Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

H. Arendt: Ποια πολιτική υπόσχεται ο Σωκράτης;




Hannah Arendt
1906-1975


 Η Σωκρατική πολιτική πράξη:
Ανακάλυψη του άλλου και όχι αντιπαράθεση


§1: Η Χάνα Άρεντ φιλοσοφεί, γιατί θέλει να σκέπτεται πολιτικά. Και σκέπτεται πολιτικά, επειδή φιλοσοφεί Τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όταν πάντοτε πλανιέται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, κάπως σαν μια επιμνημόσυνη δέηση, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα  στην πολιτική και τη φιλοσοφία; Πολύ στοχαστικά η Χ. Άρεντ μας προειδοποιεί σχετικά: η ουσία της πολιτικής αναζητείται στον λόγο και την πράξη των ανθρώπων ως τέτοιων και διόλου δεν ταυτίζεται με την ιδιοτελή πολυπραγμοσύνη του κάθε  ανεπάγγελτου, αλλά βαθύπλουτου φτωχοπρόδρομου της επαγγελματικής πολιτικής. Φιλοσοφία και πολιτική, ως εκ τούτου, μπορούν να συναντηθούν, να συνομιλήσουν, μόνο μέσα στον κόσμο του ως άνω λόγου και πράξης. Να γιατί η πληθύς των ανθρώπων, κατά την ερμηνεία της φιλοσόφου, δεν είναι απλώς μια αγέλη χωρίς γνώμη και λόγο, αλλά μια πολλότητα με κατ’ εξοχήν πολιτικό μεδούλι. Ετούτο ακριβώς το μεδούλι εκδηλώνεται, μέσα στην πολλότητα, ως ετερότητα, απηχούσα την ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπινου όντος. Υπ’ αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει απόλυτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο των πολιτικών ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους τωρινούς γελωτοποιούς της τρέχουσας πολιτικής, αλλά μια απόλυτη ενιαιότητα από γνώμες και ποικίλες νοο-τροπίες,  εκφρασμένη εκάστοτε με τα χρώματα της πολλαπλότητας των πολιτικών δραστηριοτήτων, που επαγγέλλονται ο λόγος και η πράξη των καθέκαστων ατόμων.
  
§2: Το καθέκαστο άτομο, που σκέπτεται, δηλαδή που φιλοσοφεί,  φέρει μέσα του αυτή την πολλότητα των ανθρώπων και την πολλαπλότητα των γνωμών, τη βιώνει εντός του ενεργά και ζωτικάˑ στο βαθμό δε που τη βιώνει έτσι, που διαλέγεται με τον εαυτό του, ενδιαφέρεται, αισθάνεται ως αδήριτη ανάγκη, να διαλέγεται ζωντανά και με τους άλλους ανθρώπους. Ένα τέτοιο άτομο ήταν ο Σωκράτης και ως τέτοιο ακριβώς τον μεταστοχάζεται η Άρεντ. Ο μοιραίος προ-ορισμός του ως φιλοσοφικού προσώπου της πολιτικής έμελλε να ολοκληρωθεί ιστορικά με τη δίκη και την καταδίκη του. Ένα γεγονός που εισήγαγε στην ιστορία της δυτικής πολιτικής σκέψης, με τρόπο ηχηρό και άκρως ομιλητικό, το χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πολιτική. Τι συνέβη και ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο; Δεν κατόρθωσε, μας λέει η φιλόσοφος, να πείσει το δικαστήριο για τις αγνές πολιτικές του προθέσεις και για τις αρετές του. Η λογική της πειθούς ήταν μια κατ’ εξοχήν πολιτική έκφραση του λόγου στην αρχαία Αθήνα: μια οργάνωση και δομική αποτύπωση του λόγου, που αποκλείει τον καταναγκασμό, τη βία, τη βαρβαρότητα και απλώνεται στην αλήθεια του άλλου. Το πειστικό στοιχείο του λόγου του Σωκράτη, στο δικαστήριο, ήταν ότι είχε θέσει όλο το λεκτικό και πρακτικό του Είναι, την πολύπλευρη δραστηριότητά του, στην υπηρεσία της πόλης. Γιατί δεν έπεισε; Επειδή αποτεινόταν σε αφιλοσόφητους πολίτες, των οποίων η γνώμη, η δόξα με την αρχαία ορολογία, ήταν ασθενής συγκριτικά με τη Σωκρατική Γνώμη.

§3: Ο Σωκράτης γνώριζε τον αφιλοσόφητο χαρακτήρα των ατόμων που είχε απέναντί του. Και όμως δεν αντιπαρατέθηκε υβριστικά μαζί τους, παρά έπραξε ό,τι έπραττε καθ’ όλο τον προηγούμενο βίο του. Δήλωσε πως δεν είναι σοφός, αμφισβητώντας έτσι τη σοφία ως προνόμιο των θνητών και αναλογικά κάθε ανεύθυνη γνώμη, που θεωρεί εαυτήν σοφή. Έτσι δοκίμασε να συνομιλήσει με τους δικαστές, αποδομώντας τις προκαταλήψεις τους περί δικής του σοφίας, υπερβαίνουσας τα όρια της αποδεκτής δημόσιας γνώμης. Στην πράξη, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύεται σοφότερος από τους άλλους θνητούς, γιατί αμφισβητεί ακριβώς εκείνο που οι πολλοί του προσήπταν: ότι είναι σοφός. Αμφισβητεί δηλαδή τη δόξα [=γνώμη και φήμη] του Εαυτού εν γένει, ο οποίος, δι’ αυτής της αμφισβήτησης, έθετε στην πολλότητα των ανθρώπων και εντός αυτής νέες φιλοσοφικές αξιώσεις για την πολιτική, για την πόλη. Η καταδίκη του μαρτυρεί, σύμφωνα με την Άρεντ, ότι η πολλότητα των Αθηναίων δεν μπόρεσε να καταλάβει την πολλαπλότητα των νοημάτων του: από τη μια πλευρά, ο  διαλεκτικός-μαιευτικός του τρόπος προσέγγισης των θεμάτων έπεσε, ως κάτι ξένο, ως κάτι το άπατρι/το άπολι, στο κεφάλι τουςˑ από την άλλη, η αλήθεια της Γνώμης του, καθώς εκφράστηκε στα ορισμένα όρια της πειθούς, θεωρήθηκε  ως μια αναλήθεια, ίδια και όμοια σαν τις αναλήθειες των δικαστών. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο ο Σωκράτης αναγνώριζε μια ιδιάζουσα στην ουσία του κάθε ανθρώπου Γνώμη, μια Δόξα, ήτοι εικόνα ή άποψη για τον κόσμο, πάνω στην οποία οικοδομούσε την αμοιβαία προσέλκυση προς το διαλέγεσθαι.

§4: Όλη η επιδεξιότητα της μαιευτικής του τέχνης στόχευε σε μια Φαινομενολογία εκείνης της αλήθειας, που ο κάθε άνθρωπος έχει δυνητικά μέσα του. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική δραστηριότητα του Σωκράτη εξελισσόταν σε πολιτική δραστηριότητα: όχι μόρφωση, όχι διδασκαλία ενός μείζονος σοφιστικού λόγου, ικανού να παραγάγει πειστικούς πολιτικούς, αλλά καθίδρυση σε σωστή βάση, δηλαδή σύμφωνα με το ήθος του διαλέγεσθαι, της γνώμης του κάθε πολίτη. Αυτό συνιστούσε μέγιστη πολιτική πράξη, η οποία από άλλους αξιολογούνταν σωστά και από άλλους όχι. Ανεξάρτητα όμως από την κατανόηση που συναντούσε στο καθημερινό περιβάλλον της δημόσιας ζωής της Αθήνας, ο ίδιος επεδίωκε, μέσω των ερωτήσεων και μέσα από την προσιτή στον καθένα συνομιλία, να δημιουργήσει μια εσωτερική επικοινωνία, μια γνήσια φιλία πρωτίστως με τον εαυτό του και συνακόλουθα με τους πολίτες. Η αρχέγονη, σχεδόν ισόθεη φιλοσοφική αρχή, που μας διδάσκει η σωκρατική παράδοση και προσδιορίζει την αληθινή φιλοσοφία είναι τούτη: ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύπτει, πρώτα-πρώτα, μέσα του την πιο βαθιά φιλία με τον εαυτό του, να επιτυγχάνει πρωτίστως εντός του την πιο ανιδιοτελή συμφωνία με τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να είναι δημιουργικός, παραγωγικός και για την πόλη. Μας υπενθυμίζει σχετικά ο Πλάτων στον Γοργία (482 b-c) δια στόματος του Σωκράτη:

 «Και όμως, πολύ καλέ μου φίλε, νομίζω πως είναι προτιμότερο και η λύρα μου να μην ηχεί αρμονικά και να κάνει παραφωνίες … και ένα πλήθος ανθρώπων να μη συμφωνεί μαζί μου και να υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα παρά εγώ, αν και είμαι ένας, να μη βρίσκομαι σε συμφωνία με τον εαυτό μου και να λέως αντίθετα προς τις προηγούμενες θέσεις μου».

Ο αληθινός φιλό-σοφος είναι ακριβώς ο ανοικτός στην κατανόηση αυτού που ακόμα δεν είναι. Αρχή συνεπώς μιας τέτοιας φιλίας είναι η κάθε πλευρά να διεισδύει στην κατανόηση της άλλης, μέσω της αυτοκατανόησης και αυτό-μόρφωσης. Αυτό είναι εξάλλου και η φιλο-σοφία, ακόμα δε πιο ειδικά και η πολιτική φιλο-σοφία: η φιλία με τη σοφία, η οποία δυνάμει ενυπάρχει στη Γνώμη, αλλά πρακτικά εκτυλίσσεται ως διά-λογος, στη βάση της Γνώμης, των μικρών και των μεγάλων υποθέσεων του ανθρώπου και της πόλεως.


Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Μακιαβέλι: κράτος και πολιτική









Ν ι κ ο λ ό   Μ α κ ι α β έ λ ι
1469–1527


Πώς κουβεντιάζεται η θεωρία και η πράξη του κράτους;

§1: Οπισθοδρομούμε στην περίοδο της Αναγέννησης για να αρχίσουμε να μιλάμε για το σήμερα με μια εποπτική και ιστορικά αληθινή εικόνα. Μιλάμε για τον Νικολό Μακιαβέλι. Έζησε και στοχάστηκε σε μια εποχή, όπου στον δυτικό κόσμο ξεκίνησαν οι πιο πρωτόγνωρες ρήξεις και εκρήξεις σε όλα τα επίπεδα: επιστήμη, πολιτική, θρησκεία, ιδέες, ανακαλύψεις, μεταρρύθμιση, πολιτισμός –τεχνικός και πνευματικός– άνθρωπος. Οι παλαιές βεβαιότητες ξεθωριάζουν, η μετάβαση από τον κλειστό κόσμο του Μεσαίωνα στους ανοικτούς ορίζοντες των νέων χρόνων γίνεται αισθητή σε μας ως μια κριτική, μετασχηματιστική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος, η οποία μέχρι σήμερα δεν λέει να κοπάσει. Σε όλη αυτή τη νοητή γραμμή της νεώτερης ιστορίας μπορεί κανείς να ανα-γνώσει την επαλήθευση της εγελιανής σύλληψης του (υλικο)–πνευματικού πολιτισμού, τη φαινομενολογική αυτο-οργάνωση του πνεύματος. Στον κόσμο αυτής της φαινομενολογικής κίνησης εντάσσεται και η σκέψη του Μακιαβέλι. Πρόκειται για τη σκέψη που ξετυλίγει, για τη ζωή του νεωτερικού ανθρώπου, την πιο ρεαλιστική πολιτικά κουβέντα για το κράτος.

§2: Η τομή που έκανε στο πεδίο της πολιτικής με την προβολή της ιδέας του κράτους (16. αι.) ο Μακιαβέλι είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση και λειτουργία του νεωτερικού αστικού κράτους από τότε έως τις μέρες μας. Συνήθως η αναφορά στην ιδέα τούτη εμφανίζεται στην ιστορία των πολιτικών ιδεών ως μια αναφορά σε μια ανάλγητη, αμοραλιστική αντίληψη περί κράτους, που τη γνωρίζουμε μέσα την ιστορία ως μακιαβελισμό. Πρόκειται για μια ανεστραμμένη ανάγνωση του Μακιαβέλι, που αγνοεί πλήρως τον πολιτικό ρεαλισμό ως τη βασική αρχή της σκέψης του Μακιαβέλι. Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και με άλλους μεγάλους διανοητές που επιχείρησαν να σκεφτούν, δυνάμει της ίδιας αρχής, το αστικό κράτος, όπως ο Χέγκελ,  ο Χάιντεγκερ κ.α. Το ζητούμενο είναι, σε κάθε περίπτωση, πώς η πολιτική, μέσα από τους δικούς της κανόνες, δεν θα χάνει από τον ορίζοντά της το γενικό καλό. Όπως ο ίδιος ο Μακιαβέλι αναφέρει, το κύριο ενδιαφέρον του ήταν να εισχωρήσει στην πραγματική αλήθεια του κράτους και όχι στη φαντασίωσή της. Με λόγια του Χέγκελ: φιλοσοφική θεώρηση του κράτους όπως είναι και όχι όπως θα όφειλε να είναι.

§3 Γιατί ο Μακιαβέλι καθιστά κεντρικό θέμα της σκέψης του το κράτος; Επειδή έζησε έντονα και άμεσα το χάος της ιταλικής πολιτικής ζωής: η Ιταλία εξακολουθούσε να παραμένει τεμαχισμένη σε πολλές πόλεις και ηγεμονίες που αλληλοσπαράσσονται μεταξύ τους με πολέμους και αδυσώπητα μίση. Το «πνευματικό άρωμα» αυτής της κατάστασης είναι: η βία, η απουσία οικονομικής ανάπτυξης, η τάση προς καταστροφή και αυτοκαταστροφή. Πού βρίσκεται η διέξοδος; Στη συγκρότηση ενός ενιαίου κράτους με σύγχρονες αστικές αρχές. Ο Μακιαβέλι λοιπόν αισθάνεται την ανάγκη να σκεφτεί πάνω στο κράτος. Δημιουργεί τον συγκεκριμένο όρο «κράτος» και το ορίζει ως τον θεσμό που εκφράζει την απόλυτη εξουσία. Ποιος ενσαρκώνει το κράτος, δηλαδή αυτή την εξουσία; Ο ηγεμόνας. Ποιο είναι το έργο του; Να ενοποιεί τις φυγόκεντρες τάσεις και να διασφαλίζει την ενότητα της κρατικής εξουσίας και τη συνοχή της κοινωνίας. Πώς μπορεί να εγγυάται ετούτη την ενότητα και συνοχή; Με το να θεσπίζει νόμους και να φροντίζει για την εφαρμογή τους.

§4: Εάν ο Σόλωνας στην αρχαία Αθήνα θέσπισε νόμους και στη συνέχεια εναπόθεσε στον πατριωτισμό των Αθηναίων την τήρησή τους, φεύγοντας ο ίδιος από το κλεινόν άστυ, ο ηγεμόνας του Μακιαβέλι δεν αρκεί να θεσπίσει νόμους, αλλά χρειάζεται να συγκροτήσει και τους αντίστοιχους μηχανισμούς για να διατηρήσει σε λειτουργία την κρατική εξουσία. Εδώ εκφράζεται όλη η λογική του μακιαβελισμού: η βούληση του ηγεμόνα αποβλέπει στο να επιτύχει την ενοποιητική λειτουργία του κράτους μέσα από καθορισμένους μηχανισμούς ψυχολογικής και κοινωνικής υφής. Η έκθεση της εν λόγω ίδρυσης και λειτουργίας του αστικού κράτους με τους συγκεκριμένους μηχανισμούς αντλεί την αντικειμενικότητά της από το γεγονός ότι η κοινωνία συγκλονίζεται, σε καθημερινή βάση,  από τα βίαια πάθη των ανθρώπων. Άρα η ως άνω λογική είναι εξόχως πραγματιστική: αναδύεται από μια υπάρχουσα κατάσταση, που στον καθορισμένο ιστορικό χρόνο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλο τρόπο.

§5: Τούτο σημαίνει ότι ο Μακιαβέλι δεν μας παροτρύνει να γινόμαστε μακιαβελιστές, δηλαδή να υιοθετούμε την αρχή: ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και να αποζητούμε τον εξουσιαστικό μας ηγεμόνα, παρά να σκεφτόμαστε ρεαλιστικά και πάντοτε με αφετηρία το υπάρχον: προάγγελος του Χέγκελ. Τότε θα αρχίσουμε να σκεπτόμαστε πολιτικά και θα μπορούμε να αντιπαραθέτουμε στην καταστροφική αρνητικότητα της εξουσίας την κατά Χέγκελ προσδιορισμένη αρνητικότητα, που μας αποτρέπει να αναπαράγουμε απερίσκεπτα εκείνα τα εξουσιαστικά στοιχεία που υπηρετούν τα ιδιοτελή συμφέροντα του επαγγελματία πολιτικού ή του οπαδού και ψηφοφόρου του. Πώς  πρέπει εν τέλει να προσλαμβάνουμε τον μακιαβελισμό;  Ως τον ζωγραφικό πίνακα της πολιτικής, ο οποίος απεικονίζει τις ενέργειες και τις παρενέργειες της κρατικής εξουσίας. Και με τούτη την απεικόνιση «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει» (Ηράκλειτος). Τι «σημαίνει»; Πώς ο αμοραλισμός, η απάτη κ.λπ. της εκάστοτε εξουσίας δεν αίρεται ούτε με νουθεσίες ούτε με ηθικολογίες ούτε με αντιρεαλιστική, α-περιεχομενική, αλλά κατά τα άλλα «επαναστατική» συνθηματολογία παρά με τη ριζοσπαστική πολιτική πράξη που εμπνέεται από την επάρκεια της θεωρίας, στις σελίδες της οποίας κατέχει κεντρική θέση και ο ως άνω ζωγραφικός πίνακας. Και ακριβώς λόγω της θεωρητικής της επάρκειας, μια τέτοια πράξη συντρίβει στο διάβα της πάσης φύσεως οπορτουνισμό.