Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Heidegger: πέραν της κοσμοθεωρητικής στρεψοδικίας




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1989–1976


         Γιατί μας ενδιαφέρει η αναμνηστική σκέψη;


          §1: Η γλώσσα ως άγγελμα ζωής και κατανόησης

Ι. Ο Χαϊντεγκεριανός στοχασμός άσκησε την ερμηνευτική του δυναμική ως αποδόμηση πάσας θεσμισμένης τάξης Λόγου και καταστάσεων και ως εναντίωση στις κυρίαρχες λογισμικές αιωρήσεις του σύγχρονου ωφελιμιστικού πνεύματος. Διέρχεται μέσα από τη διερεύνηση του λόγου του ανθρώπου, για να χωρήσει πέραν τούτου προς τη διερεύνηση του χώρου του ανθρώπου. Ο εν λόγω χώρος είναι πλημμυρισμένος από ένα στερεότυπο και κατεστημένο πλήθος λέξεων της μεταφυσικής, που εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση της σκέψης και συγκαλύπτει την αλήθεια του Είναι. Η μόνη διέξοδος από τούτη τη φυλακή είναι η γλώσσα, ως οντολογικό πρόταγμα της σκέψης. Καθοδόν προς τη γλώσσα του Είναι  φανερώνεται αυτό που είναι ο άνθρωπος.
ΙΙ. Τι είναι όμως ο άνθρωπος; Σε ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι και πράγματι είναι το να ομιλεί για τα όντα και για τον ίδιο τον εαυτό του ως ον. Ένα τέτοιο ομιλείν, είτε με το χαρακτήρα της φλυαρίας και της καθημερινής κουβέντας είτε  με εκείνον της επιστήμης, φτάνει σε κάποια όρια και πέραν τούτων η άβυσσος. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι είναι ορισμένων και περιορισμένων δυνατοτήτων: στη σφαίρα της καθημερινότητας, όπου ανήκει και η πολιτική,  εξαντλείται σε παράθεση ή άθροιση λέξεων χωρίς κάποια στοχαστική βαρύτητα, χωρίς πρό-βλεψη για το μέλλον, ενώ στη σφαίρα της επιστήμης δεσπόζει η υπολογιστική σκέψη, η γλώσσα της τεχνικής και του υπο-λογισμού.
ΙΙΙ. Σε ένα προχωρημένο επίπεδο –και τούτο με το νόημα όχι της γεωμετρικής προόδου, αλλά της φανέρωσης του ίδιου του Είναι μέσα στις ρίζες της γλώσσας– ο άνθρωπος είναι το Da-Sein [=το εδωνά του Είναι] και μέσα στη γλώσσα της σκέψης ακροάται ό,τι αυτή γλώσσα του απευθύνει. Τι του απευθύνει; Να ψάξει το υπαρκτικό του Είναι όχι μέσα στο αερολογείν, όχι στις απλές δοξασίες, που δεν διαθέτουν αυτί για τούτες τις ακροάσεις, αλλά στις οντολογικές τοπο-σημάνσεις της γλώσσας, εκεί δηλαδή που αγγέλλεται  φανέρωση, αποκάλυψη της απόκρυψης. Όπου  η απόκρυψη, η συγκάλυψη αφήνεται ή δεν εξωθείται από τη γλώσσα στην ανοικτότητα της κατανόησης, εκεί συμβαίνει προδοσία. Να γιατί, ας πούμε, η καθεστωτική πολιτική εκτυλίσσεται πάντοτε ως απουσία νοήματος και κατ’ επέκταση ως διεργασία προδοσίας.

                       §2: Andenken: Αναμνηστική σκέψη.

Ι. Ο Χάιντεγκερ εκκινεί από το δεδομένο ότι η φιλοσοφία έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο, αφού έφτασε στο  αποκορύφωμά της με τους τελευταίους μεταφυσικούς φιλοσόφους, όπως είναι ο Χέγκελ και ο Νίτσε μαζί και ο Μαρξ, και συναφώς σε ένα τέλος με την απόλυτη επικράτηση του βασιλείου της τεχνολογίας. Η κυρίαρχη σκέψη τώρα είναι η υπολογιστική σκέψη (rechnendes Denken), η οποία κλείνει το δρόμο στην αναζήτηση του νοήματος του Είναι. Σε τούτη τη σκέψη ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος αντιπαραθέτει την αναμνηστική σκέψη. Γιατί; Επειδή η τελευταία  μας διανοίγει στο μονοπάτι του Είναι, καθώς στην βαθύτερη πράξη της είναι ανάμνηση, ανα/μεταστοχασμός: μας παρέχει τη δυνατότητα να βρεθούμε κοντά στις πρωταρχικές ρίζες ή πηγές της φιλοσοφίας, του ίδιου του φιλοσοφικού μας πολιτισμού και να τον σκεφτούμε πάλι από την αρχή: να αφεθούμε γαλήνια και μειλίχια στην περισυλλογή των μυστικών του θησαυρών. Αυτοί είναι που αντι-μάχονται, μέσα στο χρόνο, τον ψεύτικο χρυσό της μαζικής κουλτούρας και συγκαλυμμένοι μας χορηγούνται ως απελευθερωτική στροφή προς την έκ-σταση.  
ΙΙ. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως η αναμνηστική σκέψη, καθότι ανάμνηση, δεν σκέπτεται την ιστορία του Είναι [μας] ως κάτι παρελθοντικόˑ απεναντίας επιχειρεί να απαντήσει σ’ αυτό που μοιραία καθορίζει την αληθινή μας ουσία, δηλαδή στο πεπρωμένο αυτής της ουσίας, στο πεπρωμένο του Dasein μας. Τουτέστιν: απέναντι στο μονόδρομο της υπολογιστικής, ήτοι επιστημονικής, τεχνολογικής σκέψης, που ηχεί ως πεπρωμένο μας, ακριβώς γιατί είναι αναπόφευκτη, αλλά και ως ένα μεγάλο βαθμό αναγκαία, η αναμνηστική σκέψη είναι η αλλαγή πλεύσης: σκάβει βαθιά μέσα στο προκαλούν τη λήθη υπάρχον και οραματίζεται, κυοφορεί το άλλο ξεκίνημα στην ιστορία του Είναι και της ανθρώπινης ύπαρξης.


ΙΙΙ. Το άλλο ξεκίνημα συνυφαίνεται πρωτίστως με ό,τι μας καλεί να σκεφτούμε πάνω στην αλλαγή της ουσίας της αλήθειας [μας]. Πρόκειται για έναν μετά-στοχασμό, μια μετά-σκέψη γύρω από τη ζωή και τη δράση της σύγχρονης τεχνικής ως τέτοιας και, με το ευρύτερο νόημά της, ως επιστημοσύνης ή απονεκρωμένης κοσμο-αντίληψης.  Όσο απουσιάζει η μετά- σκέψη ή ατροφεί μέσα σε μια τεχνικοποιημένη πλαισιοθέτηση (Ge-stell) προκαλεί τους μοιραίους ολέθρους του σήμερα. Η ανα-ζωογόνησή της, δηλαδή το να μην αφήνουμε το εσκεμμένο, τη σιδερόφρακτη ιδεολογία, τη στρεψόδικη κοσμοθεωρία να παγιώνεται και να μας επιβάλλεται, είναι εφικτή με την αποφασιστική αντί-δραση στις προορισμένες για την αποκοίμιση των μαζών κοσμοθεωρίες: ο κατά Ηράκλειτο πόλεμος είναι η απαρχή του Μεγάλου.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Goethe: ο "Φάουστ" στη ζωή μας (1)




Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
1749–1832



Σύγχρονος άνθρωπος:
τραγική ύπαρξη έναντι τραγικής σοφίας



§1. Φάουστ: η Φαινομενολογία της ποίησης

Τι είναι ο «Φάουστ»; Είναι το ποιητικό έργο ζωής του Γκαίτε, που συνδυάζει βίωμα, υψηλές ιδέες, επίγνωση του πραγματικού, φτέρωμα και φτερούγισμα ψυχής.  Εδώ ψηλαφείται το ποιητικό νόημα της τραγικής ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο απόλυτης σχετικοποίησης κάθε υπόσχεσης ευδαιμονίας και κάθε δυνατότητας για συμπαντική/οικουμενική ελευθερία. Οι τελικές ελπίδες διακλαδίζονται σε μια Οδύσσεια του Πνεύματος, παρόμοια με τη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Χέγκελ. Το πνεύμα δρα πολυδιάστατα: επιστημονικά, επίγεια, επουράνια, ενδοκοσμικά, πονηρά, ανθρώπινα κ.λπ. Ο ποιητής αναζητά τη δημιουργική πηγή του πνεύματος μέσα στο λαό με τις αντίστοιχες παραδόσεις του.  Η εναγώνια δράση εκκινεί από την απόλυτη βεβαιότητα του Κυρίου [=του Θεού], που είναι πρωτίστως βεβαιότητα του ποιητή, πως ο Φάουστ όσο και αν παραστρατήσει, δεν θα χαθεί οριστικά αλλά θα βρει το δρόμο του μέσα από την υπόρρητη δράση του πνεύματος του λαού, από την έμπνευση, τη φλόγα που υποφώσκει μέσα του, για να φτάσει στη γνώση του ωραίου, στην αυτάρκεια της φρόνησης, στη γονιμοποιό  δράση.

§2.  Η ποίηση πέραν της σκοπιμότητας:
πρώτος διαχωρισμός

Ι. Ο Διευθυντής του θεάτρου –που εκπροσωπεί τη φωνή της σκοπιμότητας και  του κέρδους– θέλει τον ποιητή όργανο ιδιοτελών σκοπών. Συνένωση, συμφιλίωση στη βάση κορεσμού της περιέργειας των μαζών. Ο ποιητής βλέπει τη συνένωση στην αμιγή ευδοκίμηση της αγάπης και της φιλίας, την οποία προσφέρει το ανόλεθρο, το αισθητικά άρτιο έργο. Θεμελιώνει την τέχνη του ενάντια στη  λογική του θεάματος: δεν γράφει για να διασκεδάσει τις ορέξεις ενός φιλοθεάμονος κοινού αλλά για να αποκαλύψει την τραγικότητα του ανθρώπινου όντος, ως αναγκαία διαμεσολάβηση αυτογνωσίας, προκειμένου να την υπερβεί: πιστεύει πως και ο πιο καθημερινός άνθρωπος είναι προορισμένος να ακούσει τη μελιχρότατη φωνή του πνεύματος και να μην χάνεται μέσα στο χάος των εντυπώσεων.
ΙΙ. Από τη φωνή τούτη μαθαίνουμε την αρμονία, το ρυθμό, το μέτρο, τη μορφή, στοιχεία που συνδέονται με τον μετασχηματισμό του κόσμου. Η ευδαιμονική παρουσία του πνεύματος καθιστά την αδιάφορη ροή της ζωής ενδιαφέρουσα και κάθε εγκόσμιο πράγμα ή γεγονός το υποβάλλει σε μια εσωτερική μορφωτική διαδικασία, η οποία είναι συνάμα κριτική και ουτοπική βλέψη: παίρνει το απλό ιστορικό, φυσικό, κοινωνικό γεγονός και το ανασύρει έξω από τη χυδαιότητα της καθημερινής ζωής, το εμπλουτίζει  με ευαισθησία και το επαναφέρει στη ζωή ως μια αυτόνομη αξία με διάρκεια.
ΙΙΙ. Έξω μπορεί να μαίνεται θύελλα, αλλά μέσα θερμαίνει η φλόγα της ποιητικής παρουσίας του πνεύματος. Το πρόβλημα δεν είναι η διασκέδαση του κοινού αλλά η κατεύθυνση της ανθρώπινης συνείδησης προς την ακήρατη ελευθερία. Φάουστ: «αδράξτε γερά τη ζωή. Ο καθένας τη ζει αλλά δεν την ξέρουν όμως πολλοί».

§3. Αγωνία της ύπαρξης και αγώνας της ζωής:
δεύτερος διαχωρισμός

Ι. Οι ακαδημαϊκοί τίτλοι δεν ταυτίζονται με την εσωτερική πλήρωση του ανθρώπου. Αυτοί επιτείνουν το κενό της ζωής και τον διχασμό, γιατί προστίθενται έξωθεν και αναδίδουν ματαιοδοξία. Αποτελούν ένα παραπλανητικό και γι’ αυτό οδυνηρό φορτίο. Μπορεί να συνδέονται εξωτερικά με γνώσεις αλλά όχι υποχρεωτικά με τη Γνώση. Η αυθεντική Γνώση αναζητείται εκτός του βαρύγδουπου ακαδημαϊσμού. Νοείται δε ως αυθεντική εκείνη η Γνώση, που συνυφαίνεται με την οντολογική αγωνία του τραγικού ανθρώπου της νεωτερικότητας και μπορεί να οδηγήσει το βλέμμα του πέρα και πάνω από τα ερείπια του θλιβερού παρόντος: οντολογική όραση ως ποιητική ανάβλεψη.
ΙΙ. Ο πόθος για απόλυτη γνώση, δηλαδή για από-λυση [αποδέσμευση-απελευθέρωση] από το σπήλαιο των απατηλών εντυπώσεων καλλιεργεί στον Φάουστ τη συνείδηση της άγνοιας και τον παρωθεί στην αναζήτηση του πυρήνα της γνώσης. Ο κόσμος του ανθρώπου βρίσκεται τώρα σε  αγωνία και αγώνα για το αιώνιο. Οι αντιθέσεις θεριεύουν και επιτείνουν την πάλη του ανθρώπου με τα έσω και τα έξω: Φύση-σπουδαστήριο εκτυλίσσονται ως το άπειρο και το περατό. Η ψυχή χύνεται στην απέραντη ομορφιά της φύσης και συνειδητοποιεί την ασφυκτική κατάσταση του σπουδαστηρίου. Η παιδεία του επιτρέπει να βρίσκει στη διάνοιξή του προς τη φύση τα ριζώματα της ζωής.

§4. Στείρα γνώση ή πνευματική ευαισθησία;
τρίτος διαχωρισμός


Ι. Ο πόλεμος των αντιθέσεων γίνεται πιο οξύς, πιο ορατός. Η αποστεωμένη, ωφελιμιστική γνώση είναι αντιμέτωπη με την ανιδιοτελή έρευνα του τιτάνα. Η κενότητα της γνώσης, ο επιτηδευμένος λόγος, υπερασπίζεται τα τελευταία του οχυρά απέναντι στην αγωνία και αποκρυπτογράφηση του πολυδύναμου πνεύματος του πολιτισμού και της ιστορίας. Το τετριμμένο πνεύμα των καιρών διεκδικεί την κακόβουλη διαιώνισή του απέναντι στο ανειρήνευτο πνεύμα της ουσίας του κόσμου: να μιλάς για πράγματα που γνωρίζεις. Η υψηλή πνευματικότητα διαχωρίζει την πενιχρή γνώση από αυτό που δεν γνωρίζουμε, αποσπά τον Φάουστ από τον εγωισμό του ειδήμονα και τον οδηγεί στη συγκατάβαση με το λαό. Τα στάδια που διήλθε ο Φάουστ κατά την εσωτερική του πάλη με την στείρα γνώση είναι: λέξεις, σκέψη, δύναμη, δράση. 
ΙΙ. Φάουστ–Μεφιστοφελής: Αναζήτηση ή εκζήτηση; Μαίνεται ο διά-λογος  και αντί-δραση με το αντίθετο πνεύμα: το μικρό και το μεγάλο. Αισθησιακές ηδονές και πνευματική απόλαυση. Ο Φάουστ κατευθύνεται έξωθεν για να αλλάξει την πνευματική του φύση. Παγιδεύεται σε ένα μηδενισμό που απαξιώνει την πνευματική αυτάρκεια του ανθρώπου. Η συμφωνία του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή για την αντιπαραβολή των δύο κόσμων είναι καταλυτική. Από αφορμή τον φοιτητή που θέλει να συναντήσει τον Φάουστ ακούγονται κρίσεις για το ανιαρό των πανεπιστημιακών σπουδών και τον διαχωρισμό της θεωρίας από την πράξη.
ΙΙΙ. Η απελπιστική κάθοδος του Φάουστ στην κόλαση της αντιπνευματικής ζωής: ο Μεφιστοφελής τον ειρωνεύεται για τα πολλά ποτήρια γνώσης που έχει αδειάσει.  Ομιλεί από τη σκοπιά του πονηρού πνεύματος, που «όλα τα μπορεί και τα κατορθώνει» με τον τρόπο της πλάνης, της δολιότητας και της αναισθητικής σκοτεινότητας. Η τραγωδία της Μαργαρίτας αφυπνίζει τον Φάουστ και τον κάνει να συνειδητοποιήσει πιο άμεσα τις αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα του.


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Ο Χέγκελ ερμηνεύει Σπινόζα





Omnis determinatio est negatio

§1

Σε μια επιστολή του(Ιούνιος 1674) προς τον φίλο του Jarig Jelles ο Σπινόζα παρουσιάζει μια καθαρή εικόνα από βασικά σημεία της φιλοσοφίας του. Προς το τέλος των αναλύσεών του αναφέρει πως το σχήμα δεν είναι τίποτε άλλο από προσδιορισμόςˑ και προσδιορισμός είναι άρνηση (determitatio negation est). Αργότερα ο Jacobi  ερμήνευσε αυτή την αξιωματική αρχή του Σπινόζα οντολογικά. Ο Χέγκελ, από τη δική του διαλεκτική σκοπιά, δίνει βαρύνουσα σημασία στην εν λόγω αρχή και την επαναδιατυπώνει ως εξής:  omnis determinatio est negatio [=κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση]. Τι σημαίνει, εκ πρώτης όψεως, ετούτη η ρήση; Πολύ περιεκτικά σημαίνει πως με κάθε προσδιορισμό, που δίνουμε σε ένα αντικείμενο, αποκλείουμε άλλους και έτσι με την κατάφαση του ενός έχουμε την εξωτερική αντί-θεση, άρνηση άλλων. Από εδώ προκύπτει πως κάθε θετικός προσδιορισμός συνδέεται αναγκαστικά και με έναν αρνητικό προσδιορισμό. Ο Χέγκελ υιοθετεί αυτή την ερμηνεία του Σπινόζα, αλλά συγχρόνως την προσλαμβάνει σε συνάφεια και με μια καθοριστική κριτική της φιλοσοφίας του τελευταίου ως προς τα εξής σημεία: συλλαμβάνει αυτό το αξίωμα ή την αρχή της άρνησης με έναν απλό, ήτοι τυπικό τρόπο, δηλαδή ως αφηρημένη άρνηση και όχι με τη συγκεκριμένη μορφή της διπλής άρνησης: άρση και διατήρηση συγχρόνως: άρνηση του ορισμένου άμεσου και άρνηση ετούτης της πρώτης άρνησης.                                                                                                            

§2

Πρώτη αποτίμηση: το θέμα της άρνησης και η δυνατότητα της διπλής άρνησης αποτελούν καίρια σημεία προσέγγισης, αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σπινόζα και του Χέγκελ. Δεύτερη αποτίμηση: η διαλεκτική, εγελιανή δηλαδή, κατανόηση της άρνησης διαφέρει από τη σπινοζική κατά το ότι καθιδρύει τη σχέση περατού και απείρου ως αμοιβαία αρνητική σχέση, ήτοι ως ένα Όλο που φέρει μέσα του την αυτό-άρνησή του και ταυτόχρονα την ανανοηματοδότησή του , δηλαδή τη διατήρησή του σε ανώτερο επίπεδο. Απεναντίας, ο Σπινόζα δέχεται το άπειρο, ήτοι τη Μια υπόσταση, το θεό, ως κατάφαση, ως καθαρή ουσία, ως το ακίνητο Όλο: ετούτη η άπειρη μορφή στέκεται από τη μια μεριά εν είδει αιώνιας ενότητας, εν είδει  καθαρού Είναι, και έχει απέναντί της όλους τους άλλους προσδιορισμούς ως κατηγορήματα (βλ. αναλυτικά: Χέγκελ, επιστήμη της Λογικής-η διδασκαλία περί του Είναι, εκδ. Νόηση, σ. 200 κ.εξ.). Πρόκειται για μια εξωτερική, μορφική σχέση: κατάφασης και άρνησης και όχι για μια ενιαία, εσωτερικά διαφοροποιημένη σχέση, όπως πρεσβεύει ο Χέγκελ. Έτσι, η έννοια του καθαρού Είναι δεν είναι παρά μια κενή αφαίρεση, που στερείται κάθε μορφή και κάθε περιεχόμενο. Είναι, για να το πούμε ακριβέστερα, κενός λόγος, ίδιος κι απαράλλαχτος με εκείνον των χθεσινών και των σημερινών τσαρλατάνων της πολιτικής κονίστρας.

§3


Αν όλοι αυτοί οι παλιάτσοι του τραγελαφικού πολιτικού θιάσου γνώριζαν στοιχειωδώς από διαλεκτικό τρόπο σκέψης, οι πράξεις τους δεν θα ήταν τεκμήριο της νηπιακής τους φαιδρότητας, εξυπαρχής καταστροφικής για έναν ολόκληρο λαό, ούτε θα καταρράκωναν το κύρος των μορφωτικών ιδρυμάτων ή τη χαμένη τιμή της πολιτικής. Για τη φιλοσοφία του Χέγκελ τούτο σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος, εάν η όλη πράξη δεν συνέχεται από τη δυναμική παρουσία της διαλεκτικής, και όχι της τυπικής-αφηρημένης, άρνησης: η πρώτη ανορθώνει την υπαρκτική μας υπόσταση, η δεύτερη την καταβαραθρώνει. Μας λέει σχετικά ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος: εάν σε επίπεδο διάνοιας ή κοινού νου η αρνητικότητα υπάρχει απλώς με τον τρόπο της σπινοζικής διαφοράς, δηλαδή ως μια παγιωμένη, σταθερά οριοθετημένη ποιότητα, σε επίπεδο διαλεκτικού Λόγου (dialektische Vernunft) συνιστά τη διάλυση των μονομερώς, από την πλευρά του κοινού νου, παγιωμένων διαφορών. Η άρνηση, ως εκ τούτου, δεν ταυτίζεται με την καταστροφολογία και την καταστροφοπραξία, αλλά με την προσδιορισμένη άρνηση [δες σχετική ανάρτηση, (bestimmte Negation)]. Η καταστροφο-λογία/πραξία ιδιάζει στους πολιτικάντηδες που επιζητούν παντί τρόπω το αδιαμφισβήτητο της κυριαρχίας τουςˑ η προσδιορισμένη άρνηση, απεναντίας,  ενδιαφέρεται για την καθίδρυση του συγκεκριμένου, όπου δεν θα εκμηδενίζονται οι διαφορές που συλλαμβάνει η διάνοια ή, ας πούμε, ο κοινός νους, παρά μόνο θα καταργείται το αδιαμφισβήτητο της ισχύος τους, ο παγιωμένος τους χαρακτήρας.