Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Δημοκρατία και πολιτικές σκοπιμότητες




          Η Δημοκρατία και ο Ελληνικός Ευεργετισμός

§1

Ο ευεργετισμός στην αρχαία Ελλάδα και δη στην αρχαία Αθήνα αποτελούσε κατ’ αρχήν μια πράξη ή διαδικασία γενναιοδωρίας υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Συνέβαινε πράγματι ορισμένοι πλούσιοι Αθηναίοι να αναλαμβάνουν διάφορες λειτουργίες, τουτέστι δημόσιες υπηρεσίεςχορηγίες, όπως τριηραρχία [=πλήρης συντήρηση μιας τριήρους], εστίαση [=έξοδα για δημόσιο γεύμα], αλλά συγχρόνως και κάποιες μορφές υπερ-φόρων κ.λπ. Δεν ήσαν δε λίγοι και πολλοί απ’ αυτούς που έκαναν δωρεές εθελοντικά και συνδέθηκαν με τον ευεργετισμό. Ο Κίμων, για παράδειγμα, είχε μετατρέψει το σπίτι του σε κοινν πρυτανεον, κατά τον Πλούταρχο, γιατί καθημερινά εξασφάλιζε σε πολλούς φτωχούς πλουσιοπάροχα γεύματα. Από τέτοιου είδους ευεργέτες ωστόσο προέκυπταν και κάποιοι που μέσω της γενναιοδωρίας διέκριναν τη δυνατότητα να γίνουν πολύ αγαπητοί στο λαό και έτσι να παίξουν το δικό τους πολιτικό παιχνίδι. Ο πόθος ή το πάθος τους για δόξα και τιμές στο πεδίο της πολιτικής μπορούσε τώρα, χάρη στα πολιτικά τους δώρα, να ικανοποιείται στο έπακρο. Ο ευεργετισμός, ως εκ τούτου, καθιερώνεται πια ως ένας θεσμός, που διαπλέκεται με σχέσεις εξουσίας και εξουσιαστικής εγκυρότητας, δηλαδή νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας των ολίγων πάνω στους πολλούς, χάρη στο κύρος που αποκόμιζαν από τις ευεργεσίες τους.

§2

Πού έγκειται το φιλοσοφικό-κοινωνιολογικό θεμέλιο του αρχαίου Ελληνικού Ευεργετισμού; Σε αυτό ακριβώς που διαγιγνώσκει ο Πλάτων: το οποιοδήποτε καθεστώς, για να κρατηθεί στη ζωή, χρειάζεται να πλάσει, να διαμορφώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Μας λέει ρητά στην Πολιτεία (βλ. βιβλίο Ε κ.εξ.) πως η πολιτεία είναι φτιαγμένη ίδια και όμοια με την εσωτερική δομή του ανθρώπου. Και η εσωτερική δομή του ανθρώπου συγκροτείται ως ανώτερη χρημάτων, πλουτισμού και πολιτικών φιλοδοξιών, όταν έχει για θεμέλιό της τη φιλοσοφική παιδείαˑστην αντίθετη περίπτωση, η ακαταστασία, η αναρχία της ψυχής του είναι σε πλήρη αντιστοιχία με μια άναρχη δημοκρατία, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: οι γόνοι των πλουσίων παραδίδονται σε άχρηστες απολαύσεις, ζουν μια άσωτη και έκφυλη ζωή, ενώ κάποιες φορές δεν ξεχνούν να παρουσιάζονται και ως δήθεν ρέκτες της φιλοσοφίας, ενώ οι φτωχοί πέφτουν θύματα των επαγγελιών τους. Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό σύμπλεγμα, οι κάθε είδους πολιτικές γενναιοδωρίες, όσο κι αν εκκινούν από πατριωτικά κίνητρα, δεν παύουν να υπόκεινται σε ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες, που προέρχονται από επαγγελματίες πολιτικούς/ρήτορες και από τον δι’ αυτών εξαπατημένο λαό. Έτσι συμβαίνει συχνά, ένας πλούσιος, όταν βρίσκεται στην εκκλησία του δήμου, στη συνέλευση του λαού, κάτω από την πίεση των ρητόρων και του παρασυρμένου πλήθους, να αναγκάζεται, εάν όχι να εξαναγκάζεται, να γίνει χορηγός, λειτουργός ή ευεργέτης.

§3

Ο ευεργετισμός, σε κάθε περίπτωση, δεν έλυνε το οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, ούτε εξάλειφε τη φτώχεια. Αποτελούσε ένα σημείο ζωής, που άλλοι, κυρίως οι συντηρητικοί με την αγέλαστη ακαμψία τους, το αποτιμούσαν ως εντελώς ξένο προς τις παραδόσεις μιας υγιούς κοινωνίας, και άλλοι, όπως οι παρδαλοί δημοκρατικοί, ως ένα καλό ιδεολογικό στοιχείο για την εξάπλωση της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Ό,τι περίπου συμβαίνει και σήμερα με εφάμιλλα φιλοδωρήματα προς εξαγορά της κοινωνικο-πολιτικής συνείδησης των φτωχών. Όχι σπάνια γινόταν η αφορμή για μια διαρκή και εριστική αντιμαχία ανάμεσα στους πλούσιους και σε διάφορους δημοκρατικούς. Οι μεν πρώτοι αισθάνονταν ή έλεγαν πως με τις συνεχείς ευεργεσίες, τα θεωρικά και παρόμοιες εκφάνσεις του ευεργετισμού τείνουν να γίνουν οι πραγματικά φτωχοί πολίτες της πόλης, ενώ οι δεύτεροι επιχειρούσαν, ως συνήθως,  να αντιμετωπίσουν το θέμα μέσα από ένα πνεύμα κούφιου συναισθηματισμού, όπως ταύτιση της πόλεως με μια μεγάλη οικογένεια, με μια ομοιογενή κοινότητα αγαθοεργών σκοπών και παρόμοια. Και μέσω αυτής της οδού πρότειναν επί μέρους ημίμετρα προς γεφύρωση –κυρίως φαινομενική– του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Τέτοιες πολιτικές με κούφιες κουβέντες και αναποτελεσματικά ημίμετρα ασκούνται κατά συρροή στις μέρες μας, από τους αγύρτες και κλέφτες της εξουσίας. Ο αρχαίος ευεργετισμός λοιπόν, ιδωμένος μέσα από το ως άνω σύμπλοκο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, νομιμοποίησε τη διαφορά, τη διαίρεση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και κατέδειξε την αδυναμία της δημοκρατίας, ως κράτους του δήμου,  να χαράξει μια αυθεντικά λαϊκή πολιτική. Η απλώς φιλολαϊκή πολιτική του χτες και του σήμερα αποτελεί τον προθάλαμο για διάλυση του κοινωνικού ιστού και καθίδρυση τυραννικών καθεστώτων. Και τούτο, γιατί ο φιλολαϊκισμός συσκοτίζει το οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου και της κοινωνίας: οικτίρει την πλειοψηφία των φτωχών –και μάλιστα εικονικά– και δεν νοιάζεται ουσιαστικά για την άρση της συνθήκης της φτώχιας τουςˑ έτσι τους διατηρεί αδύναμους  για να τους κάνει όπως θέλει: να τους έχει πολιτικό υποχείριό του. Ετούτο ακριβώς πράττουν και οι τρέχοντες «πεφωτισμένοι», δηλαδή σκοταδιστές «δημοκράτες»ˑ γι’ αυτό εξελίσσονται σε άκρως επικίνδυνοι τυραννίσκοι.


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Πλάτων: τι σημαίνει ακόλαστος πολιτικός;





Πλάτων
427 π.Χ.–347 π.Χ.


 Ο φαύλος πολιτικός ως όλεθρος της πολιτείας

§1

 Ίδιον των Ελλήνων της αρχαιότητας  ήταν η συνύφανση πολιτικής θεωρίας και πράξης. Όσο καλλιεργούσαν σε βάθος την πολιτική θεωρία, την πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, τόσο αποδεικνύονταν ικανοί να παράγουν αληθινή πολιτική πράξη και αντίστροφα. Η πολιτική θεωρία, κατά κανόνα, είχε ως βάση την πολιτική φιλοσοφία. Η συστηματική συνεπώς ανάπτυξη της τελευταίας συνέβαλε τα μέγιστα στο να πλημυρίσει ο αρχαίος κόσμος από εκείνα τα πολύ δυνατά κείμενα των αττικών ρητόρων, των λογογράφων, των ποιητών, των ιστορικών κ.α. Η πολιτική φιλοσοφία, από άποψη αρχής, δεν καλλιεργήθηκε ως ένας ιδιαίτερος κλάδος ή κατεύθυνση της φιλοσοφίας, αλλά ήταν αυτή τούτη η φιλοσοφική σκέψη που δεν ξεχώριζε τον εαυτό της από την πολιτική. Καθ’ όλη εξάλλου την ιστορική της εξέλιξη η φιλοσοφία δεν έπαψε να συνδέεται με την πολιτική ως σκέψη της πόλης. Γι’ αυτό και το σύνολο σχεδόν των φιλοσοφικών θεωριών, έμμεσα ή άμεσα, διεκδικούσαν μια πολιτική προτεραιότητα. Μια τέτοια προτεραιότητα χαρακτήριζε ουσιαστικά όλο το φιλοσοφικό έργο του Πλάτωνα.

§2

Χαρακτηριστικό της Πλατωνικής πολιτικής σκέψης –και αυτό της χάρισε μοναδική πρωτοτυπία στο διηνεκές του χρόνου– ήταν ότι εξαρτούσε το αληθές του Πολιτικού εν όλω από την πολιτική αρετή, δηλαδή από την ικανότητα της κοινωνίας και πολιτείας του ανθρώπου να διευθύνει με αυτονομία και παραδειγματική φρόνηση τα του οίκου της. Η άσκηση, συνακόλουθα, ή η εφαρμογή της πολιτικής αρετής δεν εξαρτάται από τη βούληση απλώς του πολιτικού ανδρός, γιατί βούληση –και μάλιστα βούληση μηδενισμού– διαθέτει  και ο φαύλος, ο κίβδηλος πολιτικόςˑ απτό παράδειγμα οι αφισοκολλητές του καθεστωτικο-φεουδαρχικού «αριστερισμού», που στελεχώνουν την εξουσιαστική μηχανή της σημερινής Ελλάδας: με βούληση διαλύουν και ξεπουλούν ό,τι έχει απομείνει όρθιο από την πατρίδα, κάτι που σημειώνει με οξύνοια ο Πλάτων για παρόμοιες περιπτώσεις των δικών του καιρών. Ούτε ακόμη εξαρτάται από μια κατασκευασμένη εξωτερικά, συντεχνιακά, κοινότητα ανθρώπων. Εξαρτάται κυρίως από τη διεκδίκηση της υπέρτατης γνώσης, όχι ως εξουσιαστικής δοκησισοφίας, αλλά ως καταστροφής του επιχρίσματος της πολιτικής απάτης και ως διαλεκτικού Λόγου που θα αφυπνίζει τις μάζες και θα τις καθιστά ικανές να αποκτούν αυτοσυνείδηση, να αποβάλλουν έτσι τη μοίρα της μάζας και να γίνονται οδηγοί του εαυτού τους. Ένας τέτοιος Λόγος δεν διδάσκει στους άλλους την πολιτική –γιατί δεν αεροβατεί ως παντογνώστης–  ή δεν την ασκεί εν ονόματι των άλλων ως πεφωτισμένος κομισάριος, αλλά διδάσκοντας και ασκώντας την πολιτική μετασχηματίζεται και ο ίδιος σε δύναμη άρνησης του κακού (Θεαίτητος), άρνησης της πολιτικής πλεκτάνης και των εισαγομένων «ηγετών»· γίνεται δηλαδή «μέτρο όλων των πραγμάτων», μέτρο και για τα όρια του εαυτού του, έτσι ώστε να ξεσκλαβώνεται ο νους και κανείς να μην επωμίζεται τον ρόλο του αγελαίου ή του καθοδηγητή.

§3

 Χαράσσοντας μια τέτοια φιλοσοφική γραμμή, ο Πλάτων καθιστούσε το πολιτικό ζήτημα –και σύστημαεμπρόσωπο και όχι απρόσωπο, όχι σαθρό, όπως συμβαίνει σήμερα. Συμβαίνει, για παράδειγμα, στους καιρούς μας, θλιβερές ασημαντότητες της πολιτικής να κατέχονται από μια τέτοια μεγαλομανία, ώστε να ταυτίζουν το γενικό συμφέρον με τις δικές τους κλεπτομανίες και σατανικές ιδεοληψίες για πρωτεία, να ξεγελούν το πλήθος με κενόδοξες ρητορείες περί κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λπ. και στην άσκηση της εξουσίας να αποδεικνύονται ως η πιο αδίστακτη ολιγαρχία του πολιτικού ωφελιμισμού και της πολιτικής αγυρτείας. Όπως αναλύει ο Πλάτων στην Πολιτεία, η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό: τη συνοχή και την ευδαιμονία της πολιτείας. Αυτό το χαρακτηριστικό της ιδιάζει στους αληθινούς φιλοσόφους, σε αντίθεση με τους αγύρτες: ενώ οι δεύτεροι απολαμβάνουν την εξουσία, οι πρώτοι απλώς την υποφέρουν, δηλαδή σηκώνουν το φορτίο της διακυβέρνησης για το καλό της πολιτείας και όχι για τη δική τους καλοπέραση.

§4

Μοιραία φαίνεται να ήταν η συνάντηση του Πλάτωνα με τον Σωκράτη. Ο τελευταίος ήταν αληθινός φιλόσοφος, καθώς ήξερε να εναρμονίζει τη θεωρία με τη δράση. Ο Σωκράτης, όπως καταμαρτυρεί ο Πλάτων  (Επιστολή Ζ΄), δολοφονήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία, επειδή ως φιλόσοφος ασκούσε αληθινά την πολιτική αρετή. Απ’ αυτή την άποψη, η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο την πολιτική αρετή δεν ασκούσε, γι’ αυτό και δεν διέθετε χώρο για ανθρώπους σαν τον Σωκράτη. Εάν ο φιλόσοφος ως τέτοιος, σκεπτόταν ο Πλάτων, δεν έχει θέση σε μια «ευνομούμενη» πολιτεία, τότε: ή η πολιτεία δεν είναι ευνομούμενη και γι’ αυτό εχθρεύεται τη φιλοσοφική σκέψη, ή η φιλοσοφική σκέψη πρέπει να υπερβεί μια τέτοια σαπρή [=σάπια] πολιτεία. Με αφετηρία αυτή τη συλλογιστική, ο Πλάτων συνέθεσε όλα του τα έργα με πολιτικό σκεπτικισμό, αλλά και φιλοσοφική προοπτική. Η προοπτική αναδύεται από τη φοβερή σύλληψη της τέλειας Πολιτείας και από τη θεωρία των Ιδεών ως την αστείρευτη πηγή λόγου, αληθούς ερμηνείας του εμπειρικού και μιας ποιητικής εκμύθευσης ενάντια στα σιδερένια άλογα (Χάιντεγκερ) της πολιτικής ασυναρτησίας. Τα σιδερένια άλογα είναι, για τον Πλάτωνα (βλ. Θεαίτητος 173 κ.εξ), οι πολιτικοί συνασπισμοί και οι εκλεκτοί τους που διψούν για ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων και για αύξηση μέσω αυτών της περιουσίας τους, για φιλήδονες συνεστιάσεις ή διασκεδάσεις, για νυχτερινά χαροκόπια, για αστόχαστες αντιλογίες μέσα στο βουλευτήριο και τόσα άλλα παρόμοια, αδιαφορώντας αν τα πράγματα στην Πόλη πορεύονται καλά ή κακά. Η αλήθεια, συνεχίζει ο Έλληνας φιλόσοφος, δεν βρίσκεται στις φλυαρίες για γραΐδια (ό.π., 176b), που ακούγονται εντός και εκτός βουλευτηρίου από τους δοκησίσοφους πολιτικούς, αλλά στην οντολογική της θεμελίωση σε σχέση με την εξουσία: π.χ. τι είναι η εξουσία και κατά πόσο η μια ή η άλλη μορφή άσκησής της ταιριάζει στην ουσία του ανθρώπου.

§5

 Ο φιλόσοφος, ως προκύπτει, ούτε στον ύπνο του ούτε στον ξύπνο του δεν θέλει να βλέπει και να ακούει ό,τι έχει σχέση με τις μικρότητες των πολιτικών. Όταν, για παράδειγμα, τους «ακούει να εγκωμιάζουν κάποιον τύραννο ή βασιλιά», ας πούμε με σημερινούς όρους τον έναν ή τον άλλο πολιτικό ή πολιτειακό παράγοντα, «νομίζει πως ακούει να μακαρίζουν κανένα ποιμένα, όπως χοιροβοσκό ή βουκόλο που αρμέγει πολύ γάλα» ( Θεαίτητος 174d). Ο ίδιος ο φιλόσοφος φαντάζει, για όλους αυτούς, ξένο σώμα. Κι όμως βρίσκεται στο κέντρο της γης. Μέσα στην ατελή πολιτεία που υποχρεώνεται να ζήσει, μπορεί να μην του παραχωρείται χώρος αντάξιος του φιλοσοφικώς ζην, ωστόσο είναι ο μόνος που μπορεί να εγγυάται τη ριζική αλλαγή της φαύλης πολιτείας. Γιατί μπορεί μόνο αυτός; Επειδή μετέχει στον άτοπο τόπο, στον νοητό χώρο των καθαρών ιδεών: διάγει έναν βίο που στηρίζεται στη διαλεκτική σκέψη και έτσι αίρεται πάνω από τη μικρόψυχη κατάσταση του φιλόνικου και του φιλοκερδούς. Συναφώς δεν εκπίπτει «στην τάξη των επαγγελματιών, κηφήνων πολιτικών που δημαγωγούν και κολακεύουν το λαό, υποκινώντας τον συγχρόνως σε κάθε είδους βιαιοπραγίες» (Πολιτεία). Επομένως ο αληθινός φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για ατομική ιδιοκτησία, πλούτη, χλιδή και εξουσία. Εάν, παρά ταύτα, οι φιλόσοφοι χρειάζεται να κυβερνήσουν είναι, γιατί «είναι ντροπή να αφήνουν τους χειρότερους να νέμονται την εξουσία προς ίδιον όφελος» (Πολιτεία). Οι αληθινοί φιλόσοφοι, εκείνοι που έχουν αντικρίσει το Αγαθό καθαυτό, δηλαδή έχουν μυηθεί σε έναν ανώτερο τρόπο ζωής, θα αντιμετωπίσουν «τη θορυβώδη πολιτική, με το να αναλάβουν τη διοίκηση (=διακυβέρνηση) και να υπηρετήσουν το κοινό καλό …και αφού διαμορφώσουν τα κατάλληλα πρότυπα πολιτών για υπηρέτηση του κοινού καλού θα μετοικήσουν στη νήσο των Μακάρων» (Πολιτεία), δηλαδή θα εγκαταλείψουν την εξουσία, η άσκηση της οποίας δεν τους τιμά, αλλά είναι αναπόφευκτη για ένα ορισμένο διάστημα. Η φιλοδοξία για παραμονή στην εξουσία για πολύ χρόνο χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Ό,τι ακριβώς κυριαρχεί σήμερα στην Ελλαδική πολιτεία!





Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (3)



Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος

Α. Συνείδηση

§1: Προκατανοήσεις

Με τη γνωσιακή διαδικασία, στο επίπεδο της αισθητήριας βεβαιότητας, ο Χέγκελ επιχειρεί να προσδιορίσει μια εν εξελίξει στάση του διαλεκτικώς σκέπτεσθαι σε σχέση με τα μεγάλα νεωτερικά κινήματα του εμπειρισμού και του ορθολογισμού. Στη συνάφεια τούτη ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με την υπέρβαση της παλαιάς μεταφυσικής, εν όψει και των πνευματικών αναγκών του νεωτερικού παρόντος. Είναι ακριβώς το Zeitgeist (πνεύμα της εποχής), που ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος δεν χάνει ποτέ από τον ορίζοντά του και το αναζωογονεί με νέα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εάν συλλάβουμε σωστά τη νοηματική βαθύτητα της Νιτσεϊκής ρήσης: δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες των γεγονότων, τότε το ερμηνευτικό εγχείρημα της παρούσας βαθμίδας της συνείδησης έχει ιδιαίτερη σημασία για τον γνωσιοντολογικό προσδιορσμό του ανθρώπου ως φυσικής και πνευματικής ύπαρξης. Φυσική με το νόημα της φυσικής συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης που δυνάμει είναι το πνευματικό σύμπαν, αλλά στην άμεση παρουσία της, δηλαδή ενεργεία ως άμεση σκέψη και γνώση της υπαρκτικής κατάστασης του ανθρώπου, παραμένει ένα γυμνό Είναι, ας πούμε μια ακαλλιέργητη βιολογική ύπαρξηˑ ή στο επίπεδο της έννοιας, ένα υποκείμενο χωρίς την ουσιακή του αντικειμενικότητα. Πνευματική με το νόημα της αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας, που έχει διέλθει μέσα από την αντικειμενικότητά της και έχει αναδειχθεί σε διανοηματική σχέση (κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική κ.λπ.).

§2: Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
το Αυτό και το Νομίζειν

Μετάφραση
§ 91

Το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας την κάνει να εμφανίζεται άμεσα ως η πιο πλούσια γνώση· πράγματι, ως μια γνώση με άπειρο πλούτο, για τον οποίο δεν μπορούμε να βρούμε κανένα όριο είτε όταν κινηθούμε προς τα έξω, στο χώρο και το χρόνο όπου εκτείνεται, είτε όταν πάρουμε μέρος από την αφθονία του και διαιρώντας το εισχωρήσουμε μέσα του. Εξάλλου, αυτή εμφανίζεται ως η πιο αληθινή· γιατί ακόμα δεν έχει αποκλείσει τίποτα από το αντι-κείμενο, αλλά το έχει εμπρός της σε όλη του την πληρότητα . Ωστόσο, αυτή η βεβαιότητα παριστά η ίδια πραγματικά τον εαυτό της, ήτοι αποκαλύπτεται  ως την πιο αφηρημένη και φτωχή αλήθεια. Για ό,τι γνωρίζει αποφαίνεται μόνο τούτο: αυτό είναι· και η αλήθεια της περιέχει μόνο το Είναι του Πράγματος. Η συνείδηση από την πλευρά της είναι [= υπάρχει] σ’ αυτή τη βεβαιότητα μόνο ως καθαρό Εγώ· ή Εγώ υπάρχω μέσα στην εν λόγω βεβαιότητα μόνο ως καθαρός Αυτός-εδώ και το αντι-κείμενο ωσαύτως μόνο ως καθαρό Αυτό. Εγώ, Αυτός-εδώ, είμαι βέβαιος γι’ αυτό το Πράγμα, όχι επειδή Εγώ, ως συνείδηση, αναπτύχθηκα στην προσπάθεια να το και έθεσα πολλαπλώς τη σκέψη σε κίνηση. Ούτε επίσης, επειδή το Πράγμα, για το οποίο είμαι βέβαιος, θα μπορούσε, δυνάμει ενός πλήθους διακεκριμένων ιδιοτήτων/ποιοτήτων, να είναι μια πλούσια αναφορική σχέση σ’ αυτό το ίδιο ή να συνδέεται ποικιλοτρόπως με άλλα πράγματα. Τίποτα απ' αυτά δεν έχει να κάνει με την αλήθεια της κατ’ αίσθηση βεβαιότηταςˑ ούτε το Εγώ ούτε το Πράγμα έχουν εδώ τη σημασία μιας πολλαπλής διαμεσολάβησης· το Εγώ δεν έχει τη σημασία ενός πολλαπλού παριστάνειν ή νοείν, ούτε το Πράγμα τη σημασία κάτινος που διακρίνεται για τις πολλαπλές του ιδιότητες/ποιότητες. Απεναντίας, το Πράγμα είναι, και είναι, μόνο επειδή είναι. Αυτό είναι· τούτο είναι το ουσιώδες για την κατ’ αίσθηση Γνώση, και αυτό το καθαρό Είναι ή αυτή η απλή αμεσότητα συνιστά την αλήθεια του Πράγματος. Παρόμοια, ως αναφορική σχέση, η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα, είναι μια άμεση καθαρή αναφορική σχέση· η συνείδηση είναι Εγώ, τίποτα περισσότερο, ένας καθαρός Αυτός-εδώ· το ενικό/ατομικό ον γνωρίζει ένα καθαρό Αυτό ή ό,τι είναι ενικό.

§2
Σχολιασμός

Ι. Τι μας λέει το παραπάνω κείμενο;  Πως στο επίπεδο της αισθητής πραγματικότητας, η Γνώση που στηρίζεται στα δεδομένα των αισθήσεων, στα εμπειρικά δεδομένα, προσδιορίζεται από τη βεβαιότητα πως είναι η πιο πλούσια και αληθινή γνώση. Φαίνεται ωστόσο πλούσια και αληθινή γνώση, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια απατηλή μορφή γνώσης, τουτέστιν μια απλή και ανεπιστημονική-αφιλοσόφητη γνώμη, που δεν έχει υποστεί την αποδεικτική αλήθεια των όσων πρεσβεύει, δηλαδή δεν έχει αποδειχτεί στην πράξη αυτό που θα μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια και που πιστεύει ότι είναι. Ως εκ τούτου, γνωσι-οντο-λογικά είναι η πιο φτωχή και η πιο αφηρημένη: μπορεί να αποφαίνεται μόνο ότι κάτι είναι και τίποτε περισσότερο. Είναι συνεπώς μια άμεση γνώση του Είναι με το νόημα πως απλώς ό,τι νομίζει αυτό και είναι. Πολιτείες και πολιτεύματα, που στηρίζονται σε μια τέτοια κατ’ επίφαση, εντελώς αβέβαιη, αθεμελίωτη, ψευδή γνώση, στερούνται το αληθινό τους θεμέλιο και καταβαραθρώνονται/οδηγούνται στον όλεθρο (=zugrunde gehen). Ό,τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τις καθεστωτικές κλίκες της εν Ελλάδι φεουδαρχικής σοσιαλδημοκρατίας, που αυτο-αποκαλείται «αριστερά», αλλά και με παλαιότερα ανεγκέφαλα εξουσιαστικά σχήματα.

ΙΙ.  Πώς προσδιορίζεται η συνείδηση μέσα από την πράξη της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας; Προσδιορίζεται ως ένα ατομικό Εγώ, ήτοι ένα αισθητό άτομο, που είναι γενικά βέβαιο για ένα εξίσου αισθητά προσλαμβανόμενο ατομικό αντι-κείμενο, δηλαδή μπορεί να πει με ανύποπτη βεβαιότητα μόνο ότι αυτό είναι και ότι η ίδια είναι άμεσα εξοικειωμένη, γνώριμη με αυτό. Ο στοχαστικός της ορίζοντας  επομένως είναι περιορισμένος σε βαθμό που να κινείται μέσα στην πλάνη και την αυτοδιάψευση: φαντάζεται πως είναι η πιο πλούσια σε γνώση ατομική συνείδηση και αποδεικνύεται η πιο φτωχή. Φαντάζεται τον εαυτό της ως τον πιο προσδιορισμένο και αποδεικνύεται ως ο πιο απροσδιόριστος και αφηρημένος εαυτός. Δεν είναι σε θέση να γνωρίσει τον εαυτό της μέσα από μια πολυσήμαντη γνωσιακή διαδικασία, να αποδώσει στο αντι-κείμενο πολλαπλά κατηγορήματα, καθώς δεν μπορεί να τα επαληθεύει στη συνέχεια με την ίδια βεβαιότητα. Η ίδια επομένως δεν είναι παρά μόνο  εκείνο το ίδιο δεικτικό: Αυτό, με το οποίο αναφέρεται στο αντι-κείμενο. 


Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Πανελλήνιο Συνέδριο περί Δημοκρατίας




7ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα:
Δημοκρατία
Ρητορική, Ιδεολογία και Πολιτική Φιλοσοφία.

30 και 31 Οκτωβρίου 2015
Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ιστορίας (πλατεία Ιπποδρομίου).


Δημοκρατία   και  αντιδραστική  «αριστερά»

§1

Η έννοια της Δημοκρατίας χρησιμοποιείται συστηματικά για να χαρακτηρίσει την καλύτερη μορφή διακυβέρνησης που θα μπορούσε να υπάρξει. Θεωρητικά φαίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο. Στην πράξη όμως πρόκειται για τη μεγαλύτερη ψευδαίσθηση, καθώς πίσω από την εν λόγω έννοια κρύβονται συνήθως οι πιο αμοραλιστικές φαντασιακές οντογενέσεις της. Οι τελευταίες δεν εμφανίζονται ομογενοποιημένες σε όλη, ας πούμε, την επικράτεια των Ευρωπαϊκών κρατών. Ανάλογα με τη συνολική εξέλιξη της κοινωνίας, με το επίπεδο καλλιέργειας –υπό ένα ευρύ φιλοσοφικό νόημα– του λαού, με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, οι φαντασιακές οντογενέσεις ευδοκιμούν ή φθίνουν. Στην Ελλάδα πολλαπλασιάζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, καθώς η πολιτική αντιπροσώπευση της χώρας, στους κόλπους της οποίας κολακεύουν τις κενοδοξίες τους και ουκ ολίγα άδεια καύκαλα του επαγγελματικού «φιλοσοφικού» καριερισμού, απεργάζεται την ολική κατεδάφιση της οντολογικής ύπαρξης της χώρας με πρόσημα κατ’ εξοχήν «δημοκρατικά», τουτέστιν με κατά φεουδαρχική συρροή «αριστερά». Η εν λόγω σκοταδιστική «αριστερά» είναι η πιο ισχνή μειοψηφία στο σύνολο του λαού και όμως συμπεριφέρεται ως Απόλυτος Μονάρχης. Ενώ το τελευταίο εκλογικό της ποσοστό, ας πούμε, αντιστοιχεί στο 15-17% του συνόλου του εκλογικού σώματος, η εν λόγω κλίκα εννοεί να το εκλαμβάνει, συγκαλύπτοντας την αλήθεια, ως πλειοψηφικό ποσοστό και να απευθύνει λιβέλους σε όσους απαρνούνται την καταγέλαστη διπροσωπία της.

§2

Με ένα μίσος νεόπλουτου εξουσιομανή καλλιεργεί συστηματικά το ιδεολογικό ψεύδος ως οιωνεί-θρησκεία και αντίστοιχα συντρίβει το αληθινά ιερό και όσιο χωρίς στοιχειώδες πολιτικό ήθος. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς το ιδεολογικό ψεύδος θεμελιώνει έναν σκοταδιστικό μηδενισμό και πραγματώνει την πιο καταστροφική φαντασιακή οντογένεση της δημοκρατίας: αναγιγνώσκει την πραγματικότητα ανεστραμμένα, εκ πεποιθήσεως ανεστραμμένα, και επιφέρει τον όλεθρο: πλήρη διάλυση του έθνους-κράτους, παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών στα ξένα συμφέροντα, απόλυτη κατάρρευση της οικονομίας, περαιτέρω ραγιαδοποίηση και εξαθλίωση της πλειοψηφίας του λαού, ύπουλη συνέργεια στον εξανδραποδισμό άλλων λαών, με τις κατευθυνόμενες εισροές-εκροές λαθραίων κατά πολύ, αποδόμηση και των τελευταίων εστιών θεσμισμένης παιδείας, αναρρίχηση στον πολυκέφαλο κρατικό μηχανισμό των πιο ανίκανων και αρρωστημένων ψυχοσυνθέσεων κ.ο.κ. Αντισταθμίζουν δε αυτή την ανικανότητα και την αντίστοιχη υποτέλειά τους στους διεθνείς τοκογλύφους με την αυταρέσκεια ότι αυτοί είναι οι «Άρχοντες» και ο λαός ισούται με όχλο, με συρφετόˑ γι’ αυτό και τελευταία του συστήνουν να τρώει «παντεσπάνι» για να επιβιώσει, κατά την παλαιά ρήση που εκστόμισε, κατά την παράδοση, η Μαρία Αντουανέτα πριν αποκεφαλιστεί από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης. Συνέπεια λοιπόν αυτής της  φαντασιακής οντογένεσης είναι το συγκεκριμένο αμοραλιστικό μόρφωμα του αριστερισμού να ενσαρκώνει στην πολιτική πράξη το πιο ύπουλο μοντέλο  αντιδραστικής σοσιαλδημοκρατίας, αυτό ακριβώς που ο Μαρξ ονομάζει φεουδαρχικό σοσιαλισμό με ισχυρά δομικά στοιχεία μικροαστικού οπορτουνισμού (MEW 4, σσ. 482 κ.εξ.).

§3


 Αυτός ο χαρισματικός διανοητής μας δίνει μια εικόνα, τόσο ταιριαστή στον ντόπιο φεουδαρχικο-μικροαστικό αριστερισμό, που μοιάζει σαν να γνώρισε από πρώτο χέρι την ως τώρα διακυβέρνησή του. Μεταξύ άλλων μας λέει πως ο εν λόγω αλλόφρων αριστερισμός είναι  «μισός ιερεμιάδα, μισός λίβελος, μισός αντίλαλος απ’ το παρελθόν, μισός απειλή για το μέλλον, κάποιες φορές σφυροκοπώντας κατάστηθα την αστική τάξη με πικρόχολη, πνευματώδη, σαρκαστική κριτική, ενεργώντας πάντοτε κωμικά με την ολοκληρωτική του ανικανότητα να κατανοήσει την πορεία της σύγχρονης ιστορίας» (Ό.π., σ. 483). Όλος αυτός ο πυκνός λόγος αποκαλύπτει σημείο προς σημείο τον αντιδραστικό χαρακτήρα της παρούσας πολιτικής συμμορίας, που αποφεύγει να πει στους άλλους και στον εαυτό της την αλήθεια και γεμίζει το κοινωνικό και πολιτικό σύμπαν της Ελλάδας με ιδεολογικά ψεύδη, με φουσκωμένες φρασεολογίες και με έναν φεουδαρχικό τρόπο απομύζησης του δημόσιου χρήματος για χάρη των ολίγων δικών της επαιτών. Τα φιλοσοφικά θεμέλια τέτοιων φαντασιακών οντογενέσεων ανάγονται, σύμφωνα με τον Χέγκελ, στη δυσαρμονία, την ασυμφωνία ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ιδέα ή την έννοια που κατασκευάζουμε γι’ αυτήν. Για το πώς κατασκευάζει αυτή τη σχέση πραγματικότητας και εννοιολογικής της σύλληψης η καθεστωτική «αριστερά», μας το λέει ο Πλάτων στο Φαίδρο, όταν ερμηνεύει ως εξής το «κατασκευάζω»: παρουσιάζω κάτι ως διαφορετικό απ’ ό,τι είναι στ’ αλήθεια. Κατ’ αυτό το πνεύμα, με τα ανευλαβή σχέδιά της φαινομενικά ομιλεί τη γλώσσα της ελευθερίας του λαού, αλλά στην ουσία παράγει την ολοκληρωτική του σκλαβιά, την πλήρη αποβλάκωσή του, εφάμιλλη της δικής της, ώστε να υπονομεύει την ιστορικότητά του, να αλλοιώνει τη γλώσσα του, να τον χειραγωγεί και να τον  μετατρέπει σε ένα ίδιο και όμοιο ανδράποδο σαν τον εαυτό της. Έτσι τον καθιστά πιο εύκολα άβουλο συμμέτοχο στη νομιμοποίηση της άνομης εξουσίας της και ως εκ τούτου της δικής του εξαθλίωσης.