Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Fichte: πώς κουβεντιάζεται το παρόν μας;





Johann Gottlieb Fichte
1762–1814

Το ένοχο παρόν της αμαρτωλότητας

§1

Ι. Ο Γιόχαν Γκότλιπ Φίχτε ανήκει στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του επονομαζόμενου Γερμανικού Ιδεαλισμού. Τι είναι ο Γερμανικός Ιδεαλισμός; Είναι ένα φιλοσοφικό κίνημα που συνέβαλε τα μέγιστα στη συγκρότηση της αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας της νεωτερικής εποχής. Ανάγει τα φιλοσοφικά του θεμέλια στον Καντ και περιλαμβάνει στους κόλπους του, μαζί με τον Φίχτε, τον Σέλλινγκ (Schelling) και τον Χέγκελ (Hegel). Καθένας απ΄ αυτούς τους φιλοσόφους είναι ένας Ολύμπιος Δίας, με καθοριστικές επιδράσεις στην μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφίας, πρωτίστως δε των Ευρωπαϊκών φιλοσοφικών κινημάτων.

ΙΙ. Ο Φίχτε, εκκινώντας από την Καντιανή κριτική του Λόγου, αναπτύσσει μια υπερβατολογική μεταφυσική, που έχει ως κεντρική φιλοσοφική βάση την επιστήμη της γνώσεως, την επονομαζόμενη επιστημολογία (Wissenschaftslehre) . Η τελευταία τούτη νοείται ως η ενότητα της πρακτικής και της θεωρητικής φιλοσοφίας. Η απόλυτη αρχή που παράγει κάθε κατηγορία γνώσης είναι το Εγώ. Το τελευταίο, στις διάφορες συνδηλώσεις του μέσα στη Φιχτεανή φιλοσοφία, συγκροτεί την ενεργό αυτοσυνειδησία, την απόλυτη υποκειμενικότηταˑ απόλυτη κατά το ότι παράγει όλα τα περιεχόμενα του σύμπαντος κόσμου, καθότι είναι ταυτισμένη με το θεό: Ολότητα υποκειμένου-αντικειμένου.

ΙΙΙ. Κατ’ αυτό το πνεύμα,  το Φιχτεανό Εγώ δεν είναι ένα αρρωστημένο, ματαιωμένο, εγωιστικό Εγώ, ανυπόληπτο καθεαυτό και διεαυτό, σαν αυτό ας πούμε των λογής πολιτικάντηδων της  τρέχουσας πολιτικής σκηνής που δεν «έχουν το θεό τους». Απεναντίας ενδημεί μέσα στον κόσμο και συνδέεται άρρηκτα με το αντι-κείμενο, με το μη-Εγώˑ το τελευταίο δεν το εκμηδενίζει, αλλά με σκέψη και δράση το καθιστά Ένα με τον εαυτό του, το ανεβάζει στο επίπεδο του Εαυτού.   

§2

Ι. Στο πεδίο της φιλοσοφικής θεώρησης της Ιστορίας, συλλαμβάνει την τελευταία ως διαδικασία ή διεργασία πολιτισμικής εξέλιξης. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο έργο του: Die Grundzüge des gegenwärtigen Zeitalters (Τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής), ο σκοπός της επίγειας ζωής της ανθρωπότητας έγκειται σε τούτο: η τελευταία διευθετεί όλες τις σχέσεις αυτής της ζωής της με ελευθερία και με οδηγό προς αυτή την ελευθερία το Λόγο. Τούτο σημαίνει ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να ευτυχήσει μόνο με την ελεύθερη κυριαρχία του Λόγου, υπό το νόημα της απόλυτης ενότητάς του με την ελευθερία.

 ΙΙ. Με βάση λοιπόν αυτή την αρχή, ο Φίχτε προχωρεί στον φιλοσοφικό καταμερισμό της ιστορίας σε πέντε εποχές. Υπό την οπτική Λόγου και Ελευθερίας, η πρώτη εποχή είναι εκείνη της ενστικτώδους κυριαρχίας του Λόγου, χωρίς ανεπτυγμένη αυτοσυνείδηση και ελευθερία. Πρόκειται για την κατάσταση της αθωότητας του ανθρώπινου γένους, κατά το πρότυπο του μύθου του παραδείσου. Η δεύτερη είναι η εποχή της αυθεντίας των θεωρητικών δογμάτων, που απαλλοτριώνουν το ένστικτο του Λόγου, καθώς αδυνατούν να πείσουν τους ανθρώπους και  ζητούν απ’ αυτούς τυφλή πίστη και υπακοήˑ εδώ έχουμε την κατάσταση της αρχόμενης αμαρτίας.

ΙΙΙ. Η τρίτη χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η ελευθερία βρίσκεται στην αρχική της φάση, τη μη-αυτοσυνείδητη, και στρέφεται ενάντια στην ως άνω κυριαρχία του Λόγου και τα προστάγματά του. Από τη μια χειραφετείται από τον εξαναγκασμό του δογματισμού, αλλά από την άλλη επαναστατεί κυριολεκτικά ενάντια στον ίδιο το Λόγο, μην έχοντας ακόμη φτάσει στην επίγνωση πως ο Λόγος, ενάντια στον οποίο ξεσηκώνεται, και η ίδια συνθέτουν μια ενότητα ή ταυτότηταˑ κάτι δηλαδή που αντιστοιχεί στις επόμενες εποχές. Κατ’ αυτήν την εποχή κυριαρχεί απόλυτη αδιαφορία απέναντι στην αλήθεια και ολική ακολασία. Πρόκειται για την κατάσταση της ολοκληρωμένης αμαρτωλότητας (Zeitalter der vollendeten  Sündhaftigkeit). 

ΙV. Ο Fichte έχει κατά νου το Διαφωτισμό με τούτη την εποχή, στην οποία τποθετούσε και το δικό του παρόν. Ο Διαφωτισμός προσέφερε, από τη μια μεριά, υπηρεσίες, καθώς απαξίωσε οποιαδήποτε εξωτερική αυθεντία, αλλά δεν απέτρεψε την επικράτηση ενός μονοδιάστατου, δεσποτικού Εγώ, με κινητήρια δύναμή του τον εγωισμό και την αυθαιρεσία. Κατά την τέταρτη εποχή αρχίζει να αναδύεται ο αυτοσυνείδητος Λόγος και η επιστήμη του, ενώ κατά την πέμπτη συντελείται η απόλυτη ταύτιση Λόγου και Ελευθερίας, η απόλυτη δικαίωση.  

V. Και το γνωσι-οντο-λογικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι: σε ποια εποχή κατατάσσεται το παρόν Ελλαδικό βασίλειο της πολιτικής ψευτιάς, της αχαλίνωτης δημαγωγίας  και ωμής δολοπλοκίας, μαζί με την πλήρη εξαχρείωση των συνειδήσεων, τη συνένοχη αδιαφορία και την απέραντη ακολασία; Προφανώς στην τρίτη, πλην όμως χωρίς κάποια θαμπή έστω προσδοκία μετάβασης στην τέταρτη και πέμπτη εποχή, αφού η απόλυτη ανορθολογικότητα των αντιαισθητικών μετριοτήτων του πολιτικού στερεώματος, με παιδεία επιπέδου αφισοκολλητών ή μελών επαρχιακού Δημοτικού Συμβουλίου, έχει εξορίσει τη στοιχειώδη ελευθερία του Λόγου, που μόνο αυτή/αυτός μπορεί να ξεθεμελιώσει την πρωτοκαθεδρία της βαρβαρότητας.



Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (2)





Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος


Α. Συνείδηση


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.
ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς  φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.
ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις.  Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.

§ 2

Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
Το Αυτό και το Νομίζειν

1. Κείμενο–μετάφραση:

§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.

§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.

2. Σχολιασμός – ερμηνεία:

Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι  αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.

ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.

ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.








Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Σολωμός: Εθνικό είναι μόνο το αληθινό






Διονύσιος  Σολωμός
1798-1957

                Φαντασιακές οντογενέσεις και πραγματικότητα

§1

Ο Πολυλάς στα Προλεγόμενά του: νη΄, μαρτυρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για τον Σολωμό: όταν τελείωσε τον Πόρφυρα και επρόκειτο να τον δημοσιεύσει, απάντησε σε ένα φίλο του, που παρατήρησε ότι το έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό:
«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».
Σε άλλη παρατήρηση ότι ήθελ’ είναι καλό να ευχαριστηθεί και η φιλοτιμία του έθνους, έστερξε και είπε ότι ήθελε τυπώσει συγχρόνως και ένα μέρος των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

§2

Ένα σχόλιο:

Τι σημαίνουν τα παραπάνω λόγια του Σολωμού για τον ίδιο και για μας τους σημερινούς;
Ι. Υποδηλώνουν μια κριτική αντιπαράθεση του ίδιου με διόλου μελετημένες γνώμες της άγνωμης μάζας ή καιροσκοπικών ατόμων, για τους οποίους η ανταλλακτική αξία κάθε μεγάλου επιτεύγματος της ποιητικής, εν προκειμένω, σκέψης εν-τοπίζεται στα όρια μιας φαντασιακής οντογένεσης του έθνους, στα μέτρα δηλαδή αυτού που νομίζει ή φαντάζεται ο καθένας τους ως έθνος, και όχι στην αληθινή, την άφθαρτη Ιδέα του έθνους.
ΙΙ. Έτσι γνωρίζουμε από την ιστορία, πως δεν ήταν και λίγα εκείνα τα  πρόσωπα –σε επίπεδο ποιητικής τέχνης άτεχνα και ατάλαντα,  αλλά και άλλα σε επίπεδο πολιτικής διεφθαρμένα– που κατηγορούσαν τον ποιητή ότι απείχε από τον άμεσο αγώνα του έθνους, τη στιγμή που τα ίδια απεργάζονταν με τα «έργα» τους το θάνατο του έθνους. Διαχρονικά τούτο σημαίνει: η μια ή η άλλη φαντασιακή οντογένεση αξιών και αρχών –πνευματικών, κοινωνικών, πολιτικών κ.λπ.– καθιδρύει απατηλές συνειδήσεις, όχι λιγότερο άρρωστες, με άφρονες συμπεριφορές και δράσεις οξύτερων ή ηπιότερων διαβαθμίσεων.
ΙΙΙ. Απτό παράδειγμα, στο πεδίο της σημερινής Ελλαδικής χώρας, η εγκληματική δράση της νυν καθεστωτικής «αριστεράς» με τις ποικίλες ψυχονευρώσεις της και τις απαίδευτες, ακατέργαστες παραφυάδες της. Η εν λόγω συμμορία δεν αξιολογεί το γενικό της «έργο» με βάση την αληθινή, δημιουργική Ιδέα του έθνους, αλλά με γνώμονα το ιδιοτελές συμφέρον της νέας συμμορίας, που θέλει να παρουσιάζεται διαφορετική από άλλες πολιτικές συμμορίες του παρελθόντος.
IV. Έτσι διακηρύσσει αδιάντροπα προς το λαό/έθνος: «θα απαλλαγείτε από τα κακά του παρελθόντος, εάν συμπορευθείτε με τη νέα δική μας φαντασιακή οντογένεση». Κηρύσσει, κατ’ αυτή την έννοια, τον απόλυτο όλεθρο, καθώς αποσιωπά την κοινή αλήθεια πως τα στερνά τιμούν τα πρώταˑ και τα δικά της στερνά είναι μόνο: εξανδραποδισμός ενός ολόκληρου λαού, αλλά και άλλων λαών μέσα από την ανυπαρξία στοιχειώδους μεταναστευτικής πολιτικήςˑ πολιτικές ωμών εξαπατήσεων και τυχοδιωκτισμών, επικράτηση μιας γενικευμένης αντιστροφής της λογικής των πραγμάτων, μηδενιστική χειραγώγηση των πάντων, ιδιοτελής εγωισμός, ολοκληρωτική νοοτροπία.
V.  Η προαναφερθείσα ρήση του Σολωμού κρύβει μια ακατάλυτη αλήθεια για το χτες και το σήμερα της ποίησης, της πνευματικής δημιουργίας και συνακόλουθα της αντικειμενικής πραγματικότητας: εθνικό μπορεί να είναι μόνο το αληθινό και αντίστροφα. Αλλά τι είναι αληθινό, στην περίπτωση της Σολωμικής ποιητικής; Είναι οι οντολογικές μαρτυρίες της ποίησης και γενικότερα μιας ποιητικής ζωήςˑ ο μυστικός πυρήνας της, μακριά από όλα τα επίπλαστα «εθνικά» της ντύματα, δηλαδή από το κατ’ επίφαση εθνικό, από τη φαντασιακή οντογένεση του εθνικού, η οποία εν τέλει παράγει μόνο το αντεθνικό. Μια τέτοια φαντασιακή οντογένεση έχει σαπίσει τα μυαλά και τις ψυχές των ανίκανων πολιτικών της σημερινής Ελλάδας.
VI. Η Ιδέα του αληθινού συνυφαίνεται με τη μυστική σύλληψη του κόσμου, τη σύλληψη δηλαδή του τελευταίου στην πηγή του, όπως μας λέει ο Σολωμός στον Πόρφυρα:

Φιλώ τα χέρια μ’ και γλυκά το στήθος μ’ αγκαλιάζω.
                            Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
                            Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;
    
Ο Πόρφυρας λοιπόν δεν είναι ένα απλώς αθώο ποίημα, αλλά κομίζει κι αυτός το αληθινό, που αποτελεί το όντως εθνικό. Η πιο πάνω σύλληψη  αισθητοποιείται με τα οράματα της φεγγαροντυμένης –στον Κρητικό και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους– της μεγαλόψυχης Μητέρας στον πόνο και στη δόξα και του κρυφού μυστηρίου των παιδιών της (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).
VI. Μέσα από την αφαίρεση του ιστορικού χρόνου το αληθινό ξαναγυρίζει στην ιστορία ως εθνικό/διεθνικό, με το νόημα της πνευματικής μεταστοιχείωσης του εθνικού/ιστορικού Είναι του ανθρώπου. Πνευματική μεταστοιχείωση βέβαια δεν συντελείται με βουλευτοποιήσεις και υπουργοποιήσεις, στο πολιτικό στερέωμα, «καλλιτεχνών», αθλητών και παρόμοιων συντεχνιακών όντων, που δεν έχουν τελειώσει ούτε την πρώτη δημοτικού, αλλά με την αποκοπή των δεσμών της συνειδητής μας ύπαρξης από το πεζό, το περιττό, το φαύλο του μαζικού κόσμου. Με βάση και το ποιητικό όραμα του Πόρφυρα, σύγκορμη η ύπαρξη του ανθρώπου βρίσκει το ζωτικό της ρυθμό, επιτυγχάνει δηλαδή την ως άνω μεταστοιχείωσή της, μέσα στην ενιαιότητα [=ενιαίο Είναι] αισθήσεων και λογισμού [=με λογισμό και μ’ όνειρο], η οποία συμβαίνει υπό το κοσμικό φως των πάντα ανοικτών, πάντα άγρυπνων οράσεων και συνοράσεων της ψυχής. Ένα τέτοιο κοσμικό φως στερούνται εντελώς–παντελώς οι καθεστωτικοί πολιτικάντηδες, καθώς δεν υπερβαίνουν το πνευματικό επίπεδο του αφισοκολλητή ή του καφενόβιου χαρτοπαίχτηˑ γι’ αυτό και αυτο-κατατάσσονται στην τάξη των Εθνικών μειοδοτών.