Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Παρμενίδης: Οδός της αλήθειας: Είναι ή μηδέν (1)




Παρμενίδης: περί Φύσεως

Ν’ ακούς και να σκέπτεσαι

§1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Ο προσωκρατικός στοχασμός γενικά και η σκέψη του κάθε προσωκρατικού στοχαστή ξεχωριστά αποτελούν κάτι το μοναδικό μέσα στην ιστορία του φιλοσοφικού πολιτισμού. Λόγος και σκέψη, γλώσσα και νόημα τελούν σε μια παραγωγική εσωτερική συνάρτηση μέσα σε τούτο τον πρωτοποριακό στοχασμό. Στον Παρμενίδη το Λέγειν, το Νοείν και το Είναι συγκροτούν ένα ενιαίο όλο, ώστε να δύναται ο ίδιος να λέγει πως η νόηση και το Είναι είναι ένα και το αυτό· ώστε τα περιεχόμενα αυτού του στοχασμού, αλλά και ο ίδιος ο στοχασμός ως τέτοιος να μένουν ανέγγιχτα από τη φθορά του χρόνου (Χάιντεγκερ). Μένουν ανέγγιχτα όχι επειδή διαφυλάσσονται σε κάποιον τόπο πάνω και πέρα από τον χρόνο, διατηρούνται, ας πούμε, σε ένα επέκεινα, αλλά γιατί εξέφρασαν και εκφράζουν το αυθεντικά ιστορικό. Εκφράζουν «αυτό που προηγείται και το οποίο ως εκ τούτου προπορεύεται όλης της ιστορίας που ακολουθεί» (Heidegger, GA 54, σ.). Τούτο σημαίνει πως συνιστούν την απαρχή της σκέψης όχι μόνο ιστοριογραφικά, αφηγηματικά –δηλαδή κάπου κάποτε υπήρχε κάποιος Παρμενίδης που είπε αυτό και το άλλο κ.λπ.– αλλά κυρίως ως αρχέγονος στοχασμός. Ο λόγος, για παράδειγμα του Παρμενίδη, είναι αρχέγονος, γιατί σκέπτεται ριζικά και όχι υπολογιστικά: αποφαίνεται για εκείνο που συμβαίνει και πρόκειται να συμβεί ως ιστορία όχι με υπολογιστικό τρόπο, αλλά με τη μορφή της δια-χρονικής ρήσης, ενός συμπαντικού λέγειν. Είναι συμπαντικό, γιατί η αλήθεια του δεν νοθεύεται ή δεν ακυρώνεται από το λέγειν των διάδοχων εποχών παρά μόνο επ-ανα-λαμβάνεται [=λαμβάνεται εκ νέου και εξαρχής] στο εκάστοτε παρόν ως η ομιλούσα πηγή της σκέψης. Είναι η πηγή που μας καλεί σε μετα-στοχασμό: δηλαδή να ξανασκεφτούμε την Παρμενίδεια ρήση, προκειμένου να πούμε, να εν-τοπίσουμε και να αποκαλύψουμε στο ιστορικό παρόν εκείνο που την εποχή του Παρμενίδη ήταν συγκαλυμμένο μέσα στη ρήση του ως το ανείπωτο.    
ΙΙ. Στη συνέχεια παρουσιάζεται μετάφραση και σχολιασμός του δεύτερου αποσπάσματος από το φιλοσοφικό ποίημα του Παρμενίδη. Στην πορεία θα ακολουθήσουν παρουσιάσεις και άλλων αποσπασμάτων. Το πρώτο απόσπασμα του εν λόγω ποιήματος λογίζεται ως αλληγορικός πρόλογος, όπου ο Παρμενίδης περιγράφει ένα φιλοσοφικό του ταξίδι, έτσι όπως το συνέλαβε με τη φαντασία του: είναι πάνω σε ένα άρμα, που το σέρνουν άλογα, και κατευθύνεται στο δρόμο του ήλιου. Η πορεία που ακολουθεί είναι ουσιωδώς μετά-βαση από τη χώρα της Νύχτας στη χώρα της Ημέρας, του Φωτός. Μόλις το άρμα φτάνει στη χώρα του Φωτός, κάποια ανώνυμη θεά, με μεγάλη σοφία και χάρη, υποδέχεται τον παράξενο ταξιδιώτη και υπόσχεται να τον μυήσει στα μυστικά της «ευκυκλέος» [=ολοστρόγγυλης] και «ευπειθέος» [=πειστικής] αλήθειας, αφού συγχρόνως του μιλήσει και για το πόσο αναξιόπιστες είναι οι γνώμες των θνητών. Η φιλοσοφική πεμπτουσία αυτού του ταξιδιού εστιάζεται στο εξής: μας διανοίγει στην οδό της αλήθειας, που βρίσκεται πέρα από τις ανθρώπινες δοξασίες. Για να διανοιγόμαστε στην ως άνω οδό είναι ανάγκη να γνωρίζουμε τα όρια των ανθρώπινων δοξασιών. Οι τελευταίες είναι θεμιτές ως το μη-ον σε αντίθεση με την  οδό της αλήθειας, που οδηγεί στο όντως ον.


                                                      §2
                                       Αρχαίο κείμενο

                                         Απόσπασμα 2

Εἰ δ΄ ἄγ΄ ἐγὼν ἐρέω, κόμισαι δὲ σὺ μῦθον ἀκούσας,
αἵπερ ὁδοὶ μοῦναι διζήσιός εἰσι νοῆσαι·
ἡ μὲν ὅπως ἔστιν τε καὶ ὡς οὐκ ἔστι μὴ εἶναι,
Πειθοῦς ἐστι κέλευθος· ἀληθείῃ γὰρ ὀπηδεῖ·
[5] ἡ δ΄ ὡς οὐκ ἔστιν τε καὶ ὡς χρεών ἐστι μὴ εἶναι,
τὴν δή τοι φράζω παναπευθέα ἔμμεν ἀταρπόν·
οὔτε γὰρ ἂν γνοίης τό γε μὴ ἐὸν - οὐ γὰρ ἀνυστόν -
οὔτε φράσαις.

                                               Μετάφραση

                                                2

Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ σκέψου, αφού ακούσεις
τον λόγο μου,
ποιοι μόνοι δρόμοι έρευνας μπορούν να είναι προσιτοί στη νόηση·
ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει,
είναι ο δρόμος της Πειθούς· γιατί ακολουθεί την αλήθεια·
[5] ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην
υπάρχει·
αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο/μη-γνωρίσιμο·
γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το
ανέφικτο· ούτε να το εκφράσεις, να το πεις.


                                                      §3
                                           Σχολιασμός

1. Σε τούτο το δεύτερο απόσπασμα, η ανώνυμη θεά μιλάει στον Παρμενίδη για την οδό της αλήθειας. Ο φιλοσοφικός έτσι λόγος του Παρμενίδη στο παρόν απόσπασμα, αλλά και σε όλο το ποίημα, εκφέρεται δια στόματος αυτής της θεάς, που ενδημεί στη χώρα του φωτός.

2. Ποιος είναι ο ρόλος του Παρμενίδη εδώ; Να ακούει και να σκέπτεται. Τι να σκέπτεται; Τους πιθανούς δρόμους, ήτοι τρόπους, οδούς, μεθ-όδους [=μετά-οδούς], που καθιστούν την ανθρώπινη νόηση ικανή να συλλαμβάνει την αλήθεια.

3. Το να σκέπτεται ο θνητός  τους πιθανούς δρόμους, μεθ-όδους κ.λπ. σημαίνει ότι συλλέγει εκείνη την εμπειρία που τον καθιστά ικανό να μαθαίνει πώς να σκέπτεται. Η γνώση, επομένως, δεν είναι απλώς μια παρεχόμενη πληροφορία, αλλά πρωτίστως η γνώση του να μαθαίνει κανείς να σκέπτεται.

4. Είναι, με άλλα λόγια, αυτή τούτη η ανακάλυψη/αποκάλυψη της αληθινής, ήτοι αδιάψευστης πορείας προς το όντως ον. Ετούτο το τελευταίο δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα ολόκληρης της πορείας, αλλά και αυτό που προοιωνίζεται τούτη την πορεία, είναι η νοητή γραμμή ή εικόνα του κόσμου και ως το εστί αυτής-εδώ συμπυκνώνει την εσωτερική, θεία αναγκαιότητα ύπαρξής της: γνωρίζεται ως αυτό που εστί, που υπάρχει και το οποίο δεν μπορεί να μην υπάρχει· δηλαδή υπάρχει κατ’ αναγκαιότητα  ως δρόμος/ μέθ-οδος γνώσης, ανεξάρτητα από τη γνώμη των θνητών.

5. Γιατί δεν μπορεί να μην υπάρχει; Επειδή διαθέτει τη μαρτυρία του λόγου ως κατάφαση της νοητικής ικανότητας του ανθρώπου όχι μόνο να δέχεται το δώρο της θεάς, δηλαδή αυτό που ετούτη λέγει, αλλά να το υποβάλλει  και σε έλεγχο, να το κρίνει, να το σκέπτεται.

6. Το να το σκέπτεται ο άνθρωπος, προϋποθέτει ότι αυτός υπάρχει ως (δυνάμει) σκεπτόμενο ον, το οποίο γίνεται εν έργω τέτοιο ον, όταν ακολουθεί τον δρόμο της θεάς, του φωτός, όταν υπακούει στα κελεύσματά της, δηλαδή συμμερίζεται τον δρόμο της Πειθούς, και δεν χάνεται μέσα στην πολλαπλότητα του φαινόμενου κόσμου παρά την υπερβαίνει.

7. Τότε συμβαίνει να πραγματοποιεί το φιλοσοφικό ταξίδι του Παρμενίδη. Πρόκειται για ένα ταξίδι, για μια υπέρβαση του διχαστικού και διχοτομημένου φαινομενικού, που μέσα στη φιλοσοφική ιστορία του ανθρώπου λαμβάνει διάφορες ονομασίες και εκδηλώνεται με τις πιο  διαφορετικές αποχρώσεις, αλλά στο οντολογικό του/της βάθος είναι ένα και το αυτό.

8. Τέτοια φιλοσοφικά ταξίδια/υπρεβάσεις είναι όλες οι μεγάλες συλλήψεις των φιλοσόφων είτε με τη μορφή της ανάβασης προς το αγαθό ή της πραγμάτωσης της ου-τοπικής Πολιτείας στον Πλάτωνα, είτε ως φαινομενολογική πορεία του πνεύματος στον Χέγκελ, είτε ως το φιλοσοφικό ερωτάν για το νόημα του Είναι στον Χάιντεγκερ, είτε  ως η οδός προς τον υπεράνθρωπο στο Νίτσε, ή προς την αταξική κοινωνία στο Μαρξ κ.λπ.

9. Να γιατί λοιπόν η σκέψη είναι το Είναι και αντίστροφα: το μη-ον το κατονομάζει ο λόγος της σκέψης ως τέτοιο, οπότε ο ίδιος υπάρχει ως άρνηση του μη-όντος, ήτοι ως μη-άρνηση του όντος.

5 σχόλια:

  1. Προσπαθώ να κατανοήσω τούτη την απαρχή της σκέψης που ταυτίζεται με το νοείν και το είναι. Κατονομάζοντας το πράγμα εμπλεκόμαστε ήδη στην λογική διαδικασία η οποία προσάγει την ετυμηγορία της σχετικά με το είναι και το μη είναι του πράγματος. Υποθέτω λοιπόν ότι εάν ο λόγος της σκέψης αδυνατούσε να κατονομάσει το μη-ον, τούτο δεν θα υπήρχε αλλά τώρα υπάρχει επειδή είναι δοσμένο και η σκέψη το κατονομάζει ως τέτοιο. Η παραπάνω σχέση την οποία παρουσιάζετε στην παράγραφο 9 μοιάζει με μια ισότητα λόγων απόλυτης ταυτότητας η οποία δεν προσθέτει τίποτα τελικά στη γνώση μας για το ον και το μη-ον. Εάν η αντιστοιχία λόγων αφορούσε την μη σκέψη σε σχέση με το ον και το μη-ον, παράγεται μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ σκέψης και όντος η οποία συνεπάγεται την αρχή: αυτό που έρχεται στη γλώσσα δεν είναι πραγματικά. Εκείνο που νοείται από τη σκέψη δεν μπορεί να κατονομασθεί ως τέτοιο, όχι ως χρονικά πρότερο αλλά ως αρνητική σχέση με τον εαυτό και εκείθεν αυτού.
    Ρωτώ λοιπόν: εάν ακολουθήσουμε τον λόγο της σκέψης όπως τον διαγράψατε παραπάνω, θα μπορέσουμε να αρθούμε στο πραγματικό του ύψος και την αρνητική του ταυτότητα ή θα εμπλακούμε αιώνια στα δοσμένα του περιεχόμενα ως απόλυτη ισότητα λόγων, δηλαδή στην πραγματικότητα του μη όντος; Υπάρχει αληθινή επαγγελία του λόγου;
    Σας ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. η αληθινή επαγγελία λόγου υπάρχει ανάλογα με την ερμηνεία που δίνεται στη σχέση νοείν και Είναι. Με βάση λοιπόν την ερμηνεία της ανάρτησης, λόγος=σκέψη=Είναι, ως εσωτερική ενότητα και όχι ως απλή εξωτερική ταυτότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για την απάντησή σας! Έχω προμηθευθεί τα περισσότερα από τα βιβλία σας, σχετικά με τον Χέγκελ. Προσπαθώ να γνωρίσω την εγελιανή γλώσσα και την φύση της ανταπόκρισης που υπάρχει ανάμεσα σε αυτήν και τις παραστάσεις της συνείδησης οι οποίες μόλις τώρα βρίσκουν την εννοιολογική τους πλήρωση ή το εννοιακό τους περιεχόμενο. Είναι σαφές ότι μια τέτοια φιλοσοφία μόνο ως αυτοκατανοητική σκέψη μπορεί να νοείται και να προσλαμβάνεται αποβάλλοντας κάθε φορμαλισμό ή οικεία παράσταση που συσκοτίζει την καθαρή σκέψη.
      Μόνο μια υποψία με κατατρύχει: φαίνεται ότι η εγελιανή φιλοσοφία ως η οδός ή το σήμα προς σκέψη και αυτοστοχασμό είναι ένας δρόμος δίχως γυρισμό! Και υπό την προϋπόθεση ότι η φιλοσοφική πλήρωση φθάνει με την περαίωση της διαδικασίας και με το δεδομένο ότι η τελεολογία της απόλυτης Ιδέας δικαιολογεί ενίοτε τη σκέψη τούτης της φιλοσοφίας όχι μόνο ως αυτοκατανοητικής αλλά και ως αυτοκαταφατικής, υπό την έννοια της γνωστής κατηγορίας για το ‘’κλειστό’’ εγελιανό σύστημα, φαίνεται ότι η αγωνία είναι το θεμέλιο βίωμά της. Και ως αυτοκίνητη η Ιδέα, εξίσου και όμοια αυτοκίνητη είναι και η αγωνία. Το ίδιο αυτοπαραγόμενο μοιάζει να είναι και το αίσθημα της ευδοκίας, ώστε τούτη η επαγγελία του λόγου να είναι μεν αληθινή αλλά μόνο για τα περιεχόμενα τα οποία η ίδια έχει θέσει για τον εαυτό της. Και έχει τεθεί μεν ως άρνηση της άρνησης και άρα η εσωτερικά διαφοροποιημένη ενότητα με τον εαυτό αλλά εξακολουθεί να παραμένει ένα Εγώ σε αυτοκατάφαση, έστω ως καθολικό.
      Ή μήπως απλώς ταυτολογώ και δεν εκκινώ τούτη τη διαδικασία η οποία παρέχει τη σχετική απάντηση σχετικά με το απόλυτο; Αλλά τρομοκρατούμαι από τον πιθανό αυτοπεριορισμό τούτης της απάντησης πολύ περισσότερο όταν το απόλυτο νοείται, μάλλον ως επίθετο.
      Ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο σας!

      Διαγραφή
  3. το απόλυτο νοείται ως ουσια-στικότητα και κάθε εγελιανώς νέα αυτοκατάφαση είναι μια πρωτόγνωρη και αποκαλυπτική εσωτερική διαύγαση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Σαφές! Δεν ασχολούμαι πλέον με το τεχνικό αυτό ερώτημα!
    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή