Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Nietzsche: φιλοσοφία και ζωή






  
Φρίντριχ Νίτσε
1844-1900


Ο ηρωικός άνθρωπος ενάντια
στον αμόρφωτο ψευτοδιανοητή 
της εποχής


§1


Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός, στη σειρά «Φιλοσοφία», το παρακάτω βιβλίο:

Φρίντριχ Νίτσε

ΤΟ  ΕΠΩΦΕΛΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΕΠΙΒΛΑΒΕΣ
ΤΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  ΓΙΑ  ΤΗ  ΖΩΗ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


ΗΡΙΔΑΝΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2015


Ο ίδιος ο Νίτσε γράφει  για το εν λόγω έργο του:

«φέρνει στο φως  το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…» (ο.π., σ. 25).

Ποια είναι η πεμπτουσία αυτής της αποτίμησης; Εν ολίγοις: η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν οι μηχανισμοί των θεσμών να καθιερώσουν με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη εξειδίκευση, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του παρόντος. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι»  (ό.π., σ. 117) των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση.

§2


Το υπό συζήτηση έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως το μέγιστο αγαθό της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού» (ό.π., σ. 56)ˑ δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα» (ό.π., σσ. 197-198). Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, πρώην αφισοκολλητές με χάρτινα μυαλά και νυν χορτασμένα στομάχια  φλυαρούντα αδιάντροπα για την πείνα και τη δίψα των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό σώμα της Ελλάδας.   

§3


Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:

«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλά το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμαˑ και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου» (ό.π., σ. 16).

Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς κάλτσεςˑ η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς σκοτώνει τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην εποχή του:

   «Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή» (ό.π., σ. 144).





Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Σόλων: η ποίηση της πολιτικής


Σόλων ο Αθηναίος

§1

Γιατί χρειάζεται να μιλάμε για τον Σόλωνα; Επειδή ανήκει σ’ εκείνα τα πολυτάλαντα πρόσωπα της ιστορίας, που συνδυάζουν, έργω και λόγω, μοναδικά χαρίσματα ποιητικής, πολιτικής και άδολα πατριωτικής στάσης ζωής. Για την κοινή συνείδηση, ο Σόλων είναι περισσότερο πολιτικός παρά ποιητής. Ο ίδιος όμως δεν ξεχώριζε την ποίηση από την πολιτική και αντίστροφα: η ποιητική του πράξη εμπνέει την πολιτική του δράση και η τελευταία δικαιώνει την πρώτη, καθώς ο ποιητής συνδέει τη δημόσια δραστηριότητά του με την ευτυχία σύμπασας της κοινωνίας και όχι με την ευημερία της μιας μερίδας σε βάρος της άλλης. Το ενδιαφέρον του για το γενικό καλό συνιστά κλασικό αντίβαρο στην πολιτική σήψη του σημερινού κοινωνικο-πολιτικού μας γίγνεσθαι. Εάν ο Σόλων χαρακτηριζόταν από ορισμένους Αθηναίους του καιρού του ως «άφρων», επειδή δεν χρησιμοποίησε την εξουσία για ίδιον όφελος, οι χαμαιλέοντες του πολιτικού σήμερα αγάλλονται να «εξουσιάζουν, για να συσσωρεύουν πλούτη» (Σόλων),  απαιτώντας μάλιστα την ανοχή ή την παθητική τουλάχιστο συγκατάθεση ενός άγνωμου πλήθους Η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή της πόλης του ήταν πρωτίστως πνευματική με όλες τις χάρες συγχρόνως ενός σκεπτόμενου και ελευθερόφρονος πολιτικού. Η μέγιστη Χάρη του ήταν να αντιταχθεί, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, και στα δυο υπάρχοντα τότε κόμματα, προκειμένου να δώσει στην πατρίδα του καλούς νόμους και να την σώσει από την αποσύνθεση, που την οδηγούσαν οι αθέμιτοι κομματικοί ανταγωνισμοί. Και τότε και τώρα η υποτέλεια στον ένα ή τον άλλο κομματικό σωλήνα παράγει την πιο ανελεύθερη κι ευτελιστική σχέση του ανθρώπινου όντος: εκείνη του ποιμένα και του ποιμνίουˑ κοινώς: του βοσκού και των προβάτων (Νίτσε).

§2

Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την εύρυθμη οργάνωση και λειτουργία της ελληνικής πόλεως, ιδίως την εποχή του Σόλωνος (6ος π.Χ. αι.): εκείνα της ποίησης, της πολιτικής και της σοφίας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνθέτει την οντότητα των σημαινόντων ανδρών, αναπόδραστα αναγκαίων για το παρόν και το μέλλον της ευνομίας της  πόλεως. Γιατί οι σημαίνοντες άνδρες ενσαρκώνουν την εσωτερική αναγκαιότητα μιας τέτοιας ευνομίας; Επειδή εμφορούνται από εκείνη την οντολογική γνώση, που οδηγεί πέρα από οποιαδήποτε επί μέρους, ειδική ή και τυπική κατάρτιση των νομοθετούντων: προς ένα καθολικό νομοθετείν, ανέγγιχτο από ιδιωτικά συμφέροντα και αναγόμενο στην περιωπή του ιερού, του θείου. Η πολιτική σχέση Σόλωνος και Αθήνας οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω σ’ αυτή την οντολογική βάση. Εφόσον το αθηναϊκό κράτος ήθελε να είναι πνευματικά ελεύθερο, χρειαζόταν τον Σόλωνα, γιατί συνδύαζε στον υπέρτατο βαθμό τα ως άνω τρία στοιχεία. Με την ποίησή του, αυτός ο μεγάλος άνδρας προσφέρει στο λυκαυγές της αθηναϊκής πολιτείας ένα νέο, πατριωτικό κατά την τάξη της μεσότητας και γι’ αυτό αυθεντικά δημοκρατικό σώμα ιδεών. Με τούτο το σώμα απελευθερώνει τις απαραίτητες για την ιστορική στιγμή συγ-κινήσεις της αθηναϊκής κοινωνίας και επιχειρεί να εμφυτεύσει στη συνείδησή της την ακατάλυτη δύναμη της Δίκης, της Δικαιοσύνης. Ο λόγος για δικαιοσύνη ρέει άφθονος από τότε μέχρι σήμερα στα ρείθρα της ελληνικής πολιτείας. Η πρακτική της όμως εφαρμογή είναι πάντα το ζητούμενο. Ειδικά στην εποχή μας ηχεί, με φωτεινές βέβαια εξαιρέσεις, ως μια παραπλανητική μελωδία της πολιτικής συναυλίας των επίδοξων εκάστοτε κυβερνητικών διαχειριστών για την κατίσχυση των πιο υστερόβουλων εξουσιαστικών τους βλέψεων. Υπ’ αυτό το πνεύμα, το περιεχόμενο του ελεγειακού έργου του Σόλωνος εξακολουθεί να είναι επί-καιρο, καθώς το ποιητικό-αττικό του πνεύμα στιγματίζει όλους τους καταστροφείς της πατρικής εστίας –με σημερινούς όρους, τους εθνομηδενιστές– που στα λόγια αυτοκολακεύονται ως μεγαλοσχήμονες «δημοκράτες», αλλά στην πράξη αποδεικνύονται ως τα πιο ύπουλα τρωκτικά. Να γιατί ολόκληρο το μεταρρυθμιστικό έργο του Σόλωνος δεν οφείλει τη διαχρονική μεγαλοσύνη του μόνο και κύρια στις νομοθετικές πράξεις, αλλά θεμελιωδώς στον ηθικό φρονηματισμό αρχόντων και αρχομένων, που αυτές οι πράξεις εκπέμπουν.




Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

B. Brecht: Οι πολιτικές αυταπάτες και οι προσταγές τους



    

 Μπέρτολτ  Μπρεχτ
                   1898–1956


      «Oι κρατούντες κατασκευάζουν τον όμοιό τους:
 τον μεγάλο παλιάνθρωπο»

                           §1

    Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Ο ποιητικός λόγος έχει μια ιδιαίτερη φύση: από τη μια πλευρά αποτελεί  ανάλαφρη ηχώ για πράγματα και καταστάσεις, που «κουβεντιάζονται με λιγότερες φωνές» (Σεφέρης), από την άλλη σου μιλάει «με παραμύθια και παραβολές/ …γιατί τ’ ακούς καλύτερα, κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός). Η φρίκη, σύμφωνα με τη βιωματική εμπειρία του Μπρεχτ –βλ. μεταξύ άλλων το ποίημά του: «Στους Μεταγενέστερους»– είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα του κόσμου και της ιστορίας του, με τους δικούς της νόμους και τη δική της πορεία, όπου ο άνθρωπος από ενεργό υποκείμενο μεταποιείται σε αντικείμενο, στο πιο ευτελισμένο πράγμα, σε εργαλείο ξένων προς τη φύση του δυνάμεων. Τότε συμβαίνει να πολτοποιείται σε αδρανή μάζα και να στρέφει τον εαυτό του ενάντια στον εαυτό του. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας αυτοκαταστροφής είναι να προσχωρεί ασμένως στην ακατάσχετη φλυαρία των κρατούντων περί ισότητας, δικαιοσύνης, ελπίδας που έρχεται και παρόμοιων λεκτικών διαστροφών και να συμβιβάζεται με την πολιτική του εξαπάτηση.

ΙΙ. Ο Μπρεχτ ωστόσο δεν ξεχνά πως πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνης. Γι’ αυτό και δεν αρκείται σε οποιαδήποτε άχρωμη περιγραφή της κακοποίησης των ανθρώπων από τους κρατούντες ούτε απλώς στο να κατονομάζει τους συντελεστές της: Ανάλογα με τη δεσπόζουσα ιστορική στιγμή, με προεξάρχουσα εκείνη της ανόδου και της πτώσης του τρίτου Ράιχ, καθιστά το λόγο του θεάτρου και της ποίησης πρωτομάστορα ζωντανών εικόνων από την ιστορική και κοινωνικο-πολιτική εμπειρία των ανθρώπων. Το καλλιτεχνικό του μέλημα δεν είναι απλώς να συγκινήσει το θεατρικό και αναγνωστικό του κοινό, αλλά να το κάνει να σκεφτεί. Έτσι, ο λόγος του γίνεται λόγος του δια-λεκτικού πράττειν:: ψυχ-αγωγεί τις άριστες πτυχές του εσωτερικού Είναι του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να αυτονομείται από την ψευδή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει: είτε από εκείνη του γερμανικού Ράιχ με τις προεκτάσεις της είτε από την άλλη της ανατολικής Γερμανίας, της λεγόμενης λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR), όπου η φαινομενική ευφορία των εκεί κρατούντων έκρυβε τη μέγιστη εξαθλίωση της κοινωνίας. Ομοιώματα τέτοιων αντανακλάσεων εμφανίζουν και οι πολιτικοί θεατρίνοι της παρούσας Ελληνικής Τραγωδίας. Το ποίημα, που μεταφράζω και σχολιάζω στη συνέχεια, είναι αποκαλυπτικό της πολιτικής αποξένωσης χτες και σήμερα.
                 
                        §2

DER  RADWECHSEL
              
Ich sitze am Straßenrand
Der Fahrer wechselt das Rad.
Ich bin nicht gern, wo ich herkomme.
Ich bin nicht gern, wo ich hinfahre.
Warum sehe ich den Radwechsel
Mit Ungeduld?


Η  ΑΛΛΑΓΗ  ΤΟΥ  ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στου δρόμου την άκρη
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, απ’ όπου ήρθα.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, που πρόκειται να πάω.
Γιατί τότε βλέπω την αλλαγή του τροχού
Με ανυπομονησία;
                         
                          §3
                                
                                   Ερμηνεία –σχολιασμός

1.      Τι εκφράζει εδώ ο ποιητής; Μια διάψευση ελπίδων και προσδοκιών. Μια εσωτερική ανησυχία, που προκαλούν τα παράσιτα ενός πολιτικού καθεστώτος με ανεστραμμένη τη Λογική του προοπτική: διατείνεται ότι υπηρετεί την ιδέα της βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, τα γνήσια συμφέροντα του λαού, αλλά στην πράξη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δικού του μαζικού μορφώματος εξουσίας. Θεμελιακή αρχή αυτής της ανησυχίας είναι η ανυπομονησία, για το κατά πόσο μπορεί αυτό το καθεστώς να ανταποκριθεί στο αίτημα του λαού για μια αυθεντικά χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή.
2.       Εάν λάβουμε υπόψη πως η εν λόγω ελεγεία γράφτηκε το καλοκαίρι του 1953 στην ανατολική Γερμανία και αμέσως μετά τα γεγονότα της 17ης Ιουνίου, τότε το πολιτικό καθεστώς, που υπαινίσσεται ο ποιητής, ήταν το υποτιθέμενο λαϊκό καθεστώς της DDR.
3.     Τι έγινε στις 17 Ιούνη; Εξέγερση των εργαζομένων μαζών ενάντια στους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς μιας κυβερνητικής μηχανής, που διέθετε μεν λαϊκό έρεισμα, αλλά πολιτευόταν ερήμην της «σοφίας του λαού» (Μπρεχτ), εντελώς εγκεφαλικά και γραφειοκρατικά: ως εκ τούτου ιδιοτελώς και στην πραγματικότητα ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας.
4.     Στο παρόν ποίημα, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις λεκτικές υποσχέσεις των κρατούντων υπέρ της «ευημερίας» των πολιτών στη διάλυση των ψευδαισθήσεων και στη συνεπακόλουθη από-γοήτευση.
5.     Από-γοήτευση με το νόημα ότι έπαψε πια να γοητεύει την ανθρώπινη κοινότητα το εγκεφαλικό-σχηματικό θεώρημα της οικοδόμησης της «σοσιαλιστικής» πατρίδας, ένα θεώρημα δηλαδή, περίπου παρόμοιο με τα παιδαριώδη μηχανεύματα των ελλαδικών τσαρλατάνων της τρέχουσας πολιτικής σκηνής.
6.     στ.1: ο ποιητής, η συνειδητή φωνή του πονεμένου πλήθους,  εγκλωβισμένου στις ποικίλες τεχνητές μάζες εξ-ουσίας, κάθεται στην άκρη [=Εκτός] του εκτυλισσόμενου πολιτικού θεάματος και το θεωρεί, το κρίνει:
7.      στ. 2: δια-κρίνει, καθορά, χωρίς ψευδαισθήσεις πια, πως ο οδηγός της κινούμενης μηχανής, ήτοι ο ηγέτης της κυβερνητικής μηχανής, αλλάζει τον τροχό, δηλαδή την τροχιά, την πορεία της πολιτικής.
8.     στ. 3-4: Δεν χαίρεται όμως γι’ αυτό, καθώς η αλλαγή προέρχεται από τα πάνω και όχι από τα κάτω, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή και σοφία του λαού. Πρόκειται συνεπώς για εναλλαγήˑ για ένα νέο μηχανισμό εξουσίας, απαράλλακτα φίλαυτο με τον παλιό: και στην πρότερη χώρα/κατάσταση, την καπιταλιστική, και στην τωρινή, τη «σοσιαλιστική», οι μάζες παίζουν το ρόλο του θεατή, του χειροκροτητή των υποτιθέμενων «αντιπροσωπευτικών» θεσμών της πολιτείας. Δεν είναι πλήρως απελευθερωμένες κοινωνικά.
9.     στ. 5-6: Κάθε ριζική αμφισβήτηση, εκ μέρους τους, αυτών των εγωιστικών μορφωμάτων  εξουσίας πληρώνεται ακριβά. Τα εν λόγω μορφώματα, καπιταλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά ή «σοσιαλιστικά», θέλουν τη μάζα να κυβερνάται, να υπακούει πειθήνια και να φοβάται τους κρατούντες. Γι’ αυτό και ο ποιητής διερωτάται με ανυπομονησία: τι νόημα έχει η αλλαγή πορείας; Για να εναλλάσσεται στην κυβερνητική μηχανή ο ένας παλιάνθρωπος μετά τον άλλο ή για να πάψουν τα πράγματα να είναι έτσι όπως «πρέπει» [=όπως θέλουν οι άρχοντες] να είναι;  


Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ηράκλειτος: ο Λόγος και η ὕβρις του μαζικού




Ηράκλειτος
544-484 π.Χ.

Καθολικός Λόγος:
πόλεμος για το άριστο

§1


Η σημασία του Ηρακλείτειου στοχασμού συμπυκνώνεται στο θείο κεραυνό που κρύβει μέσα του: «τ  δ  πάντα  οακίζει  Κεραυνός» [=όλα τα κυβερνά ο Κεραυνός] (απ. 64). Ο Κεραυνός δεν είναι ο κεραυνός του Δία ούτε ο Δίας, δηλαδή ο θεός ως τέτοιος. Απεναντίας μας παραπέμπει στο αείζωον πυρ, στον κόσμο, που δεν τον έφτιαξε κανένας θεός ή άνθρωπος, αλλά αποτελεί έναν περιδινούμενο κύκλο και μοιάζει με το πυρ, που ανάβει και σβήνει σε τακτά χρονικά διαστήματα (απ. 30). Αυτός ο Κεραυνός είναι η εκρηκτική δύναμη του πυρός και φωτός εν ταυτώ, που κατευθύνει, κυβερνά ό,τι συμβαίνει ως επαναλαμβανόμενη δράση ανθρώπων και πραγμάτων μέσα στο χρόνο. Πώς νοείται όμως ο κυβερνητικός ρόλος του Κεραυνού; Πρωτίστως ως ένας μεταφορικός λόγος,  για να δηλωθεί η πρωταρχική αιτία των συμβαινόντων κάθε φορά και δεύτερον, με την ίδια ποιοτική διαβάθμιση, για να τονιστεί η ενύπαρξη του διαλεκτικού Λόγου μέσα στην κοσμική κίνηση. Ετούτος ο Λόγος είναι η αφανής αρμονία, δηλαδή η σύμφυτη με τούτη την κίνηση τάξη, ο αλάθητος ρυθμός, που κατευθύνει και καθοδηγεί τα πάντα. Εύλογα εδώ μπορεί να διερωτηθεί κανείς; Εάν υπάρχει ένας τέτοιος αλάθητος ρυθμός που κυβερνά τα πάντα, τότε σε τι διαφέρει από κάποια εξωτερική θεότητα, που οι άνθρωποι τη φαντάζονται ακριβώς ως το αλάθητο κέντρο της ζωής τους και ως εκ τούτου εξαρτούν μοιρολατρικά, δεισιδαιμονικά τη μοίρα τους από τούτο το κέντρο;  Όχι, λέει ο Ηράκλειτος. Το αλάθητο του ρυθμικού Λόγου δεν προκύπτει φαταλιστικά, αλλά από την εγγενή Έριδα των αντίρροπων δυνάμεωνˑ μια Έριδα που διασφαλίζει την ισορροπία και την ισοζυγία τους.


§2

Εδώ ακριβώς έγκειται όλη η σαγηνευτική έλξη της Ηρακλείτειας σκέψης: ο Κεραυνός είναι η τάξη του Είναι, η ανα-λογική τάξη των ποικίλων στοιχείων που συνθέτουν τον κόσμο και τα όντα. Ως τέτοια τάξη δεν αποτελεί κάποια δύναμη, που επιβάλλεται έξωθεν και πλανάται πάνω από τον κόσμο ως γενετική του αρχή. Ο κόσμος δεν έχει καμιά εξωτερική αρχή, γιατί υπήρχε και υπάρχει πάντα: ενιαία δυναμικός και αρμονικόςˑ έχει όμως την εσωτερική του αρχή, την κατά Λόγο τάξη. Και ο άνθρωπος; Ανάλογα με το βαθμό, που ανακαλύπτει μέσα του και εντός του κόσμου αυτή την κατά Λόγο αρχή ή τάξη κατηγοριοποιείται σε κοιμώμενο, ασύνετο ον ή σε άριστο. Ο Ηράκλειτος δεν διαφοροποιεί τους ανθρώπους σε αρίστους και κοιμωμένους με ποσοτικά κριτήρια: καταγωγή, οικονομική ή πολιτική επιφάνεια, αξίωμα και παρόμοια, όπως νομίζουν ή πράττουν κάποιοι, κάτω του μετρίου, απ’ αυτούς που αμπελοφιλοσοφούν εντός των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τους απαράλλακτους καφενόβιους του βουλευτηρίου, αλλά με ποιοτικά: ως ποιο βαθμό οι άνθρωποι διαγιγνώσκουν και εναρμονίζονται με τον εσωτερικό ρυθμό-Λόγο του κόσμου, πόσο κατανοούν την ενότητα και το αδημιούργητο αυτού του κόσμου κ.λπ. Ό,τι Ηρακλείτειο δεν καταλαβαίνουν οι θρασύτατοι και θορυβώδεις γελωτοποιοί παντός καθεστωτικού στερεώματος, το γελοιοποιούν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους: αναγορεύουν το μέτριο σε άριστο και εξαφανίζουν το τελευταίοˑ έτσι αντλούν ex officio το δικαίωμα να ανυψώνουν σε αρχή του δημόσιου βίου τον εγωκεντρικό πομφόλυγα. Πομφόλυγας στις σκονισμένες αίθουσες της φιλοσοφίαςˑ πομφόλυγας στην οικονομία, πομφόλυγας στην πολιτική, πομφόλυγας στην κοινωνία του θεάματος. Τι μένει, μετά από όλα τούτα; Η μομφή ότι ο Ηράκλειτος περιφρονεί του πολλούς ή ό,τι ο διαλεκτικός Λόγος σκοτώνει τη «δημοκρατία».

§3

Το μέτριο και το άριστο, για τον Ηράκλειτο, εναρμονίζονται με τη δυναμική του πολέμου των αντίρροπων δυνάμεων και δεν εξαρτώνται από την κρίση της ασύνετης υποκειμενικότητας. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν τοποθετεί εαυτόν στους αρίστους ετσιθελικά, σαν τους πολλούς κάθε φορά ετσιθελικούς κυβερνήτες ή ομογάλακτους κυβερνώμενους –που τους βδελύσσεται ως τις αίσχιστες ασημαντότητες– αλλά αγωνίζεται/πολεμά να φωτίσει, με παραδειγματική σαφήνεια, το αντικειμενικό νόημα του υποκειμενικού [του] λόγου και να διαχωρίζει τον τελευταίο από τον κοσμικό Λόγο. Αναφέρει σχετικά στο απ. 50: «οκ μο λλ το λόγου κούσαντας μολογεν σοφόν στιν ν πάντα εναι». Αν και ο φιλόσοφος κατανοεί σωστά τον κοσμικό Λόγο και εξίσου σωστά τον διερμηνεύει, εν τούτοις απεκδύεται το ρόλο του θείου Κεραυνού, του θεόσταλτου σωτήρα: ομολογεί πως ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθοδηγείται, να κυβερνιέται από τους ιδιωτικούς λόγους των λογής υποκειμένων, αλλά από τον Έναν κοσμικό Λόγο. Γιατί μόνο απ’ αυτόν τον Ένα; Επειδή ενσαρκώνει το αιώνιο γίγνεσθαι του κόσμου και το καθιστά προσιτό, το εισάγει στη ζωή, με την ευρυθμία και την κανονικότητα, την αναλογικότητα, των πολύτροπων στοιχείων και μεταστοιχειώσεων αυτού του κόσμου. Και ο ρόλος του ανθρώπινου υποκειμένου; Μέσα σε τούτο το αιώνιο γίγνεσθαι, το δημιουργικό έργο του ανθρώπου είναι να ακολουθεί τον κοινόν Λόγον:  «δε πεσθαι τ ξυν λόγ».  Ετούτος ο Λόγος είναι κοινός με την έννοια του καθολικού, συμπαντικού, καθολικώς φρόνιμου Λόγου και όχι με εκείνη της μαζικής αερο-λογίας. Αυτή εδώ αφορά τον ιδιωτικό λόγο, εκφράζει ιδιοτελή ή κάποτε και ανόητη προσωπική στάση. Ο κοινός Λόγος, απεναντίας, συνιστά την Ουσία, τον θείο Κεραυνό της οικουμενικής ανθρωπότητας, άρα είναι η περι-Ουσία της. Η τελευταία όμως προβάλλει στη ζωή μας μόνο ως δυνατότητα κτήσης τηςˑ δεν είναι ποτέ κεκτημένη. Επομένως, για όλους τους ανθρώπους ισχύει ως κριτήριο του μέτριου ή του άριστου όχι το τι νομοθετεί ο εκάστοτε νάνος των αξιωματικών θώκων, αλλά η ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των ανθρώπων να σκέπτονται σωστά (απ. Β 113) και η προϋπόθεση, για να σκέπτονται σωστά, να γνωρίσουν τον εαυτό τους (απ. Β116).  Όσοι δεν μετέχουν σε τούτη τη δια-Λογική διεργασία αυτοπροσδιορισμού ανήκουν, κατά τον Ηράκλειτο, στους κοιμωμένους. Σε τούτους συγκαταλέγονται πρωτίστως, τότε και τώρα και πάντα, η οχλοκρατική πληθύς των φουσκωμένων χαοτικών των «θεσμών» και των ακροατών τους. Αχ, αυτός ο οχλολοίδωρος Ηράκλειτος! Γιατί γκρεμίζει την πολιτεία των αποστεωμένων ειδώλων, παλαιόφυτων και νεόφυτων, και δεν τ’ αφήνει να μας «σώσουν» από την «ανθρωπιστική» κρίση; Δηλαδή, να μας βουλιάξουν μέσα σε έναν καινούριο και όχι λιγότερο επώδυνο Πίθο των Δαναδων!                                                                                              






Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

M. Heidegger: τι είναι λαός; (2)




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889-1976

Ο λαός είναι το πεπρωμένο του

§1

Ο Χάιντεγκερ αναγνωρίζει ότι η έννοια λαός δεν είναι μονοσήμαντη: χρησιμοποιείται πολυδύναμα και ανάλογα με τις επί μέρους νοηματικές διεκδικήσεις ή φανερώσεις (GA 38, σ. 61). Ωστόσο αναζητεί εκείνη τη διακριτική και όχι λιγότερο διακριτή ενότητα, κάτω από την οποία μπορούν να υπαχθούν όλες οι σχετικές διαφοροποιήσεις. Για να δούμε τι είναι λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, πρέπει να ξεκινάμε από το τι δεν είναι λαός. Τι δεν είναι λοιπόν λαός; Δεν είναι ένα πλήθος ανθρώπων, που συνδέει τον ενιαίο χαρακτήρα του με γεωγραφικά, βιολογικά, φυλετικά δεδομένα. Κατά την τρέχουσα αντίληψη είναι κι αυτό λαός, μας λέει ο φιλόσοφος, αλλά αποτελεί κυρίως μια συλλογική έκφραση ατόμων, εν πολλοίς χθαμαλή και καθεύδουσα:  μια μαζοποίηση χωρίς αυθεντικότητα και καμιά αυθεντική εννόηση του λαού ως ενιαίας δημιουργικής ολότητας, δηλαδή υπό τη μορφή «του λαϊκού-κρατικού Dasein» (Μ. Χάιντεγκερ: περί πολιτικής …, εκδ. Ηριδανός, σ. 119). Επίσης δεν μπορεί να συλλαμβάνεται ο λαός ως ένας κλειστός κόσμος μιας ορισμένης σωματικής, ψυχικής ή πνευματικής συλλογικότητας. Σ’ αυτές και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, η έννοια του λαού είναι εντελώς αφηρημένη, καθώς η έννοια του ανθρώπου, που εμπεριέχεται μέσα στην έννοια του λαού, δεν συλλαμβάνεται στην ιστορικότητά του, στο πεπρωμένο του, αλλά ως συμβεβηκός, ως συμπτωματική ιδιότητα, με αποτέλεσμα πλήθη και μάζες ανθρώπινων κοινωνιών να μετατρέπονται σε όχλο, σε συρφετό, αγόμενο και φερόμενο από τους εκάστοτε πολιτικούς, επιστημονικούς και άλλους δυνάστες του.

§2

Ενώ είναι όχλος, εν τούτοις δεν κατανοεί τον εαυτό του ως όχλο –γιατί τότε δεν θα ήταν όχλος– αλλά ως τον πιο σπουδαιοφανή παράγοντα μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Συμπεριφορά όχλου π.χ. έχει ο ψηφοφόρος, που άγεται και φέρεται από τα τερατώδη ψεύδη των ανίκανων πολιτικάντηδων. Στον όχλο βέβαια ανήκει και το γένος των πολιτικάντηδων, ανεξάρτητα από το προσωπείο του, καθώς είναι ένα συμβεβηκός και καμιά ιστορική ουσία και παρ-ουσία. Ορισμένως λοιπόν το τι είναι λαός παραπέμπει στην κοινότητα που ρωτάει: ποιοι είμαστε ως λαός; Αυτή η μετατόπιση από το τι στο ποιοι δεν είναι απλώς μετατροπή της μιας λέξης στην άλλη, αποφαίνεται ο Χάιντεγκερ, αλλά και μετασχηματισμός του δικού μας Είναι, ημών των ίδιων (GA 38, σ. 70). Ο λαός παύει να είναι όχλος, όταν ως ύπαρξη, ως Dasein, ρωτά για τον Είναι του, για το ποιος είναι. Αυτή η ερωτηματική στάση τον οδηγεί σε αναζήτηση του νοήματος σε σχέση με αυτό που είναι ή ακόμη δεν είναι. Τον καθιστά ικανό για απόφαση, καθώς η τελευταία ιδιάζει στην φύση του (ό.π.). Αλλά για ποια απόφαση; Για την απόφαση να σκεφτεί το Είναι της ύπαρξής του (GA 65, σ. 97). Η απόφαση λοιπόν, η ιδιάζουσα στο λαό, σημαίνει, στην παρούσα θεματική, δύο τινά: πρώτον τον φέρνει αντιμέτωπο με το πεπρωμένο του. Φυσικά, αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του είναι κάποιος, άτομο ή λαός, όπως καλή ώρα ο ελληνικός, κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Το ζητούμενο όμως είναι πώς και πόσο το κατανοεί αυτό, και συνακόλουθα ποια είναι η μέριμνά του.

§3

Το πώς, το πόσο και το ποια υλοποιoύνται: δεύτερον, με το να τον τοποθετεί, από πλευράς χρόνου, ανάμεσα στη αρχή και το τέλος, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Τούτο το Ανάμεσα με τη σειρά του: α) προσδιορίζει το Dasein του λαού ως μέριμνα και β) το συνδέει με την ιστορικότητά του. Το εν λόγω Dasein αφανίζεται ή ευδοκιμεί, όταν έχει επίγνωση σχετικά με το εάν είναι πραγματικά, αυθεντικά στον εαυτό του ή μόνο κατ’ επίφαση και επιφανειακά (GA 65, σ. 50-51)ˑ τουτέστιν, όταν μεριμνά για την ιστορία του εαυτού του ως ανθρώπινου Dasein, δηλαδή για το να υπάρχει ιστορικά. Τι σημαίνει όμως, για έναν λαό, να υπάρχει ιστορικά; Σημαίνει όχι μόνο να μετέχει με κάποιο τρόπο στην ιστορία, αλλά να την παράγει με κάποιο τρόπο. Ο τρόπος που την παράγει ανοίγει ή κλείνει τον δρόμο στην υπαρκτική κατανόηση της ιστορικότητάς του, στο φωτισμό που εκπέμπει το Είναι του. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον ελληνικό λαό: εάν αυτοπαγιδεύεται σε μουσειακές νοο-τροπίες, σε χρονολογικές αναφορές, σε παρελθοντικές αφηγήσεις, σε πολιτικο-κυβερνητικούς παλιμπαιδισμούς και κάθε τέτοιου είδους σαθρά ιδεολογήματα αρρωστημένων προσώπων ή συντεχνιών, τότε αφανίζεται μέσα στο ένα ή το άλλο περιορισμένο χρονικό σημείο, ας πούμε στο χρονικό σημείο των εκλογών, ενός θεάματος, των ασυνάρτητων μπαρουφακισμών νέου τύπου κ.λπ., και χάνει από μπροστά του τον ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα, δηλαδή το δικό του παρατηρητήριο κατόπτευσης των συμβάντων, τον ιδιάζοντα στη φύση του τρόπο απόφασης για την ύπαρξή του. Εάν, απεναντίας, εδώ και τώρα μάχεται για τη δέουσα αυθεντική του στιγμή, διαμορφώνει με ελεύθερο τρόπο την προσωπική του μοίρα και αποτρέπει, στο δυνατό βαθμό, παρενέργειες ενός μαζοποιημένου πεπρωμένου: δεν ασχολείται ή δεν παρηγορείται με τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου άλλων λαών και ανθρώπων, αλλά με τη δική του αντίστοιχη νύχτα, «που δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης).