Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Πλάτων: πώς παράγεται ο φαύλος πολιτικός;





Πλάτων


Ο αληθινός φιλόσοφος και ο φαύλος πολιτικός   
χτες και σήμερα

§1: Είναι κοινός τόπος πια πως η φιλοσοφική έγνοια της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα δεν παύει να περιστρέφεται γύρω από τον αληθινό φιλόσοφο, τον οποίο διαχωρίζει ρητά από τους κίβδηλους περιφερόμενους «φιλοσόφους» –ίδιους και όμοιους με κάποιους πλανόδιους αμπελοφιλοσόφους κομματικών, διακομματικών, συντεχνιακών παρασυναγωγών του σήμερα– και συναφώς από τον φαύλο πολιτικό. Γιατί ο Πλάτων προβαίνει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό και δεν στρέφεται προς τον έντιμο πολιτικό ως αντιστάθμισμα στον φαύλο πολιτικό; Επειδή ουδείς επαγγελματίας πολιτικός, είτε του ολιγαρχικού είτε του δημοκρατικού είτε οποιουδήποτε άλλου ιδεολογικού προσανατολισμού, είναι οντολογικά έντιμος: δεν έχει το υψηλό φιλοσοφικό ήθος ταύτισης του Εαυτού με το συμφέρον της πόλης ως όλου ούτε βαθιά συνείδηση κοινοκτημοσύνης των αγαθών, ώστε να μην έχει ανάγκη, αλλά και να μη μπορεί αντικειμενικά να κλέβει τον δημόσιο πλούτο για ίδιον όφελος:

«σε όποια πόλη λένε για το ίδιο πράγμα αυτό είναι δικό μου ή αυτό δεν είναι δικό μου, η εν λόγω πόλη δεν κυβερνιέται με τον άριστο τρόπο» (Πολιτεία 462c).

Το ήθος είναι ο θεός του ανθρώπου, μας λέει ο Ηράκλειτος. Νοούμενο βέβαια όχι απλώς ως μια ηθικότητα αλλά οντολογικά: ως διαμονή, ως ύπαρξη του ανθρώπου εντός της αντάξιας στο Dasein του κοινότητας.

§2: Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ένα τέτοιο ήθος συνυφαίνεται με τη  φιλοσοφική γνώση και παιδεία.  Ετούτη εδώ επιτρέπει στο άτομο να αντι-στέκεται σθεναρά στο μυθολογικό και απατηλό μασκάρεμα μίσθαρνων λογοποιών και μυθοποιών. Πρόκειται για ένα μασκάρεμα σαν αυτό της τρέχουσας ελληνικής πολιτικής, όπου πρώην αφισοκολλητές, γαντζωμένοι κιόλας σε κυβερνητικούς θώκους, αποδεικνύονται άριστοι μυθοποιοί επί του πρακτέου και δημιουργούν ολική συσκότιση στο άγνωμο πλήθος. Απεναντίας, ο άνθρωπος, που από νεαρή ακόμα ηλικία μαθαίνει να εσωτερικεύει την ως άνω γνώση και να την ενεργοποιεί στη ζωή ως δεύτερη φύση του, αποκτά εσωτερική αυτοτέλεια, υψηλή αίσθηση του ευ ζην, προδιάθεση για ευψυχία και για αποκήρυξη με βδελυγμία όλων των παλαιών και νέων μυθοποιών της εξουσιομανίας, του εγωκεντρισμού και της ηδονοθηρίας. Από την πλευρά του, ο μυθοποιός πολιτικός παντός καιρού, ακριβώς επειδή απέχει πόρρω από μια τέτοια παίδευση, υπόσχεται να φέρει δήθεν την ευδαιμονία στην πόλη, χωρίς μια παράλληλη ανάπτυξη της εαυτού συνείδησης και της συνείδησης του αγελαίου πλήθους. Χωρίς όμως την ανάπτυξη τούτη, καμιά ευδαιμονία δεν μπορεί να κάνει πράξη πέρα από την καλλιέργεια φρούδων ελπίδων. Χρησιμοποιεί έτσι το μαγικό δακτυλίδι του Γύγη για να αφανίζει ή να φανερώνει κατά βούληση ό,τι τον συμφέρει (Πολιτεία 359 κ.εξ): για να παρουσιάζει το άδικο για δίκαιο, για να αναστρέφει την αλήθεια –σαν τους τωρινούς πολιτικάντηδες, που παρουσιάζουν τις νέες μνημονιακές υποδουλώσεις ως αντιμνημονιακές ρήξεις– για να καθιδρύει στην κοινωνία την φαυλότητα και να κρύβει το φάσμα της δικής του ευθύνης.

§3: Καθότι άδειο Εγώ, διαθέτει μόνο μια άμεση, υλική  ζωή και καμιά πνευματική. Συνδέει λοιπόν αυτή τη ζωή, δηλαδή «τόν ρτον τόν πιούσιον», με την επιθυμία να ασκήσει εξουσία για να ζήσει μέσα στην τρυφή και την πολυτέλεια, αδιαφορώντας για τη δυστυχία των άλλων. Αυτό  δείχνει πόσο  φιλοσοφικά απαίδευτος είναι: στερείται τη στοιχειώδη παιδεία ψυχής (ψυχ-αγωγία) και δεν αισθάνεται την ανάγκη να νοιάζεται για την κοινή μοίρα. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, τούτο προκύπτει από την τυπική του, καθεστωτική παιδεία,  που παραδίδει το άτομο στην πολυπραγμοσύνη, στη στάση, στη διχόνοια και ανοίγει το δρόμο για τον φαύλο πολιτικό. Εάν η φιλοσοφική παιδεία παράγει αληθινούς φιλοσόφους, δηλαδή εκείνους που συλλαμβάνουν τα πράγματα όχι ως έναν απέραντο σωρό τεμαχίων, αλλά στην ενότητα των αναφορικών τους νοημάτων, η τυπική εκπαίδευση εισάγει στη ψυχή των ανθρώπων και δη των νέων διαλυτικές, έκπτωτες αξίες, που τους διαφθείρουν και τους καθιστούν ευάλωτους στα πολιτικά αγρίμια (Πολιτεία 495-97), δεσμώτες μέσα στον ψεύτικο κόσμο των σκιώνˑ με λόγια του Χέγκελ: ενύπαρκτους θαμώνες ενός ανεστραμμένου κόσμου. Να γιατί και τα σημερινά αγρίμια του παλαιού και του νέου καθεστώτος, με βάση την τυπική τους εκπαίδευση λυμαίνονται τον δημόσιο πλούτο αναστρέφοντας τη λογική των πραγμάτων, αλλά φροντίζοντας συνάμα να συγκαλύπτουν την αναστροφή τούτη με λαϊκιστικές πολιτικές. Λαϊκιστική πολιτική σημαίνει ολοκληρωτισμός και στην πραγματικότητα είναι ο πιο θανάσιμος εχθρός μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής. Λαϊκισμός και λαϊκή πολιτική είναι σύγχρονοι όροιˑ χαρακτηρίζουν ωστόσο πολιτικές ασκηθείσες ήδη από τα αρχαία χρόνια.

§4: Έτσι, η φιλοσοφική αντιπαράθεση του Πλάτωνα με το τότε πολιτικό σύστημα είναι μια τιτάνια προσπάθεια, μεταξύ άλλων, διαχωρισμού της πρώτης από τη δεύτερη πολιτική. Κύρια μέριμνα μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής δεν είναι

«στο πώς θα είναι ευτυχισμένη μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά πώς θα ευτυχεί, στο μέγιστο βαθμό, όλη η πόλη» (Πολιτεία 420b)

Κατά τη λαϊκιστική πολιτική όμως οι κυβερνήτες ανάγουν την εξουσία σε αυτοσκοπό, με αποτέλεσμα να διατηρούν τις υλικές ανισότητες ανάμεσα στους εαυτούς τους και τους πολίτες, να ευνοούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες σε βάρος του όλου και να ισοπεδώνουν τα ανθρώπινα άτομα πνευματικά. Π.χ. κυβερνήτες σε τομείς παιδείας και πολιτισμού, όχι σπάνια, διώκουν το άριστο, που σπάνια συμβαδίζει με την τυπική εκπαίδευση, για χάρη του τυπικά εκπαιδευμένου, ήτοι του απαίδευτου, του δημαγωγικού, του χαμερπούς, που κολακεύει τη μάζα. Διαγράφουν, ας πούμε, τον φοιτητή με καθυστερημένη ολοκλήρωση σπουδών, λες και όποιος ολοκληρώνει εντός ορισμένης προθεσμίας είναι πιο ικανός ή πιο πνευματικός από τον πρώτο. Μάλλον είναι πιο «ικανός», χωρίς βέβαια πρόθεση γενίκευσης, στις αντιγραφές και στις κομματικές μεσολαβήσεις για εύκολα πτυχία και ακόμη πιο εύκολα διδακτορικά, και πολύ πιο εύκολους διορισμούς σε ανώτατες καθηγητικές θέσεις. Εξαφανίζουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, την πνευματική ιδιαιτερότητα κάθε νέου, για να εμφανίζονται, ετούτοι οι διορισμένοι και μετέπειτα εξουσιαστές, ως ανώτερα όντα. Γι’ αυτό βλέπουμε ότι ρέπουν προς διαγραφές όχι τα αληθώς πνευματικά ιδρύματα της χώρας, αλλά τα πιο υποβαθμισμένα, για να αποκτούν έτσι το κύρος που δεν έχουν από τη φύση τους. Το ίδιο και με τα εκάστοτε κυβερνητικά πρόσωπα του υπουργείου παιδείας: όσο πιο ατάλαντα, αφιλοσόφητα, αμόρφωτα είναι, τόσο λυσσομανούν για διαγραφές και αδιαφορούν για την ουσία της παιδείας. Τέτοιου είδους ατάλαντα όντα όμως δεν διανοούνται ούτε για μια στιγμή να μειώσουν τον παχυλό μισθό τους στο επίπεδο του μισθού του μέσου υπαλλήλου του υπουργείου τους, ώστε όλοι να εκκινούν από ίδιες αφετηρίες.

§5: Ανήκει στα ουσιώδη γνωρίσματα του λαϊκισμού το φαινόμενο: «μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες» (Π. Κονδύλης, Θεωρία πολέμου, σ. 410) να παρουσιάζονται ως θεόσταλτοι «σωτήρες» ολόκληρης της πολιτείας και στην πράξη να απολαμβάνουν τερατωδώς υλικά προνόμια, χωρίς παράλληλα να μπορούν να συγκρατήσουν στοιχειωδώς τον αχαλίνωτο ναρκισσισμό τους. Σε ένα περίφημο χωρίο του (Πολιτεία 488) ο Πλάτων παρουσιάζει την πολιτεία με καράβι που ταξιδεύει στη θάλασσα και του οποίου ο κυβερνήτης είναι μεν ο πιο σωματώδης και δυνατός, αλλά παρακούει, θαμποβλέπει και έχει μειωμένη λογική ικανότητα. Οι ναύτες γύρω του μαλώνουν μεταξύ τους ποιος θα πάρει το τιμόνι στα χέρια του, παρά την έλλειψη ουσιαστικής γνώσης στην κυβερνητική. Όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα το ουσιώδες αλλά είναι και έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον μιλήσει υπέρ της αναγκαιότητας κεφαλαιώδους μάθησης. Αυτοί οι ακατέργαστοι, οι βαρβαροκένταυροι ναύτες, τη μόνη «ικανότητα» που έχουν είναι να κολακεύουν τον κυβερνήτη, να τον μεθούν ή να τον αποκοιμίζουν με μανδαγόρα και τελικά να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διοίκηση του καραβιού. Τότε συνεχίζουν το ταξίδι, κλέβοντας το εμπόρευμα, μεθώντας και ρίχνοντάς το σε υλικές απολαύσεις και ηδονές. Η τακτική τους είναι να ευνοούν τους ομοϊδεάτες τους και να σπιλώνουν όσους αντιστέκονται στις αθλιότητές τους. Χαρακτηρίζουν τους πραγματικά ικανούς, γνώστες και ταλαντούχους, ως απατεώνες, πολυλογάδες, ανίκανους, παράξενους, άχρηστους. Η παραβολή αυτή του κυβερνήτη του πλοίου και των ναυτών αποτυπώνει την κατάσταση μιας πόλης που κακοδιοικείται από διεφθαρμένους πολιτικούς και εχθρεύεται την αληθινή φιλοσοφική παιδεία, δηλαδή το άριστο των αρίστων, το πολυτιμότερο της πόλης. Συναφώς υποδηλώνει πως φιλαυτία, ναρκισσισμός και φιλοδοξία, από τη μια πλευρά, και φιλοσοφία, από την άλλη, αποτελούν δυο διαφορετικούς κόσμους: η πρώτη περίπτωση τον κόσμο της μπαρουφακικής αερολογίας, μαζί και των «ν πολλος κα παντοίως πλανωμένων», δηλαδή τον κόσμο των ανάξιων προσώπων του δημόσιου βίου και των αγελαίων συντεχνιών τουςˑ η δεύτερη το ιερό τέμενος των Μουσών. 

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Φιλοσοφία της πολιτικής καχεξίας






Πώς δια-Μορφώνεται
το πολιτικό Σήμερα της Ελλάδας;


§1: Πώς μπορούμε να σκεφτόμαστε την παρούσα πολιτική πραγματικότητα της νεοελληνικής κοινωνίας; Οι νέες κυβερνητικές δυνάμεις, που διαμορφώνουν βήμα προς βήμα την καθίδρυση της δικής τους εξουσίας, πόσο πραγματικά νέες είναι; Εάν όντως επαγγέλλονται ένα αληθινά ριζοσπαστικό πολιτικό credo και πράττειν, ποια είναι τα ειδοποιά του γνωρίσματα; Αυτά και αμέτρητα άλλα ερωτήματα γεννιούνται, όταν κανείς επιχειρεί να κατανοεί ουσιωδώς και να ερμηνεύει στοιχειωδώς αξιόπιστα το πολιτικό γίγνεσθαι του Ελλαδικού σήμερα. Από άποψη γενικής αρχής, πριν απ’ όλα, η κατανόηση της τρέχουσας πολιτικής πραγματικότητας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ίδια την προς κατανόηση πραγματικότητα: η εν λόγω πραγματικότητα είναι η επίφαση της ουσίας της πολιτικής, ενώ η κατανόησή της είναι η εννοιολογική σύλληψη αυτού που συμβαίνει πολιτικώς. Αυτή η διαφορά έχει εξάλλου την επαλήθευσή της και στα σποραδικά φαινόμενα μαζικής υστερίας υπέρ του νέου καθεστώτος από άκριτες, εθελόδουλες ομάδες, συντεχνίες και παράγοντες του μικροαστικού και μεσοαστικού χώρου, όπως επίσης και από τις πιο φτηνές εκδοχές του ούτως ή άλλως κούφιου δημοσιογραφισμού, της άχαρης δημοσιογραφικής αχυροφαγίας. Όλες αυτές οι αγελαίες αντιδράσεις αντιστοιχούν σε μια ανεστραμμένη, αν όχι διεστραμμένη, σύλληψη της εξελισσόμενης πολιτικής πράξης. Συμβαίνει ακριβώς αυτό που λοιδορεί ο Νίτσε:
«Παλιοί υπηρέτες κάτω από νέα αφεντικά ενθαρρύνονται αμοιβαία στο να δίνουν χαρά ο ένας στον άλλο» (Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο, 311).
Η ίδια όμως η πολιτική πράξη είναι ετερογενής, πολυδιάσταστη, πολυδιάσπαστη και άκρως αυτο-αντιφατική. Τα τελευταία τούτα γνωρίσματα ανήκουν στη χορεία των ειδοποιών, ήτοι μορφικών της γνωρισμάτων και απαιτούν μια κατά το δυνατόν μεθοδική ανάλυση σε αντιστοιχία προς τα προσδιορισμένα εκάστοτε, με συγκεκριμένο τρόπο, περιεχόμενα.

§2:  Το φάσμα της τρέχουσας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας περιλαμβάνει πτυχές, που άλλες ανατρέχουν στο παρελθόν, άλλες συντηρούνται στο παρόν και άλλες εμφανίζονται να υπερπηδούν τα όρια του τελευταίου. Σίγουρα όμως όλες εκδηλώνονται ή εκτυλίσσονται μέσα στο πνεύμα της καθημερινότητας, όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι το τετριμμένο, το κοινότοπο, το πεζό και οι λάγνοι του πόθοι. Μια αληθινά νέα πολιτική εκκινεί από την πρακτική συντριβή ετούτου του όλου της κοινοτοπίας και της διαφθοράς και όχι από μια λεκτική υποτίθεται καταδίκη του, που απλώς επιβεβαιώνει την απόλυτη σύγχυση των πολιτικών ιθυνόντων ως προς το τι θέλουν να κάνουν. Τούτο παραπέμπει εν γένει στα εξής: α) ελλιπής γνώση και ανά-γνωση της ουσίας του Πολιτικού από τους νέους αξιωματούχους της πολιτικής διαχείρισηςˑ β) απόλυτη επικράτηση ενός ιδιότυπα ακροβατικού εμπειρισμού, εκτεινόμενου ως εκείνο το είδος επικοινωνιακού παλιμπαιδισμού, που εξολοθρεύει και τα ελάχιστα μόρια αναστοχασμού του λαούˑ γ)  η υπαγωγή της πολιτικής υπό το γενικό πρόσταγμα της μαζικής κοινωνίας, ήτοι μαζικής «δημοκρατίας». Ολοζώντανες απεικονίσεις αυτού του προστάγματος μας προσφέρει ο Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Το άτομο καθημερινά βρίσκεται στην υποτέλεια των άλλων. Δεν είναι αυτό το ίδιο. Το Είναι του το έχουν αρπάξει οι άλλοι. Οι καθημερινές δυνατότητες του Είναι του υπόκεινται στα γούστα των άλλων. (…) Οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη χαρακτηριστική τους δικτατορία. Απολαμβάνουμε και διασκεδάζουμε όπως διασκεδάζουν οι πολλοίˑ βλέπουμε και κριτικάρουμε λογοτεχνία και τέχνη, όπως πολλοί βλέπουν και κριτικάρουνˑ αλλά και αποτραβιόμαστε από τον “πολύ σωρό”, όπως πολλοί αποτραβιούνται»

§3: Η μαζική «δημοκρατία» φαινομενικά εργάζεται για να απαλλάξει τις μάζες από τη γενικευμένη τους εξαθλίωση, κατ’ ουσία όμως τις υποχρεώνει να ζουν μόνιμα κάτω από τη σκιά της πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής κρίσης, δηλαδή να συμφιλιώνονται χαρωπά με την εξαθλίωσή τους. Ομόλογο αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμφιλίωσης είναι το αμφίβολης ποιότητας βουλευτικό και πολιτικό προσωπικό: η μάζα επιλέγει τους ομοίους της: τους άεργους πανηγυριώτες, τηρουμένων πάντοτε των εξαιρέσεων, με πολύχρωμα ιδεολογικά ψιμύθιαˑ  και οι κυβερνήτες θωπεύουν την αντίστοιχη μάζα που τους ταιριάζει: «ο κύριος διασκεδάζει με την ευθυμία των δούλων του» μας υποψιάζει ο Νίτσε στον Ζαρατούστρα του.   Έτσι παρατηρείται το  ιλαροτραγικό φαινόμενο: «η τραγωδία της πολιτικής να ξαναγυρίζει στη ζωή μας ως κωμωδία» (Μαρξ) . Γατί; Επειδή ό,τι λέγεται και ό,τι πράττεται στη σφαίρα του Πολιτικού υπηρετεί την κοινή ηθική κυρίων και δούλων, η οποία, σύμφωνα πάντα με τον Νίτσε, είναι κατ’ εξοχήν ωφελιμιστική. Γι’ αυτό και οι νέοι εμπειροτέχνες του σημερινού πολιτικού status, όπως ακριβώς και οι προηγούμενοι, δεν διστάζουν να συνδέουν τη δική τους αξίωση για εξ-ουσία με την επιδίωξη της προόδου. Οποιοσδήποτε όμως φιλολαϊκός προσανατολισμός δεν είναι ποτέ λαϊκός, αλλά πάντοτε σκοταδιστικός. Μόνο μια ανιστόρητη πολιτική σκέψη δεν μπορεί να διακρίνει ότι φιλολαϊκός και λαϊκός τρόπος του πολιτεύεσθαι είναι ευθέως αντίθετα, εχθρικά μεγέθη: φιλολαϊκός σημαίνει ότι ο πολιτικός οικτίρει τη μάζα για την κατάστασή της, χωρίς να ταυτίζεται θετικά μαζί της, δηλαδή τη βλέπει από θέση ισχύος και χωρίς ούτε καν να συμπάσχει. Προκειμένου λοιπόν να διατηρεί την πολιτική του ισχύ, αλλάζει τα πολιτικά στρατόπεδα ή τις ιδεολογικο-πολιτικές του εξαγγελίες με ταχύτητα φωτός: «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Καβάφης). Και η μάζα, αντί να τον περιθωριοποεί,  τον εκλέγει ξανά και ξανά ως αντιπροσωπευτική δύναμη «ήθους» ή έθους. Το νέο μπλοκ εξουσίας, παρόμοια σαν το παλαιό, κατακλύζεται από τέτοιους πλανόδιους πραματευτάδες της πολιτικής, έτοιμους για όλα τα δεινά. Απέναντι σ’ αυτούς ορθώνεται ο Λαϊκός, που δεν ξεχωρίζει το δικό του πάσχειν από εκείνο της μάζας: είναι ο ίδιος πάσχειν και όχι απλώς συμπάσχειν. Και όταν είναι πάσχειν είναι και ποιείν, δηλαδή δημιουργικός νους του πολιτικώς πράττειν, που αρνείται να γίνει σημαία ευκαιρίας. Ο κυνικός Διογένης τέτοιους ανθρώπους έψαχνε με το φανάρι του μέρα μεσημέρι! Αλλ' αυτοί, δυστυχώς για τα πολύχρωμα "κοράκια" του βουλευτηρίου, δεν βρίσκονται ανάμεσα στους χεροκροτητές.