Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (7)





Friedrich  Nietzsche
1844-1900


Το πνεύμα ως θετικός μηδενισμός


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Μια ανάγνωση του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα διέπεται πάντοτε από την εξής «ιδιοτυπία»: είναι γοητευτική, αλλά δύσκολα μας εγγυάται μια επαρκή κατανόηση του φιλοσοφικού πυρήνα του κειμένου. Γιατί; Επειδή το συγκεκριμένο έργο του Νίτσε, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του, συνταιριάζει μια βαθιά συμβολική γλώσσα, μια πηγαία ρητορικότητα και έναν πολυδαίδαλο φιλοσοφικά στοχασμό. Σε όλα σχεδόν τα σημεία του συνολικού κειμένου αντηχεί μια ομιλούσα συνύπαρξη –αλληνοηματοδοτούμενη – χαρισματικής εκφραστικότητας και βαθύπλουτης σκέψης.

ΙΙ. Ένας πολύπλευρος προοπτικισμός αναδύεται, συχνά-πυκνά, μέσα από την ως άνω συνύπαρξη ή συμβίωση, με τη μορφή μιας κραταιάς γλώσσας της μεταφοράς. Αυτή εδώ γίνεται πολύ πιο εμφανής στο πρώτο κεφάλαιο: «για τις τρεις μεταμορφώσεις» του πρώτου μέρους του Ζαρατούστρα, που παρουσιάζουμε στη συνέχεια. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο θεωρείται από τα πιο βαρυσήμαντα του έργου, ίσως επειδή μας δίνει μια πρώτη συνολική εικόνα της φιλοσοφικής σύλληψης του υπερανθρώπου και της ανάλογης εξελικτικής του προοπτικής. Εδώ εμφανίζονται να παρελαύνουν ζωντανές εικόνες ιδεών, η μια μετά την άλλη. Δεν υπάρχουν επικές περιγραφές σχετικά με τόπους, χρόνους και παρόμοια. Υπάρχει μόνο το πνεύμα, που μεταμορφώνεται σε ζωντανό σύμβολο ζωής και βούλησης για ζωή.      

§2 «Για τις τρεις μεταμορφώσεις»
(κείμενο – σχολιασμός)


Ι. Κείμενο:
Θα σας μιλήσω για τις τρεις μεταμορφώσεις του πνεύματος: πώς το πνεύμα γίνεται καμήλα, η καμήλα λιοντάρι, και το λιοντάρι τέλος παιδί.
Πολύ βαρύ φορτίο υπάρχει για το πνεύμα, το δυνατό, το ανθεκτικό στο φορτίο πνεύμα, που μέσα του έχει για ένοικο το σεβασμό: το  βαρύ και το πιο βαρύ φορτίο απαιτεί η δύναμή του.
Τι είναι βαρύ; Έτσι ρωτά το ανθεκτικό στο φορτίο πνεύμαˑ και γονατίζει σαν την καμήλα και θέλει να είναι καλά φορτωμένο.
Τι είναι το πιο βαρύ, ήρωες εσείς; ρωτάει το πνεύμα που αντέχει στο φορτίο, για να το πάρω πάνω μου και να χαρώ τη δύναμή μου.
Δεν είναι ετούτο: να ταπεινώνεται κανείς, για να κάνει την υπεροψία του να υποφέρει; Να κάνει την τρέλα του να λάμψει, για να χλευάσει τη σοφία του;
Ή μήπως είναι αυτό: να εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας, τη στιγμή που πανηγυρίζει/γιορτάζει τη νίκη του; Ν’ ανεβαίνουμε σε ψηλά βουνά, για να βάζουμε σε πειρασμό τον πειρασμό;
Ή μήπως είναι αυτό: να τρέφεται κανείς με βελανίδια και χόρτο της γνώσης και για χάρη της αλήθειας να υποφέρει από πείνα η ψυχή του;
Ή μήπως είναι αυτό: να είμαστε άρρωστοι και να στέλνουμε στο καλό τους παρηγορητές και να πιάνουμε φιλίες με κουφούς, που ποτέ δεν ακούνε αυτό που θέλεις;
Ή μήπως είναι αυτό: να μπαίνουμε σε βρόμικο νερό, αν αυτό είναι το νερό της αλήθειας, και να μη διώχνουμε από πάνω μας τα κρύα βατράχια και τους καυτούς  φρύνους;
Ή μήπως είναι αυτό: να αγαπάμε αυτούς που μας περιφρονούν και να απλώνουμε το χέρι στο φάντασμα, όταν θέλει να μας κάνει να τρομάξουμε;
Όλα τούτα τα πιο βαριά πράγματα κουβαλά το φέρον-φορτίο πνεύμα: σαν την καμήλα, που φορτωμένη τρέχει στη έρημο, έτσι τρέχει κι αυτό στη δική του έρημο.
Να όμως που μέσα στην έρημο, την πιο ερημική, συμβαίνει η δεύτερη μεταμόρφωση: το πνεύμα γίνεται λιοντάρι εδώ, θέλει να κατακτήσει την ελευθερία του και αφέντης να γίνει στη δική του έρημο.
Εδώ γυρεύει τον τελευταίο του αφέντη: εχθρός του θέλει να γίνει κι εχθρός του τελευταίου θεού του, για τη νίκη θέλει να παλέψει με τον μεγάλο δράκοντα.
Ποιος είναι ο μεγάλος δράκος, που το πνεύμα δε θέλει πια να τον αποκαλεί κύριο και θεό του; "Οφείλεις", ονομάζεται ο μεγάλος δράκος. Το πνεύμα όμως του λιονταριού λέει: "θέλω".
Το "οφείλεις" βρίσκεται μες στο δρόμο του, ένα ζώο που χρυσολάμπει , γεμάτο λέπια, και πάνω σε κάθε λέπι ένα "οφείλεις!" λάμπει σαν χρυσός.   
Χιλιόχρονες αξίες λάμπουν σε τούτα δω τα λέπια, κι έτσι μιλάει ο πιο δυνατός απ’ όλους τους δράκους: «κάθε αξία των πραγμάτων» λάμπει πάνω μου».
«Κάθε αξία ήταν κιόλας δημιουργημένη, και κάθε δημιουργημένη αξία – είμαι εγώ. Αληθινά, δεν πρέπει πια κανένα «θέλω» να υπάρχει!» Έτσι μιλά ο δράκοντας.
Αδελφοί μου, γιατί χρειάζεται να υπάρχει το λιοντάρι μέσα στο πνεύμα; Γιατί να μην αρκεί το υποζύγιο, αυτό το γεμάτο εγκράτεια  και σεβασμό;
Να δημιουργήσει νέες αξίες –ούτε καν το λιοντάρι δεν το μπορεί αυτό: μα να δημιουργήσει στον εαυτό του ελευθερία για μια καινούρια δημιουργία– ιδού τι μπορεί η δύναμη του λιονταριού.
Να δημιουργήσει για τον εαυτό του ελευθερία κι ακόμη ένα ιερό Όχι μπρος στο καθήκον: γι’ αυτό, αδελφοί μου, χρειάζεται το λιοντάρι. 
Ν’ αποκτήσει το δικαίωμα για νέες αξίες – ιδού η πιο τρομερή κατάκτηση για ένα πνεύμα ανθεκτικό στο φορτίο και γεμάτο σεβασμό. Στ’ αλήθεια, μια αρπαγή για το πνεύμα είναι αυτό και έργο ενός αρπακτικού ζώου. 

         
ΙΙ. Ένα σχόλιο:


1.   Το πνεύμα ενσαρκώνει τρεις μεταμορφώσεις, με τη μορφή των βαθμιαία πραγματοποιημένων υλοποιήσεων, όπως εκτίθενται πιο πάνω.
2.    Πώς εννοεί εδώ το «πνεύμα» ο Νίτσε;
3.   Πρώτα-πρώτα, με τη σημασία του λογισμού, του πνεύματος του ανθρώπου και μάλιστα, με βάση την ιουδαϊκο-χριστιανική του σύλληψη, ως το πνεύμα ή ως η ψυχή, που βρίσκεται σε αντίθεση με το σώμα.
4.   Δεύτερον, με τη σημασία του ζωντανού πνεύματος, που υπερβαίνει τη διάκριση σώματος και ψυχής ή νουˑ ως εκ τούτου με τη σημασία του πιο δυνατού τρόπου ζωής, της αποφασιστικής βούλησης της ζωής για ζωή, όπου το σώμα είναι το αεί ζωντανό.
5.   Αυτή η σημασία εκτυλίσσεται ως δεσπόζουσα στο παρόν κεφάλαιο, αλλά θα εμφανιστεί και σε επόμενα κεφάλαια του παρόντος έργου.
6.   Το πνεύμα συμπυκνώνει όλες εκείνες τις δυναμικές μορφές ή πτυχές του ανθρώπου που δημιουργούν τη ζωή από την αρχή και εκ νέου. Ως τέτοιο δεν παραδίδεται στην παθητικότητα της ύλης, αλλά αντιπαρατίθεται μαζί της και διεκδικεί την αυτοσυνείδησή  του.
7.   Για τον άνθρωπο τούτο σημαίνει ότι αποβλέπει και δύναται να αποβλέπει σε ένα τόσο υψηλό βαθμό αυτοσυνείδησης, ώστε να φέρει ζωντανή μέσα του τη διερώτηση: ποιος είναι και ποιος ο προορισμός του;
8.   Το πνεύμα μάχεται πάντοτε για το υψηλό και δοκιμάζει τη δύναμή του για τούτη την ανύψωση, με το να θέλει να σηκώσει το πιο βαρύ φορτίο.
9.   Με την πρώτη μεταμόρφωσή του σε καμήλα γίνεται το υποζύγιο.
10.    Και τούτο όχι με την αρνητική σημασία του σκλάβου, αλλά με τη θετική του δυναμικού ανθρώπου, εκείνου που είναι σε θέση,  που απελευθερώνει την ικανότητά του, να ξεδιπλώνει τη μεγάλη δύναμη της βούλησης.
11.    Ένα τέτοιο πνεύμα επιζητεί το βαρύ φορτίο, μοιάζει έτσι να υποκύπτει για τα καλά, ακυρώνει, κατακομματιάζει την περηφάνια του, όχι από αδυναμία, αλλά για να θέτει σε ενέργεια τη δύναμή του.
12.    Με αυτό τον τρόπο ή τη στάση ζωής δηλώνει την περιφρόνησή του και συναφώς τη σθεναρή του αντίθεση/αντίσταση σε κάθε είδους μαζική αναγνώριση ή αποδοχή, σε πάσα δημοφιλία, σε οποιαδήποτε νεωτερική/μοντέρνα προσκόλληση σε εξουσίες, σε πολιτικές, σε κόμματα, σε ιδεολογίες.
13.    Οι άνθρωποι που παραδίδουν το Είναι τους σε τέτοια βολέματα μοιάζουν με τις κατσαρίδες: αποφεύγουν οτιδήποτε το βαρύ, το δύσκολο, το στοχαστικό, το διαλογιστικό, με μια έννοια τη σκληρή εργασία/έργο του υπερανθρώπου.
14.    Η δεύτερη μεταμόρφωση: το λιοντάρι, υποδηλώνει την απόλυτη κυριαρχία του δυνατού, του ισχυρού έναντι του τιποτένιου, του χθαμαλού, του αδύναμου, του καχεκτικού, έναντι δηλαδή όλων εκείνων των οντολογικών στοιχείων, που αναφέραμε πιο πάνω (βλ. σημ. 12) και τα οποία χαρακτηρίζουν τον βολεμένο άνθρωπο, αυτό το άβουλο πλάσμα του μαζικού πολιτισμού
15.    Ενάντια στην υστερία του μαζικού πολιτισμού με τους καταναγκασμούς του «Οφείλεις» στρέφεται η κυριαρχία του λιονταριού στην έρημο. Με την εν λόγω φράση ο Νίτσε εννοεί όλες τις υπαγορεύσεις-εντολές με θεωρητικό μανδύα, από την Παλαιά Διαθήκη ως τις σύγχρονες θεωρίες και κοσμοθεωρίες - μηδέ εξαιρουμένου και του Καντ - που πολιορκούν την πηγαία ζωτικότητα και ελευθερία του ανθρώπου. 
16.    Είναι δυνατή μια τέτοια κυριαρχία, γιατί έχει κατανικήσει το δράκο.
17.    Ποιος είναι ο δράκος; Όλα εκείνα τα θεσμικά όντα, τα υπάκουα μαντρόσκυλα, που δέχονται να παίξουν το ρόλο του θεματοφύλακα όλων των παραδοσιακών φιλοσοφικών, επιστημονικών, αξιακών και πάσης φύσεως εξουσιαστικών συστημάτων, που μετατρέπουν τη μεγάλη μάζα σε αγέλη, συγχρόνως δε συντηρούν και αναπαράγουν τον εκμηδενισμό του πηγαίου Είναι του ανθρώπου.
18.    Εάν ο δράκος είναι ο στυλοβάτης του αρνητικού μηδενισμού, το λιοντάρι, όπως εκτέθηκε πιο πάνω και ως τέτοιο που γίνεται παιδί – τρίτη μεταμόρφωση – είναι ο κήρυκας του θετικού μηδενισμού.
19.    Θετικός μηδενισμός: η καθίδρυση ενός νέου προοπτικισμού, ενός νέου αξιακού ανθρώπου, στον ρυθμό του υπερανθρώπου.
20.   Θετικός μηδενισμός: από την καταστροφή, την απαξίωση των αξιών, των συστημικών συστημάτων, στη νέα δημιουργία, την οποία συμβολίζει το παιδί με την αυθορμησία και την ενστικτώδη ζωτικότητά του.










Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

G. Lukacs: Η οντολογική ανατροπή της κοσμοεικόνας







Γκέοργκ Λούκατς
1885-1971


Το ανθρώπινο Είναι είναι η κοινωνία του ανθρώπου

§1

Εδώ και λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός το βιβλίο:
 Γκέοργκ Λούκατς
Περί της οντολογίας του κοινωνικού Είναι:

Ψευδής και αληθινή οντολογία
του Χέγκελ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Προς μια οντολογία του κοινωνικού Είναι
§2. Χέγκελ και οντολογία του κοινωνικού Είναι

ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
1. Η διαλεκτική του Χέγκελ "εν μέσω της κοπριάς των αντιφάσεων"
2. Η διαλεκτική οντολογία του Χέγκελ και οι προσδιορισμοί ανασκόπησης


                             §2

Ο Γκέοργκ Λούκατς ανήκει στους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αι. και μάλιστα σε εκείνους τους λίγους, που επιχειρούν να αναπτύξουν μια οντολογική προβληματική με κατεύθυνση το κοινωνικό Είναι. Όπως ακριβώς ο Χάιντεγκερ υποστήριζε ότι δεν μπορεί να υπάρχει οντολογία χωρίς Είναι, γιατί τότε θα ήταν μεταφυσική και όχι οντολογία, έτσι και ο Λούκατς θεωρεί πως η οντολογία μπορεί να καθιδρύεται ως οντολογία του κοινωνικού Είναι, ειδάλλως δεν διαφέρει από την παλιά θεολογική μεταφυσική. Είναι αλήθεια πως στην πολυκύμαντη διανοητική του ζωή παρέμεινε, κατά κύριο λόγο, ένας αναζητητής μιας ιστορικά συγκεκριμένης αλήθειας. Έτσι συνδέθηκε με μια εμβριθή και δια βίου μελέτη της εγελιανής φιλοσοφίας παράλληλα με την εργώδη προσπάθειά του για τη δημιουργική ανανέωση της μαρξικής σκέψηςˑ γι’ αυτό και άσκησε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση στις διάφορες σφαίρες της σύγχρονης πνευματικής ζωής. Σίγουρα δεν μπορεί να παραβλέπεται πως σε ορισμένες περιόδους του στοχαστικού του βίου βρέθηκε αντιμέτωπος με ποικίλες στρεψόδικες λογικές ή δραματικές ακαμψίες του μαρξιστικού προτάγματοςˑ ειδικά στις αποπνικτικές περιόδους των σταλινο-χρουστσοφο-μπρεζνιεφικών  καθεστώτων, φαινομενικά «σοσιαλιστικών», κατ’ ουσία φεουδαρχικών, που ορισμένα όμοια χαρακτηριστικά τους εμφανίζει και η τρέχουσα εν Ελλάδι κυβερνώσα εθνικοσοσιαλδημοκρατική ολιγαρχία. Ήταν εκείνες οι περίοδοι, που αναγκάστηκε και ο ίδιος ο Λούκατς να προχειρολογήσει ιδεολογικά σε ορισμένα κείμενά του, τα οποία σήμερα δεν θα μπορούσαν να λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά της σκέψης του.

§3

Ι. Το υπό συζήτηση βιβλίο του για την οντολογία του Χέγκελ ανήκει στην πιο ώριμη φάση της σκέψης του: είναι τότε που ανέλαβε να γράψει το μεγάλο συνθετικό του έργο: Περί της Οντολογίας του Κοινωνικού Είναι. Πρόκειται για την τελευταία φάση της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία είναι απαλλαγμένη ορισμένως από βολονταριστικές αναλύσεις, από άγονες πολεμικές, από φαντασιακές οντογενέσεις. Επομένως έχει ιδιαίτερη σημασία για τον αναγνώστη η οικείωσή του με μια αντικειμενική οντο-λογική ανάγνωση του Χέγκελ. Εάν λάβουμε υπόψη πως η ζοφερή νύχτα στα κοινωνικο-πολιτικά πράγματα της σημερινής Ελλάδας συνοδεύεται και από ένα χωρίς προηγούμενο πνευματικό χάος, με ευθύνη όχι μόνο των εν εξουσία πολιτικών απατεώνων, αλλά και εκείνων των αμόρφωτων «διανοουμένων» που τους υπηρετούν σαν πιστά σκυλιά, τότε το συγκεκριμένο κείμενο του Λούκατς καθίσταται κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό, σε ιδέες και τρόπο σκέψης, μιας ανατρεπτικά διαλεκτικής αντιπαράθεσης με το ως άνω πνευματικό χάος και τη γενικευμένη αποβλάκωση της απερίγραπτα αποβλακωμένης «αριστεράς», η οποία όσο πιο αποβλακωμένη αποδεικνύεται, τόσο πιο απατεωνική εκδηλώνεται.
ΙΙ. Η συνολική ανάλυση της εγελιανής σκέψης δεν επιδιώκεται από τον ούγγρο φιλόσοφο ως μια ιδανική επαναδιατύπωση της διαλεκτικής του Χέγκελ, γιατί ιδανική δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και από κανέναν, αλλά ως μια επαρκής κατανόηση της έννοιας της ολότητας στην καθορισμένη ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα. Η έννοια αυτή αποτελεί θεμελιώδη, συνεκτική κατηγορία, αυτή τούτη τη νοητή γραμμή της εγελιανής φιλοσοφίας. Το αληθές είναι το όλο, μας λέει ο Χέγκελ. Αλλά ποιο όλο; Όχι, προφανώς, οι ποσοτικές αθροίσεις, τα ανώνυμα πλήθη ή ακόμη οι φλύαρες ολοποιήσεις, εν είδει δολερών συλλογικοτήτων ή αμοραλιστικών πολιτικών πρακτικών, των βολεμένων καθεστωτικών, αλλά η  διαμορφωμένη ιστορικο-λογική ολότητα, υπό τη μορφή του κοινωνικού συμβάντος. Έτσι δεν ενδιαφέρει απλώς να καθιστούμε αντικείμενο γνώσης το κοινωνικό μας Είναι ως ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά και να καθίστατι συνειδητά ενεργό το ιστορικο-λογικό υποκείμενο, που ιδιάζει στο Εγώ της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο προϋποθέτει μια επεξεργασμένη διαλεκτική συνάφεια ανάμεσα στο Λόγο, τη σκέψη, και την ενεργό πραγματικότητα. Για μια τέτοια ακριβώς επεξεργασία μοχθεί ο Λούκατς: παρακολουθεί ερμηνευτικά τη θεωρητική ανάπτυξη του Λόγου στην εσωτερική-αναλογική του σχέση με την εξέλιξη σε πεδίο πρακτικών αξιών ή προτεραιοτήτων και με μια προσεγμένη διεργασία «εκλογίκευσης» της φύσης. Έτσι κατορθώνει να αναδείξει την κίνηση, τη διεργασία/διαδικασία αλληλεπίδρασης Λόγου και πράξης, το γίγνεσθαι, σε κεντρική κατηγορία της εγελανής γνωσι-οντο-λογικής του σύλληψης. Με τα δικά του λόγια:

 «Ο Χέγκελ είναι ο πρώτος μεγάλος διανοητής, από τον Ηράκλειτο και μετά, στον οποίο το γίγνεσθαι αποκτά ένα αντικειμενικά μεγαλύτερο οντολογικό βάρος από το Είναιˑ το φιλοσοφικό του ανάστημα συνίσταται, σε τελική ανάλυση, στο γεγονός ότι αυτή η υπέρβαση της προτεραιότητας του Είναι απέναντι στο γίγνεσθαι δεν έχει απλό και άμεσο χαρακτήρα, αλλά καθιδρύει μια καθολική-συμπαντική μέθοδο» (παρόντα τόμο, σ. 129).

Κατ' αυτό το πνεύμα συλλαμβάνει το Είναι όχι ως κάτι το στατικό, το στερεοποιημένο επέκεινα, που αντιμετωπίζει με φιλευσπλαχνία την «τεθλιμμένη» ύπαρξη και την πλημμυρίζει αντίστοιχα με αφειδώλευτες υποσχέσεις, αλλά ως το αείζωον Πυρ, που προορίζεται να αναζωογονεί, να ανασυγκροτεί την κατακερματισμένη ύπαρξη του πάσχοντος άνθρώπου και ταυτόχρονα να κατακαίει τα σωθικά κάθε εξουσιομανούς πολιτικο-κοινωνικού πιθήκου, που με τη μάσκα του: «προοδευτικού», «δημοκράτη», «σοσιαλιστή», «φιλελεύθερου» κ.λπ. απεργάζεται εκάστοτε τη συντριβή της αυθυπαρξίας του εν λόγω Πάσχοντος. 



Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Πλάτων: τι είναι η ερμηνευτική διαλεκτική;





Πλάτων

Ερμηνευτική διαλεκτική:
Η μέγιστη αρχή του Μεγάλου


§1: Ο Νίτσε έλεγε: δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες  γεγονότων. Το γεγονός είναι η κατανόησή του, η ερμηνεία του. Η πρώτη αρχή της ερμηνείας είναι το έργο του Ερμή: να μεταβιβάζει στους ανθρώπους τη βούληση των θεών και να καθιστά έτσι τον ανθρώπινο κόσμο ικανό να ακροάται, να παρακολουθεί, να πληροφορείται, να γνωρίζει, να διαμεσολαβείται από νεύματα και νοήματα. Εδώ ανιχνεύεται η αρχέγονη πράξη του ερμηνεύειν, την οποία ο Ηράκλειτος αποτυπώνει με τον παρακάτω «χρυσό» του λόγο:
        
         «Ὁ ἄναξ οὗ τό μαντεῖόν ἐστι τό ἐν Δελφοῖς οὔτε λέγει οὔτε        κρύπτει, ἀλλά  σημαίνει = ο άναξ του μαντείου των Δελφών   (=ο   Απόλλων) δεν κοινοποιεί άμεσα ούτε αποκρύπτει, αλλά υποδεικνύει με σήματα»  (απ. 93).
  
Η ερμηνευτική πράξη, ως προκύπτει, είναι μια πολυσύνθετη παραγωγή λόγου και δια-λόγου, πληροφορίας και γνώσης, και συγχρόνως μια κατάσταση έμπνευσης, μια κατάσταση, όπου τα έργα των ανθρώπων αναγνωρίζονται ως έργα, επειδή φέρουν μέσα τους τον ενθουσιασμό, τη «θεία μανία», κατά Πλάτωνα, τη «θεία μοίρα»ˑ επειδή δηλαδή «κατέχονται» από το θείο: μια μεγάλη ποίηση, ένα σπουδαίο φιλοσοφείν, κάθε μεγάλο επίτευγμα, φέρει/ουν μέσα του/ς τα ένθεο, το βακχικό «σάλεμα», τον ρυθμό και την αρμονία. Ποιος ποιητής, αλήθεια, ποιος γενικότερα δημιουργός θα μπορούσε να επιτύχει το Μεγάλο, χωρίς προηγουμένως να έχει κυριευθεί από τη θεία μανία, από το δαιμόνιο, από ένα συζν και ένα ξαίφνης (Πλάτων Ζ Επιστολή 341c). Αυτός που αληθινά ερμηνεύει, που κατανοεί και δεν φλυαρεί, όπως συμβαίνει με τους αφισοκολλητές πιθήκους της καθεστωτικής μας «αριστεράς», αυτό-ερμηνεύεται ταυτόχρονα, αυτό-κατανοείται: αισθάνεται να τον πλημμυρίζουν κεραυνοβόλες σκέψεις και να τον διαπερνά μια αιφνίδια έλλαμψηˑ ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τις μεγάλες επαναστάσεις  και αλλαγές μέσα στην ιστορία. Οι επαναστάσεις είναι επαναστάσεις και όχι πραξικοπήματα, επειδή ο λαός –ο οποίος συνήθως πριν και μετά την επανάσταση επιλέγει ή πειθαναγκάζεται να είναι μάζα, όχλος– συμμετέχει φωτισμένα, καταλαμβάνεται από μια αιφνίδια έλλαμψη, από την αίσθηση μιας ανώτερης αξίας, ζωής κ.λπ.

§2: Η ερμηνευτική, ως «τέχνη» και μέθοδος ερμηνείας των φαινομένων αλλά και του κόσμου ως τέτοιου, αναπτύσσεται στην αρχαία ελληνική σκέψη ευθύς με την έναρξη της φιλοσοφικής δραστηριότητας των ανθρώπων, ανεξάρτητα εάν ως όρος χρησιμοποιήθηκε πολύ αργότερα. Στους Προσωκρατικούς, για παράδειγμα, βλέπουμε να τίθεται με αξιώσεις η ως άνω «τέχνη» σε συνεκτική ενότητα με τα μεγάλα κοσμολογικά ερωτήματα. Τα τελευταία δεν απασχολούν τους Έλληνες διανοητές έτσι απλώς ως κάτι το έξωθεν επιβεβλημένο, αλλά ως ερωτήματα που συνυφαίνονται με τον γενικότερο προβληματισμό γύρω από τον βίο των ανθρώπων. Όπως ρητά παρατηρεί ο Πλάτων, «μάλα γάρ φιλοσόφου τοτο τό πάθος, το θαυμάζειν»: η απορία απέναντι στην κατάσταση των πραγμάτων, απέναντι σε μια αυθύπαρκτη τάξη του κόσμου και στη θέση του ανθρώπου εντός αυτής της τάξης, καθώς και η ερμηνευτική πράξη εκ θαυμασμού και έκπληξης προ αυτής της κατάστασης ή τάξης, γεννούν τα μεγάλα ερωτήματα. Το να μπορεί κανείς να εκπλήσσεται και να θαυμάζει, να απορεί και να διερωτάται, αποτελεί χάρισμαδωρεά που ιδιάζει στη γεμάτη από θείο φως ψυχήˑ δηλαδή ιδιάζει στον άνθρωπο που ταυτίζεται με το ίδιο το πράγμα και από τη συχνή επικοινωνία μαζί του ανασπιθίζει ξαφνικά μέσα του, σαν από μια σπίθα, ένα φως, που τον ευαισθητοποιεί, τον τρέφει και τον ανατρέφει σύγκορμο. Συνδέεται συνεπώς με την έφεση του ανθρώπου να μην παραδίδεται άνευ όρων στην εξωτερική του συνθήκη, στο εξωτερικά υπάρχον –δυναστευτικό ή μη– αλλά να το ερμηνεύει, να το κατανοεί και αναλόγως να ενεργεί. Έτσι, όλο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Πλάτωνος αναγνωρίζεται ως μια τιτάνια απόπειρα διαλεκτικής ερμηνείας του κόσμου και όχι ως ιδεολογικό κατασκεύασμα ή επιτήδευμα, όπως αφελώς ή σκόπιμα διαλαλούν ορισμένοι «μορφωμένοι» αμόρφωτοι της σημερινής παρακμής. Γιατί αλήθεια να είναι η πλατωνική ερμηνευτική ιδεολογικό ή ιδεαλιστικό επιτήδευμα και όχι οι δικές τους οπισθοδρομικο-«προοδευτικές» ανοησίες; Προφανώς, επειδή η πλατωνική σκέψη, σε αντίθεση με τις τελευταίες, δεν δεσμευόταν από κανέναν αρρωστημένο Ιδεολογισμό, αλλά υπηρετούσε τον «έμψυχο» λόγοˑ ήταν ομιλούσα σκέψη ...

§3:  Σε επίπεδο δυτικής σκέψης, η έννοια της ερμηνευτικής κάνει την εμφάνισή της  για πρώτη φορά στον Πλάτωνα Εδώ λαμβάνει τη σημασία της ερμηνευτικής τέχνης. Ποιο είναι το θεμέλιο της πλατωνικής ερμηνευτικής «τέχνης»; Είναι η ιδέα του αγαθού. Ετούτη η ιδέα είναι η δύναμη και η αρχή, με βάση την οποία τα όντα γίνονται αντικείμενα ερμηνείας και κατανόησης. Η ερμηνευτική οδός που προσφέρει τούτη η ιδέα είναι πιο ασφαλής και σαφής από τους σκοτεινούς διαδρόμους των θεσμικών εμπειριστών. Μια ακόμη αρετή που υπόσχεται αυτή η οδός, λόγω ακριβώς της θαλερότητάς της, είναι η προφορικότητα. Στον Φαίδρο (274-278) ο φιλόσοφος πλέκει το εγκώμιο του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού. Γιατί ο προφορικός λόγος υπερέχει; Επειδή μεταγγίζεται άμεσα και εγγράφεται ανεξίτηλα στην ψυχή του μαθητή χωρίς εξωτερικές διαμεσολαβήσεις, όπως είναι η γραφή: αντιστρατεύεται την εκ της γραφής λήθη, ενδυναμώνει τη μνήμη και καθιδρύει την εσωτερίκευση. Η γραφή δεν είναι μνήμη, αλλά υπόμνηση. Ο άνθρωπος, που δεν έχει μάθει να διατηρεί ζωντανή την αλήθεια –ήτοι την ιδέα– του πράγματος, δυνάμει της δικής του εσωτερικότητας αλλά με βάση το εξωτερικό σύμβολο της γραφής,  μπορεί να φαίνεται κάτοχος της σοφίας, στην πραγματικότητα όμως είναι δοκησίσοφος. Αμέτρητοι είναι τέτοιας υφής δοκησίσοφοι στα εξουσιαστικά κέντρα και παράκεντρα του σημερινού ελλαδικού τοπίου. Κατά την ερμηνευτική «τέχνη» του Πλάτωνα, η ζωντανή συνομιλία επιτρέπει στην ομιλία του ενός να εισδύει στην αλήθεια της ομιλίας του άλλου και έτσι να προκύπτει αλληλοκατανόηση αλλά και κατανόηση της ουσίας του αντικειμένου. Η πλατωνική διαλεκτική εκτυλίσσεται με τη μορφή ερώτησης και απάντησης. Η ερώτηση μάς διανοίγει προς το νόημα κάποιου πράγματοςˑ καθίσταται η φωνή αυτού του κάτι, η οποία καλεί την απάντηση να πορευθεί προς το δικό του νόημα, δηλαδή να ξαναγίνει ερώτημα προς περαιτέρω έρευνα ή ερμηνεία. Έτσι η απάντηση αποκτά φιλοσοφικό νόημα. Εάν η γνώση συνδέει την αλήθεια της με την εξέταση, την ερμηνεία των ενάντιων θέσεων, η ερώτηση μας διανοίγει προς αυτή τούτη τη γνώση, με το νόημα ότι αποδομεί τη σταθερότητα, τον απόλυτο υποκειμενισμό της γνώμηςˑ αποκαθηλώνει την παγίωσή της ως αλήθειας και καθιστά τα πάντα μετέωρα. Τότε η συνομιλία ξαναρχίζει με νέες απαιτήσεις και σε υψηλότερο επίπεδο, πιο συγκεκριμένο και πιο πλούσιο από πλευράς εννοιών, αλλά και ερμηνειών.

§4: Η πλατωνική διαλεκτική ανυψώνει τον κατανοητικό Λόγο πάνω από τον καθημερινό, απλοϊκό λόγο των δοξασιών και των γνωμών. Η ερμηνευτική της δεινότητα παρωθεί τους συνομιλητές να ανατρέπουν τις καθιερωμένες απόψεις, τα εδραιωμένα στερεότυπα, καθετί που μπορεί να απολιθώνει τη σκέψη. Γι’ αυτό και αρνείται τη λογική του σοφιστικού/δημαγωγικού επιχειρήματος. Επιζητεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το ρόλο του διδάσκοντος και διδασκομένου, του καθοδηγητή και καθοδηγούμενου, του εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Εάν ρίξει κανείς μια ματιά στους πολέμιους της πλατωνικής σκέψης, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι σκέπτονται και ενεργούν για λογαριασμό είτε του ενός –ας πούμε του διδάσκοντος ή καθοδηγητή– είτε του άλλου (διδασκόμενου ή καθοδηγούμενου): η πρώτη κατηγορία δεν μπορεί να σταθεί στη ζωή ξεχωριστά από τη δεύτερη και αντίστροφα. Η δια του ερωτάν όμως διασκέλιση των ορίων μάς οδηγεί στην ανοικτότητα των όντων. Προς αυτή την ανοικτότητα δυνάμεθα να πορευθούμε, όταν έχουμε ήδη αρνηθεί διαλεκτικά τη βεβαιότητα μιας ακίνητης, μιας επισφαλούς συνθήκης. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο ερμηνευτής του πλατωνικού κειμένου γίνεται και αυτός ένας σιωπηρός, αλλά ζωντανός, δια-λεκτικός συνομιλητής του συντελεσμένου ήδη διαλόγου μέσα στο κείμενο. Η ερμηνευτική κατανόηση τώρα γίνεται διαλεκτική συμπόρευση του ερμηνευτή με τα υπαρκτά νοήματα του διαλογικού κειμένου. Τι σημαίνει στον Πλάτωνα συμπόρευση; Σημαίνει συνόραση: να βλέπουμε από κοινού και συγχρόνως, σαν να είμαστε ένα όλο. Αυτό είναι η μέγιστη κατανοητική πράξη. Αλλά το Μέγιστο τούτο δεν είναι το τέλος παρά η αρχή· η νέα αρχή από το ρητό προς το άρρητο, από το αισθητό προς το ιδεατό, από το ανθρώπινο προς το θείο. Και η νέα αρχή, σύμφωνα με τον Heidegger, δεν μπορεί να αρχίζει παρά ως Μεγάλο. Το τελευταίο τούτο γνωρίζεται, πριν απ’ όλα, ως προ-φητική γλώσσα. Με αυτό τον τρόπο, η γλώσσα γίνεται η ανεμόσκαλα (Wittgenstein) για την ανάβαση της ψυχής στην αλήθεια των όντων. Η εν λόγω ανάβαση είναι το ευθέως αντίθετο από την κάθοδο στα τάρταρα, όπου έχουν καταδικάσει τον ελληνικό λαό οι βαριά ψυχασθενείς πολιτικές κλίκες των καθεστωτικών ιδεολογιών και των ανίκανων συνοδοιπόρων τους. 



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (8)





Martin Heidegger
(1889-1976)

ΕΙΝΑΙ  ΚΑΙ  ΧΡΟΝΟΣ
Κεφάλαιο Tέταρτο

Πώς κουβεντιάζεται
η αυθεντικότητα και η αναυθετικότητα του εαυτού;


Μια επισκόπηση

Το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος φέρει τον γενικό τίτλο:

Το εντός-του-κόσμου-Είναι ως Συνείναι και εαυτότητα.
Το «τις»/οι «πολλοί».
(Das In-der-Welt-sein als Mit-und Selbstsein. Das “Man”)

I. Με μια πρώτη ματιά ο τίτλος μας λέει πως «το εντός του κόσμου Είναι», το ενδοκοσμικό μας Είναι ή, με άλλα λόγια, η καθημερινή ύπαρξη, η ύπαρξή μας μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην εγκοσμιότητα, δεν είναι ποτέ μοναχική, αλλά πάντοτε παρούσα ως συνύπαρξη, ως ένα Συν-είναι (Mitsein). Βρισκόμαστε στο κέντρο της κοσμικότητας του κόσμου. Εάν αυτή-εδώ δεν μας εγκαταλείπει ποτέ –είτε θέλουμε είτε όχι– και η ερμηνευτική διείσδυση σ’ αυτήν μας φέρνει αντιμέτωπους με τον κόσμο των φαινομένων, η ύπαρξή μας μέσα στον καθημερινό κόσμο ανήκει, πάνω απ’ όλα, στα θεμελιακά οργανικά στοιχεία που συγκροτούν αυτή την ενδο-κοσμικότητα (In-der-Welt-sein). Ως τέτοιο στοιχείο συνιστά καίριο κοινωνικό φαινόμενο. Κοινωνικό όχι με κάποιο κοινωνιολογικό νόημα: ως μια ταξική ή διυποκειμενική σχέση ανάμεσα σε δυο ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα, αλλά α) καθαρώς φαινομενολογικά: το Dasein ως τι είδους κοινωνικό φαινόμενο είναι εν γένειˑ και β) κοινωνικώς οντολογικά: το Dasein ως σχετιζόμενο με το Είναι, καθώς η υπαρκτική του φύση, δηλαδή η φύση του, η ουσία του ως ύπαρξη, προορίζεται να είναι με τους άλλους, να συνυπάρχει με τους πολλούς, με το ανώνυμο πλήθος. Η συνύπαρξη τούτη έχει τη ρίζα της μέσα σε ένα ανώνυμο πλήθος, μέσα στην ανωνυμία των πολλών, από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί ή να ξεφύγει με κανέναν τρόπο. Γι’ αυτό και ρίχνεται, απορροφάται μέσα στον κόσμο.

ΙΙ. Κατευθυντήριος ορίζοντας ερμηνείας και κατανόησης των τριών παραγράφων (§§§25, 26, 27) που συνθέτουν το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος είναι η υπαρκτική διαφορά ανάμεσα στον αυθεντικό και αναυθεντικό Εαυτό. Ο Χάιντεγκερ διαγιγνώσκει πως η κοσμικότητα του κόσμου, σε επίπεδο ύπαρξης, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς, εάν μένει αναπάντητο το ερώτημα: ποιος είναι αυτό, που στην καθημερινότητα είναι το Dasein; Γιατί κάθε περαιτέρω κατανόηση απαιτεί μια βαθιά ενασχόληση με το ερώτημα: ποιος είναι το Dasein; Επειδή το Dasein όχι μόνο βρίσκεται καθημερινά μέσα στον κόσμο, αλλά σχετίζεται με αυτόν, συναρπάζεται απ’ αυτόν. Καθ’ όλη αυτή τη σχεσιακή του κίνηση, κυρίαρχο είδος παραμένει το Είναι, γι’ αυτό και το φαινόμενο που δίνει απάντηση στο «ποιος;», όπως και όλες οι άλλες  δομές του Είναι αυτού του Dasein, ανήκει στους τρόπους του Είναι του.   

III. Οι τρόποι του Είναι, δηλαδή οι τρόποι, με τους οποίους έρχεται σε παρουσία το Είναι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερώσεις του ίδιου του Dasein, του ανθρώπου ως υπαρκτικής οντότητας. Έτσι το Dasein κατορθώνει –με τα εγγενή του στοιχεία, όπως η αλήθεια ως α-λήθεια [=μη λήθη] και ο λόγος: το λέγειν και η γλώσσα– να είναι κάτι το διακεκριμένο, το έξοχο. Ακριβώς ετούτη η  εξοχότητα είναι που του προσδίδει τη δέουσα, τη σίγουρη, τη βέβαιη προτεραιότητα έναντι των άλλων όντων. Από εδώ προκύπτει πως αυτό το Dasein, ο άνθρωπος ως τέτοιος, είναι ό,τι είναι, επειδή καθορίζεται από το προνόμιο της ύπαρξηςˑ και μόνο ως τέτοια ύπαρξη υπερέχει οντολογικά έναντι των άλλων όντωνˑ «υπερέχει οντολογικά» σημαίνει ότι ως ον έχει λόγο για το Είναι (=οντο-λογικά), δηλαδή ρωτά για το νόημα του Είναι: διανοίγεται στην κατανόησή του. Μια τέτοια διάνοιξη ωστόσο δεν προϋποθέτει εγκατάλειψη του Εαυτού, απώλειά του μέσα στην καθημερινή χαύνωση, κάτι σαν την απερίγραπτη αποχαύνωση του τρέχοντος καθεστωτικού προσωπικού της Ελλάδας και των διανοουμενίστικων υπηρετών του. Απεναντίας είναι διάνοιξη και προς εαυτόν ή πρωτίστως προς εαυτόν.

IV. Κατ’ αυτή τη διάνοιξη λοιπόν η εν λόγω κατανόηση εκτυλίσσεται συγχρόνως και ως κατανόηση του ατομικού Είναι, τουτέστι ως αυτοκατανόηση. Όταν ρωτάμε για το Είναι, μαθαίνουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε ή, με άλλα λόγια, ρωτάμε για την ουσία της ύπαρξής μας, ζητούμε να μαθαίνουμε για ετούτη από αυτό για το οποίο ρωτάμε, δηλαδή από το Είναι. Το Είναι συμβαίνει να μας προσ/ς-καλεί και εμείς προσ/ςερχόμαστε. Π.χ. Κάθε ανθρώπινο ον που δημιουργεί, που γίνεται δημιουργός στην πορεία της ζωής του, το κατορθώνει αυτό, γιατί καλείται, προσ/ς καλείται από το Είναι του, δηλαδή έλκεται, μαγεύεται, συναρπάζεται απ’ αυτό, για το οποίο αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του Dasein του. Πόσα και πόσα ανθρώπινα άτομα δεν χάνουν τον προσανατολισμό τους μέσα στη ζωή, γιατί δεν ανακαλύπτουν έγκαιρα το ταλέντο τους, δηλαδή δεν αναγνωρίζουν και δεν ακολουθούν τη φωνή, την προσ/ς-κληση του Είναι τους. Τούτο υποδηλώνει, μεταξύ των άλλων, πως το Dasein μας, ακόμη κι αν είναι κλεισμένο ή αποκλεισμένο σε έναν χώρο, σε ένα Da, δεν παύει να ανήκει στις δυνατότητές του να διανοίγεται προς εαυτόν και τους άλλους. Η δυνατότητά του για [=να] Είναι καθορίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και τη δυνατότητά του να είναι αυθεντικός ή μη-αυθεντικός Εαυτός.