Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Αναξίμανδρος: Ζωή και υλική κίνηση



                                    Αναξίμανδρος
                                                 
Το γίγνεσθαι και το άπειρο
                                            
                                                        §1

Ποιος είναι ο Αναξίμανδρος; Ένας από τους πρώτους θεμελιωτές του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστήμης. Ανήκει, ως γνωστόν, στον κύκλο των Μιλήσιων φιλο-σόφων και λογίζεται μαθητής του Θαλή και διάδοχός του ως προς τη στοχαστική διερεύνηση της βαθύτερης αρχής ή ουσίας της υλικής πραγματικότητας. Ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά της πόλης του και κατόρθωσε να συνδυάσει στοχαστικό βλέμμα και σκεπτόμενη δράση. Είναι αλήθεια πως κατά την εποχή εκείνη η διάθεση για φιλοσοφικό στοχασμό προέκυπτε, ως επί το πλείστον, από υπαρκτές πρακτικές και υλικές ανάγκες.  Στα κύρια ενδιαφέροντά του συγκαταλεγόταν μια καθολική σύλληψη της φυσικής εξέλιξης του κόσμου. Προς αυτή την κατεύθυνση επιχείρησε να συλλέξει όλη τη διάσπαρτη εμπειρία της εποχής του και με το λεπτό φιλο-σοφικό του αισθητήριο να οικειώσει την πόλη με τον κόσμο της τάξης και της συγκεκριμένης εξήγησης ή κατανόησης των πραγμάτων. Στον τομέα των κοσμολογικών και ιστορικο-γεωγραφικών του μελετών και με βάση τα υλικά πρωτ-αρχικά στοιχεία, διατύπωσε την υπόθεση για την προέλευση της ζωής από το υλικό της περιβάλλον και εντός αυτού· στην αναλογία τούτη ασχολήθηκε και με τη δομή του σύμπαντος. Τούτο σημαίνει ότι δεν εκχωρεί στο θεϊκό στοιχείο κανένα υπέρ το φυσικό σύμπαν του ανθρώπου μετα-φυσικό πεδίο αυτόνομης δράσης. Έτσι, πέραν κάθε τελεολογίας και μετα-φυσικής περίσφιξης, καλλιεργεί έναν στοχαστικό, φιλο-σοφικό λόγο, που εισάγει, για πρώτη φορά, στην ιστορικότητα των ανθρώπων την έννοια του απείρου ως υπο-κειμένου της αεί κινούμενης ζωής και φύσης. 

                                                    §2
                                           Ι. Κείμενο

 Ἀναξίμανδρος μὲν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. Λέγει δ αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον, ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν ... Δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως.

                                       ΙΙ. Μετάφραση

Ο Αναξίμανδρος, γιος του Πραξιάδη, από τη Μίλητο, που υπήρξε μαθητής και διάδοχος του Θαλή, είπε ότι αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο, πρώτος εισάγοντας  [στη φιλοσοφία] τον όρο αυτό: αρχή. Λέει λοιπόν ότι ετούτη δεν είναι ούτε το νερό ούτε κανένα άλλο από τα λεγόμενα «στοιχεία», αλλά κάποια άλλη άπειρη φύση [ή ουσία], από την οποία γεννιούνται όλοι οι ουρανοί και όλοι οι κόσμοι που βρίσκονται μέσα τους· ότι από εκείνα [τα στοιχεία] που γεννήθηκαν τα όντα, σ’ αυτά τα ίδια επιστρέφουν φθειρόμενα κατά φυσική αναγκαιότητα· γιατί αυτά τιμωρούνται και πληρώνουν κατ’ αμοιβαιότητα για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αναξίμανδρος, παρατηρώντας τη μετατροπή των τεσσάρων στοιχείων από το ένα στο άλλο, κανένα απ’ αυτά δεν θεώρησε «υποκείμενο» των άλλων, αλλά κάποιο άλλο κοντά σ’ αυτά· έτσι θεωρεί πως η γένεση των όντων δεν προκύπτει από την αλλοίωση του πρωταρχικού στοιχείου, αλλά από τον αποχωρισμό [ή διαχωρισμό] των αντιθέτων, δυνάμει της αέναης κίνησής τους.

                                                   §3
                                      
                                Ερμηνεία-κατανόηση

1. Όλα τα πράγματα ανάγουν την αρχή της ύπαρξής τους στο άπειρο. Πώς νοείται η έννοια τούτη; Θεμελιωδώς συλλαμβάνεται ως μια απροσδιόριστη αρχή, την οποία ο φιλόσοφος περιγράφει, χωρίς να της δίνει κάποιο ορισμό, στο πλαίσιο της λειτουργικής της παρ-ουσίας και του αντίστοιχου ρόλου της μέσα στον υλικό κόσμο. Πέραν κάθε ταύτισής της με το μαθηματικό άπειρο τείνει να εκφράζει το απέραντο μέσα στο χώρο και του χώρου. Είναι δηλαδή εκείνη η υπόρρητη, εν πολλοίς, αρχή, η οποία μέσα στο αχανές του χώρου προορίζεται να διατηρεί την ισορροπία του. Υπόρρητη, όχι με κάποιο μετα-φυσικό νόημα, αλλά ως απέραντη μάζα, που δεν εμφανίζει κάποια εξωτερικά και οφθαλμοφανή όρια. Μόνο ένα τέτοιας σύλληψης άπειρο μας παρέχει τη δυνατότητα να παρακολουθούμε και να κατανοούμε την αέναη κίνηση των πραγμάτων, γενικώς την πορεία του γίγνεσθαι.

2. Η ως άνω απέραντη μάζα ή κάτι όμοιό της δεν είναι στατική/ό ούτε απλώς ένα μίγμα ή μια συσσώρευση στοιχείων παρά μια ενέργεια που εκτυλίσσεται μέσα στο χρόνο. Συνεπώς το άπειρο παραπέμπει σε μια άνευ ορίων ενεργοποίηση, κίνηση, γίγνεσθαι εντός του χρόνου. Ακριβώς επειδή το άπειρο έχει θέση, υπό την έννοια αυτή, μέσα στο χρόνο και δεν είναι άχρονο, καθίστανται δυνατές οι κοσμογονικές μεταβολές και αλλαγές. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, ετούτη η έννοια του απείρου δεν έχει μια ορισμένη ποιότητα μέσα στο χώρο και τον χρόνο, γιατί, αν είχε, δεν θα ήταν άπειρο, αλλά κάτι το περατό. Απ’ αυτή την άποψη παραμένει απροσδιόριστο κατά την ποιότητά του, άρα κάτι το ενιαίο, που υπό-κειται σε κάθε κίνηση, ενέργεια, αντίθεση και συνέχει τις αντίρροπες δυνάμεις, στοιχεία κ.λπ. μέσα στο χώρο και τον χρόνο.  

3. Ο Αναξίμανδρος υποστηρίζει πως ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του κόσμου ή γενικότερα του σύμπαντος υπάρχει μια αντιθετική σχέση, μια αμοιβαία αντί-δραση. Αυτή-εδώ έχει τον χαρακτήρα ενός κοσμικού παίγνιου ανάμεσα στην αδικία και την αντίστοιχη αποζημίωση, ανταπόδοση αυτών των στοιχείων, του ενός προς το άλλο, για τη διαπραττόμενη αδικία, για κάποια αδικοπραξία τους. Με τούτο, ο Αναξίμανδρος εννοεί, κατά πάσα πιθανότητα, πως εκείνο που γεννιέται αφαιρεί από αυτό, από το οποίο γεννιέται, π.χ. από το άπειρο, κάτι, το οποίο γυρίζει ξανά και πάλι σε αυτό μέσα από τη φθορά του, με το να φθείρεται. Αυτό που γεννιέται και εκείνο, από το οποίο γεννιέται αυτό, είναι οντότητες: πρόκειται για τα όντα, που γεννιούνται από τα στοιχεία και διαλύονται μέσα σε τούτα. Ετούτη η διάλυση συνιστά την ως άνω αποζημίωση, την επανόρθωση που αποδίδουν τα εν λόγω στοιχεία μεταξύ τους για κάποια αδικία που διέπραξαν.

4. Η ιδέα ή η θεωρία της αδικίας εκφράζει την αντιθετικότητα, την ανταγωνιστικότητα, ως σύμφυτο στοιχείο μιας οργανικής ολότητας. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ολότητας, η αδικία είναι παρ-ούσα ως εκείνη η δύναμη που υπαγορεύει τους όρους ή τις συνθήκες, δυνάμει των οποίων λαμβάνουν χώρα οι ποσοτικές αλλαγές και οι μετατοπίσεις των αντίθετων στοιχείων μέσα στο χώρο και στην καθορισμένη διάσταση του χρόνου. Ετούτα τα στοιχεία βρίσκονται κυριολεκτικά σε μια άπαυτη και αναπόφευκτη κατάσταση πολέμου, όπου κατά την τάξη του χρόνου, με βάση δηλαδή τη διαταγή του, το ένα υπερισχύει του άλλου. Κατά την εξελισσόμενη όμως διαμάχη του κοσμικού σύμπαντος συμβαίνει, αυτό το στοιχείο που έχει νικηθεί και υποστεί την αδικία, να θριαμβεύει, κατά την τάξη πάντοτε του χρόνου και σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα του τελευταίου, να ανταποδίδει έτσι την αδικία που υπέστη, να παίρνει εκδίκηση και ως εκ τούτου να επανορθώνει. Ανάμεσα στα διάφορα αντιθετικά στοιχεία, κάθε απόπειρα για υπέρμετρη επικράτηση του ενός πάνω στο άλλο τιμωρείται. Εν τέλει, η ισορροπία όλων εξασφαλίζεται μέσα από την αέναη κίνησή τους.   



                                    












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου