Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (4)



                 
                     Friedrich Hölderlin
                                               1770–1843
                     
                   Άρτος και Οίνος:   
                       Από τις σκιές στο φως

                                        §1
       
             Προς την ποιητική ανάγνωση               

Στην παρούσα ανάρτηση αναγιγνώσκουμε την τέταρτη ακολουθία από το συνθετικό ποίημα του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος. Τι αξία έχει μια τέτοια ανάγνωση; Την ίδια ακριβώς που έχει ο μεγάλος ποιητής εν γένει ως ποιητής και ο Χαίλντερλιν ειδικότερα ως τέτοιος ποιητής. Έχει, στ’ αλήθεια, την αξία της διάνοιξης –που μόνο η υψηλή ποίηση διασφαλίζει–  προς τις αρχέγονες πηγές της ανθρώπινης ύπαρξης. Όσο θνητή, πεπερασμένη είναι, στην καθημερινή της βίωση, η ύπαρξή μας, τόσο αθάνατη, δηλαδή απέραντη, γίνεται στις προοπτικές και τον προορισμό της. Τέτοιες όμως προοπτικές δεν είναι ούτε άμεσα ορατές ούτε ευκολοδιάβατες: είναι δύσβατες, αν όχι άβατες. Προκύπτουν από τη συνάντηση με τον ποιητή. Η συνάντηση με τον Χαίλντερλιν προς ένα τέτοιο Δύσβατο μας οδηγεί: μακριά και πέρα από την εύπεπτη ποίηση ως χθαμαλή πολιτιστική διεκπεραίωση, ως επιβράβευση με πολλά κοσμητικά επίθετα της μιας ή της άλλης υποκειμενικότητας, που θέλει να ορίζει την υφιστάμενη πραγματικότητα του ποιείν [=δημιουργείν] και συνάμα να ορίζεται απ’ αυτή ως ο αδιαφιλονίκητος αυθέντης της. Μας οικειώνει με εκείνη τη δυναμική πνοή της ποίησης, που μεταμορφώνει το ποίημα από ένα εργαλειακό αντι-κείμενο σε ουσιακή πράξη ελευθερίας και εμάς τους αναγνώστες, καθότι διψώντες και πεινώντες, σε αναζητητές της ιδίας ημών αρχέγονης πηγής. Η αρχέγονη πηγή μας στο  ποίημα που ακολουθεί είναι η μακάρια Γη των Ελλήνων, η μακάρια Ελλάδα. Και τούτη όχι ως ένας κενός, σχηματικός λόγος, ως βάναυση προγονοπληξία αλλά ως ποιητικός τόπος μιας άλλης σκέψης, ως ένα ιστορικό συμβάν, που εισερχεται στη ζωή μας ως μια αιφνίδια και άκρως προνομιακή στιγμή αποκάλυψης του Είναι μας: του Άρτου και το Οίνου μας: της ημέρας, του φωτός, και της νύχτας μας, του σκότους της ζωής.

Άρτος και Οίνος:
                
                4

Μακάρια Γη  των Ελλήνων! Κατοικία πάντων των Ουρανίων εσύ,
Είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτό που κάποτε στη νιότη μας ακούσαμε;
Εορταστικό δώμα! Το δάπεδο είναι θάλασσα! Και τα βουνά  τραπέζια,
Αληθινά για μια γιορτή  μοναδική από παλιά φτιαγμένα!
Αλλά πού τώρα οι θρόνοι; Οι ναοί, και πού οι αμφορείς, 
Πού οι μεστοί από νέκταρ, πού  τα άσματα για των θεών την τέρψη;
Πού, πού λάμπουν άραγε , οι μεγαλεπήβολοι χρησμοί;
Καθεύδουν οι Δελφοίˑ και πού η μεγάλη μοίρα αντηχεί;
Πού είναι η γρήγορη; Πού ξεσπά γεμάτη πανταχού παρούσα ευδαιμονία,
Βροντώντας, από ευφρόσυνο αγέρα εκκινώντας, μπροστά στα μάτια μας;
Πατέρα Αθέρα! Έτσι αντιλάλησε και πέταξε από γλώσσα σε γλώσσα
Χίλιες φορές ο λόγος, κανείς δεν άντεχε μονάχος τη ζωή,
Μοιρασμένο με άλλους τέτοιο αγαθό δίνει χαρά και σαν ανταλλαχθεί, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει, καθώς κοιμάται, η δύναμη του λόγου:
Πατέρα! Χαρούμενα! και αντηχεί, όσο γίνεται πιο μακριά, το πανάρχαιο
Σημείο, απ’ τους γονείς κληρονομιά, το στόχο βρίσκοντας προς τα
κάτω εδώ και δημιουργώντας.
Έτσι επι-στρέφουν οι Επουράνιοι, συγκλονιστική βαθιά φτάνει έτσι
μέσα απ’ τις σκιές προς τα κάτω, ανάμεσα στους ανθρώπους, η μέρα τους.   

                                     §2

                            Ένα σχόλιο

1.      Ο ποιητής οραματίζεται την ευδαίμονα γη των Ελλήνων ως έναν τόπο [=εορταστικό δώμα με δάπεδο τη θάλασσα και τα βουνά τραπέζια], όπου όλα είναι φτιαγμένα για να συν-τελείται η πνευματική ευωχία, που είναι μοναδική πατρογονική στιγμή ευτυχίας: μοναδικό συμβάν αποκάλυψης του Είναι μας.
2.     Αλλά μια τέτοια ευωχία/ευτυχία δεν είναι συμβατή με τον δικό μας αργό ρυθμό, με τον ράθυμο βηματισμό του μαζικού πολιτισμού. Αυτή η ραθυμία εμποδίζει την έγκαιρη και εσωτερική συμμετοχή μας στην ως άνω ευωχία [=αλλά πού …μπροστά στα μάτια μας]: απώλεια της αποκαλυπτικής δυνατότητας του ανθρώπινου Dasein να βρεθεί στο φωτεινό μονοπάτι προς το Είναι [του]ˑ να βρεθεί πλησίον των θεών.
    3.     Αυτό το Πλησίον, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το ίδιον χαρακτηριστικό της Πατρίδας. Όταν είναι μακριά, όταν δηλαδή η φυγή των θεών είναι γεγονός, τότε περισφίγγει ανέκκλητα τη ζωή μας το σιδηρουργείο της επιτηδευμένης γλώσσας του ως άνω μαζικού πολιτισμού: στα ρείθρα της βιοπορείας μας λιμνάζουν τα στυγερά ύδατα του υπολογισμού, του σκοταδισμού, της καταθλιπτικής ερήμωσης.
  4.     Όλα τούτα είναι σήματα ακριβώς της απουσίας του Ιερού. Την υπέρβαση μιας τέτοιας απουσίας αναγγέλλει στη συνέχεια ο ποιητής. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πορεύεται μονάχος στη ζωή του. Χρειάζεται την εύηχη γλώσσα των θεών, τα σήμαντρα των χρησμών, που μεταφράζουν τη βούληση των θεών για μια ανθρώπινη ζωή με νόημα και προ-οπτική, για ένα δεσμό με τον συμπαντικό ρυθμό της φύσης και του κόσμου [=του Είναι και του γίγνεσθαι], για μια οικείωση των ανθρώπων με τους ανθρώπους και με τους θεούς.
  5.     Το Πλησίον της φυγής των θεών (Χάιντεγκερ) έτσι τείνει να μας αποκαλύπτεται ως επι-στροφή τους (Ein-kehr) μέσα στη ζωή μας: οι άνθρωποι συνειδητοποιούν βαθμιαία πως είναι παρών ο λόγος των θεών, ο αυθεντικά δηλαδή ποιητικός λόγος ως ισόθεος λόγος, στην ερημωμένη  ύπαρξή τουςˑ και όσο το συνειδητοποιούν γίνονται οι ίδιοι δημιουργοί και γράφουν την ιστορία τους ως ιστορία μεγάλων-θείων έργων.
 6.     Πρόκειται καθαρά για την ποιητική διεργασία μεταστοχασμού, όπου το κάθε δημιούργημα καταφάσκεται ως δωρεά των θεών προς τους ανθρώπουςˑ τουτέστι ως μετασχηματιστική πράξη, σε επίπεδο κοινωνικής οντολογίας, του ίδιου του υπαρκτικού Είναι μας. Σ’ αυτά τα θεία έργα, για παράδειγμα, ανήκει και η ποίηση του Χαίλντερλιν, αλλά και όλα τα μεγαλουργήματα της ιστορίας, ας πούμε η αρχαία τραγωδία, η φιλοσοφία, τα έργα του Μπετόβεν κ.λπ.:  Ιδού η μέρα των θεών!


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Φιλοσοφία της αρχαίας τραγωδίας (1)





Αρχαία Ελληνική Τραγωδία
  
Το τραγικό πρόσωπο:
Γνώση-γλώσσα-σκέψη

§1

Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι αποκαλυπτική της οντολογικής διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης και κατ’ αυτόν τον ορίζοντα αναδεικνύει τον τραγικό χαρακτήρα της γνώσης. Υπάρχει και μη τραγική γνώση; Η αληθής γνώση του ανθρώπου, αυτή που μετασχηματίζει τη συνείδησή του –από ακατέργαστη, άξεστη σε φιλοσοφική συνείδηση, κατά Hegel– μπορεί να είναι μόνο τραγική. Οποιαδήποτε άλλη μορφή γνώσης είναι ένα είδος εκτεχνικευμένης συμφωνίας ανάμεσα στην φαντασιακή οντογένεση ενός αντικειμένου και στην παραστασιακή του απεικόνιση. Η γνώση είναι τραγική, καθώς συνιστά οντολογικό και όχι απλώς γνωσιοθεωρητικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης: μηδενίζει ή διαυγάζει την ανθρώπινη δημιουργία. Είναι η έσχατη γνώση των ορίων της εν λόγω ύπαρξης και ως τέτοια  καθιστά τη συνείδηση ικανή να αντιμετωπίζει εκάστοτε τις συγκρούσεις ασύμπτωτων οντολογικών διαβαθμίσεων.  Τα μεγάλα επιτεύγματα της τραγικής ποίησης των αρχαίων ελλήνων ήταν ακριβώς συμπαντικά σύνολα τραγικής γνώσης, γιατί πραγματεύονταν τραγικά θέματα της ζωής που στις ψυχές των θεατών δημιουργούσαν φόβο και οίκτο για τους ήρωες, ηχούσαν ως τραγωδία αυτής τούτης της ζωής· αλλά ως μια τραγωδία με αίσιο τέλος. Πρόκειται για μια τραγωδία της ζωής, που πηγάζει από αυτό τούτο το μυστήριο του χρόνου και της ιστορίας: υπό τη μορφή του χρόνου διεκτείνονται οι πολλαπλές συγκρούσεις των αντινομικών στοιχείων, που συνθέτουν την ιστορικότητα του ανθρώπου ως προσώπου.

§2

Στο νεοελληνικό status της παρούσας τραγωδίας της ζωής, την ως άνω ιστορικότητα τέμνει εγκαρσίως και καθέτως η παράνοια και η ειδεχθής ωμότητα της φεουδαρχικο-καθεστωτικής «αριστεράς». Οι πρωταγωνιστές/τα πρόσωπα της καλπάζουσας τραγωδίας δεν είναι ούτε ήρωες –ενεργά σύμβολα του Αισχύλου και του Σοφοκλή– ούτε αντιήρωες –ενεργά σύμβολα του Ευριπίδη– παρά τα πιο αυτό-περιφρονημένα όντα της σύγχρονης κοινωνίας, χωρίς προσωπικότητα και αξιοσύνη, επομένως γνωσιο-οντο-λογικώς άκυρα. Η εκτεχνικευμένη [=χωρίς νοηματισμό] «Γνώση» τους τα «εφοδιάζει» μόνο με μια νηπιακή, εν πολλοίς, αν όχι σαλεμένη, νοημοσύνη, ώστε να αντισταθμίζουν την αναισθησία, την ανικανότητα και τη βαρβαρότητά τους με την ασυγκράτητη εξουσιομανία· να βλέπουν την τελευταία δηλαδή ως την  υπόληψη ενός «ισχυρού» Εαυτού απέναντι στην ανυποληψία του μοχθηρού-παραλυτικού τους Είναι.  Απεναντίας,  τα τραγικά πρόσωπα της αρχαίας τραγωδίας αποτελούν ανθρώπινα σύμβολα, ικανά να επιβιώνουν σε όλες τις εποχές. Γιατί; Επειδή ενσαρκώνουν την τραγική γνώση: ομιλούν τη γνήσια γλώσσα αυτού που φέρει στο νου ο άνθρωπος και υπο-φέρει στη ζωή του:  δυσάρεστες, δεινές καταστάσεις του βίου, «στυγίους δ βροτν λύπας» [=μαύρες λύπες των θνητών (Ευριπίδη: Μήδεια, στ. 195)], χωρίς κάποια άλλη γλώσσα να μπορεί να μεταδώσει παραμυθία [=παρηγοριά]. Έτσι, θάνατοι και ανήκουστες συμφορές χτυπούν τα σπίτια ( «θάνατοι δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους » ό.π., στ. 198), τη στιγμή μάλιστα  που οι «παραφουσκωμένοι βάτραχοι» της παράφρονης «αριστεράς» έχουν  «γεμάτο μπροστά τους το τραπέζι» («εδειπνοι δατες», ό.π. στ. 202).

§3

Πίσω από τα τραγικά πρόσωπα, η τραγική γνώση ομο-λογείται από τη γλώσσα της ανθρώπινης μοίρας. Μια μοίρα ουσιωδώς  κοινή τότε και τώρα. Η συγκεκριμένη γλώσσα δεν εκφράζει απλώς τραγικά συμβάντα, αλλά στήνει εμπρός μας  αυτό τούτο το τραγικό μας Είναι ως το Dasein [=ως την παρούσα ύπαρξη], που δεν μπορεί να ελέγξει τη μοίρα του. Το εν λόγω Dasein δεν απηχεί μια μεμονωμένη ύπαρξη, όσο κι αν κατονομάζεται ως το εκάστοτε ορισμένο ενικό-Είναι –π.χ. Αγαμέμνων, Ορέστης, Μήδεια κ.λπ.– αλλά κατονομάζει διαμεσολάβηση σχέσεων ανάμεσα στα άτομα· ας πούμε, οικογενειακές σχέσεις (π.χ. Αγαμέμνων, Ιφιγένεια ή Ορέστης), σχέσεις εξουσιασμού και αντεξουσιασμού (π.χ. Κρέων, Αντιγόνη) κ.λπ. Ο ρόλος του τραγικού προσώπου είναι καθοριστικός: αυτό ενσαρκώνει, στην ποιητική γλώσσα της τραγωδίας, τη γνώση και τη σκέψη, συνεπώς και τη δράση που οφείλει να διέπει ή πράγματι διέπει το παροντικό-Είναι του ανθρώπου.  Το τραγικό πρόσωπο εγγυάται και κατευθύνει την ποιότητα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Στο πνεύμα μιας τέτοιας επικοινωνίας  έρχεται στο Είναι ως ο πομπός που μεταδίδει γλωσσικά σήματα: νοηματικά πολλοστημόρια γνώσης, που δίνουν την αφορμή ή το έναυσμα, συνειδητά ή μη, για να απελευθερώνεται μια πολλαπλότητα γλωσσικών μορφών –πέρα από τη γλώσσα των λέξεων– όπως π.χ. γλώσσα οπτική, γλώσσα του βλέμματος κ.λπ. και να αναγγέλλει το πρωτάκουστο, το πρωτοφανέρωτο: ας πούμε, το θλιμμένο πρόσωπο του αγγελιαφόρου, το ανήσυχο μάτι, η σκυθρωπή του όψη, όταν μεταφέρει θλιβερές ειδήσεις,  αναγγέλλει κάτι το δεινό πολύ πιο άμεσα και άκρως παραστατικά συγκριτικά με την λεκτική εκφορά.

§4


Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο θεατής δεν μένει απλώς χειροκροτητής –όπως συμβαίνει σήμερα με τον παθητικό και ακαλαίσθητο άνθρωπο του κομματικού μηχανισμού ή του μαζοποιημένου θεατριζόμενου– αλλά συμμετέχει ενεργά και γι’ αυτό προικοδοτείται με την τραγική γνώση. Έτσι είναι σε θέση να εκφράζει  –να λέει δηλαδή με τον δικό του τρόπο– φόβο και έλεος για λογαριασμό του πάσχοντος τραγικού προσώπου. Η άλλη αυτή γλώσσα προηγείται της γλώσσας των λέξεων και προετοιμάζει το έδαφος για ό,τι χρειάζεται να γνωστοποιηθεί ή να αναγγελθεί. Η γνωστοποίηση ή η αναγγελία τότε συνιστά μια σχετικά αυτόνομη στοχαστική παρέμβαση του κήρυκα στο όλο δράμα που παίζεται. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, για παράδειγμα, ο κήρυκας στοχάζεται κατά πόσο είναι φορέας ευτυχίας ή δυστυχίας και τούτο επιτρέπει να φωταγωγείται όλο το περιβάλλον των γλωσσικών σημάτων που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη ζωντανή πολυμορφία της γλώσσας, η οποία (πολυμορφία) συνήθως εκδηλώνεται ως κίνηση από την όψη, τη θέα, το ορατό, προς τον λόγο, προς το ποιητικό λέγειν και ομιλείν, και από κει προς  τη σκέψη. Μια τέτοια κίνηση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα αισθητή στα έργα του Ευριπίδη. Γενικώς ειπείν, η αρχαία τραγωδία κινείται σε ένα επίπεδο ριζικών συγκρούσεων ανάμεσα σε διάφορα οντολογικά στρώματα του ανθρώπινου Είναι και κυοφορεί ένα είδος αναίρεσης του συμβατικού πολιτεύεσθαι (με την ευρεία έννοια) στην ιδιωτική και δημόσια ζωή του ανθρώπου. Μοιάζει να συντρίβει τα όρια της ενδοκοσμικής ύπαρξης και να διανοίγει τον θεατή στην αυθεντική επίγνωση των ορίων του ως Dasein. Και τούτο σε αντίθεση με τον σημερινό θεατριζόμενο μαζάνθρωπο, συμπεριλαμβανομένου και του σφόδρα κρετίνου πολιτικού, που ως επί το πλείστον παρακολουθεί την αρχαία τραγωδία με το βλέμμα του θορυβοποιού της μαζικής κουλτούρας και ο οποίος ελλείψει κριτικού λόγου, όταν θέλει να μεταστοχαστεί επί του θεατρικού δρώμενου, παπαγαλίζει λέξεις-φράσεις σαν τις παρακάτω: θαυμάσιο, υπέροχο, εξαίσιο, συγκλονιστικό ….

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Η δημοκρατία χτες και σήμερα: Αριστοτέλης (2)

Αριστοτέλης

Πολιτεία και δημοκρατία

§1

Η μικρόνοια της εγχώριας καθεστωτικής «αριστεράς», μαζί οι αχαλίνωτες εξουσιαστικές της ορέξεις και οι ωφελιμιστικές της βλέψεις, δεν απαίτησαν πολύ χρόνο για να προκαλέσουν ολική εξαθλίωση του λαού, ολοσχερή αποσύνθεση της εθνο-κρατικής οντότητας, θλιβερή διάλυση και της τελευταίας αυτο-στοχαστικής ικανότητας της κοινωνίας, ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή του ψεύδους και της αυταπάτης. Η παρακμή τώρα εκδηλώνεται ως νοσταλγία του μη χειρότερου κακού και ως παντελής απουσία ενός πραγματικού/αυθεντικού και ανθεκτικού πολιτικού αγώνα. Ετούτη η απουσία έχει ως άμεση φρικιαστική συνέπεια να νέμονται την εξουσία αλλοπαρμένες κάστες – οι αυτο-αποκαλούμενες συνιστώσες– ενός γερασμένου φεουδαρχικο-μικροαστικού αριστερισμού. Για να κερδίζουν τη συμπάθεια του λαού οι εν λόγω κάστες εμφανίζονται να παραμελούν φαινομενικά τα δικά τους συμφέροντα και να ξορκίζουν το κατά συρροή κακό, που κυοφορεί η ίδια η φύση τους, με μια πικρόχολη, πνευματώδη, διαλυτική κριτική κάθε εναπομείναντος ζωντανού κυττάρου εντός του ίδιου του δικού τους πολιτικού μορφώματος, αλλά και εντός της κοινωνίας. Έτσι εξηγούνται οι πρόσφατες διαφοροποιήσεις στη βουλή του κομματικού οργανισμού της κυβέρνησης, με προεξάρχοντες νεκροθάφτες, κάθε ζωντανής ανάκαμψης εκ των έσω, το αρχομανές θήλυ του βουλευτηρίου με τον ξύλινο λόγο και τις σχιζοφρενικές διαταραχές, αλλά και κάποια άλλα βολεμένα καύκαλα με όχι λιγότερο διαταραγμένο ψυχισμό και ανύπαρκτη παιδεία.  Έτσι επίσης εξηγούνται, στον ευρύτερο κόσμο της κοινωνικο-πολιτικής ζωής, οι ύπουλες διώξεις του Διαφορετικού, οι ολοκληρωτικές αντιλήψεις περί της δικής τους μοναδικής «αλήθειας», ο δηλητηριώδης διχασμός του λαού σε φίλους και εχθρούς και ό,τι παρόμοιο μπορεί να φαντάζεται εκάστοτε ο ανθρώπινος νους.

                                                        §2

Όλα αυτά είναι μερικά μόνο συμπτώματα μιας κίβδηλης «δημοκρατίας» με ανύπαρκτες ρεαλιστικές οντογενέσεις, αλλά απειράριθμες φαντασιακές. Ο Αριστοτέλης μας λέει, με μοναδική ευκρίνεια, στα Πολιτικά του (ΙΙΙ, 1289 κ.εξ.) πως η καλύτερη συγκρότηση του κράτους, η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης είναι εκείνη της πολιτείας, δυνάμει της οποίας η κυβέρνηση βρίσκεται στα χέρια του μεγαλύτερου τμήματος των πολιτών, ποιοτικά και ποσοτικάˑ στα χέρια της λεγόμενης μεσαίας τάξης, που δεν είναι ούτε πολύ πλούσια ούτε πολύ φτωχή και ως εκ τούτου εν πολλοίς ανιδιοτελής. Στη συνάφεια τούτη, το κυβερνητικό σώμα έχει ως γνώμονα της κυβερνητικής του πολιτικής το κοινό καλό.  Όταν όμως αυτό το σώμα προτάσσει το δικό του ιδιοτελές συμφέρον, τότε η πολιτεία εκφυλίζεται σε δημοκρατία, με το ακόλουθο νόημα: λειτουργεί ως ένα κράτος χωρίς δήμο [=λαό], που κόπτεται για το συμφέρον της κυβερνητικής ολιγαρχίας και απεμπολεί το κοινό καλό, ανεξάρτητα εάν φλυαρεί ακατάσχετα για το κοινό καλό, με στόχο τη συσκότιση της αληθινής πραγματικότητας. Έτσι βλέπουμε να εναλλάσσονται στην εξουσία κομματικοί μηχανισμοί, που φροντίζουν, πρώτα απ’ όλα, να αμείβουν το πολιτικό προσωπικό –μαζί και τα συγγενικά τους πρόσωπα– με μισθούς, επιδόματα, εισοδήματα, συντάξεις και άλλα προνόμια που αντιστοιχούν στην πλούσια-πλουσιότατη τάξη. Π.χ. το τωρινό κυβερνητικό σύμπλοκο της καθεστωτικής «αριστεράς», αναπαράγοντας παλαιά αποστήματα διαφθοράς, με πρώτο και καλύτερο το αλλόφρον προεδρικό στοιχείο του βουλευτηρίου, αυξάνει τα υλικά προνόμια του υποτελούς προσωπικού του και διορίζει σε θέσεις συμβούλων και παρασυμβούλων, εντός και εκτός βουλευτηρίου, συζύγους και συμβίους, υιούς και θυγατέρες, γνωστούς και φίλους, ερωμένους και ερωμένες.      

                                                                 §3

Ο εν λόγω κομματικός οργανισμός της καθεστωτικής «αριστεράς» ακολουθεί κατά πόδας όλους εκείνους τους κομματικούς οργανισμούς, που ξεπουπούλιαζαν ως τώρα αδιάντροπα την κατά Αριστοτέλη ελληνική πολιτεία, στο όνομα της δημοκρατίας. Δομικό στοιχείο όλων αυτών των μηχανισμών εξουσίας, ο κενός λόγος, ο δημαγωγικός τους χαρακτήρας, και η πρόθεση να χειραγωγούν τις μάζες μέχρις εσχάτων. Αναγκάζονται έτσι, παλαιοί και νέοι κομματικοί «άρχοντες»,  να μετατρέπουν τις διακηρύξεις και τις αρχές τους σε τεράστιες τοιχογραφίες ασυναρτησιών και να καθιστούν τον κομματικό οργανισμό παράγκα δολοπλοκιών και πελατειακών σχέσεων σε βάρος των πιο φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας.  Ο Αριστοτέλης τονίζει με έμφαση «ότι μπορεί να υπάρχει δημοκρατία (δμος), όταν οι ελεύθεροι είναι πολιτικά κυρίαρχοι, και ολιγαρχία, όταν πολιτικά κυρίαρχοι είναι οι πλούσιοι» (Πολιτικά, 1290b). Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να υπάρχει δημοκρατία, όταν οι πραγματικά ελεύθεροι είναι λίγοι και όταν εξουσιάζουν περισσότερους και μη ελεύθερους (ό.π.) Ούτε πάλι είναι δημοκρατία, όταν άρχουν οι πλούσιοι, ακόμη κι όταν ή επειδή συμβαίνει να είναι ποσοτικά περισσότεροι (ό.π.) Και συνεχίζει ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος: «απεναντίας υπάρχει δημοκρατία, όταν οι ελεύθεροι και φτωχοί, που είναι περισσότεροι ασκούν την κυρίαρχη εξουσία» (ό.π.). Με την έννοια του φτωχού δεν εννοεί ο Αριστοτέλης το λούμπεν προλεταριάτο ή τον εξαθλιωμένο γυρολόγο από το ένα κόμμα στο άλλο –σαν όλους τους γυρολόγους των διαφόρων ελλαδικών κομμάτων, που τώρα έχουν στοιβαχτεί, λόγω εξουσίας, στο κόμμα της καθεστωτικής «αριστεράς»– αλλά τον αξιοπρεπή μέσο πολίτη, που χαρακτηρίζεται για αυτονομία σκέψης και δεν ανήκει στους καθ’ ύλην πλούσιους, δηλαδή σ’ αυτούς ακριβώς τους λίγους –πλούσιους εν ύλη και τυχοδιωκτικά φτωχούς εν πνεύματι– που κυβερνούν και τώρα στο όνομα των πολλών.