς την αντίθετη άποψη είναι απλώς μια «λαϊκίστικη» προέκταση της «φιλελεύθερης» σκέψης του «Εγώ»  και της οικονομικής αντίληψης για τη διατήρηση του «βίου».
            Η ουσία του λαού, ωστόσο, είναι η «φωνή» του. Η φωνή τούτη δεν ομιλεί ακριβώς στο επονομαζόμενο άμεσο ξεχείλισμα του κοινού, φυσικού, φυσιολογικού, ανεπιτήδευτου και ακαλλιέργητου «ανθρώπου». Διότι αυτός που καλείται έτσι να είναι μάρτυρας είναι ήδη πολύ  κίβδηλος, κακότροπος και προ πολλού δεν κινείται πλέον στις αρχέγονες σχέσεις προς τα όντα. Η φωνή του λαού ομιλεί σπάνια και μόνο σε λίγους· μπορεί αυτή η φωνή να αντηχεί ακόμα;» (GA 65, 319).

                                          §3
                                        Ένα σχόλιο

1.    Η έννοια του λαού  εμφανίζεται, πρώτα-πρώτα, στο Είναι και Χρόνος. Εδώ ο Χάιντεγκερ συσχετίζει την ουσία της με την κοινότητα (Gemeinschaft) και όχι με την κοινωνία (Gesellschaft). Μέσα στην έτσι εννοούμενη κοινότητα έρχεται σε επαφή το Da-sein με τους άλλους και δοκιμάζει να υπάρξει αυθεντικά.  Στην κοινωνία, απεναντίας, ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος το κοινόν [: με την αρχαία ελληνική σημασία] να καταπνιγεί ανάμεσα στις λαβίδες του γυμνού, αγελαίου ατομικισμού των πολλών και του αφηρημένου γενικού της κοινωνίας. Το αυθεντικό Συνείναι (Mitsein) του Da-sein απηχεί την αυθεντική δυνατότητα ύπαρξης του ανθρώπου και προσδιορίζει την κοινότητα ως ανώτερη μορφή έκφρασης έναντι της κοινωνίας, όπου συμβαίνει ανελέητος ανταγωνισμός συμφερόντων και ο αυθεντικός αγώνας υποβιβάζεται σε απλή πολεμική, σε δολοπλοκίες και ασύλληπτες  για τον ανυποψίαστο νου μηχανορραφίες. 
2. Αυτοί ακριβώς οι δολοπλόκοι: πολιτικοί, δουλοπρεπείς «διανοούμενοι», σωματειακές ενώσεις, επί μέρους οργανωμένες ομάδες κ.λπ. βλέπουν την ουσία του λαού με τη διόπτρα του λαϊκισμού, του οικονομισμού, της επιβίωσης και όχι της βίωσης. Ετούτο το «πνευματικό άρωμα» διοχετεύεται περαιτέρω, μέσω μιας φλύαρης επικοινωνίας και εντεταλμένης εικονικής πραγματικότητας, στους πολλούς ως ιδεολογία και έτσι εξολοθρεύει τη μοναδικότητα του «λαού». Ο λαός τότε γίνεται μάζα και παύει να έχει φωνή. Απέναντι σε μια τέτοια υπονόμευση της αυθεντικότητας της ουσίας του, ο Χάιντεγκερ διερωτάται: μπορεί η φωνή του λαού να αντηχεί ακόμα; Ως προκύπτει από τα πράγματα, μια τέτοια φωνή δείχνει να σιγά και ποικίλες άλλες κακές απομιμήσεις αυτής της φωνής, με τις πιο γλυκόηχες ονομασίες, εμφανίζονται στο (πολιτικό) προσκήνιο  και ετοιμάζονται για μια ακόμη φορά να κατασπαράξουν το ήδη κατασπαραγμένο σώμα και πνεύμα αυτού του λαού.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Fr. Nietzsche: έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (2)


               

                                Φρίντριχ  Νίτσε
                                               1844–1900
                          
                             Ο θεός είναι νεκρός

§1
Εισαγωγικά

Μια πρώτη ανάγνωση του έργου του Νίτσε: έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα επιχειρήθηκε σε μια προηγούμενη σχετική ανάρτηση. Εδώ θα παρουσιάσουμε, σε μετάφραση και σχολιασμό, τη δεύτερη ομιλία από τον Πρόλογο του εν λόγω έργου. Η θεμελιώδης αρχή του συγκεκριμένου έργου, αλλά και όλου του νιτσεϊκού έργου είναι: η καθίδρυση μιας φιλοσοφίας του νοήματος και των αξιών. Αυτή τη φιλοσοφία ο Νίτσε δεν την εννοεί ως   κάποια καταφατική θεωρία ηθικών κανόνων και ορισμών συστημικής υφής αλλά κυρίως ως κριτική ανατροπή του υπάρχοντος. Ωστόσο και τούτη η κριτική δεν ευθυγραμμίζεται με τις νόρμες της κριτικής φιλοσοφίας, ας πούμε εκείνης του Καντ, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η δυναμική και της καντιανής κριτικής φιλοσοφίας.
Η νιτσεϊκή κριτική, ως ανατροπή του υπάρχοντος, διακρίνει στις αξίες εκείνες τις αρχές, δυνάμει των οποίων κρίνεται, ανα-κρίνεται και απο-κρίνεται ο φαινόμενος κόσμος. Συγχρόνως αυτές αποτελούν ένα είδος παρατηρητήριου, από το οποίο εκκινεί το φιλοσοφικό «σφυροκόπημα» πρωτίστως αυτών των ίδιων των αξιών. Το «σφυροκόπημα» τούτο ανατρέπει τη λογική του φιλοσοφικού «δικαστηρίου», που αναλαμβάνει να αποδώσει «δικαιοσύνη» στο υπάρχον, άρα να το καθαγιάσει, κριτικάροντας απλώς τα πράγματα στο όνομα της καθεστηκυίας τάξης των αξιών. Επίσης ανατρέπει τη λογική του πρακτικού ωφελιμιστή, που επιχειρεί να διασώσει ό,τι φαίνεται «χρήσιμο» για τη διαιώνιση του άχρηστου καθεστωτικού Είναι. Ο Ζαρατούστρα, καθ’ όλη την εξέλιξη του έργου, είναι η σκέψη του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, που εκδηλώνεται ως ένα είδος πολεμικής βούλησης ενάντια στο χρησιμοθηρικό,  στο ευτελές, που δεν έχει ούτε καν την παθητική διάθεση να χαθεί από μόνο του. Απεναντίας εγκαθίσταται στη ζωή, προσωποποιημένο από τους δειλούς που παρουσιάζονται ως ισχυροί, με τη μορφή του ή των κάθε λογής ειδώλων, τα οποία προσκυνά η αγελαία μάζα. Αυτή την αγελαία μάζα ο Ζαρατούστρα δεν την μισεί εξ ορισμού, αλλά την «αγαπά». Και την αγαπά ακόμη περισσότερο, όσο βρίσκεται σε απόσταση απ’ αυτήν, όπως δείχνει και το κείμενο που ακολουθεί, και εκφράζει την επιθυμία να βρεθεί κοντά της – μακριά της.

   §2

 Ομιλία: 2

Ο Ζαρατούστρα  κατέβηκε μοναχός το βουνό, χωρίς κανείς να τον συναντήσει. Ωστόσο, όταν  έφτασε στα δάση, ξαφνικά στάθηκε μπροστά του ένας γέρος, που είχε αφήσει την ιερή καλύβα του για να αναζητήσει ρίζες στο δάσος. Και έτσι μίλησε ο γέρος στον Ζαρατούστρα:
            «Δεν μου είναι ξένος αυτός ο ταξιδευτής: πριν από κάποια χρόνια πέρασε από εδώ. Ζαρατούστρα ονομαζόταν· αλλά [τώρα] έχει αλλάξει.
            Τότε έφερνες τη στάχτη σου στο βουνό: τώρα θέλεις να φέρεις τη φωτιά σου στις κοιλάδες; Δεν φοβάσαι την τιμωρία για τον εμπρηστή;
            Ναι, αναγνωρίζω τον Ζαρατούστρα. Καθαρό είναι το μάτι του και καμιά αηδία δεν κρύβεται στο στόμα του. Σαν χορευτής δεν βαδίζει μπρος;
            Αλλαγμένος είναι ο Ζαρατούστρα, παιδί έγινε ο Ζαρατούστρα, ένας αφυπνισμένος είναι ο Ζαρατούστρα: τι θέλεις τώρα κοντά στους κοιμισμένους;
            Σαν μέσα στη θάλασσα ζούσες στη μοναξιά, και η θάλασσα σε κρατούσε. Αλίμονο, τώρα θες να προσαράξεις στη στεριά; Αλίμονο, θες μόνος να σέρνεις πάλι το σώμα σου;»
            Ο Ζαρατούστρα απάντησε: «αγαπώ τους ανθρώπους».
            «Γιατί τότε», είπε ο άγιος, «πήγα στο δάσος και στην ερημιά»; Δεν ήταν, επειδή αγαπούσα πάρα πολύ τους ανθρώπους;
            Τώρα αγαπώ τον θεό: δεν αγαπώ τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι ένα πολύ ατελές πράγμα για μένα.  Η αγάπη για τον άνθρωπο θα με σκότωνε».
            Ο Ζαρατούστρα απάντησε: «τι μίλησα για αγάπη! Φέρνω ένα δώρο στους ανθρώπους!»
            «Μην τους δίνεις τίποτα», είπε ο άγιος. «Προτιμότερο να τους αφαιρέσεις μέρος του φορτίου τους και να το μεταφέρεις μαζί τους –αυτό θα είναι ό,τι πιο ευάρεστο γι’ αυτούς: μόνο δες εάν είναι ευάρεστο και για σένα!
            Κι αν θες να τους δώσεις, να μη τους δώσεις τίποτα περισσότερο από μια ελεημοσύνη, και τούτη ακόμη άφησέ τους να σου τη ζητιανέψουν!»
            «Όχι», απάντησε ο Ζαρατούστρα, «δεν δίνω ελεημοσύνη. Δεν είμαι δα και τόσο φτωχός για αυτό».
            Ο άγιος γέλασε με τον Ζαρατούστρα και μίλησε έτσι: Κοίταξε τότε, ώστε να δεχθούν τους θησαυρούς σου. Είναι δύσπιστοι απέναντι στους ερημίτες και δεν πιστεύουν ότι ερχόμαστε για να τους χαρίσουμε δώρα.
            Τα βήματά μας ηχούν γι’ αυτούς πολύ μοναχικά μες στα σοκάκια. Και όταν τη νύχτα, που είναι στο κρεβάτι τους ακούν έναν άνθρωπο να περπατά, πολύ πριν ανατείλει ο ήλιος,  σίγουρα αναρωτιούνται: Για πού τραβάει ο κλέφτης;
            Μην πηγαίνεις στους ανθρώπους, αλλά μείνε στο δάσος! Ακόμα καλύτερα, να πας με τα ζώα. Γιατί δεν θέλεις  να είσαι σαν εμένα –αρκούδα ανάμεσα σε αρκούδες, πουλί ανάμεσα στα πουλιά;»
            «Και τι κάνει ο άγιος στο δάσος;» ρώτησε ο Ζαρατούστρα.
            Ο άγιος απάντησε: «Κάνω ύμνους και τους άδω, και όταν κάνω ύμνους, γελώ, κλαίω και μεμψιμοιρώ: έτσι δοξάζω το θεό.
            Με τραγούδι, με κλάμα, με γέλιο και μουρμουρητό δοξάζω τον θεό, που είναι ο θεός μου. Εσύ όμως τι μας φέρνεις για δώρο;»
            Όταν ο Ζαρατούστρα άκουσε αυτά τα λόγια, χαιρέτησε τον άγιο και είπε: «τι θα είχα να σας δώσω! Αλλά  γρήγορα επιτρέψτε μου να φύγω μην τυχόν και πάρω τίποτα από σας!» –Και έτσι χώρισαν ο ένας από τον άλλο, ο γέρος και ο άντρας, γελώντας, όπως γελούν δυο αγόρια, δυο σχολιαρόπαιδα.
            Όταν όμως ο Ζαρατούστρα έμεινε μόνος, έτσι μίλησε στην καρδιά του: «Θα μπορούσε να είναι δυνατόν! Αυτός ο γέρος άγιος δεν έχει ακούσει ακόμα τίποτε περί αυτού, ότι δηλαδή ο θεός είναι νεκρός!» –
           

                                                         §3
                                               Ένα σχόλιο

Ο Ζαρατούστρα παρέμεινε δέκα χρόνια ως ερημίτης στα βουνά και τώρα αποφασίζει να κατέλθει στους ανθρώπους για να τους «μπολιάσει» με τη σοφία που συνέλεξε εκεί πάνω. Με την κάθοδο βέβαια εγκαινιάζει τη δύση του. Πριν από την κάθοδο αυτή συναντά στο δρόμο του έναν ερημίτη. Ερημίτης και Ζαρατούστρα είναι απεικάσματα ο ένας του άλλου. Ο ερημίτης έχει υποστεί έναν μετασχηματισμό: ενώ αγαπούσε τα ανθρώπινα όντα, όπως τα αγαπά την παρούσα στιγμή ο Ζαρατούστρα, τώρα αγαπά μόνο τον θεό. Οι άνθρωποι, κατά τον γέρο ερημίτη, είναι ανάξιοι μιας αγάπης που απορρέει από τη σοφία. Ζώντας μακριά από τους ανθρώπους απορεί τι κάνει τον Ζαρατούστρα να αγαπά αυτούς τους ανάξιους που είναι ικανοί μόνο για οίκτο. Ο Ζαρατούστρα όμως, στο πλαίσιο της αμοιβαίας του νοηματικής πλήρωσης με τον γέρο,  έχει υποστεί έναν αντίστροφο μετασχηματισμό πάνω στα βουνά. Από ερημίτης εμφανίζεται να εξελίσσεται σε ον που μπορεί να ενσαρκώσει την αξία για τον άνθρωπο. Στην παρούσα φάση, η εξέλιξή του είναι ατελής. Ωστόσο, μετασχηματιζόμενος φέρνει στον κόσμο των ανθρώπων ένα δώρο, ως άλλος Προμηθέας. Ενεργεί έτσι προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του Χριστού. Ο δεύτερος έφερε στους ανθρώπους την ελεημοσύνη, μοιραζόμενος μαζί τους ενοχές και αμαρτίες αυτού του κόσμου: τούτο σημαίνει ότι αποτελεί μέρος αυτού του ελεεινού  Status και με τη μορφή του θείου ειδώλου γίνεται ο πιο ανύποπτος και γι’ αυτό επικίνδυνος στυλοβάτης του εν λόγω Status. Ο Ζαρατούστρα, απεναντίας, έρχεται ως εμπρηστής, ως κήρυκας εξολόθρευσης αυτού του ολέθριου Status: κατερχόμενος προς τους ανθρώπους είναι σαν να μιλάει στην καρδιά τους· είναι η σιωπηρή εσωτερική τους φωνή, που εξομολογείται, ξεσπά σαν καταιγίδα, πως ο θεός πέθανε. Τι σημαίνει νιτσεϊκώς τούτη η φράση; Όχι πως ο θεός κάποτε έζησε και ήρθε τώρα η ώρα του να πεθάνει. Ο θεός δεν νοείται υπερβατικά, ως κάποιο ον πέραν του ανθρώπου, αλλά ως λειτουργία ή ως ένα αποτέλεσμα ενός ορισμένου τρόπου της ανθρώπινης ζωής: η κατασκευή επίγειων θεών-ειδώλων κοιμίζει τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τον Ζαρατούστρα που ετοιμάζεται να κατεβεί σ’ αυτούς τους κοιμισμένους, όπως λέει πιο πάνω το νιτσεϊκό κείμενο, αφυπνισμένος από την πολύχρονη ερημία του. Επομένως, με τη συγκεκριμένη φράση ο φιλόσοφος διακηρύσσει την ανατροπή ενός πολυκαιρισμένου και άκαρδου τρόπου ζωής· και ακόμη τη συντριβή κάθε ειδώλου που τον συγκροτεί.

      






Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (1)



Friedrich Hölderlin
 1770–1843
                  
             Ο ποιητής για δύσκολους καιρούς
                          
                                             §1
                                      Προκαταρκτικά

Ποιος είναι ο Χαίλτερλιν; Ο ποιητής των δύσκολων και των χαλεπών καιρών. Όταν όλα γύρω μας πενθούν, όταν η ανθρώπινη συνθήκη όλο και πιο πολύ βυθίζεται στο χάος, όταν το Dasein (=η ύπαρξη) στέκει άρριζo μέσα στην οχλοβοή του μαζικού «πολιτισμού», όταν και αυτή η λαλούσα εστία του Φοίβου Απόλλωνα έχει για πάντα σωπάσει [=«ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, απέσβετο το λάλον ύδωρ »], τότε έρχονται να «σημάνουν οι καμπάνες» της  ποιητικής αλήθειας του Χαίλντερλιν, γενικότερα δε των αληθινών ποιητών. Η ποίηση για τον Χαίλντερλιν, ως ποιητή-δημιουργό αλλά και ως ευαίσθητη ύπαρξη, είναι προστασία· ακριβέστερα προ-στασία: δηλαδή αυτό που ίσταται ελεύθερα και στέρεα μπροστά από το συγκεχυμένο, από το χαώδες, το σκοταδιστικό, το πρόσκαιρο. Τι είναι αυτό το ιστάμενο; Σε καμιά περίπτωση δεν είναι μια διακοσμητική  «ποιητική» ιχνογραφία, μια εκδήλωση ή μια εξωτερίκευση στιγμιαίων εξάψεων της ψυχής, ούτε ένα πολιτιστικό φαινόμενο και παρόμοιες θορυβώδεις στιγμές της μαζικής κουλτούρας. Απεναντίας είναι αυτό που μας αποκαλύπτει το συγκαλυμμένο, μας διανοίγει στο μυστικό ως τον άλλο ανοικτό ορίζοντα, ως τον φωτεινό ουρανό της επίγειας ύπαρξης. Να γιατί το εν λόγω ελεύθερα ιστάμενο είναι το ίδιο το πεπρωμένο του ανθρώπου και του λαού ως η μοίρα του ποιητή που λέγει, ήτοι άδει την ιστορικότητα του Είναι μας και άδοντας τη διαφυλάττει από την καθημερινή συνήθεια και από την επιτηδειότητα –που περνάει για αθωότητα– του κακότεχνου, του αντι-αισθητικού, το οποίο εν τέλει, άμα κυριαρχεί, κατακρημνίζει το ανθρωπίνως υπάρχειν μέσα στην άβυσσο. Η ιστορικότητα του Είναι του Χαίλντερλιν ανάγει τα θεμέλιά της σε μια αρχέγονη φιλία με τον Χέγκελ και τον Σέλινγκ και συγχρόνως σε μια βαθιά οικείωση με τον ποιητικό-φιλοσοφικό λόγο της ελληνικής αρχαιότητας. Γι’ αυτό και την ποιητική του πράξη την καταλάβαινε ως εσωτερική βίωση αυτής τούτης της  σκέψης ως ποίησης. Στη συνέχεια παρουσιάζεται, μεταφρασμένη και σχολιασμένη, η πρώτη ακολουθία από την ελεγεία του ποιητή: Άρτος και Οίνος.                                                     
                                                      
                                                       §2
                             Άρτος  και  Οίνος

                                                 1
                                                  
       Τριγύρω η πολιτεία ησυχάζει· σιωπή απλώνεται στο φωτισμένο
 σοκάκι,
     Και οι άμαξες, με πυρσούς στολισμένες, βουίζουν και φεύγουν
            μακριά.
       Χορτασμένοι από της μέρας τις χαρές γυρίζουν σπίτι οι άνθρωποι
            να αναπαυθούν,
            Κι ένα κεφάλι γνωστικό  κέρδη σταθμίζει και ζημιές
       Με ευχαρίστηση πολλή στο σπίτι·  άδειο στέκει από σταφύλια και λουλούδια,
            Και από έργα της χειρός ησυχάζει η πολυάσχολη αγορά.
            Όμως εγχόρδου μουσική πέρα από τους κήπους μακριά ηχεί· ίσως εκεί
            Να παίζει κάποιος ερωτευμένος ή κάποιος άνθρωπος που είναι
            μοναχός
       Φίλους να αναθυμάται μακρινούς και τους καιρούς της νιότης· και
            Οι πηγές
            Αστείρευτες και δροσερές κελαρύζουν σε ευωδιαστή πρασιά.
       Μέσα στη σιγαλιά του δειλινού αντηχούν τα χτυπήματα από τις
            Καμπάνες
            Και μνήμων των ωρών ο φύλακας τον αριθμό τους λέει δυνατά.
Τώρα μια αύρα επίσης έρχεται κι ανάλαφρα κινεί των δέντρων τις κορφές στο άλσος,
     Ιδού! και το σκιερό απεικόνισμα της Γης μας, η Σελήνη,
Προβάλλει επίσης τώρα μυστικά· η  Νύχτα έρχεται, η ενθουσιάστρια,
     Γεμάτη μ’ άστρα και λίγο νοιάζεται για μας,
Λάμπει η Καταπληκτική ψηλά εκεί, η Ξένη εν μέσω των ανθρώπων,
     Στα ύψη πάνω ενθρονίζεται επί των ορέων, θλιμμένη και μεγαλοπρεπής μαζί.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                  
                                                §3
                                   Ένα σχόλιο

 Τι μας αποκαλύπτει ο ποιητής; Αυτό που συγκαλύπτει η καθημερινή συνήθεια, αλλά και η α-ποιητική, α-νοήμων πραγματικότητα της δολερής πολιτικο-κοινωνικής περικύκλωσης. Μας αποκαλύπτει τρόπους και τόπους του ανθρωπίνως υπάρχειν, οι οποίοι, έξω από τον ποιητικό λόγο, είναι επιτηδεύματα και όχι επιτεύγματα βίου: φυλακίζουν την ύπαρξη μέσα στον υπολογισμό [= «… κέρδη σταθμίζει…», στην επανάληψη [=η επιστροφή στο σπίτι από τις καθημερινές ασχολίες …], στις κοινές παραστάσεις της αγοράς κ.λπ. Ο ποιητής όμως τους ορίζει ως χαρά και στην προοπτική αυτής της χαράς μας διανοίγει. Συγκεκριμένα άδει το απεριόριστο, το ελεύθερο –εκείθεν των καθημερινών περιορισμών εργασίας, κόπου κ.λπ.– και έτσι μας άγει στο ξέφωτο. Πώς χρωματίζει αυτό το ξέφωτο; Ως την Πολιτεία που ησυχάζει-γαληνεύει [=ο πιο αληθινός τρόπος και τόπος του υπάρχειν]. Όταν η Πολιτεία ησυχάζει, είναι δηλαδή ρυθμός, οργανωμένη κοινότητα ανθρώπων και όχι το  άρρυθμο-χαώδες, όλες οι άλλες πλευρές μιας ελεύθερης ζωής είναι παρούσες: φωτισμένο σοκάκι, στολισμένες άμαξες, ανάπαυση, συγκέντρωση του ανθρώπου στον εαυτό του [=όλα τούτα: φως και ευφροσύνη], έτσι ώστε να μπορεί ο ίδιος να αναπολεί, να οραματίζεται, να εισέρχεται στη μυστική πηγή της αυθεντικότητας που του ταιριάζει. Τότε συμβαίνει, ακόμα και μέσα στο έρεβος της μαζοποιημένης επιφάνειας, να βρίσκει το βήμα του μέσα στον αντίστοιχο τόπο και τρόπο ύπαρξης: στο χρόνο και στο γίγνεσθαι που ο χρόνος σημαίνει  [=«Και μνήμων …Γη»]. Τέλος, ο ποιητής μας θέτει μπρος σε έναν ακόμη πιο πολυνόητο τόπο ύπαρξης: τη Νύχτα, που εσαεί  μας κατακλύζει: ως νύχτα του βίου –έρεβος εξωτερικών συνθηκών, ψυχρών και παγερών, παντός είδους– είναι εκείνο το οντολογικό στοιχείο που μας ορίζει, αλλά δεν το ορίζουμε. Ως νύχτα όμως «σπαρμένη μάγια» (Σολωμός), ως έναστρη, μεγαλόπρεπη, ενθρονισμένη στις κορυφές του ουρανού, δηλαδή έτσι όπως μας την αποκαλύπτει ο ποιητής –ως στιγμή φωτός, ονείρου, αλλά και ανοίκειας, αδιάφορης δύναμης του σκοτεινού κύκλου της ζωής– ορίζεται από τη σφριγηλότητα του ποιητικού λόγου και δεν τον ορίζει. Πώς ορίζεται; Ως μια στιγμή του χρόνου, του γίγνεσθαι, απέναντι στην άλλη στιγμή της ημέρας, όπου ο άνθρωπος ενεργεί και δύναται να ενεργεί, καταπώς μας λέει ο ποιητής, με ορίζοντα την οντολογική του μέριμνα.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Guy Debord: η κοινωνία του θεάματος (1)





Γκυ  Ντεμπόρ
1931–1994

Το θέαμα της κοινωνίας


§1
Το θέαμα, ως έννοια και ως δραστηριότητα, συνδέθηκε με τον άνθρωπο, ευθύς ως ο ίδιος συγκροτήθηκε σε συλ-λογικότητα και θέλησε να εκφράσει το Είναι του ως τέτοια συλλογικότητα. Επομένως, με τη μορφή της αρχέγονης κατάστασης του ανθρώπου, συνιστά μια πρώτη φανέρωση, από-κάλυψη και συναφώς θέαση. Τι θεάται ο άνθρωπος; Γενικώς αυτό που συμβαίνει. Το θέαμα, υπ’ αυτό το νόημα, εισέρχεται στη ζωή μας ως προνομιακή αίσθηση (Γκυ Ντεμπόρ: κοινωνία του θεάματος, §18), γιατί μας επιτρέπει να βλέπουμε άμεσα, απτά, χωρίς διαμεσολαβήσεις, το συμβαίνον. Φαίνεται λοιπόν, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί αδιαμφισβήτητο συστατικό της ανθρώπινης επι-κοινωνίας. Εάν όμως λάβουμε υπόψη ότι αυτό που συμβαίνει στις ιστορικές κοινωνίες δεν βιώνεται άμεσα, γιατί το άμεσο βίωμα απομακρύνεται ως παράσταση (ό.π., §1), τότε αυτό που βλέπουμε είναι «εικόνες που αποσπάστηκαν από κάθε πλευρά της ζωής (ό.π., §2) και το θέαμα αντιπροσωπεύει «συγκεκριμένη αντιστροφή της ζωής, [γιατί είναι] αυτόνομη κίνηση του μη-ζωντανού» (ό.π.). Πως μπορεί να αποκρυπτογραφείται αυτή η εικόνα του κόσμου; Βασικά με τη δύναμη της «πανουργίας του Λόγου» (Χέγκελ), δηλαδή μιας σκεπτόμενης δράσης, η οποία δεν έχει αρχή και τέλος, είναι άν-αρχη, δεν υπόκειται σε προβλέψιμες συνθήκες και έτσι κλονίζει συθέμελα τον καθωσπρεπισμό των συμβατικών κοινωνιών μας. Το θέαμα συνεπώς έρχεται στην προφάνεια της ζωής ως μια εξουσιαστική δύναμη διάσωσης του κλονιζόμενου καθωσπρεπισμού της κοινωνίας.  

§2
Το θέαμα, όπως το πραγματευόμαστε εδώ, ήλθε στο προσκήνιο για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’60 από τους καταστασιακούς· με το έργο δε του Γκυ Ντεπόρ: η κοινωνία του θεάματος αποτυπώθηκε το πιο ακριβές, σε ευστοχία, θέαμα της κοινωνίας. Ποιο είναι λοιπόν αυτό το θέαμα; Είναι η εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης επι-κοινωνίας. Από τη στιγμή που κυβερνάει το κοινωνικό Είναι του ανθρώπου ετούτη η εμπορευματοποίηση,  η «καταστροφή του Λόγου» (Λούκατς) γίνεται το κύριο έργο της πολιτικής διαχείρισης. Ως εκ τούτου, όλα τα «ανεξήγητα» για τον Λόγο φαινόμενα [=προδοσίες, σφετερισμός δημόσιου χρήματος, παντός είδους άγρια εκμετάλλευση, απόλυτη εκχυδαιοποίηση, εκμηδενισμός της μοναδικότητας του ατόμου κ.α.] παρουσιάζονται μέσω του θεάματος ως μια ανακτημένη –από το χάος–  «πραγμάτωση» της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, η ανθρώπινη επι-κοινωνία, ως εμπόρευμα, γίνεται μια ιδιάζουσα βιομηχανία (πολιτιστική, συντεχνιακή, ιδεολογική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική κ.λπ.). Αναλογικά, οι μηχανές αυτής της βιομηχανίας είναι η επινόηση, «ο επαινετικός μονόλογος» (ό.π., §24), η εικονολατρεία, η θεαματική προβολή της πιο βάναυσης ανορθολογικότητας, με μια λέξη η ικανότητα της γλώσσας, ως θεσμισμένης γλώσσας της εξουσίας,  να «φτάνει στην ολοκληρωτική της πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις συνειδήσεις» (ό.π., § 131). Η απουσία αυτής της διαμεσολάβησης, ήτοι η κατάργηση του ανθρώπου ως προσώπου, εξορίζει τις δυνατότητές του έξω από το αυθεντικό κοινωνικό-πολιτικό γίγνεσθαι και τον καθηλώνει στο θανάσιμο σχίσμα του. Πάνω σε τούτο το σχίσμα επενδύουν τότε οι ψευδείς ιδεολογίες και «το ψέμα που δεν είναι πια αντίλογος, γίνεται τρέλα» (ό.π., §105). Οι πολιτικές «συγκρούσεις», κατ’ επέκταση, παρελαύνουν μπροστά μας «ως ατέρμονη αλληλουχία γελοίων συγκρούσεων» (ό.π., §62) και ο ψευδο-ριζοσπαστισμός συγκαλυμμένων, πίσω από το θέαμα, εξουσιομανών «αριστερών» εισέρχεται στην πολιτική σκηνή ως ένα νέο απατηλό θέαμα: «ως βεντέτα» (ό.π.,§61) που εξολοθρεύει την ατομικότητα του ανθρώπου και διαιωνίζει τον κοινωνικό διαχωρισμό.