Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (6)



                                                        


                                    Friedrich Nietzsche
                                                     1844–1900


                                        Τι είναι το κράτος;


                                                     §1


                               Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Στο έργο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα και στην ομιλία (11) –με τίτλο: Για το νέο είδωλο– του πρώτου μέρους, ο Νίτσε φιλοσοφεί για το νέο είδωλο, που λέγεται κράτος. Πρόκειται για μια περιεκτική φιλοσοφική κριτική του σύγχρονου κράτους, η οποία διακρίνεται για την ανεκτίμητη μοναδικότητά της. Μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της κριτικής ανατομίας του κράτους ως τέτοιου υπάρχουν πάμπολλες κριτικές θεωρήσεις του: αποδομητικές, μεταρρυθμιστικές, επαναστατικές κ.λπ. Αυτή-εδώ η νιτσεϊκή υπερέχει από όλες αυτές, μεταξύ άλλων, σε τούτο: δεν αποδομεί μια ιδεολογικο-πολιτική μορφή κράτους για να την αντικαταστήσει με μια άλλη, εξίσου ιδεολογικά-πολιτικά φορτισμένη, αλλά εκμηδενίζει στη ρίζα της κάθε έννοια και πρακτική  του κράτους, ως ενός ψεύτικου κατασκευάσματος, ενός ειδώλου, που εξαπατά ασύστολα το λαό: ομιλεί, ενεργεί, μηχανορραφεί στο όνομα του λαού. Πρακτικά είναι ο εξολοθρευτής του.
ΙΙ. Αυτό το χαρακτηριστικό του κράτους, να χρησιμοποιεί μια ψευδή γλώσσα περί γενικού καλού, περί καθηκόντων και δικαιωμάτων κ.λπ. και έτσι να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι ο λαός, στην πράξη όμως να καταστρέφει το λαό, ιδιάζει σε όλες τις μορφές κράτους, που έχουν υπάρξει ως τώρα στην ιστορία. Κυρίως όμως ιδιάζει στα σύγχρονα αστικά κράτη και σε ευφάνταστα αντίπαλα δέη τους, όπως τα λεγόμενα «λαϊκά», «σοσιαλιστικά» και παρόμοια κρατικά μορφώματα. Πρώτος ιστορικά ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, εννόησε το κράτος ως την πιο ωμή βία. Ο Νίτσε συνεχίζει αυτή την παράδοση, μιλώντας για το κράτος-τέρας, όπως μας λέει παρακάτω.


                                                      §2
                                  
                                    «Για το νέο είδωλο»
                                              (κείμενο –σχολιασμός)

Ι. Κείμενο:
«Κάπου υπάρχουν ακόμη λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη.
Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω το λόγο μου για το θάνατο των λαών.
Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».
Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω  τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.
Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό ορέξεις από πάνω τους.
Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων.
Αυτό το σημάδι σας δίνω! Κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα για το καλό και το κακό: ο γείτονάς του δεν την καταλαβαίνει. Επινόησε τη δική του γλώσσα, με βάση τα ήθη και τα δίκαιά του.
Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού· και ό,τι και να πει, είναι ψέμα – και επίσης ό,τι έχει, το έχει κλέψει.
Ψεύτικα όλα είναι στο κράτος· με κλεμμένα δόντια δαγκώνει, το δαγκωνιάρικο. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του.
Γλωσσική σύγχυση του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σας δίνω ως σημάδι του κράτους. Πράγματι, τη βούληση για θάνατο προοιωνίζεται αυτό το σημάδι! Πράγματι, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!
Πολλοί πάρα πολλοί γεννιούνται: το κράτος εφευρέθηκε για τους περιττούς!
Αρκεί να δείτε πώς προσελκύει αυτούς, τους υπερβολικά πολλούς! Πώς τους καταβροχθίζει και τους μασά και τους ξαναμασά!
«Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο του θεού που βάζει τάξη» – έτσι μουγκρίζει το τέρας. Και δεν πέφτουν στα γόνατα μόνο όσοι έχουν μακριά αφτιά και κοντή όραση!
Αχ, ακόμη και σε σας, μεγάλες ψυχές, ψιθυρίζει τις ζοφερές ψευτιές του! Αχ, μαντεύει τις πλούσιες καρδιές, που πρόθυμα σπαταλούν τον εαυτό τους!»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:
Εδώ μιλάει το προσωπείο του Νίτσε, ο Ζαρατούστρα. Αντιπαραθέτει το σύγχρονο κράτος με το λαό και την αγέλη. Τη λέξη «αγέλη» ο Νίτσε τη χρησιμοποιεί για εκείνο το πλήθος των ανθρώπων, που αντικαθίσταται  από το κράτος. Το τελευταίο δεν το νοεί ο φιλόσοφος ως ένα ιστορικό στάδιο κυρίως στη μακρά πορεία ανάπτυξης του ιστορικού ανθρώπου, αλλά ως τον δυνατό τρόπο, που ιδιάζει στην κοινωνική οντολογία των ανθρώπων ως συλλογικών όντων, ως όντων που συνυπάρχουν σε ομάδες. Αυτό τον τρόπο η γλώσσα-σκέψη τον αποτιμά οντολογικά: ως το πιο ψυχρό, πιο ψευδές από όλα τα ψυχρά και ψευδή τέρατα. Είναι ένα τεχνητό σύνολο αξιών, το οποίο οι καταστροφείς του λαού επικαλούνται, με «εξευγενισμένο» τρόπο, για να επιβάλουν τη θέλησή τους πάνω στο πλήθος. Αυτοί οι καταστροφείς εμφανίζονται στην ιστορία ως διαφωτιστές –εδώ ο Νίτσε έχει υπόψη του ιδεολόγους εμπνεόμενους από τον Διαφωτισμό– που δήθεν επιθυμούν να θεραπεύσουν τον ασθενή λαό, ενώ στην πράξη ικανοποιούν τις δικές τους ορέξεις. Αυτό έχει τούτη τη σημασία: στο μέτρο όμως που οι αξίες τους δεν προκύπτουν από την πραγματική ζωή, προορίζονται να δολοφονούν παρά να αναζωογονούν τους λαούς.

Ι. Κείμενο:
«Ναι, και σας ακόμη μαντεύει, ω νικητές του παλιού θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα και τώρα η κούρασή σας υπηρετεί το νέο είδωλο!
Ήρωες και έντιμους ανθρώπους θα ’θελε να συγκεντρώσει γύρω του το νέο είδωλο! Τ’ αρέσει  να λιάζεται στο ηλιόφως των καλών συνειδήσεων – το ψυχρό τέρας!
Όλα Θέλει να σας τα δώσει, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: αγοράζει λοιπόν τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα των περήφανων ματιών σας.
Θέλει να σας χρησιμοποιήσει ως δόλωμα στους υπερβολικά πολλούς! Ναι, ένα σατανικό τέχνασμα εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου, που χλιμιντρά μέσα στα φανταχτερά στολίδια των θεϊκών τιμών.
Ναι, ένας θάνατος για τους πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καυχιέται πως είναι η ζωή: αληθινά, μια εγκάρδια υπηρεσία στους κήρυκες του θανάτου!
Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων – ονομάζεται «ζωή».
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: μόρφωση ονομάζουν την κλεψιά τους – κι όλα γίνονται σ’ αυτούς αρρώστια και αποτυχία!
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Άρρωστοι είναι πάντα, ξερνούν τη χολή τους και αυτό ονομάζουν εφημερίδα. Καταβροχθζουν ο ένας τον άλλο και ούτε να χωνέψουν δεν μπορούν.
Μα Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Πλούτη αποκτούν κι όμως όλο και πιο φτωχοί γίνονται. Δύναμη θέλουν και πρώτα πρώτα τον μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα – αυτοί οι ανίκανοι!
Δείτε τους πως σκαρφαλώνουν, οι ευκίνητοι τούτοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι σέρνονται στη λάσπη και στο βυθό.
Στο θρόνο θέλουν όλοι να ανεβούν: αυτό είναι η τρέλα τους – σαν να καθόταν στο θρόνο η ευτυχία! Η λάσπη κάθεται συχνά στο θρόνο – και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη.
Τρελοί μου φαίνονται όλοι τους και αναρριχητικοί πίθηκοι και υπερβολικά θερμόαιμοι. Δυσωδία μου μυρίζει το είδωλό σας, το ψυχρό τέρας: δυσωδία μου μυρίζουν όλοι μαζί αυτοί, οι ειδωλολάτρες.
Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεών τους: σπάστε καλύτερα τα παράθυρα και πηδήστε στον καθαρό αέρα!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών!
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι, ακόμη και τώρα, η γη. Κενές είναι ακόμη πολλές θέσεις για μοναχικούς ή για δυο-δυο, όπου φυσάει το άρωμα γαλήνιων θαλασσών.
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια!
Εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί μόνο αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι της αναγκαιότητα, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία.
Εκεί που τελειώνει το κράτος – δείτε λοιπόν εκεί, αδελφοί μου! Δεν βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπεράνθρωπου;»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:

Το κράτος επιχειρεί να εξασφαλίσει, για τη δική του και μόνο ψυχρή ύπαρξη, ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρχει: δελεάζει τα πιο φωτεινά μυαλά να το υπηρετήσουν, θέλει να μετατρέψει καταξιωμένους μαχητές πολλαπλών τομέων σε δικούς του μηχανισμούς. Τούτο μας θυμίζει απειράριθμα παραδείγματα της σημερινής πολιτικής αγοράς της Ελλάδας, όπου πρότερες ανιδιοτελείς ατομικότητες δελεάζονται από το δόλωμα της εξουσίας και γίνονται οι πιο σκληροί τύραννοι. Ο Νίτσε μιλάει για δέλεαρ, έχοντας υπόψη του τον Μπίσμαρκ, γερμανό καγκελάριο της εποχής του, που επεδίωκε και επιτύγχανε να νομιμοποιήσει την πολιτική του: «αίμα και σίδηρο», με το να παρουσιάζεται ως προστάτης των τεχνών, δελεάζοντας π.χ. τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ή ακόμη εκχωρώντας σοσιαλιστικής υφής προνόμια στην εργατική τάξη της χώρας του. Τότε συμβαίνει: α) το κράτος να ανυψώνεται στις συνειδήσεις του πλήθους, της αγέλης, ως ο επίγειος θεός τους. β) να ενσωματώνει τους πάντες –καλούς και κακούς, δίκαιους και άδικους– στον δικό του κορμό και να τους καταβροχθίζει. Τούτη η καταβρόχθιση στην πράξη συνοψίζεται ως εξής: πνευματική παραλυσία, με αντίδοτο τη μαζική υστερία στο κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας. Που βρίσκονται εν τέλει τα ελεύθερα πνεύματα για τον Νίτσε; Στον αγώνα ενάντια στο νέο είδωλο. Αλλά πώς μπορεί να διεξάγεται ένας τέτοιος αγώνας, όταν και οι ίδιοι οι σύντροφοι του Ζαρατούστρα κινδυνεύουν να γίνουν υπηρέτες αυτού του ειδώλου; Ο Ζαρατούστρα απαντά: μπορεί ως αποχή, απομάκρυνση από κάθε εξουσιαστικό δέλεαρ: όσα λιγότερα κατέχει κανείς, τόσο λιγότερο κατέχεται. Ο πραγματικός αγώνας για ελεύθερη συνείδηση και ελεύθερη ζωή αρχίζει εκεί και τότε, όπου και όταν παύει η βουλιμία του εξουσιάζειν. Τι λέει για τη δική της εξουσιαστική βουλιμία η ελλαδική καθεστωτική «αριστερά»; Εξαπατά με «σοσιαλιστική» «ευασθησία» πεινασμένους και χορτασμένους.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Μ. Αναγνωστάκης: το θέμα είναι τώρα τι λες





                         Μανόλης  Αναγνωστάκης
                                                 1925–2005                                

                                                                     
    «Οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύδοντες ποιεῖν καὶ λέγειν»
                                             (Ηράκλειτος)

                                                      §1

             Η ποιητική εμβίωση της ελευθερίας λόγου  

Οι εποχές που έζησε και έγραψε ο Μ. Αναγνωστάκης χαρακτηρίζονταν, ανάμεσα στα άλλα, από έναν συνεχή πολιτικό και ποιητικό λόγο. Η καλλιέργεια του πολιτικού λόγου, με την έννοια του ευρύτερα στοχαστικού δημόσιου λόγου, δεν ήταν πάντοτε πηγαία, αυθόρμητη, απαλλαγμένη από περιοριστικούς όρους: είτε έπρεπε να επιτρέπεται σε κάποιον να μιλήσει, λόγω επικράτησης διαφόρων μορφών θεσμικής βίας –π.χ. Κατοχή, μετακατοχικό και μετεμφυλιακό νεοελληνικό κράτος, χούντα– είτε έπρεπε να μην συσκοτίζεται η αλήθεια από ψευδείς ιδεολογίες, παραλυτικές για την ελευθερία σκέψης και δράσης· από κοινότοπες αντηχήσεις σαθρών ιδεών ή θεωριών, που ενοχοποιούν και την παραμικρή εγκάρδια εξωτερίκευση των ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση της θεσμικής βίας, ο ποιητικός λόγος αντιπαρατίθεται με το κράτος και παρακράτος της εξουσίας και εκφράζεται συνήθως με συμβολική γλώσσα. Στη δεύτερη περίπτωση των παραλυτικών, υποκριτικών ιδεολογιών, –εδώ ανήκουν και τα ιδεολογικά ερείπια της καθεστωτικής «αριστεράς»– ο ποιητικός λόγος αποκαλύπτει τα μυθεύματά τους. Ο Μ. Αναγνωστάκης, έχοντας μια τέτοια περίπου εμπειρία της καταστροφής του Λόγου, μάχεται ενάντια στις  σκοτεινές μεθοδεύσεις διαχείρισης της μάζας. Εάν ο διανοητής, κατά Νίτσε, είναι καμήλα, μπορεί να γίνει λιοντάρι, στο μέτρο που αντι-μάχεται σθεναρά την εθελοδουλεία της αγελαίας διανόησης. Αλλά και το λιοντάρι-διανοητής, όταν αποκτά επίγνωση της ποιητικής του αποστολής, μετασχηματίζεται σε δημιουργικό, σε ελεύθερο πνεύμα. Ένα τέτοιο πνεύμα ακριβώς είναι ο Μ. Αναγνωστάκης, όπως προκύπτει και από το παρακάτω ποίημά του:  αντικρίζει τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπόσχεται ζωή αλλά εμποδίζεται προς τούτο, ως προσωπική του μοίρα. Αυτή-εδώ αναζητεί τον προορισμό της στην αποκαθήλωση του λόγου, που διηγείται μύθους, που σκορπά φρούδες ελπίδες χωρίς αιδώ. Μοίρα – προορισμός (Geschick) του ποιητή: το πέρασμα του ελεύθερου ποιητικού λόγου πάνω από την ανελευθερία του Μαζικού, από τη χειμέρια νάρκη του Αγελαίου.           

                                                         §2
                           
                                  ΣΤΟ  ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

                Στὸ παιδί μου δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Καὶ τοῦ μιλούσανε γιὰ Δράκους καὶ γιὰ τὸ πιστὸ
                                    σκυλί
                Γιὰ τὰ ταξίδια τῆς Πεντάμορφης καὶ γιὰ τὸν ἄγριο
                                      λύκο

                Μὰ στὸ παιδὶ δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Τώρα, τὰ βράδια, κάθομαι καὶ τοῦ μιλῶ
                Λέω τὸ σκύλο σκύλο, τὸ λύκο λύκο, τὸ σκοτάδι
                             σκοτάδι,
                Τοῦ δείχνω μὲ τὸ χέρι τοὺς κακούς, τοῦ μαθαίνω
                 Ὀνόματα σὰν προσευχές, τοῦ τραγουδῶ τοὺς νε-
                                      κρούς μας.
        
        
                 Ἄ, φτάνει πιά!  Πρέπει νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια στὰ
                             παιδιά.


                                                    §3

                             Ερμηνεία – κατανόηση

Ι. Το πιο πάνω ποίημα ανήκει στην τελευταία ποιητική συλλογή του Μ. Αναγνωστάκη: Ο Στόχος. Η συγκεκριμένη συλλογή κυκλοφόρησε στα χρόνια της χούντας (1970) και έχει έντονο το χρώμα της ανασυλλογής τραυματικών εμπειριών από την ιστορία, του αναστοχασμού κοινωνικών και πολιτικών διαψεύσεων, της διάλυσης και των πιο τελευταίων αυταπατών που καλλιεργούσαν ως τότε τα υποτιθέμενα «δημοκρατικά»–«αριστερά», αλλά στην πράξη απολιθωμένα ιδεολογικά-πολιτικά είδωλα: «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός» μας λέει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα: Επίλογος της εν λόγω συλλογής.

ΙΙ. Ο ποιητικός λόγος εδώ δεν είναι απλώς αντιδικτατορικός, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερμηνευτές σχολικού επιπέδου, αλλά διαχρονικά αντι-στασιακός: ορθώνει ενάντια στις φενακισμένες συνειδήσεις μια μελωδία του ποιητικού νου, που δεν επιχειρεί να κολακέψει τις αισθήσεις, αλλά «να πει την αλήθεια στα παιδιά». Πώς νοείται η αλήθεια; Όχι βέβαια με τη σχολική λογική μιας αφηρημένης, άχρονης λέξης, κατά το κενό περιεχομένου λεκτικό σχήμα: αλήθεια ψεύδος· αλλά ως προσωπικός αγώνας να διασωθεί ο άνθρωπος –εδώ ο νέος άνθρωπος– από την άβυσσο των σκοτεινών καιρών.

ΙΙΙ. Οι σκοτεινοί καιροί συγκεκριμενοποιούνται ως εξής: α) Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το ποίημα με όλα τα κακά της: δικτατορία. β) Όλη η προηγηθείσα ιστορική περίοδος, –τραγική ιστορικότητα του ποιητικού ρεαλισμού του ποιητή– με την κρατική βία, τους ιδεολογικούς-πολιτικούς εξορκισμούς, την καλλιέργεια βάναυσων αυταπατών σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, ηθικής, ελευθερίας σκέψης και δράσης. Αυτός ο σκοταδισμός των Παραμυθιών άφηνε και αφήνει έρημες, ανέστιες, ανέτοιμες, αποπροσανατολισμένες, σακατεμένες τις εκάστοτε νέες γενιές, με συνέπεια, όταν ξεσπάει η ιστορική καταιγίδα –δικτατορία, εθνοκτόνες και προδοτικές πολιτικές του χθες και του σήμερα κ.α.– να έχουν πνιγεί μέσα στην έσχατη απογύμνωσή τους.

ΙV. Η αλληγορική σημασία του τίτλου δονεί σύγκορμο το ποίημα: Το «παιδί του» είναι ο άλλος του εαυτός. Αφενός, ως το ποιητικό Εγώ, που δεν συμβιβάζεται με τα παραμύθια· αφετέρου, ως εκείνοι οι άνθρωποι, που διαμεσολαβούν τις αγωνιστικές τους προσδοκίες για ένα φωτεινό αύριο με την ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση. Κυρίως πρόκειται για κάθε νέα γενιά που απεχθάνεται το καθιδρυμένο ψεύδος της καθεστηκυίας τάξης και αποκηρύσσει την αφέλεια για αναγέννηση της ζωής με ιδεαλιστικές θαυματουργίες.  Η ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση είναι οι λέξεις –ως ιδέες, ως έννοιες– που καρφώνονται σαν πρόκες, όπως λέει στο ποίημά του Ποιητική, από την ίδια συλλογή, ο ποιητής.

V. Όπως  προκύπτει, ο ποιητής κατανοεί την ποιητική Ιδέα ως την ακατάλυτη οντολογική δύναμη, που μπορεί να οδηγήσει τους ζωντανούς ανθρώπους στο ξέφωτο:  έξω από τις καθεστωτικές χειραγωγήσεις, πάνω από μια φαινομενικά ευδαιμονική  πραγματικότητα, ωραιοποιημένη πότε μέσω του εκφοβισμού [: επισείουν το φόβο των κακών Δράκων], πότε μέσω της εξαπάτησης [: άγριος λύκος], πότε μέσω της συγκατάβασης,  του εφησυχασμού, της εφήμερης αγαθότητας [: Άργος, Πεντάμορφη]· έξω από κάθε επίσημη, προπαγανδιστική, κομματική ιδεολογία, που αποστεώνει τις ιδέες–καρφιά σε βερμπαλιστικά λεξίδια, σε νεκρά σχήματα υποκρισίας και ψεύδους.



Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Πλάτων: η πολιτική αρετή πέραν της τεχνικής γνώσης


                                                 
                                                   
                   
                                         Πλάτων
                                        427–347 π.Χ.

                                   Πρωταγόρας:

                         Πώς η επίφαση δημοκρατίας
                              διαλύει την κοινωνία!


1. Ο Διάλογος Πρωταγόρας είναι ένα από τα πιο μεστά σε φιλοσοφικό περιεχόμενο έργα του Πλάτωνος και τα πιο εμπνευσμένα σε ύφος, πλοκή και δραματουργική τεχνική. Γράφτηκε μετά το 399 π.Χ., πιθανόν γύρω στα 388/387 π.Χ., και απεικονίζει την πνευματική ζωή της Αθήνας λίγο πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν έφτανε στο τέλος της η εποχή του Περικλή. Η πνευματικότητα τούτη δεν νοείται από τον Αθηναίο φιλόσοφο απλώς ως μια πτυχή ή εκδήλωση  της πολυδιάστατης δραστηριότητας της πόλης και της πολύπαθης δημοκρατικής της λειτουργίας παρά ως το φωτεινό κέντρο μιας πόλεως-κράτους, που προς τα έξω ασκούσε «δημοκρατική» ηγεμονία σε άλλες πόλεις, ενώ  προς τα μέσα καλλιεργούσε μια «δημοκρατική» επίσης κυκλοφορία των ιδεών αλλά όχι λιγότερο και μια ιδεολογική ηγεμονία επί ενός κατά πολύ άγνωμου πλήθους. Το ηγεμονικό στοιχείο συνιστά κίνητρο δράσης διαφόρων επίδοξων πολιτικών ομάδων, αλλά και πνευματικών κινημάτων σαν αυτό των σοφιστών. Ετούτο το κίνημα επιχείρησε να ανταποκριθεί στα πρακτικά αιτήματα της αθηναϊκής κοινωνίας για νέες ιδέες, για την πολιτική παίδευση και εκπαίδευση νέων ανθρώπων και για τη διαμόρφωση αντίστοιχης αυτοσυνείδησης. Βασικό στοιχείο στην ως άνω εκπαίδευση ήταν η άσκηση της ρητορικής ικανότητας και γενικότερα η αποτελεσματική χρήση του λόγου μέσα από την ανάπτυξη επιχειρημάτων.     

2. Η συνομιλία Σωκράτη και Πρωταγόρα σκηνοθετείται σε συνδυασμό με την Αθήνα του πλούτου και της δόξας, αλλά και με τη φήμη που είχε αποκτήσει μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον της πόλεως ο μεγάλος σοφιστής Πρωταγόρας. Γι’ αυτό και η έκθεση των ιδεών του Διαλόγου επιζητεί να αναδείξει τον χαρακτήρα της κατά Πρωταγόρα σοφιστικής παιδείας σχετικά με την αρετή, αλλά και τον σκοπό της. Η παρουσίαση των φιλοσοφικών ιδεών του σοφιστή γίνεται από τον Πλάτωνα με πολύ γλαφυρότητα και ανοικτότητα, αντάξια του πνευματικού μεγέθους του Πρωταγόρα. Η συνομιλία διεξάγεται με μια μορφή κύκλου των θέσεων των δυο συνομιλητών. Αυτό, ας πούμε, που υποστηρίζει αρχικά ο Σωκράτης ενάντια στις θέσεις του Πρωταγόρα εκτυλίσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να υποχρεώνεται στη συνέχεια να γυρίζει στον λόγο ή τις θέσεις του σοφιστή. Πρώτος λοιπόν ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται πως διδάσκει την πολιτική αρετή, δηλαδή την πολιτική τέχνη. Όπως λέει ο ίδιος, διδάσκει την ευβουλία για την καλή διαχείριση των ιδιωτικών του υποθέσεων και για τις υποθέσεις της πόλεως: πώς θα διοικεί κανείς σωστά το σπίτι του  και συγχρόνως πώς θα γίνει ικανός πολιτικός στο λέγειν και στην  πράξη. Ο Σωκράτης αμφισβητεί τη δυνατότητα να διδάσκεται η πολιτική αρετή. Τα επιχειρήματά του μάλιστα στοχεύουν ευθέως στο κέντρο μιας φθαρμένης και όχι λιγότερο διεφθαρμένης δημοκρατίας.

3. Το πρώτο επιχείρημα: άσχετοι επί του Πολιτικού, άνθρωποι χωρίς στοιχειώδη πολιτική παιδεία, ξυλουργοί, σκυτοτόμοι, σιδηρουργοί και άλλοι του είδους συμβουλεύουν αδιάκοπα τους Αθηναίους – και αυτοί το δέχονται– στην εκκλησία του δήμου για τις σπουδαίες υποθέσεις του κράτους, τη στιγμή που για τις πρακτικές-εξειδικευμένες τέχνες ακούγεται στην εκκλησία του δήμου από τους Αθηναίους μόνο ο ειδικός. Τι δείχνει αυτό το επιχείρημα; Πως οι Αθηναίοι δεν πιστεύουν ότι διδάσκεται η πολιτική αρετή. Αυτό βέβαια περιέχει υπαινιγμούς για το ότι ένα θεσμικό όργανο της λαϊκής βούλησης, όπως η εκκλησία του δήμου, χωρίς βαθύτερη φιλοσοφική παιδεία των μελών του γίνεται έρμαιο των επιτήδειων. Σύμφωνα με το δεύτερο επιχείρημα, σπουδαίοι πολιτικοί ηγέτες, όπως ο Περικλής, δεν μπορούν να μεταδώσουν την πολιτική αρετή στους γιους τους, παρά τη μόρφωση που τους έδωσαν. Η τυπική μόρφωση, μας λέει ο Πλάτων, δεν αρκεί. Ο Πρωταγόρας απαντά με έναν συνεχή λόγο, που η πεμπτουσία του εντοπίζεται στα εξής: η πολιτική αρετή δεν σχετίζεται με την αρετή ορισμένων ειδικών, παρά συνδέεται με την ορθολογική δράση της ανθρωπότητας γενικά. Έτσι έχουν δυνατότητα και δικαίωμα συμμετοχής όλοι στην πολιτική αρετή, δηλαδή στην πολιτική τέχνη. Ο Δίας εξάλλου έδωσε σε όλους τους ανθρώπους την πολιτική αρετή της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των ξυλουργών και των τεχνιτών.

4. Τούτο βέβαια σημαίνει στο βάθος, για τον Πλάτωνα, πως μια σωστή λειτουργία του κράτους απαιτεί την άνωθεν δημιουργική πνοή, την απαραίτητη φροντίδα για το κοινό καλό και όχι απλώς τον έναν ή τον άλλο τεχνίτη. Αυτή την ιδέα επεξεργάζεται καθ’ όλη τη φιλοσοφική του πορεία με κορύφωση τη χρηστή διακυβέρνηση από τους φιλοσόφους  στην Πολιτεία. Η ασχετοσύνη, η ανικανότητα, η ακαταλληλότητα, η αναρμοδιότητα, η αναξιότητα … που με «δημοκρατικό» μανδύα υπονόμευε εκ βάθρων, στην εποχή του Πλάτωνα, την ύπαρξη της Αθήνας, αυτή η ίδια αναξιότητα και πολιτική ανυποληψία των σημερινών επαγγελματιών πολιτικών χορεύει τους πανηγυριώτικους χορούς της πάνω στο πτώμα της σύγχρονης κοινωνίας μας.  Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, μπορεί να είναι καλοί τεχνίτες, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι και καλοί πολιτικοί. Ένας σημερινός, ας πούμε, οικονομολόγος μπορεί να φαίνεται ότι γνωρίζει καλά τα οικονομικά, αλλά με αυτή την «αρετή» μόνο δεν μπορεί να κυβερνήσει δίκαια, γιατί είναι ένας στυγερός διαχειριστής, ένας απαίδευτος φιλοσοφικο-πολιτικά εγωιστής, χωρίς ικμάδα δημιουργικής πνοής και λεπταίσθητης συνανθρωπίας. Ο διακεκριμένος σοφιστής, ο Πρωταγόρας, θέλει να μας πει εν τέλει ο Πλάτωνας, εκ πρώτης όψεως έχει δίκαιο, όταν υποστηρίζει το διδακτό της πολιτικής αρετής. Η τελευταία ωστόσο δεν προκύπτει ως άθροισμα επί μέρους αρετών –π.χ τεχνοκρατικκών, δημοσιογραφικών, οικονομικών κ.λπ.– αλλά συνυφαίνεται με τη σφαιρική γνώση του κόσμου, με τη φιλοσοφική του ερμηνεία και κατανόηση, καθώς επίσης και με την κατανόηση της θέσης του ανθρώπου εδώ μέσα.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Hegel: φιλοσοφία του πνεύματος και ιστορία


                   
                               Γκέοργκ Χέγκελ
                                     1770–1831

             Διαλεκτική και πνεύμα του κόσμου
                     (Dialektik und Weltgeist)

                                                       §1

Τι περιμένει ο Χέγκελ από τη φιλοσοφία;  Περιμένει τη γνώση της αλήθειας και μάλιστα της απόλυτης αλήθειας σε συνδυασμό με την ιστορικότητά της. Πώς μπορεί να αναζητείται μια βέβαιη για τον εαυτό της αλήθεια, όταν κάθε νέα φιλοσοφία ή φιλοσοφική θεώρηση αξιώνει τη δική της αλήθεια μέσα από την αναίρεση μιας προηγούμενης φιλοσοφικής θεώρησης; Μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας παρατηρείται μια πολλότητα φιλοσοφιών, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται να καθιστά μάταιη οποιαδήποτε απόπειρα για ουσιαστική γνώση της αλήθειας. Όλες ή σχεδόν όλες οι φιλοσοφίες ασχολούνται με τον άνθρωπο, τον κόσμο ή το θεό· αλλά ποια απ’ αυτές λέει την αλήθεια; Κι ακόμη: η αλήθεια είναι μία ή πολλές; Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η αλήθεια δεν ανευρίσκεται στη μια ή την άλλη δοξασία περί θεού και ανθρώπου ή περί κόσμου και πνεύματος, αλλά στη διαλεκτικο-ιστορική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος. Μέσα σε τούτη την κίνηση εκτυλίσσονται και εκτίθενται όλες οι φιλοσοφίες, γονιμοποιούνται στη διαφορετικότητά τους και ανα-συλ-λέγονται ως σχετική αλήθεια, ακόμη κι όταν θεωρούν τον εαυτό τους ως απόλυτη αλήθεια. Τι συμβαίνει εδώ; Συμβαίνει η διαλεκτική σχετικής και απόλυτης αλήθειας. Σχετική είναι η αξίωση μιας φιλοσοφικής θεωρίας να εκλαμβάνεται ως απόλυτη και απόλυτη η ιστορική ύπαρξή της κατά λογική αναγκαιότητα. Έτσι, η εν λόγω διαλεκτική αναπτύσσεται ως αναίρεση της πιο πάνω αξίωσης μέσα από τη στοχαστική πρόσληψη της ιστορικής ύπαρξης της κάθε φιλοσοφίας.

                                                       §2

Ποια είναι η βάση, το έδαφος αυτής της διαλεκτικής; Είναι το πνεύμα του κόσμου, που δεν κάνει έφοδο από τον ουρανό μέσα στην εμπράγματη συνθήκη του ανθρώπου, αλλά ενυπάρχει μέσα στην ιστορία και την κοινωνία του τελευταίου ως η Λογικά και ιστορικά δρώσα δύναμή του. Εάν το Απόλυτο κατανοείται ως η ενεργός ενδημία του πνεύματος μέσα στον κόσμο, τότε αυτό το πνεύμα του κόσμου ανελίσσεται ιστορικά και όχι εξω-ιστορικά:  δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα επέκεινα ή ως κάτι το στατικό παρά μόνο ως μια διαλεκτική πορεία των πολλαπλών δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Στη Φιλοσοφία του πνεύματος, το συγκεκριμένο πνεύμα  συνυφαίνεται με τη διαλεκτική ολότητα του εγελιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ετούτο το σύστημα έχει τον χαρακτήρα κύκλων από κύκλους, όπου το πνεύμα του κόσμου μελετάται στο πλαίσιο της κίνησης του αντικειμενικού πνεύματος. Το τελευταίο τούτο, από υποκειμενικό, από σκεπτόμενη υποκειμενικότητα καθεαυτήν [=δυνάμει], γίνεται δρώσα υποκειμενικότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι, το αντικειμενικό πνεύμα είναι η πράξη, το έργο που επιτελεί ο εαυτός του για λογαριασμό του εαυτού του: καθιστά τον εαυτό του αντικείμενο του εαυτού του, αντικειμενική ύπαρξη, ρεαλιστικά υπαρκτό κό  σμο μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, μέσα στη θρησκεία, στο πολίτευμα, στο κράτος. Δυνάμει αυτού του έργου του είναι το πνεύμα του κόσμου και όχι λιγότερο παγκόσμιο πνεύμα, που συνιστά την υπόσταση της ιστορίας.

                                                         §3


Το πρώτο μέλημά του, στην αντικειμενική του εκτύλιξη, ως πνεύματος του κόσμου, είναι να γνωρίσει τον εαυτό του, να τον συλλάβει κατανοητικά· γι’ αυτό το λόγο, μέσα στην ιστορία, σαν μέσα στο χρόνο, τον γνωρίζει πιο ειδικά ως το πνεύμα του λαού ή ως το εθνικό πνεύμα (Volksgeist). Κάθε τέτοιο πνεύμα αποτελεί ένα στάδιο στην καθολική ζωή του παγκόσμιου πνεύματος ή του πνεύματος του κόσμου. Πρακτικά λοιπόν το τελευταίο αναδύεται ως αποτέλεσμα της αλληλενέργειας και της αλληλεπίδρασης των εθνικών πνευμάτων. Το ένα ή το άλλο πνεύμα ενός λαού είναι μια προσδιορισμένη ατομικότητα και όχι γενικά όλη η ανθρωπότητα. Κάθε λαός, ο ελληνικός, ο γερμανικός, ο γαλλικός, ο αγγλικός κ.λπ., μάχεται για την ενικότητά του, την ατομική του ενότητα, με βάση την ενιαία κοινωνική και πολιτική τάξη, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή γλώσσα, θρησκεία και ιστορία. Έτσι η έννοια του πνεύματος του κόσμου είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την ενεργό πραγματικότητα του λαού, ώστε η ιστορία ως τέτοια να αποκτά νόημα αντίστοιχο προς τον κοσμοϊστορικό ρόλο του λαού. Το πνεύμα του κόσμου ορισμένως λοιπόν είναι ο Λόγος που έχει βούληση και δρα. Και ένας λαός είναι ισχυρός, ενάρετος, δίκαιος, ηθικός, πρωταγωνιστής της ιστορίας, όταν ακολουθεί αυτό τον Λόγο και δρα αυτόνομα. Αλήθεια, πόσα εθνικά πνεύματα στην εποχή μας, πόσοι λαοί, ανάμεσά τους και ο ελληνικός, δρουν αυτόνομα; Λόγω ακριβώς απουσίας αυτής της πνευματικής-πρακτικής αυτονομίας βαθαίνει η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο λαός σύμφωνα με την εσωτερική του αλήθεια, ουσία και προορισμό, και στην εξωτερική του ύπαρξη. Συγχρόνως βαθαίνει και η αντιπαλότητα ανάμεσα στους λαούς ερήμην αυτών των ίδιων. Εδώ έγκειται και ο ιστορικός ρόλος του πνεύματος του κόσμου ως παγκόσμιου πνεύματος (Weltgeist): να σφυρηλατεί και να εκφράζει τη συνοχή της ιστορικής αλληλουχίας των κυρίαρχων εθνικών πνευμάτων, αυτών τούτων των διαφορετικών λαών και των αντίστοιχων πνευματικών πολιτισμών.