Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Hegel: το Απόλυτο στη ζωή μας









Γκέοργκ Χέγκελ
1870–1831


Το Απόλυτο είναι η ενύπαρξή μας


§1: Ουσιαστικό: Das Absolute. Επίθετο/επίρρημα: absolut. Ο Χέγκελ κάνει συχνή χρήση του επιθέτου: απόλυτος/η/ο και λιγότερο συχνά του ουσιαστικού: το Απόλυτο. Μια πρώτη γενική διαπίστωση για αμφότερες τις χρήσεις του όρου: παρατηρείται μεγάλη σύγχυση σχετικά με το τι είναι το Απόλυτο και με ποιο νόημα το χρησιμοποιεί ο Χέγκελ. Χρησιμοποιώντας το ως επίθετο το βρίσκουμε στις φράσεις, μεταξύ άλλων: απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), απόλυτη Ιδέα (absolute Idea), απόλυτο πνεύμα (absoluter Geist), απόλυτη ελευθερία (absolute Freiheit) κ.λπ. Ο Schelling εννοούσε το Απόλυτο ως μια αδιαφοροποίητη ταυτότητα, η οποία βρίσκεται εκείθεν κάθε διάκρισης υποκειμένου – αντικειμένου και οποιασδήποτε άλλης διάκρισης. Τουτέστιν, το Απόλυτο αποτελεί για τον Schelling μια υπερβατική ενότητα όλων των πραγμάτων. Ο Χέγκελ απορρίπτει αυτή τη σύλληψη του Απόλυτου. Γράφει χλευαστικά στη Φαινομενολογία του πνεύματος:

«το να θεωρούμε το απόλυτο ως τη νύχτα, όπου, όπως συνηθίζουν να λένε, όλες οι αγελάδες είναι μαύρες, αυτό είναι η γνώση απλοϊκά υποβιβασμένη σε κενότητα» ( Χέγκελ: ποιος σκέπτεται αφηρημένα; Εκδ. Gutenberg, σ. 283).

§2: Τι στηλιτεύει ο Χέγκελ στο παραπάνω απόσπασμα; Τη σύλληψη του απόλυτου ως μιας αφηρημένης ενότητας ή ταυτότητας, στερημένης κάθε συγκεκριμένου περιεχομένου, κάθε εσωτερικής διαφοράς ή διάκρισης και ως εκ τούτου εισαγόμενης στη ζωή μας ως φαντασιακής οντογένεσης, ως  εξωπραγματικής, φορμαλιστικής και όχι λιγότερο βίαιης, αλλότριας, υπερβατικής δύναμης. Ο Εαυτός τότε περιθωριοποιείται: τίθεται υπό την κυριαρχία ή την εξουσία αυτής της δύναμης, την οποία δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να γνωρίσει, άρα δεν ταυτίζεται μαζί της και δεν μιλά το λόγο της. Θα περίμενε κανείς από τον Χέγκελ πως με τούτη την απόρριψη θα απέρριπτε συλλήβδην το απόλυτο: ωστόσο δεν το απορρίπτει από πλευράς γενικής αρχής, αλλά μόνο την ορισμένη τούτη σύλληψή του. Το ζητούμενο έτσι είναι πώς πρέπει να εννοούμε και να συλλαμβάνουμε το Απόλυτο. Από εδώ εκπορεύεται και η ανάγκη μας για φιλοσοφία. Το περιεχόμενο της τελευταίας δεν ορίζεται από τον Χέγκελ, αλλά επαναπροσδιορίζεται ή επανεξετάζεται από τον φιλόσοφο, σύμφωνα με την επικρατούσα πραγματικότητα στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο φιλοσοφικός αγώνας/πόλεμος λοιπόν, που διεξάγεται εκείνη τη χρονική στιγμή, αποβλέπει στην άρση του απόλυτου διχασμού, της απόλυτης διχοστασίας ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα.
§3: Με οδηγό την ως άνω φιλοσοφική απόβλεψη, ο Χέγκελ συμφωνεί με τον Schelling κατά τούτο: το απόλυτο συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία εμείς μπορούμε, ως σκεπτόμενη συνείδηση/  υποκείμενο, να γνωρίσουμε μόνο, όταν είμαστε ενταγμένοι/ενσωματωμένοι στην εν λόγω πραγματικότητα. Τούτο υποδηλώνει πως η αντικειμενική μας ύπαρξη συνυφαίνεται με την αντικειμενική πραγματικότητα του απόλυτου. Γι’ αυτό, ο Χέγκελ, που βλέπει την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως τέτοιου στην πνευματικότητά του, προτίμησε να μιλάει περισσότερο για απόλυτο πνεύμα παρά για ένα σκέτο απόλυτο. Πώς το κατανοεί; Ως το έσχατο θεμέλιο και πηγή των όντων. Η γνώση του σημαίνει ότι πρέπει να το γνωρίσουμε ως αυτό το θεμέλιο ή την πηγήˑ να γνωρίσουμε το θεμέλιο, το οποίο δεν βρίσκεται ούτε στο υπερπέραν ούτε σε κάποιο σημείο του μέλλοντος. Πού βρίσκεται; Πρώτα-πρώτα είναι παρ-όν στη συνθήκη της ύπαρξής μας ως του Εαυτού μέσα στο χρόνο.
§4: Πώς νοείται αυτή η παρ-ουσία; Ως η ουσία, ήτοι η υπόσταση (Substanz), που συνέχει τα πράγματα και προς της οποίας τη γνώση τείνει ο άνθρωπος. Ανήκει στην οντολογική μας κατασκευή, μας ειδοποιεί ο Χέγκελ, να θέλουμε να γνωρίσουμε αυτή την Ουσία, το Απόλυτο, καθώς ετούτη/ο δεν υπερβαίνει την υπαρκτική μας οντότητα, δεν είναι δηλαδή κάποιο υπερβατικό Ον, αλλά το Όλο αυτής της οντότητας: το περιδινούμενο Όλο απάντων των ιδεατών, ήτοι Λογικών, και ρεαλιστικά υπαρκτών, ήτοι φυσικών και πνευματικών, προσδιορισμών, από τους πιο αφηρημένους και ενδεείς, όπως η γυμνή ύπαρξη, μέχρι τους πιο συγκεκριμένους και πλούσιους, όπως το αυτοδιάφανο πνεύμα. Ο κάθε άνθρωπος, με το δικό του τρόπο και τη δική του εμβέλεια σκέπτεται και πράττει, θετικά ή αρνητικά, υπό τον ορίζοντα του Απόλυτου. Π.χ. ποιος Απόλυτος ορίζοντας ενώνει όλους τους επαγγελματίες πολιτικούς και τους οπαδούς τους; Ο απόλυτος ορίζοντας του βοσκού, του Φύρερ  [=πολιτικός] και του προβάτου [=οπαδός]. Ο πρώτος είναι το αδιαμφισβήτητο Ον που οδηγεί τις μάζες, ο δεύτερος είναι το Ον που συγκροτεί την αγελαία μάζα. Άρρηκτη και αμοιβαία οντολογική ενύπαρξη. Γι’ αυτό βλέπουμε τεράστιες αγελαίες μάζες να εκλέγουν/επιλέγουν ξανά και ξανά τους Φύρερ που τους αξίζουν, που ιδιάζουν στην οντολογική τους ιδιοσυστασία: αιμοσταγείς φυσιογνωμίες/Φύρερ, που χαίρονται να καταστρέφουν τα οντολογικά ριζώματα της ανθρώπινης υπόστασης: υγεία, εργασία, παιδεία κ.α. Και όλα τούτα στο όνομα της βελτίωσης της ζωής των μαζών.
§5:  Η ύπαρξη της μιας οντολογικής κατασκευής προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης. Ποτέ, μέσα στην ιστορία, δεν έπαψε να λειτουργεί αυτή η απόλυτη οντολογική σχέση. Απλώς εναλλάσσονται οι μάσκες: Ο Φύρερ άλλοτε εμφανίζεται με τη μάσκα του δικτάτορα, άλλοτε με εκείνη του  «δημοκράτη» ή του «σοσιαλιστή». Παρόμοια και ο οπαδός: σήμερα οπαδός του ενός Φύρερ-κόμματος, αύριο του άλλου κ.λπ. Τι απαντά ο Χέγκελ σε όλα αυτά; Πως ο κεντρικός στόχος της φιλοσοφίας είναι η Γνώση του Απόλυτου. Τουτέστι, όχι η Γνώση κάποιου θεϊκού όντος –κυριολεκτικά και αλληγορικά–έξω και μακριά από τον άνθρωπο, που θα του δώσει το εξ ουρανού μάννα, αλλά η Γνώση του θείου, του θετικού Απόλυτου, που ο άνθρωπος φέρνει δυνάμει μέσα του και μπορεί, δια της Φαινομενολογικής κίνησης του Εαυτού [του] ως πνεύματος, ήτοι της μεταστοχαστικής πρόσληψης ή πλησίασης της ιστορικότητάς του, να το καταστήσει ενεργό αυθυποστασία ή αυτοπροσδιοριστία, συνειδητή δηλαδή και επίπονη κίνηση αυθυποστασίας/αυτοπροσδιοριστίας: Διαλεκτική Υπόστασης και Υποκειμένου (Χέγκελ: ό.π.). Τούτη η διαλεκτική σημαίνει εσωτερική διαφοροποίηση, δηλαδή μετα-Μόρφωση και συνάντηση του εμπράγματου Εαυτού με τον αληθινά πνευματικό –όχι τον πολυμήχανο ή μηχανορράφο διανοούμενο– εαυτό του. Είναι η ίδια διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού, σχετικού και απόλυτου, περατού και απείρου, που κονιορτοποιεί τη δουλόφρονη απολυτοποίηση της εξωτερικής αντίθεσης, σαν την παραπάνω αντίθεση: Φύρερ – οπαδού, ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αντίθεση: δεν υπάρχει π.χ. απόλυτα παγιωμένη αντίθεση «δεξιού» και «αριστερού» «θεού», παρά μόνο το ενεργό και ενεργά σκεπτόμενο υποκείμενο, που αυτοκατανοείται και αυτοπροσδιορίζεται, με το να ξανασκέπτεται [=μεταστροχάζεται] ό,τι καθόριζε ως τώρα την υπόστασή του, ως άτομο και ως είδος-γένος. Να τι είναι το Απόλυτο: το σχετικό, που θέτει ως περιεχόμενο, κατά τον εαυτό του, την ολότητα του σχετικού.







Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Αριστοτέλης: πώς κουβεντιάζεται η μεταφυσική;






Αριστοτέλης
384-323 π.Χ.
                                                                 

Πώς πλησιάζεται η ουσία της ζωής;

§1

 Η αριστοτελική φιλοσοφία, πολυσχιδής και πολύπτυχη καθώς είναι, δεν αποτελεί άθροισμα προγραμματικών φιλοσοφικών προτάσεων, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να αναπαραγάγει εν είδει αντιγράφου. Δεν ανήκε στις προθέσεις του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλόσοφου να σχεδιάσει εκ των προτέρων εγκεφαλικά σχήματα, μέσα από τα οποία θα ατένιζε το σύμπαν και τον κόσμο. Απεναντίας, όλη η σκέψη του ξετυλίχτηκε ως μια ακατάπαυστη φιλοσοφική ανάγνωση της ζωής: ως μια φιλοσοφική μάθηση, που τελικά θα εξελισσόταν σε ερευνητική αναζήτηση της πρώτης φιλοσοφίαςˑ αυτής δηλαδή που μεταγενέστεροι σχολιαστές του αποκάλεσαν: Μετά τα φυσικά. Η πραγματεία Μετά τα φυσικά ονομάστηκε έτσι, γιατί κατατάχτηκε μετά την πραγματεία Φυσικά. Από την πλευρά των περιεχομένων της ωστόσο αποτέλεσε μια πρώτη επιστημονική άρθρωση της φιλοσοφικής κατεύθυνσης, που σήμερα είναι γνωστή ως μεταφυσική. Γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονομάζει την τελευταία τούτη πρώτη φιλοσοφία; Πέραν του ότι ο όρος μεταφυσική ήταν άγνωστος στην εποχή του, με την πρώτη φιλοσοφία δίνει προτεραιότητα στη διερεύνηση των πρώτων αρχών ή της πρώτης αρχής του όντος. Η διερεύνηση αυτή ακολουθεί δυο μεθοδικές γραμμές. Πρώτα-πρώτα διασαφηνίζονται όροι και σημασίες τους, ώστε η προχωρητική διαδικασία να φωτίζει την αλήθεια και να επιτρέπει τη συγκρότηση εννοιώνˑ δεύτερο η σκέψη εκδιπλώνεται απορητικά και όχι δογματικά, γραμμικά. Έτσι η έννοια της αλήθειας αποκτά ουσιαστικό σημασιολογικό περιεχόμενο: αποτελεί την αντικειμενική, υποστασιακή σταθερά της πραγματικότητας και συνάμα την εναρμονισμένη με τούτη την πραγματικότητα γνώση του υποκειμένου.

§2

Πώς συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω η εν λόγω φιλοσοφία; Προχωρεί στην εξέταση θεμελιωδών εννοιών και στην εύρεση/ανακάλυψη, διασάφηση και αποτύπωση των καθολικών –και κοινών– χαρακτηριστικών που συνθέτουν την πραγματικότητα των όντων. Τούτο υποδηλώνει την πρόθεση του Αριστοτέλη να εισχωρήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας ως ενός όλου και να καταστήσει συναφώς τη φιλοσοφία πρωταρχικό και αδιάψευστο τρόπο βίωσης των ανθρώπων. Η ανθρώπινη ύπαρξη παύει έτσι να κυλίεται ανήμπορη μέσα στα θραύσματά της που πολλαπλασιάζονται αθώρητα και αντικρίζεται στην πληρότητα του Είναι της. Πλησιάζεται μέσα από την καθαρή θεωρία, τον θανάσιμο εχθρό του διανοητικισμού. Η διανοητική/εγκεφαλική γνώση συνιστά μια λογοκρατική θεώρηση του κόσμου, που εννοεί να είναι πνιγηρή και πλαστή: αποτελματώνει το ορέγεσθαι του ανθρώπου, του αφαιρεί και το παραμικρό σκίρτημα χαράς και ευφορίας, τον αδρανοποιεί, τον ρίχνει σε ύπουλο μπλαζεδισμό, σε αφόρητη πλήξη και τον κλείνει ερμητικά στον εαυτό του.  Απέναντι σε μια τέτοια παραλυσία, ο Αριστοτέλης διατυπώνει το φιλοσοφικό αίτημα: να εξετάζονται οι πρώτες αιτίες και αρχές. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική επιστήμη δεν ασχολείται μονοσήμαντα και αποσπασματικά με το ένα ή το άλλο τεμάχιο του πραγματικού –αυτό το «έργο» το αφήνει για τους/στους διάσπαρτους σήμερα,  εντός και εκτός ελληνικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, επαγγελματίες διανοητικιστές, άκρως απαίδευτους φιλοσοφικά, πολύ «ικανούς» όμως για/στις πολιτικάντιγκες επιδόσεις– αλλά καλλιεργεί ένα είδος φιλοσοφικής-διαφωτιστικής μύησης: εισχωρεί σε μια ενοποιητική σύλληψη του χωρόχρονου και της ολότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όντα.

§3

1. Όποιος εγκλωβίζεται μέσα στους συσσωρευμένους ογκόλιθους του διανοητικισμού, με την ελπίδα να φτάσει  στις κορφές του Ολύμπου, εάν και όταν φτάσει εκεί, δεν θα βρει καμιά θεία βουλή, καμιά εκ θεών σωτηρία. Είναι ακριβώς, μέσω της φρούδης ελπίδας, που αυτός ο διανοητικισμός έχει παραλύσει το σύμπαν της νεοελληνικής πραγματικότητας και έχει πολώσει τη ζωή των ανθρώπων ως την έσχατη κατάπτωση του παρόντος εκλογικού εκφυλισμού. Αχ, αυτή η ελπίδα!  Χωρίς συγκεκριμένα περιεχόμενα, χωρίς το τόδε τι αποβαίνει το πιο επικίνδυνο και υποχθόνιο φράγμα: εμποδίζει την ανθρώπινη ύπαρξη να αναπτύξει, εδώ και τώρα, το σύνολο των δυνατοτήτων δράσης της και να μετατοπιστεί στον ξάστερο ορίζοντα της οντολογικής θεώρησης του Eαυτού. Να γιατί και το σημερινό νεοελληνικό ον, παγιδευμένο μέσα σε ανάλογο πολιτικο-κομματικό συρματόπλεγμα, επαληθεύει με τη στάση του τη ρήση του Νίτσε: «Το θάρρος μέσα στο κόμμα: τα καημένα τα πρόβατα λένε στον αρχηγό τους: μόνο να πηγαίνεις πάντα μπρος και σε μας ποτέ δεν θα λείψει το θάρρος να σε ακολουθούμε. Ο καημένος ο αρχηγός λέει μέσα του: μόνο να με ακολουθείτε πάντα και σε μένα δεν θα λείψει το θάρρος να σας οδηγώ» (KSA 3, 256).

2.   Τι υποδηλώνει λοιπόν η ως άνω οντολογική θεώρηση; Μια αναφορική σχέση νοήματος: το αποκλεισμένο ον εντός των συρματοπλεγμάτων, με τα οποία τον φιλοδωρεί ο διανοητικισμός, αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, την αληθινή του ύπαρξη, στο έξω ον, σε μια άλλη ενδοκοσμική πραγματικότητα, που θα συνιστά υπέρβαση της σκλαβωμένης συνείδησης και θα επιτρέπει στον Εαυτό να σκέπτεται εν ελευθερία τον εαυτό του: νοήσεως νόησις. Ό,τι υπάρχει τώρα δεν είναι ο ελαφρόμυαλος ισχυρισμός του υποκειμένου –πολιτικού, διανοητικού, κομματαρχικού, επιστημονικοειδούς κ.λπ.– αλλά η επιτευχθείσα αντιστοιχία σκέψης και πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει πως όλη η φιλοσοφική ζήτησις προς το έξω ον, κατά την επίπονη ανέλιξή της, ερευνά την ουσία που δηλώνει τι είναι το τόδε τι, την ουσία δηλαδή ως υπο-κείμενο, ως αυτό που υφίσταται σταθερά και συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ιδιότητες, που κάνουν το συγκεκριμένο ον να είναι ον. Αυτή η ουσία ως υποκείμενο, με σημερινούς όρους, είναι η υπόσταση. Με τούτο το νόημα και ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος γράφει: «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι μόνο ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο» (Φαινομενολογία του πνεύματος, εκδ. Δωδώνη, § 17). Δηλαδή εσωτερική διαλεκτική, ήτοι αλληλονοηματοδότηση, υπόστασης και υποκειμένου.
 



Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Hegel: Φιλοσοφία και Πολιτική






Γκέοργκ  Χέγκελ
1770–1831

Το τραγικό στοιχείο του Πολιτικού


§1

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το ακόλουθο βιβλίο για τη φιλοσοφική σκέψη του Πολιτικού: 

ΓΚΕΟΡΓΚ  ΧΕΓΚΕΛ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
[ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΙΧΜΗΣ]
Επιλογή κειμένων
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

ΗΡΙΔΑΝΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2014

Η ουσιώδης αξία του έγκειται στο ότι προσφέρει μια βαθύτερη οικείωση με την πολιτική σκέψη του Χέγκελ και μάλιστα με πλευρές της που κατά καιρούς έχουν υποστεί βέβηλες παρερμηνείες, όπως η έννοια του κράτους, η σχέση θρησκείας και κράτους, ο ρόλος και η σημασία της κοινωνικής ηθικής, το φιλοσοφικό νόημα της μεταρρύθμισης, στο παράδειγμα της εκλογικής μεταρρύθμισης στην Αγγλία (1830-31),  το πολιτικά εφικτό και ο πολιτικός ωφελιμισμός του αφηρημένου Δέοντος, το σύστημα των αναγκών,  η ηθική εξαχρείωση του πλούσιου και το φρόνημα του φτωχού, η πολιτική διαφθορά και η εξιλέωσή της με τυπικούς «ηθικούς» κανόνες. Μέσα από όλες αυτές τις θεματικές, με όλες τις διακλαδώσεις τους, αναδύεται η επικαιρότητα των συγκεκριμένων πολιτικών κειμένων: απαντούν πώς γεννιέται ο πολιτικός σκοταδισμός, σαν τον δεσπόζοντα σήμερα στην Ελλάδα, τι είναι και γιατί αυτός δεν είναι μοίρα, αλλά αποβαίνει μοιραίος, όταν μια ολόκληρη πολιτική κοινωνία με όλο το κοινοβουλευτικό της προσωπικό μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού της. Επίσης μας προσφέρουν μεταστοχαστικές θεωρήσεις γύρω από τη χρήση και την κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας. Γράφει για παράδειγμα ο Χέγκελ πως η υπονόμευση των θεσμών οφείλεται στο γεγονός  

«ότι η κυβερνητική εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που κατέχουν πολλά προνόμια, που αντιφάσκουν με ένα ορθολογικό, έλλογο συνταγματικό δίκαιο και με μια αληθινή νομοθεσία» (σ. 113).

Ακόμη μας λέει πώς η αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή» αντιπολίτευση, μεταμφιέζεται, όταν έρχεται στην εξουσία:

«Άπαξ και έρχονται προς συζήτηση στο κοινοβούλιο αξιώσεις νέου είδους, που μέχρι τώρα μόλις και μετά βίας ακούγονταν με ένα ακούσιο και χωρίς συνοχή ψέλλισμα και περισσότερο ως αόριστος φόβος γι’ αυτές παρά ως πραγματική απαίτηση, η αντιπολίτευση αλλάζει τον χαρακτήρα της· …  τα άτομα που από την αντιπολίτευση περνούν στην κυβέρνηση ακολουθούν στη συνέχεια τα ίδια σχεδόν αξιώματα, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο» (σ.σ. 171-172).

§ 2

Με βάση αυτά τα κείμενα καταλαβαίνει κανείς πως η τρέχουσα πολιτική είναι συνώνυμη με την ανομία, την ιδιοτέλεια, τη ματαιοδοξία των πιο ανίκανων και συνάμα άξεστων ατόμων της ελληνικής κοινωνίαςˑ εκείνων ακριβώς που επιχειρούν να προωθούν το αίσθημα του δυνατού, του ικανού, του λυτρωτή για το κοινωνικό σύνολο με τη μάσκα του «υπεύθυνου» πολιτικού προσώπου, δηλαδή του κατ’ επάγγελμα πολιτικού. Όλοι αυτοί βρίσκονται, κατά περιόδους, συναθροισμένοι μέσα στο «νομοθετικό» ή εκτελεστικό βουλευτήριο της πολιτείας ή μέσα σε συντεχνιακές ενώσεις και οργανώσεις ή ακόμη και μέσα σε «μορφωτικά» ιδρύματα με ένα κοινό χαρακτηριστικό, πέραν των εικονικών ιδεολογικών τους αντιπαραθέσεων:  αποτελούν μια «οχλοκρατία διανοoυμένων» [Νίτσε, KSA 7, 19 (99)], η οποία τρέφεται από τις σάρκες του λαού, των ευρέων μαζών, και όχι σπάνια με τη συγκατάθεσή τους. Επανέρχεται λοιπόν πάντοτε η ώρα, που η αυθεντική πολιτική αξίζει να αναζητείται μέσα στον φιλοσοφικό της μεταστοχασμό: να πραγματώνεται ως ελευθερία σκέψης του ατόμου και της ολότητας, εντός της οποίας μπορεί να ευδοκιμεί το ανθρωπίνως υπάρχειν. Το άτομο και η κοινωνική-πολιτική κοινότητα είναι ελεύθερες συνιστώσες του ενιαίου όλου, που λέγεται πολιτεία, όταν είναι σε θέση να ξανασκέπτονται αυτό που θεωρείται δεδομένο, λυμένο, οριστικό, αποτελειωμένο: να ξαναδιαβάζουν την ιστορία –την πολιτική– υπό τη διαλεκτική δύναμη του Φαινομενολογικού [τους] Πνεύματος, της πνευματικής ιστορίας του Εαυτού και του Άλλου, ως άλλου Εαυτού του Εαυτού.

 §3

Μια προσεκτική ανάγνωση των συγκεκριμένων εγελιανών κειμένων μεταφράζει ως εξής το πολιτικό-εκλογικό μας τοπίο της παρούσας στιγμής: μπρος γκρεμός και πίσω γκρεμός. Εν τέλει, η πολιτική σκέψη του Χέγκελ γίνεται αποκαλυπτική της παρούσας πολιτικής σκοτεινότητας και άκρως ομιλητική για το πώς διαδραματίζεται το πολιτικό γίγνεσθαι και όχι απλώς για το πώς όφειλε να είναι. Όταν το Πολιτικό, ως τέτοιο, εδράζεται μόνο και κύρια στο Δέον, είναι σαθρό και ωφελιμιστικό. Γιατί; Επειδή ο κάθε πολιτικός αγύρτης, με την επίκληση του «πρέπει» και του «οφείλειν», παραπέμπει την ευτυχία του λαού σε φρούδες «ελπίδες» ενός αβέβαιου μέλλοντος, προκειμένου με την «ηθική» επένδυση αυτού του Δέοντος, στο παρόν, να εξαπατήσει τη μάζα και να την κάνει συνεργό στις πολιτικές του δολοπλοκίες υπέρ του ατομικού του πλουτισμού. Αλήθεια, ποιος απ’ αυτούς τους πολιτικούς «ιδεολόγους» ή τις αντίστοιχες «δημοκρατικο-σοσιαλιστικές» παραφυάδες σκέφτηκε να προτείνει μείωση του χλιδάτου βουλευτικού μισθού υπέρ των πεινώντων και διψώντων; Ο Χέγκελ μας λέει: το Πολιτικό είναι τραγικό, καθώς συχνά – πυκνά το καθημερινό πολιτικό πεδίο λειτουργεί με ανεστραμμένη λογική: το αφηρημένο περνάει για συγκεκριμένο, η ανηλεής κυριαρχία του ωφελιμιστικού υποκειμένου για δικαιοκριτική πολιτική δύναμη, η οχλοκρατία για λαϊκή κυριαρχία, η κατάχρηση της εξουσίας για υπεράσπιση των αρχών δικαίου.