Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Πλάτωνος Φαίδρος: Λόγος-Έρως-Κάλλος (1)






Πλάτων
 427-347 π.Χ.

Φαίδρος:
«Μια ευτυχισμένη καλοκαιρινή μέρα»

§1


Τι είναι ο Φαίδρος του Πλάτωνα; Είναι ένα από εκείνα τα κείμενα της αρχαίας γραμματείας, που ως σήμερα ακόμη διατηρεί αμείωτη τη γοητεία του  και ασυναγώνιστη τη σοφία του. Ανήκει στους Διαλόγους της ωριμότητας του Πλάτωνα και θεωρείται, μοναδικής σύλληψης, φιλοσοφικό ψηφιδωτό λόγων. Γράφτηκε είτε γύρω στο 370 π.Χ., τη μέση περίοδο, ή γύρω στο 360 π.Χ., την ύστερη περίοδο της πλατωνικής σκέψης. Σε συνδυασμό με τον χρόνο και τον τόπο γένεσής του μας θέτει ενώπιον μιας βαθιάς φιλοσοφικής και γενικότερα πολιτισμικής, ήτοι πνευματικής, προβληματικής με διαχρονική ισχύ. Ο φιλόσοφος λαμβάνει αφορμή από τις δεσπόζουσες συζητήσεις της εποχής του και σκηνοθετεί τη δική του, βαθιά φιλοσοφική πια, συζήτηση στο συγκεκριμένο Διάλογο: η συνεκτική γραμμή ολόκληρου του φιλοσοφικού διαλέγεσθαι του Φαίδρου διέπεται από καθοριστικά – εσωτερικά ερωτήματα για τον Έρωτα και τη σημασία του για τον άνθρωπο, για τη διαφορά ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο, για τη σχέση ανάμεσα στο φυσικό ταλέντο και την αγωγή, για την αξία του φιλοσοφικού λόγου έναντι του ρητορικού, για το κριτήριο του καλλιτεχνικού έργουˑ εν τέλει για αυτό τούτο το φιλοσοφείν ως τέτοιο: ως Λόγο, Έρω και Κάλλος. Παράλληλα, ο Πλάτων δεν λησμονεί,  ακόμη μια φορά, να φιλοτεχνήσει  την ιδιάζουσα στο βίο και τη σκέψη του ιστορικού Σωκράτη ζωντανή εικόνα του δασκάλου του: τον παρουσιάζει ως το διαλεκτικό πρόσωπο, που συγκατανοητικά επιχειρεί να στρέψει την ψυχή του νεαρού Φαίδρου προς τον λόγο της φιλοσοφίας και να αναδείξει τη διαμειβόμενη συνομιλία σε ένα χωρίς πέρας αριστούργημα διαλογικής συνεννόησης. Τον Σωκράτη δεν τον συναντάμε τώρα στα γυμναστήρια της πόλης, όπως τον ξέρουμε συνήθως, αλλά κατ’ εξαίρεση «εκτός των τειχών» της.

§2

Η γνωστή σωκρατική μορφή συζήτησης βρίσκει και πάλι τη θεωρητική της δικαιολόγηση, ήτοι δικαίωση, πλήρως. Και τούτο γιατί, μεταξύ άλλων, η ίδια η συμμετοχή στη συνομιλία δεν αποτελεί μέσο, τεχνικής ή άλλης υφής, για την επιτέλεση κάποιου αλλότριου σκοπού, αλλά μέθεξη σε ένα χαριέστατο φιλοσοφείν, που ως εκ της θείας του φύσης είναι αυτοσκοπός και συνιστά την πιο αδιάψευστη ευτυχία του ανθρώπου επί της γης. Μορφή και περιεχόμενο αυτού του φιλοσοφείν συνθέτουν ένα καλλιτέχνημα με ρέουσα ποιητικά σκέψη και με μια αρμονική αναλογία, εφάμιλλη εκείνης της μουσικής συμφωνίας. Στον Διάλογο απεικονίζεται ο Σωκράτης να συνομιλεί με τον νεαρό Φαίδρο κάπου κοντά στον Ιλισσό. Ανυπόδητοι τον διαβαίνουν αμφότεροι και κάθονται κάτω από τη σκιά ενός πανύψηλου και πυκνόφυλλου πλάτανου, κάποια μέρα του καλοκαιριού, για να συζητήσουν. Τι να συζητήσουν; Περί του Έρωτος. Η αίσθηση του ωραίου είναι ήδη παρούσα, από τις πρώτες γραμμές του Διαλόγου, στις/με τις ομορφιές του τόπου. Σχετικά λοιπόν μ’ αυτές γίνεται ο παρακάτω διάλογος:

«ΣΩ. Ας αλλάξουμε δρόμο και ας πάμε κατά τον Iλισσό·  εκεί  θα καθίσουμε με την ησυχία μας, όπου μας αρέσει.
ΦΑΙ. Σε καλή στιγμή, ως φαίνεται, βρέθηκα να είμαι κι εγώ ξυπόλυτος· γιατί βέβαια εσύ είσαι πάντοτε. Πολύ εύκολο λοιπόν είναι για μας να πηγαίνουμε καταπώς πάει το ρυάκι για να δροσίζουμε και τα πόδια μας στο νερό· άλλωστε δεν είναι και δυσάρεστο τούτο σ’ αυτή την εποχή και σ’ αυτή την ώρα της ημέρας.
ΣΩ. Πήγαινε λοιπόν εμπρός και κοίταζε συγχρόνως πού θα καθίσουμε.
ΦΑΙ. Λοιπόν, βλέπεις εκείνο τον πανύψηλο πλάτανο;
ΣΩ. Ε και τι;
ΦΑΙ. Εκεί και σκιά υπάρχει και αεράκι ελαφρό και χλόη για να καθίσουμε ή, αν θέλουμε, να ξαπλώσουμε.
ΣΩ. Μπορείς λοιπόν να προχωρείς προς τα εκεί».

Η εξωτερική ατμόσφαιρα της ησυχίας, της γαλήνης βρίσκει την εσωτερική της ανταπόκριση στην εσωτερική ηρεμία των προσώπων, στην ύψιστη χαλάρωσή τους, σαν σε μια ωραία γιορτινή μέρα στην εξοχή.

§3

Εδώ στην εξοχή λαμβάνει χώρα ο Διάλογος, ο οποίος διαιρείται σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο Πλάτων πραγματεύεται κάποιον λόγο του ρήτορα Λυσία για τον έρωτα και τον αντί-λογο του Σωκράτη. Ο πρώτος είναι ένας λόγος προτρεπτικόςπαραινετικός προς τον αγαπώμενο νέο να δείχνει την εύνοιά του, να χαρίζεται δηλαδή, σε όποιον δεν τον αγαπά και όχι σε εκείνον που τον αγαπά. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον έρωτα στο κατώτατο επίπεδο των σεξουαλικών ενστίκτων και μαζί ομοφυλοφιλικών τάσεων. Ο Σωκράτης-Πλάτων διαφωνεί με το σύνολο –λεκτική μορφή και περιεχόμενο– του θέματος και εκφωνεί, κατ’ αρχήν, έναν δικό του λόγο, προκειμένου να αναιρέσει τη ρητορική δομή του πρώτου λόγου και να διατυπώσει έναν κοινώς αποδεκτό ορισμό του έρωτος εντός των ορίων που προκαθόρισε ο ρητορικός λόγος του Λυσία. Κύριος σκοπός του, με αυτόν τον λόγο, είναι να σταχυολογήσει τρέχουσες απόψεις περί έρωτος –δηλαδή το τι σχετικό λένε οι άλλοι και πώς το λένε– και να δείξει ότι η σαθρότητα του περιεχομένου, εδώ του ευτελισμένου έρωτα, είναι ανάλογη της σαθρότητας της μορφής, ήτοι της ρητορικής κατάχρησης του περιεχομένου. Έτσι το υπό συζήτηση θέμα τίθεται εκ νέου και εξαρχής στο Διάλογο υπό τον ορίζοντα πια της φιλοσοφικής τέχνης του λόγου. Στο δεύτερο μέρος λοιπόν κλιμακώνεται η διαλεκτική πραγμάτευση του έρωτος με δυο αποβλέψεις: 1. Αποκάλυψη της φιλοσοφικής σύλληψης του έρωτοςˑ 2. Αποκάλυψη της εσωτερικής δυναμικής του Λόγου ως φιλοσοφικού λέγειν και δια-λέγεσθαι, σε εσωτερική πάντοτε ανταπόκριση  με την πρώτη αποκάλυψη.

§4

Πρόκειται για μια τιτάνια προσπάθεια ανάδειξης της βαρύτητας του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού. Το θέμα της προφορικότητας έκτοτε αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό ζήτημα φιλοσοφικού μεταστοχασμού. Ο Πλάτων επιχείρησε να καταδείξει την ανωτερότητα του προφορικού λόγου, συνθέτοντας εκείνες τις ύψιστες γλωσσικές εικόνες του δεύτερου μέρους του Διαλόγου, όπου ο Έρως, δια στόματος της διαλογικής φιγούρας του Σωκράτη, παριστάνεται ως σπουδή προς το αρχέγονο κάλλος.     Στη συνάφεια τούτη, ο ίδιος ο φιλόσοφος τώρα δεν είναι ένας κοινός ομιλητής, συνομιλητής ή αντιρητορικός, που αναπαράγει, έστω και πρωτότυπα, όσα κινούνται στην περιοχή των απατηλών φαινομένων, αλλά ο Διαλεκτικός, που μεστός φιλοσοφικής έμπνευσης γίνεται ο ηνίοχος της ψυχής, έτσι ώστε η τελευταία να διατρέχει τον κύκλο του Παντός και τα πάντα να ενορά (Φαίδρος, 247c), δηλαδή να είναι αυτοκινούμενη και αεικίνητη. Η ζωή τότε είναι ψυχ-αγωγία. Από την αρχή έως και το τέλος του Διαλόγου, εν τέλει, ο Πλάτων δείχνει την ανάγκη για μια τέτοια ψυχα-αγωγία: διατηρεί ζωντανή τη γιορτινή, την εύχαρι, οιονεί βουκολική, ατμόσφαιρα, με την οποία ξεκίνησε, ξετυλίγοντας τη συνομιλία κάτω από τον πλάτανο με τον ίσκιο και τα τζτζίκια. Εκεί αφήνει να εκτυλίσσεται η θεωρία περί του Έρωτος στη βάση της θεωρίας του περί ψυχής/ψυχών. Έτσι, η αντιπαράθεση ρητορικού και φιλοσοφικού λόγου ή ρητορικής και φιλοσοφικής τέχνης του λόγου, κατά την εξέλιξη της συζήτησης για τον Έρωτα, δεν αποβλέπει στην εξολόθρευση του ρητορικού λόγου, αλλά σε μια εξισορρόπηση, σε μια ισορροπία, ευεργετική για την ίδια την ισορροπία της πολιτείας.  







Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Fr. Nietzsche: είμαι αυτός και όχι άλλος





Friedrich Nieztsche
1844–1900


Νίτσε:
« … είμαι το ακριβώς αντίθετο του παρακμιακού …»

§1

Ποιος είναι ο Νίτσε; Είναι η ηρωική εκείνη βούληση, που επιχείρησε να υπερβεί μια ανεπανόρθωτα κλονισμένη υγεία και να ανακαλύψει εκ νέου τη ζωή. Όπως ομο-λογεί ο ίδιος ο φιλόσοφος, η αναγκαία συναναστροφή του με την αρρώστια του αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για ζωή, για περισσότερο ζωή (KSA 6, σ. 267). Εάν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι, είναι ακριβώς τούτο: Η βούληση για υγεία και ζωή φώτιζε τη σκέψη του και τον ώθησε να δημιουργήσει τη φιλοσοφία του (ό.π.), μακριά από κάθε ψυχολογική πρόσληψη της προσωπικής του εμπειρίας. Η ζωή έτσι και η μέγιστη δυνατή ζωτικότητά της καθίστανται το κεντρικό μοτίβο της σκέψης του και το συνεκτικό στοιχείο των πιο διαφορετικών πτυχών της. Αλλά ποια ζωή; Ακριβώς εκείνη των ανθρώπινων πραγμάτων και όχι η αφηρημένη της έννοια, με την οποία συναγελάζεται ο ορθός Λόγος (Vernunft) της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Καντ και του Χέγκελ. Ο Νίτσε δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό τον ορθό Λόγο της Διαφωτιστικής παράδοσης και στην αυτονομία της εξουσιαστικής του ισχύος, καθώς πρόκειται για μια αυτονομία που αυτοπροβάλλεται και επιβάλλεται ως δήθεν αμερόληπτη, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως αξεπέραστη δεισιδαιμονία, ως εν έργω προκατάληψη, που αιχμαλωτίζει και τελικά καταπνίγει το πηγαίο ένστικτο του ανθρώπου. Εάν για τον Καντ ο ορθός Λόγος τελικά αντιμετωπίστηκε ως όργανο της γνώσης, για τον Νίτσε αποτέλεσε θεμελιακό φιλοσοφικό ερώτημα: «τι είναι αυτός τούτος ο Λόγος και έναυσμα για να εκδιπλώσει μέσα στο χρόνο τη γιγάντια κριτική του σκέψη. Δυνάμει αυτής της σκέψης, ο ίδιος γίνεται ο εαυτός του και όχι άλλος.

§2

Υπό την προοπτική ανάκτησης του Εαυτού σφυροκοπεί ως μέσα βαθιά στις ρίζες της  τη νεωτερική φιλοσοφία κατ’ εξοχήν και δη εκείνες τις κατευθύνσεις της που κινούνται στη γραμμή των «καθαρών» εννοιών. Η ζωή, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν βρίσκεται σ’ αυτά τα σχήματα, στις απελπιστικά πνιγηρές σχηματοποιήσεις της γνώσης, αλλά στο ίδιο το πάθος της τελευταίαςˑ ένα πάθος που συμπορεύεται με το πάθος της ζωής. Ένα και το αυτό πάθος: η ανθρώπινη πραγματικότητα να μη συνθλιβεί από την πολυκέφαλη και εν ταυτώ πολυπρόσωπη ηθική, ήτοι ηθικολογία, που για την ύπουλη διάδοσή/επικράτησή της φροντίζει εκάστοτε η επίσημη κρατική μηχανή με τα παντοειδή παρακλάδια της και κυρίως με την ακαδημαϊκή «φιλοσοφία» υπό τις οποιεσδήποτε μορφές της. Όλο το φιλοσοφικό εγχείρημα του Νίτσε συνοψίζεται στη λέξη – έννοια: αγώνας/πόλεμος (Kampf) με την Ηρακλείτια σημασία της. Αγώνας ενάντια στις πλάνες, τις απάτες και αυταπάτες της Εργαλειακής Γνώσης. Ως εκ τούτου, πόλεμος κατά του αντίστοιχου συστήματος αξιών, που κυκλώνει τον άνθρωπο και τον ακινητοποιεί κάτω από τη σιδερένια σκιά του εξαπατημένου εαυτού του, αλλά και της θεσμισμένης πολιτικής και όχι λιγότερο πολιτιστικής βίας, την οποία εν τέλει το ίδιος νομιμοποιεί, αναπαράγει και αγάλλεται γι’ αυτό. Να γιατί το πρόταγμα του Υπερανθρώπου διόλου δεν σημαίνει περιφρόνηση του ανθρώπινου όντος και κατ’ επέκταση εκμηδενισμός του, ξερίζωμά του. Απεναντίας μας ειδοποιεί για την αναγκαιότητα να ξεπεραστεί το δουλικό πρότυπο του ανθρώπου, τα εμπράγματο είδωλό του για χάρη της αυτόχθονης ελευθερίας του.