Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία



Ελληνική Φιλοσοφία, Χριστιανισμός και Εγελιανό Πνεύμα

§1: Διερευνάται η σχέση του χριστιανισμού με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Αυτή η σχέση, στο βαθμό που και όπως υπάρχει, επέτρεψε σε ορισμένους χριστιανούς συγγραφείς να μιλάνε για χριστιανική φιλοσοφία και μάλιστα αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Η εγελιανή διατύπωση για τον χριστιανισμό, ως αποκεκαλυμμένη θρησκεία, δεν ταυτίζεται με την εν λόγω αποκεκαλυμμένη φιλοσοφία. Ωστόσο αντιμετωπίζει τη χριστιανική θρησκεία ως παράγωγο ιστορικής γένεσης και ως το αποκορύφωμα μιας προγενέστερης εξέλιξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Κεντρικό σήμα ετούτης της εξέλιξης είναι η συγκροτημένη φιλοσοφική γλώσσα με τις αντίστοιχες έννοιες  διαχρονικής ισχύος. Μια τέτοια έννοια, στην οποία έχει επενδύσει ο χριστιανισμός είναι: ο Λόγος. Η χρησιμοποίηση του Λόγου του έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιάζεται ως φιλοσοφία.

§2: Πώς νοείται ο Λόγος από τον χριστιανισμό; Ως αιώνιος, υποστασιοποιημένος, δημιουργός και γεννήτορας των πάντων. Η σαρκική και εν ταυτώ θεία του υπόσταση είναι ο Ιησούς. Οι χριστιανοί συγγραφείς – απολογητές του 2ου μ.Χ. αιώνα και συνέχεια πραγματεύτηκαν το Λόγο υπό τη μονοσήμαντα θεολογική του μορφή, την οποία δικαιολογούσαν ως την αναγκαία ολοκλήρωση του Ελληνικού Λόγου και επομένως ως την υπέρβασή του. Μας λένε λοιπόν, με διάθεση εξω-Λογικότητας, πως ο Λόγος δεν αποτελεί ιστορικό προϊόν της ανθρώπινης σκέψης, αλλά εμφανίζεται στη ζωή μας ως εξ αποκαλύψεως και ενσαρκώνεται στην ορθότητά του και τελειότητά του από τον Ιησού Χριστό. Ο Ελληνικός Λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αποσπασματική στιγμή του Λόγου. Υπό ένα τέτοιο πνεύμα επιχείρησαν να τον αξιοποιήσουν τόσο θεωρητικά, ώστε να πείσουν για τον φιλοσοφικό χαρακτήρα του χριστιανισμού, όσο και για την πρακτική του σημασία ως τρόπο ζωής.                                                                                                       

§3: Ο χριστιανισμός επιτυγχάνει μια εσωτερική συνοχή ανάμεσα στον φιλοσοφικό του χαρακτήρα και τον πρακτικό τρόπος ζωής, σύμφωνα με τους χριστιανούς συγγραφείς: ο χριστιανός φιλοσοφεί με τον τρόπο που ζει. Πώς ζει; Ακολουθώντας τις επιταγές του θείου λόγου.  Αυτός ο λόγος μας αποκαλύπτεται, σύμφωνα με τον Κλήμη τον Αλεξανδρινό, και μας αποκαλύπτει, δηλαδή μας καθοδηγεί στην καθημερινή μας πράξη, ώστε να γινόμαστε όμοιοι με το θεό και να ανάγουμε σε οδηγητική αρχή της συνολικής μας παιδείας το σχέδιο πρόνοιας του θεού. Το κύριο ωστόσο σε όλες αυτές τις θεωρητικές επιδόσεις των χριστιανών συγγραφέων για να καθιδρύσουν έναν αυτόχθονα θρησκευτικό λόγο είναι τούτο: ρητά ή υπόρρητα εκκινούν από την ουσία του ελληνικού όρου φιλοσοφία και αποζητούν έναν τρόπο ζωής, που δεν αντιβαίνει στο μοναστικό τρόπο ζωής των χριστιανών. Δεν αντιβαίνει από άποψη αρχής, γιατί σε επίπεδο μορφής ο έλληνας φιλόσοφος δεν κλεινόταν σε μοναστήρι ή δεν γινόταν αναχωρητής εκτός κόσμου.


 §4: Ο έλληνας φιλόσοφος, όπως τον προσδιορίζει, ας πούμε ο Πλάτων, με το σώμα του βρίσκεται μέσα στον κόσμο, αλλά με την ψυχή του και το νου του συγκεντρώνεται στην ενατένιση της Ιδέας του Αγαθού. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο χριστιανός με τον τρόπο ζωής του, ανεξάρτητα αν είναι αποσυρμένος στο μοναστήρι ή την έρημο, ενατενίζει το Θεό. Αμφότερες οι κατηγορίες ανθρώπων συνδέονται με μια συνειδητή επιλογή, που τους υποχρεώνει να μεταμορφώνουν προς έναν ανώτερο σκοπό την προφανή, την εγκόσμια συνθήκη της ζωής τους. Στο βαθμό λοιπόν που ο χριστιανισμός διεκδικεί μια φιλοσοφική του αυταξίωση αντλεί βασικές αξίες και πρακτικές από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τούτο ισχύει θεμελιωδώς για το αρχέγονο πνεύμα του χριστιανισμού και όχι τόσο για πολλές σημερινές του πρακτικές, που διέπονται από πολιτικό, θρησκευτικό ή άλλο παρεμφερή ωφελιμισμό. Η αρχαιοελληνική πηγή, στην αληθινή της ανάγνωση, από την οποία πίνει νερό ο φιλοσοφικός χριστιανισμός είναι η πνευματικότητα ή τα πνευματικά ριζώματα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Υπ’ αυτό τον ορίζοντα γίνεται ακόμα μια φορά σαφές και το Πνεύμα (Geist) κατά Χέγκελ: απηχεί αυτή την κοινή πνευματικότητα στην πιο εύρωστη νεωτερική της έκφραση και οποιαδήποτε μονοσήμαντη υποβάθμισή του εν λόγω Πνεύματος σε Νου την εξολοθρεύει αναίτια.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Πόσο επίκαιρος είναι ο Διαφωτισμός;


Βασικές αρχές του Διαφωτισμού:
Η ισχύς τους χτες και σήμερα

§1

Τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκε στην Ευρώπη ένα στοχαστικά αισιόδοξο πολιτισμικό και πνευματικό κλίμα, που αντανακλούσε την καθίδρυση του Διαφωτισμού. Αντλούσε τη συγκεκριμένη του αισιοδοξία από τα θεμέλια του Λόγου, έτσι όπως τα έθεσαν οι μεγάλοι διανοητές με την Πνευματική Επανάσταση του 17ου αιώνα [με αυτή την Επανάσταση θα ασχοληθούμε σε επόμενες αναρτήσεις]. Η κυριαρχία του ορθολογικού Λόγου (Vernunft) είναι πλέον γεγονός. Με βάση αυτό τον Λόγο υπάρχει:

Ι. Μια διαρθρωμένη Λογικά τάξη, όπου έχουν λόγο ύπαρξης όλα τα ζωντανά πλάσματα και μέσα στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί ένα από τα πολλά διαρθρωτικά στοιχεία. Η υπευθυνότητά του στο πεδίο της θεωρίας και ακόμα πιο πολύ της πράξης είναι αντίστοιχη προς την ανάπτυξη από τον ίδιο της Λογικής του ικανότητας και από τον πνευματικό του αγώνα για εξάλειψη του παραλογισμού από την κοινωνία των πολιτών.

ΙΙ. Ένα ορθολογικά οργανωμένο σύμπαν, όπου δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος ιδιόρρυθμος θεός, που με την πρακτική των επεμβάσεων και των θαυμάτων αντιστρατεύεται, περιφρονεί και εν τέλει καταργεί αυτή τούτη την ύπαρξη των φυσικών νόμων. Ο ρόλος του θεού, και τούτο ισχύει για όσους από τους Δια-φωτιστές πίστευαν στην ύπαρξή του, ήταν να προωθεί, κατά τρόπο αρχέγονο, την ισχύ και την εφαρμογή των φυσικών νόμων. Η Δια-φωτιστική κριτική στη χριστιανική βασικά θρησκεία στρεφόταν κυρίως ενάντια στον ανεπιστημονικό χαρακτήρα της Βίβλου με όλα τα συνεπακόλουθα: καταδίκη του προπατορικού αμαρτήματος, των επιλεκτικών επιλογών, των ισχυρισμών περί κολάσεως και παραδείσου κ.λπ.

ΙΙΙ. Ένα σύστημα ορθολογικής διαβίωσης, που το ήθος του δεν συμβιβάζεται με τις ηθικές ντιρεκτίβες του οργανωμένου θρησκευτικού συστήματος του χριστιανισμού, αλλά αναζητεί τις αρχέγονες ρίζες του στον κλασικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εδώ μέσα ανιχνεύονται οι πιο διαφορετικοί διανοητές με τις πιο διαφορετικές ιδέες, χωρίς να χρειάζεται μονοσήμαντη προσκόλληση στον ένα διανοητή ή στη μια  ιδέα και όχι στον άλλο ή την άλλη.

ΙV. Η έγνοια για το παρόν με βάση γήινα και όχι θεϊκά πρότυπα. Έτσι το ζητούμενο είναι: Να εγκύπτουμε στην οργάνωση, λειτουργία, χρησιμότητα και καλύτερη δυνατή κατανόηση του παρόντος κόσμου. Όχι εναπόθεσης της ελπίδας σε ουράνιους μελλοντικούς κόσμους. Η συγκεκριμένη καθημερινότητα δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορουςˑ γι’ αυτό η χρήση του Λόγου, η εφαρμογή της Λογικής μπορεί να αποδιώξει από μέσα μας, αλλά και από το Λογικό μας σύμπαν την ατιμία, την απανθρωπιά, όπως επίσης τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις.    

§2

Ι. Ο χαρακτήρας του Διαφωτιστικού κινήματος ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ανατρεπτικός: με το νόημα ότι δεν επέφερε βαθιές αλλαγές μόνο στον τρόπο σκέψης, αλλά και στη στάση ζωής. Ορισμένως λοιπόν μετέδωσε ένα είδος ριζοσπαστικού τρόπου σκέψης, οργάνωσης και ανθρώπινης επικοινωνίας και σε άλλα πεδία της ζωής, όπως για παράδειγμα στην οικονομία γενικώς ή πιο ειδικά στο εμπόριο. Επίσης προκάλεσε ένα ρεύμα ανθρωπισμού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την προώθηση διαφόρων μεταρρυθμίσεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Δημιούργησε έτσι νέους όρους για να σκέπτεται κανείς εδώ και τώρα τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου και να επιχειρεί βελτιώσεις στις επί μέρους περιοχές της θρησκείας, της δικαιοσύνης, της πολιτικής οργάνωσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ.

ΙΙ. Το Διαφωτιστικό άνοιγμα της σκέψης βρήκε πολλούς αποδέκτες, αλλά όχι και λίγους επικριτές. Τα πιο προχωρημένα, σε επίπεδο μόρφωσης, στρώματα της κοινωνίας βρήκαν απαντήσεις σε θέματα ύπαρξης, επιστήμης και συνολικής απελευθέρωσης του συναισθηματικού και νοητικού τους κόσμου. Την ίδια στιγμή ωστόσο τα πιο αμόρφωτα στρώματα σπρώχνονταν να αναζητούν τη λύτρωσή τους στις δεήσεις, στη δαιμονολογία και σε εκστρατείες θεολογικών κηρυγμάτων για σωτηρία από τις αμαρτίες τους, μόνο εάν πιστεύουν ακράδαντα στην αγάπη του θεού.

ΙΙΙ. Ένα από τα αρνητικά του σημεία στη διαμάχη του με τη θρησκεία θεωρεί ο Χέγκελ την απολυτοποίηση του Λόγου, την υποταγή των πάντων στην απόλυτη εξουσία του τελευταίου. Ως συνέπεια τούτου, βαθμιαία τείνει να επικρατήσει, αλλά με αντιστροφή των όρων της σχέσης, εκείνη ακριβώς η κατάσταση που ο Διαφωτισμός υποτίθεται ότι αντιμαχόταν: εάν ως τότε η απόλυτη εξουσία του θρησκευτικού-θεολογικού Λόγου δεν συμβιβαζόταν παρά μόνο με την ολοσχερή καταστροφή του ορθού Λόγου, με τον Διαφωτισμό η απόλυτη κυριαρχία του Λόγου κυοφορεί μια ανάλογη εκμηδένιση του Λόγου της θρησκείας.


ΙV. Η άνευ όρων και ορίων κυριάρχηση του ψυχρού ορθολογισμού εξέθρεψε έκτοτε έναν ασύδοτο εργαλειακό Λόγο της Δυτικής Παιδείας. Έτσι, από την εξάλειψη του φεουδαλισμού με τον αγώνα του Διαφωτισμού, με τον ίδιο αγώνα φτάσαμε τελικά στο φεουδαλισμό της πιο άσπλαχνης, πιο άκαρδης και όχι λιγότερο απολυταρχικής οργάνωσης της ζωής, με βάση ακριβώς τις επιταγές του εν λόγω Λόγου. Και όταν κυριαρχεί ένας τέτοιος ψυχρός, απρόσωπος, σιδερένιος, άτεγκτος εργαλειακός Λόγος, τα πιο ανίκανα όντα αναλαμβάνουν τη διαχείριση ανθρώπων και πραγμάτων και διαιωνίζουν την εξουσία των ασημαντοτήτων.