Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Φιλοσοφία: οντολογική διερώτηση για το ασυνήθιστο


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ
ΝΟΗΜΑΤΑ  ΤΗΣ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
                                                             
                                                          «Τα βάθη του κόσμου άλλη είναι
                                                                           δύναμη  κρυμμένη που τα κρατεί.»
                                                                                                                     Σικελιανός


                                              §1

Ένα ερώτημα πλανιέται σαν φάντασμα πάνω από τον άνθρωπο χτες και σήμερα: έχει νόημα η φιλοσοφία; Τα νοήματα της φιλοσοφίας δεν είναι ποτέ δεδομένα και δεν βρίσκονται εκεί που πολλές φορές τα αναζητάμε. Σε εποχές φθίνουσας πορείας του αρχαίου άστεως, ο Επίκουρος προ-ειδοποιούσε, διαγνωστικά για την εποχή του και προφητικά για τις δικές μας, πως
«είναι μάταιος ο φιλοσοφικός λόγος, όταν δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθοςˑ ακριβώς όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο, όταν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτα, αν δεν απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη της».

Αυτά τα λόγια αποκτούν πραγματικά προφητική αξία για το δικό μας σήμερα, όταν οι τύχες των ανθρώπων εξαρτώνται –σε επίπεδο πολιτικό-οικονομικό, πολιτισμικό, επιστημονικό κ.λπ., από άτομα, ρέποντα προς την ηδονή της πάσης φύσεως εξουσίας, προκειμένου να αντισταθμίσουν ματαιωμένες τους επιθυμίες. Εξαρτώνται δηλαδή από ψυχικο-πνευματικά ανισόρροπα άτομα –και τούτο νοούμενο όχι απλώς ψυχολογικά, αλλά κατ’ εξοχήν οντολογικά. Δείγματα, για παράδειγμα, τέτοιας ανισορροπίας είναι η ακόρεστη απληστία τους σε όλα τα επίπεδα της υλικής νόησης και της πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία προς τα έξω, προς τις οδυρόμενες μάζες, προβάλλει ως «πανεθνικός» «αγώνας» για την αποτίναξη της φτώχειας τους. Συμβαίνουν βέβαια όλα τούτα πιο εύκολα σε κοινωνίες, όπως η ελληνική, γιατί η αληθινή φιλοσοφία έχει καταδικαστεί σε μόνιμη εξορία. Να γιατί ο Επίκουρος και πάλι μας μιλάει σαν να ζει στη σημερινή αρρωστημένη πολιτεία:

«ας μην προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, μα να φιλοσοφούμε πραγματικά. Δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς, αλλά να είμαστε στ’ αλήθεια υγιείς»

                                                 §2

Σύμφωνα με τον Heidegger, οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν να φιλοσοφούν δυνατά, αταλάντευτα και αποφασιστικά

«πέφτοντας με τα μούτρα σε εκείνο το ποιητικό-στοχαστικό ερωτάν, που έμελλε να καθορίσει το Dasein μας… Έδωσαν σ’ αυτό το όνομα φιλοσοφία»,

Αυτό δηλαδή το φιλοσοφικό ερωτάν που εισέρχεται στη ζωή μας και εκδιπλώνεται ιστορικά ως

«ο ακατάπαυστος αγώνας του ερωτάν, ο αγώνας για την ουσία και το Είναι των όντων» (Χάιντεγκερ: Περί πολιτικής, περί αλήθειας, περί τεχνικής, εκδ. Ηριδανός, σ. 142).

Όταν και όπου λείπει η φιλοσοφική διερώτηση για την ιστορικότητα του Είναι ενός εκάστου ανθρώπου και ενός λαού, κυριαρχεί η ως άνω ναρκισσιστικής υφής ανισορροπία. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ενασχόληση του ανθρώπου με τη φιλοσοφία δεν αποτελεί προνόμιο ή καθήκον ορισμένων «ειδικών» αλλά βασικό μέλημα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, του δικού μας Dasein. Κοινωνίες ή ανθρώπινα άτομα που παραμελούν τη φιλοσοφία υπονομεύουν τα ίδια τα πνευματικά και ιστορικά τους θεμέλια. Έτσι οδηγούνται βαθμιαία στην παρακμή και τελικά καταλήγουν στον πλήρη εκβαρβαρισμό. Η αισθητή πραγματικότητα μαρτυρεί πώς βασικοί υπονομευτές της φιλοσοφικής σκέψης είναι κυρίως οι ολιγαρχίες της μετριότητας που ασύστολα καιροσκοπούν μέσα στα σκονισμένα αμφιθέατρα των «μορφωτικών» ιδρυμάτων ή στα ψυχρά έδρανα των βάρβαρων πολιτικών φατριών. Οι ολιγαρχίες αυτές νοθεύουν αδιάντροπα τον φιλοσοφικό διάλογο με αγοραία ιδεολογήματα και φρικτές επαναλήψεις του ασήμαντου. Έτσι δηλητηριάζουν το λογισμό με τελετουργικές ομφαλοσκοπήσεις ή ρητορικές φωνασκίες και οτιδήποτε μη προσιτό σ’ αυτούς το ρίχνουν στην πυρά.
  
                                                     §3

Στο μέτρο που το ανθρώπινο Dasein, ως εκ της σκεπτόμενης ικανότητάς του, αρνείται να θηρεύει απλώς το ωφελιμιστικό, ως άλλος Κολόμβος αποπειράται τον ωραίο αλλά επικίνδυνο φιλοσοφικό διάπλου πέρα και πάνω από τα συντρίμματα των μεταμοντέρνων, τεχνικοποιημένων ολιγαρχιών της μετριότητας. Εάν η τεχνοεπιστήμη, μετά την ιδεολογική της ολοκλήρωση από τον Διαφωτισμό κυρίως και εντεύθεν, συνέβαλε στην αποδόμηση των ανορθολογικών αυταπατών στον πνευματικο-πολιτισμικό χώρο του ανθρώπου, στην ίδια αναλογία φρόντισε να εισαγάγει  τον ανορθολογισμό από το παράθυρο. Το ζητούμενο λοιπόν παραμένει: διαυγής γνωριμία με τις πηγές του φιλοσοφικού και ποιητικού στοχασμού, ώστε να οροθετείται «το νοητό και συνακόλουθα το μη νοητό» (Wittgenstein), να καταλύεται η μονωδία του εργαλειακού λόγου, να «αγωνιζόμαστε για μια αυστηρή σύλληψη [αυτού που] μας συντυχαίνει, μας αναταράζει και μας αλλάζει» (Heidegger). Όσο βαθαίνει η ως άνω γνωριμία δημιουργείται μια παράδοση φιλοσοφικού-ποιητικού διαλέγεσθαι, που μπορεί να απελευθερώσει τον σύγχρονο άνθρωπο από τις παγερές περιπτύξεις του στείρου ακαδημαϊσμού, από τη διάχυτη πνευματική κενότητα της εποχής, από την καθεστωτική ανάδειξη του αγελαίου σε ρυθμιστή της ζωής. Ο άνθρωπος που φιλοσοφεί φεύγει πέρα από το κοινό, το χυδαίο, το μαζοποιημένο. Σύμφωνα με τον Νίτσε «ζει συνεχώς, ακούει, βλέπει, υποψιάζεται, ελπίζει, ονειρεύεται πράγματα ασυνήθιστα».

                                                       §4

Από την αρχαία εποχή μέχρι και σήμερα ακόμη, το φιλοσοφείν ευδοκιμεί κυρίως ως εναντίωση στον «φιλοσοφικό-ποιητικό» εκφυλισμό της σκέψης σε «χρησιμοθηρική εξυπνάδα» (Heidegger) και προσφέρει αντίστοιχα τη «δυνατότητα να εμπειράται κανείς τη δοκιμασία της κριτικής συζήτησης» (Πλάτων). Στο πλαίσιο μάλιστα μιας «κοινωνικής λειτουργίας της φιλοσοφίας» (Horkheimer), ο αληθινά ανήσυχος, αεικίνητος, ελεύθερος διάλογος δύναται, σαν άλλο εγελιανό πνεύμα, να αναστοχάζεται την πορεία της αυτογνωσίας του, να  οξύνει τον λογισμό της κοινωνίας, να αποδυναμώνει κάθε απολίθωση του ζωντανού λέγειν από την εγωκεντρική επικράτηση της μετριοκρατίας και να  χαράσσει εκείνη την οδό, από όπου ο καθένας «χρωστάει να περάσει το ρεύμα της ζωής του, χωρίς να μετατρέπεται σε κοπάδι»  (Nietzsche). Η αυθεντικότητα ενός τέτοιου διαλόγου δεν αφήνει περιθώρια για συμβιβασμούς με άκαμπτες ιεραρχήσεις, με κατασκευασμένες αυθεντίες, με διατεταγμένους κήρυκες της μαζικής κουλτούρας, με «νομοθέτες» της σκέψης. Η σκέψη δεν αναπτύσσεται με προστάγματα και διαταγές, ούτε με μαζικο-υστερικές σχεδιοποιήσεις αλλά ακολουθεί το δρόμο του δικού της ηθικού συλλογισμού και αυτογνωσίας. Γνωριζόμενος λοιπόν ο σημερινός άνθρωπος –και δη ο νέος άνθρωπος– με αυτή τη σκέψη θα βρίσκει την ευφορία να σπουδάζει «το παλαιό σε μια νέα σχέση με το όλο» (Hegel), να αρνείται τη φυλάκισή του μέσα στο μικρό,  μέσα στην ανημποριά και πάντοτε να μάχεται όχι μόνο για το ζην απλά, αλλά και για το ζην καλά.



Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Σκοταδισμός και δημοκρατική "αντιπροσώπευση"


Πόσο δημοκρατική είναι η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία»;


§1: Σε μια χώρα και σε μια ώρα, όπου ο πολιτικός παλιμπαιδισμός πρώην αφισοκολλητών και νυν διπρόσωπων εξουσιαστών, εξίσου άχαρων και επικίνδυνα καθεστωτικών με τα προηγούμενα απάνθρωπα σχήματα, καλά κρατεί, κάθε λόγος περί αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» συνιστά πολιτική ύβρη. Γιατί; Επειδή νομιμοποιεί ένα δεσποτικό καθεστώς ματαιόδοξων πολιτικών, που αντισταθμίζουν την απουσία ιδίας προσωπικότητας με τις πιο νοσηρές μορφές άσκησης εξουσίας και με την ολική καταστροφή ενός ολόκληρου λαού. Έτσι αναδύεται, ως κυβερνώσα δύναμη, μια «ανεστραμμένη Λογική» (Χέγκελ), που δεν αφήνει κανένα λουλούδι αυτονομίας και αυτό-ανάπτυξης της κοινωνίας να ανθίσει. Οι κλειστές ομάδες ανίκανων πολιτικών έχουν εμφυτευθεί παντού και νέμονται την εξουσία μαζί με όλο το συγγενολόι τους, αρματωμένες με την περιθωριοποίηση των πιο ζωτικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινότητας. Δείχνουν να απολαμβάνουν τη χλιδή της κυριαρχίας τους, γιατί αισθάνονται πως δεν κινδυνεύουν από οποιαδήποτε αυτόνομη παρουσία του λαού: με τη λογική της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» έχουν μετατρέψει τα ζωντανά του κύτταρα σε ψευδολογικές κλίμακες ενός μαζοκοινού και μιας μαζοκοινωνίας, που απλώνεται απειλητικά ενάντια στη θεσμοθέτηση μιας αξιοπρόσεκτης αυτονομίας του αυθεντικού σώματος της κοινωνίας. Ένα τέτοιο άπλωμα-ρίζωμα τρέφεται από τον πολλαπλασιασμό «εκπροσώπων»-«αντιπροσώπων» μιας βουβής μάζας στους διάφορους πολιτικούς, πολιτισμικούς, βουλευτηριακούς, κρατικούς, επιστημονικούς θεσμούς.  

§2: Η νοσηρότητα και ο μηδενισμός σε επίπεδο πνευματικού κεφαλαίου έχει ανοίξει διάπλατα το δρόμο στην επικράτηση ενός όχι λιγότερο νοσηρού και μηδενιστικού πολιτικού και οικονομικού κεφαλαίου. Η νοσηρότητα του δεύτερου είναι εμφανέστατη, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι πάμπλουτοι κατά τη δεξιά τους τσέπη παίζουν με την εξαθλίωση του πλήθους στον χώρο της αριστερής τσέπης: το ιλαροτραγικό τώρα της πολιτικής σκηνής απορροφά κάθε υποταγή και κάθε κυριαρχία. Ο πολιτικός ωφελιμισμός των νεοσυντηρητικών δυνάμεων εξουσίας που επενδύουν στα παλιά ερείπια με τη μάσκα του προοδευτισμού και του αριστερισμού είναι το σύμπτωμα, το σημείο που συγκεντρώνει όλο το νόημα και το πνεύμα της μετανεωτερικής εποχής μας. Η δύναμη πια δεν βρίσκεται ούτε στην κοινωνία ούτε σε καμιά αξιακή κλίμακα ανθρώπων και πραγμάτων ούτε καν στην ίδια τη νέο-νεοφιλελεύθερη «δημοκρατική» αντιπροσώπευση. Απεναντίας είναι πανταχού παρούσα ως ύπουλη ιδιοποίηση, εκμετάλλευση της πραγματικής ποσότητας του λαού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύσει. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η αυθεντική δημοκρατία, ήτοι η άμεση δημοκρατία, συνυφαίνεται με την αυτονομία της κοινωνίας και τη ριζική, ως εκ τούτου, αμφισβήτηση κάθε είδους ετερονομίας. Μια τέτοια αμφισβήτηση μπορεί να προέλθει από τις ανθρώπινες δυνάμεις, που συνειδητά πραγματοποιούν το δύσκολο Φαινομενολογικό τους ταξίδιˑ τουτέστι εκκινούν από την παιδευτική –με τη στενή και την ευρεία έννοια– συγκρότηση εαυτών και των άλλων ως πολιτών, δημιουργών και όχι ως οπαδών, αγελαίων κοπαδιών. Τα πιο αντιαισθητικά –και συναφώς αμοραλιστικά– κοπάδια εκδηλώνονται ως χειροκροτητές καταστροφικών πολιτικών εντός και εκτός βουλευτηρίων.

§3: Γιατί η «δημοκρατική» αντιπροσώπευση συνιστά ετερονομία και θάνατο της ελεύθερης ζωής και σκέψης; Επειδή αποτελεί μια επινόηση, μια φενάκη δημοκρατίας. Εάν δημοκρατία, στην αυθεντικότητα της έννοιας, σημαίνει εξουσία του δήμου, δηλαδή «εξουσία που δεν δέχεται κανένα περιορισμό όσον αφορά τη νομοθεσία» (Καστοριάδης: Χώροι του ανθρώπου, σ. 190) και που δεν στηρίζεται σε αντιπροσώπους, αλλά σε άμεσα, διά κλήρου ή με τη σειρά εκλεγμένους πολίτες (ό.π.), και μάλιστα ανακλητούς, τότε η αντιπροσώπευση κυοφορεί χάσμα, σχίσμα ανάμεσα στον εκλεγμένο εκπρόσωπο και τον εκλέγοντα πολίτη. Ο εκπρόσωπος, ως ενεργό πλέον υποκείμενο εξουσίας νομοθετεί ανεξέλεγκτα με βάση τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, διορίζει εδώ κι εκεί συγγενείς, φίλους και αποτυχημένους πολιτευτές, αρκεί να λειτουργούν ως πιστοί υπηρέτες του. Απεναντίας, ο πολίτης-ψηφοφόρος παρακολουθεί το εκτυλισσόμενο πολιτικό-συμφεροντολογικό κουκλοθέατρο παθητικά: είτε «θαυμάζει» τους πολιτικούς του βοσκούς και τους ακολουθεί άκριτα, είτε αγανακτεί και περιμένει μετά από τέσσερα χρόνια να εκφραστεί δια της άσφαιρης-ακίνδυνης ψήφου, εάν δεν εξαπατηθεί κατ’ εξακολούθηση ως την ημέρα της ψήφου. Γράφει σχετικά ο Καστοριάδης: «…η αντιπροσώπευση είναι μια αρχή ξένη προς τη δημοκρατία… Από τη στιγμή που υπάρχουν μόνιμοι αντιπρόσωποι, η πολιτική εξουσία, δραστηριότητα και πρωτοβουλία έχουν αφαιρεθεί από το σώμα των πολιτών για να ανατεθούν στο περιορισμένο σώμα των «αντιπροσώπων» –οι οποίοι τις χρησιμοποιούν για να στερεώσουν τη θέση τους και να δημιουργήσουν συνθήκες για να επηρεάζουν, με πολλούς τρόπους, την έκβαση των προσεχών εκλογών» (ό.π., σ. 191).
Η αληθινή όψη και κόψη της δημοκρατίας βρίσκεται σε ευθεία οντο-λογική αντίθεση με τον σκοταδισμό της «αντιπροσώπευσης», καθώς η τελευταία ως εκ της φύσεώς της συνιστά εξουσιαστική παγίωση της φιλόδοξης και κατ’ εξοχήν βάρβαρης ατομικότητας, ενάντια στην πραγματική ελευθερία του ατόμου.




Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Hegel: από τη φύση στο πνεύμα





Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1831


Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;


§1


Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση το παρακάτω βιβλίο του Χέγκελ:


G. W. Fr. Hegel
Η φιλοσοφία του πνεύματος
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Εκδόσεις Παπαζήση
Αθήνα 2015


Σύμφωνα με τα περιεχόμενά του δομείται ως εξής:

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Τι είναι το φιλοσοφικό σύστημα;
§2. Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;
§3. Η πολιτική φιλοσοφία σε έννοιες

2. ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ   ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ § 483-552
Α. Το Δίκαιο §488
a. Ιδιοκτησία §488
b Συμβόλαιο §493
c. Το Δίκαιο ενάντια στο Άδικο §496
Β. Η ατομική ή υποκειμενική ηθικότητα § 503
a. Η προαίρεση §504
b. Η πρόθεση και η ευημερία §505
c. Το καλό και το κακό §507
Γ. Η κοινωνική ή αντικειμενική ηθικότητα § 513
a. Η οικογένεια §518
b. Η πολιτική κοινωνία §523
α. Το σύστημα των αναγκών §524
β. Η απονομή της δικαιοσύνης §529
γ. Η αστυνομία και το σωματείο §533
c. Το κράτος §535
α. Εσωτερικό κρατικό δίκαιο §537
β. Το εξωτερικό κρατικό δίκαιο §547
γ. Η ιστορία του κόσμου §548

3. ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΝΕΥΜΑ §553-577

A. Η τέχνη §556
B. Η αποκεκαλυμμένη θρησκεία §564
C. Η φιλοσοφία §572

4. ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ


§2

Το υπό συζήτηση έργο αποτελεί το τρίτο τμήμα της εγελιανής  Εγκυκλοπαίδειας των Φιλοσοφικών ΕπιστημώνΣε αντίθεση με την κοινή Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων, όπου συναθροίζονται εξωτερικές πληροφορίες και οι επί μέρους επιστήμες παρατίθενται εξίσου εξωτερικά, στην εγελιανή Εγκυκλοπαίδεια πρόκειται για τη συστηματική οργάνωση της σκέψης με βάση την κίνηση του Λόγου (Vernunft). Ο Λόγος αυτός συνδυάζει γλώσσα και σκέψη και γνωρίζεται στην καθημερινή μας ζωή με τη μορφή ενός διανοηματικού όλου, που ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του μέσα στη και από τη σχέση του με τα πράγματα και τις συνθήκες του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψη δεν αποτελεί ένα κοινό γλωσσικό όργανο για να γνωρίσουμε ή να εκφράσουμε κάτι ξένο προς τον εαυτό μας, αλλά τον συμπαντικό λόγο του ιστορικού και γνωσιο-οντο-λογικού Είναι μας ως κόσμου του ανθρώπου. Πώς νοείται αυτός ο κόσμος; Ως εκείνος που έρχεται από τη φύση και καθιδρύει κοινωνία και πολιτεία, ανα-ζωογονώντας συγχρόνως μέσα από εκάστοτε νέους αναβαθμούς την ιστορική του συνθήκη, την ύπαρξή του.  Όλο τούτο το έργο ανήκει στον άνθρωπο ως δημιουργό. Δημιουργός σημαίνει ότι έργω και λόγω προσδιορίζεται μέσα από την οντολογική του σχέση – διαλεκτική περατού [=υποκειμενικού, αντικειμενικού] και απόλυτου πνεύματος–  αλλά και μέσα στις αναφορικές [=πολιτικές-πολιτισμικές-θεσμικές-καλλιτεχνικές-θρησκευτικές] του σχέσεις με τον και εντός του πραγματικού κόσμου. Όταν συνεπώς ο Χέγκελ μιλάει για αντικειμενικό πνεύμα, έχει κατά νου την έννοια του τελευταίου στην αντικειμενική της έκ-φραση. Πώς συλλαμβάνεται αυτός ο αντικειμενικός της χαρακτήρας; Ως βούληση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την έννοια της βούλησης, έτσι όπως ενεργοποιείται, ως πράξη του πνεύματος, δηλαδή του ανθρώπου ως πνεύματος, μέσα από ένα σύνολο προσδιορισμών, κατηγοριών κ.λπ., που συνθέτουν τη φιλοσοφική θεωρία του Δικαίου.   


§3

Το αντικειμενικό πνεύμα εκδιπλώνει την πράξη του, ήτοι την πρακτική του θέσμιση, κοινωνικο-πολιτικά με τη μορφή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους και ιστορικά ως προ-νοητική ιστορία του κόσμου. Καθ’ όλη τούτη τη διεργασία εργάζεται δυναμικά και αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή του. Έτσι σκέπτεται και πράττει συνεχώς, ξανασκέπτεται και συνεχίζει να πράττει εν όψει ενός ποθούμενου σκοπού: της αυτοπραγμάτωσής του. Τούτο σημαίνει πως ανα/μετα-στοχάζεται εν έργω, όχι βέβαια για το πώς θα κλέψει το κράτος και θα εξαπατήσει την κοινωνία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς του πολιτικού σήμερα, αλλά πώς θα φτάσει να δομήσει την ευδαιμονία της αυτοπραγμάτωσής του ως ένα ανέγγιχτο από φθορά και διαφθορά οργανικό όλο, που δεν θα είναι μια στατική δόμηση οργανωμένων συμφερόντων, αλλά η απόλυτη αυτό-κατεύθυνση του Εαυτού, στη βάση της απόλυτης, δηλαδή μια αρκούντως ελεύθερης αυτογνωσίας. Ο Χέγκελ επιχειρηματολογεί εδώ πως η ύψιστη μορφή του εν λόγω ανα/μετα-στοχαστικού πράττειν είναι το απόλυτο πνεύμα, καθώς αντικείμενό του δεν είναι κάποιο αντι-κείμενο (Gegenstand), δηλαδή κάτι εξωτερικό, αλλά το ίδιο το συν-ειδητό, πνευματικό του Είναι.  Το τελευταίο τούτο υποδηλώνει την ανα-συλλογή όλων των προηγούμενων μορφών του [=υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος] σε τούτη την απόλυτη μορφή του. Δομικά στοιχεία αυτής της απόλυτης ευφροσύνης του είναι η τέχνη, η θρησκεία και το αποκορύφωμα: η φιλοσοφία. Σε ένα τέτοιο τέλος, ήτοι ύψιστη επίτευξη, μπορεί να φτάσει μόνο ο άνθρωπος και ποτέ το ζώο. Γιατί; Επειδή ακριβώς είναι αυτός που σκέπτεται, ξανα-σκέπτεται και μετα-σκέπτεται, απαντά ο Χέγκελ. Η ολοκλήρωση μιας τέτοιας πορείας ωστόσο δεν αποτελεί καθηκοντολογική υποχρεωτικότητα, που επιβάλλει η σκέψη, αφού ως σκέψη δεν λειτουργεί καταναγκαστικά, αλλά είναι σύμφυτη με τη φύση του ανθρώπου και γίνεται εφικτή, στο μέτρο που ο τελευταίος αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στο φιλοσοφικό γίγνεσθαι.


Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Πλάτωνος Φαίδρος: Λόγος-Έρως-Κάλλος (2)





Πλάτων


Η θεμελίωση της φιλοσοφίας του ωραίου


§1: Η θετική διαλεκτική, δυνάμει της οποίας παριστάνεται η πολυδιάστατη δυναμική του Έρωτος στον Φαίδρο, ως συνέχεια –τρόπον τινά– μιας παρόμοιας δυναμικής του στο Συμπόσιο, μας φέρνει κοντά την εικόνα μιας εγγενούς σχέσης ανάμεσα στο αγαθό και το ωραίο. Πρόκειται για μια συνεχώς αυτό-αναγεννώμενη σχέση, που αποκτά τον χαρακτήρα της ερωτικής αγάπης για τη φιλοσοφική γνώση και η οποία εν τέλει καθιστά τον Έρωτα Φιλόσοφο. Ανάμεσα στον Έρωτα και τη Φιλοσοφία εφεξής σφυρηλατείται ένας εσωτερικός δεσμός, που μέλλει να προσδιορίσει, με ξεχωριστό τρόπο, την ιστορική πορεία της φιλοσοφίας. Τούτο σημαίνει πως η φιλοσοφία πια δεν παύει εις το διηνεκές να είναι η πιο ουσιαστική εκ-δήλωση του Έρωτος, όπως και αντίστροφα ο Έρως δεν παύει να αποτελεί τη θεά Εστία του φιλοσοφικού Είναι του ανθρώπου. Αλλά πώς νοείται ο Έρως στον παρόντα Διάλογο; Νοείται ως έρως του ιδεατού κάλλους. Αναλογικά και η θεματική του έργου περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά και εκτυλίσσεται ως διαλεκτική διαπάλη ανάμεσα στην εμπειρική και τη νοητή πρόσληψη του κάλλους, ανάμεσα στη μόρφωση και την παραμόρφωση της ψυχής του νέου, ανάμεσα στο θείο λόγο του φιλοσόφου, ως εραστή του απόλυτου κάλλους, και τον παραπειστικό λόγο του ρήτορα-σοφιστή, ως κατασκευαστή επιδεικτικών, «ερωτικών» λόγων και ως κομιστή σοφιστικών τεχνασμάτων περί τα ερωτικά. Τώρα λοιπόν πρέπει η αληθινή φιλοσοφία να προχωρήσει πέρα από κάθε λογής καλοστημένη σοφιστεία και να πλησιάσει την ψυχή, το πνεύμα του ανθρώπου, όχι ως κάτι το μεμονωμένο ή ξεχωριστό, αλλά στον καθολικό της/του χαρακτήρα ως ένα όλο (270c).

§2: Γι’ αυτό, στον υπό συζήτηση Διάλογο, δεν έχουν θέση τα εγκώμια, που συναντάμε στο Συμπόσιον, παρά μια καθολική θεώρηση του ανθρώπου και του κόσμου. Όποιος θέλει να μελετήσει τον άνθρωπο, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν μπορεί παρά να στοχεύει στο κέντρο: στην ψυχή του. Σε τούτο το κέντρο στοχεύει και ο ρητορικός και ο φιλοσοφικός λόγος, αλλά με διαφορετικό τρόπο και μέθοδο, όπως και για διαφορετικό σκοπό. Ο πρώτος θέλει να σταλάξει στην ψυχή την πειθώ, ο δεύτερος την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο μεν πρώτος σφυροκοπεί την ψυχή με γραπτούς, επιδεικτικούς λόγους, που μεγαλοποιούν, ήτοι παραμορφώνουν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, αφήνοντας την αλήθεια να πάει στο καλόˑ ο δεύτερος, απεναντίας, δια-λέγεται, καλλιεργεί τη μνήμη και πάντοτε εκτυλίσσεται ως ανάμνηση της πρωταρχικής θέασης του ύψιστου κάλλους. Επομένως δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογείται σε ό,τι ηδονίζει τη μάζα κατά τη σκοπιμότητα της στιγμής, ούτε ενδιαφέρεται να προβάλλει το εύλογο, την εικασία, την αληθοφάνεια, αλλά παρα-ακολουθεί πιστά, μέσα από την ανάμνηση, την εικόνα και την ενέργεια της ζωντανής ψυχής. Αυτή την εικόνα και ενέργεια μας παρουσιάζει ο Πλάτων στο δεύτερο λόγο του Σωκράτη, όπου ο τελευταίος, ανάμεσα στα άλλα, διηγείται το μεγάλο μύθο της ψυχής  στα χνάρια του πνευματικού πολιτισμού της εποχής. Ετούτη η διήγηση, στη διαχρονική της ισχύ, έρχεται να μας υπενθυμίσει πως ο  Έρως, ως αυθεντικός τοιούτος, ως Έρως του υπέρτατου, του αδιάψευστου κάλλους, δεν αποστρέφεται το υπάρχον, ως πολιτισμό, κοινωνία, πολιτεία κ.λπ., αλλά ενυπάρχει λιγότερο ή περισσότερο, εντελώς ή ατελώς, μέσα στην ίδια τούτη την πραγματικότητα ως δυνητική ενέργεια κάθαρσης του πολιτισμού από καθετί το χαμερπές, το διεφθαρμένο, το παράλογο, το διεστραμμένο κ.λπ.

 §3: Την κάθαρση τούτη συμβολίζει ο Έρως, ως φιλόσοφος Έρως, και την πραγμάτωσή της καθιστά εφικτή μόνο ο ερωτικός φιλόσοφος. Πώς τον φιλοτεχνεί στον Φαίδρο ο Πλάτων; Με τον Σωκράτη να γίνεται ένα με την ζωντανή εκδίπλωση των μορφών της μανίας και με τη μυσταγωγία του Έρωτος.. Είναι ακριβώς αυτή τούτη η θετική μανία, που συνιστά θεία δωρεά και εξοπλίζει τους ανθρώπους με συγκεκριμένες μορφές έμπνευσης, όπως μαντική, προφητική, ποιητική, ερωτική. Απέναντι στον ωφελιμιστικό «έρωτα», που εισηγήθηκε ο Λυσίας ορθώνεται τώρα ο ευδαιμονικός έρως. Για να δείξει τη δύναμη και τη σημασία αυτού του τελευταίου ο Πλάτων, αφού πρώτα περιγράψει, διά στόματος του Σωκράτη, το κοσμικό πανόραμα, την εικόνα του ουράνιου και υπερουράνιου τόπου, τη σφαίρα του κόσμου και το νόμο της Αδράστειας, καταπιάνεται με τη φύση της ψυχής., όπου έχει την έδρα του ο έρως. Σύμφωνα με το μύθο, η ψυχή σύρεται από δυο άλογα, απόλυτα αντίθετης νοο-τροπίας: το ενάρετο, το λογικό και αυτοπειθαρχημένο και το ατίθασο, το παρ-άλογο. Ο αμαξηλάτης–νους επιχειρεί να τιθασεύσει το ατίθασο άλογο και να οδηγήσει το φτερωτό άρμα προς το υπεραισθητό κάλλος. Η ανάβαση τούτη παριστά την πράξη που κάνει τον φιλόσοφο ερωτικό και τον έρωτα φιλοσοφικό. Η μαινόμενη εδώ διαλεκτική πάλη είναι σύμφυτη με το Είναι του ανθρώπου. Όποιος τη συνειδητοποιεί και δεν μένει στα μισά του δρόμου, συνεχίζει, μέσα από όλες τις ανασχέσεις, τη μεγάλη πορεία προς το Κάλλος και πραγματώνει τη φιλοσοφία ως αγάπη της σοφίας. Αυτή είναι η γραμμή που κινείται ο φιλόσοφος εραστής, καθώς με τη θέαση και το άγγιγμα της ομορφιάς του ανθρώπινου σώματος αναμιμνήσκεται δυνατά το αιώνιο που είδε κάποτε η ψυχή του. Η ομορφιά εν τέλει, στην περιοχή του εμπειρικού κόσμου, είναι παρούσα με τη μορφή εκείνων των φιλοσοφικών ιδεών ή εκείνης της Ιδέας, που φωτίζει πέρα ως πέρα τα έξω και τα έσω της ανθρώπινης ύπαρξης, που συγκροτεί το εσωτερικό της ρεύμα και την οδηγεί, πάνω από τα συντρίμμια της καθημερινής ζωής, προς το ανώτερο, το τέλειο, το άριστο. Ποιος φοβάται το άριστο;