Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Πλάτων: Τι είναι διαλεκτική; (1)





                     

Πλάτων

Ι. Διά-λογος και Δια-λεκτική

§1

Ο Πλάτων είναι ο πρώτος φιλόσοφος στην ελληνική αρχαιότητα που έχει να μας παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη θεωρία της διαλεκτικής. Ολοκληρωμένη υπό τον εξής ορίζοντα: πρώτον συνδυάζει  Λόγο και διά-Λογο για να αναπτύξει ένα δια-λέγεσθαι, που φιλοδοξεί να προσεγγίσει την ουσία της αλήθειας, χωρίς να στρεψοδικεί και να παραπλανά. Ένα δια-λέγεσθαι τόσο αριστουργηματικά φιλοτεχνημένο, που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία του πνευματικού μας πολιτισμού. Ως εκ τούτου, δεύτερον, ολοκληρωμένη υπό την έννοια της απαιτητικής οδού της αλήθειας: γόνιμη αξιοποίηση όλων των σχετικών στοιχείων της παράδοσης –μαζί με παλαιότερες διαλεκτικές συλλήψεις συν το υπαρκτό γλωσσικό και γλωσσολογικό υλικό–  και απαιτητική ως προς το αψευδές του ερευνητικού της βλέμματος. Εάν αλήθεια είναι το Ἀγαθòν και τούτο είναι ο  φιλοσοφικός Ἒρως για μια αυθεντική ζωή, για το ὄντως Ὄν, τότε οδός της αλήθειας είναι το κατά Λόγον εύτακτο εγχείρημα ανάβασης στην Ιδέα του Ἀγαθοῦ, η οδός που οδηγεί στην πρώτη οντολογική αρχή του ανθρώπου και τη διασφαλίζει ως τέτοια. Ολοκληρωμένη, τρίτον, ως εναρμονισμένη πλήρως με τις αναγκαιότητες της αρχαίας ελληνικής σκέψης  και ως επαρκής για την καλύτερη οργάνωση του βίου της πολιτείας και των ανθρώπων. Ως μια τέτοια λοιπόν ολοκληρωμένη φιλοσοφική οδός της αλήθειας συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να κατανοείται και η νεότερη διαλεκτική, της οποίας αποκορύφωση είναι η εγελιανή διαλεκτική[1]. Τι είναι, πιο συγκεκριμένα η πλατωνική διαλεκτική; Στα πρώτα βήματα διαμόρφωσής της είναι η ίδια η σωκρατική δια-λεκτική: η τέχνη του δια-λόγου και της συν-ομιλίας. Κατά τη ρήση του Χάιντεγκερ, ήτοι του Χαίλντερλιν: «μια συν-ομιλία είμαστε και μπορούνε να ακούμε ο ένας τον άλλο». Μια συν-ομιλία δηλαδή στα χνάρια του πλατωνικού δια-λέγεσθαι.

§2

Ο Πλάτων ωστόσο δεν αρκείται σε μια απλή τέχνη του δια-λόγου και της συν-ομιλίας. Προχωρεί παραπέρα: δημιουργεί μια ιεραρχία αρχέτυπων Ιδεών, γενών και ανάγεται δι-αισθητικά στους αρχέγονους τύπους, στα ίδια τα αρχέ-τυπα, όπου συμ-μετέχουν τα όντα που συλλαμβάνει κανείς με την κατ’ αίσθηση αντίληψή του. Έτσι, Λόγος, διά-Λογος και δια-λεκτική συνιστούν γλωσσικά σήματα φωτός: εσωτερικότητας, κίνησης της ψυχής και του λογισμού. Εκκινώντας κανείς από το σωκρατικό διάλογο, στη Μοναδική του σημασία, ως οδό προσέγγισης του άλλου, ως δι-επικοινωνιακή διερεύνηση της αλήθειας, μπορεί εκ πρώτης όψεως να διαπιστώσει ότι ο διά-Λογος εισδύει ερμηνευτικά στα φαινόμενα, όχι για να μείνει σ’ αυτά, αλλά για να αναζητήσει μια κάποια αρχική τους ενότητα. Η περίφημη μέθ-οδος του ορισμού: τι εστί χ;  Κατ’ αυτή τη φορά λοιπόν η διαλεκτική έχει να κάνει με τον Λόγο, με την κίνηση της σκέψης από τα πολλά [φαινόμενα] στο ένα, στο είδος. Ο Πλάτων προχωρεί πέρα από τις επί μέρους έννοιες, με τις οποίες ασχολήθηκαν κυρίως οι Σοφιστές και ο Σωκράτης. Τις θεωρεί έκτυπα –σε αντίθεση με τα αρχέτυπα– εικόνες των εφήμερων, φθαρτών όντων και ως τέτοιες είναι και αυτές κάτι το φθαρτό, το πεπερασμένο. Οι αληθινές έννοιες είναι οι Ιδέεςˑ αυτές εδώ αντιστοιχούν στα όντως όντα και βρίσκονται πάνω από κάθε σχετική αλήθεια. Ενώ για τις σχετικές προπλατωνικές αντιλήψεις, συμπεριλαμβανομένης και της σωκρατικής, ο αληθινός/πρωταρχικός τύπος της πραγματικότητας αναζητείται στα ορατά όντα του παρόντος κόσμου και με βάση αυτά δημιουργούνται και γίνονται επεξεργάσιμες οι αντίστοιχες ιδέες της φιλοσοφίας, της επιστήμης κ.λπ., για τον Πλάτωνα ετούτα τα καθέκαστα αντικείμενα του ορατού, αισθητού κόσμου αποτελούν απλώς ένα μέρος του όντως Όντος και ως τέτοια είναι είδωλα, σκιές[2].

§3

Απεναντίας, οι Ιδέες του νοητού κόσμου είναι καθολικοί τύποι, ανεξίτηλοι, ανεξάντλητοι, άφθαρτοι και ως εκ τούτου η μοναδική αδιάφθορη αλήθεια, που δεν μπορεί να κατασπαραχθεί από τους οπισθοδρομικούς παντός καιρού και παντός είδους. Ετούτοι, που είναι χωρίς καμιά φιλοσοφική γνώση ή επίγνωση, αλλά «άριστοι» υπηρέτες των διαφόρων προπαγανδιστικών  ιδεολογιών, τον χαρακτηρίζουν τον Πλάτωνα «δογματικό», «ιδεαλιστή», «αντιδημοκράτη», «μοναρχικό», «ηθικολόγο» κ.λπ. Τίποτα από τούτα δεν στέκει. Απλώς, οι εν λόγω οπισθοδρομικοί είναι εχθροί κάθε αυθεντικής φιλοσοφίας και γι' αυτό θέλουν να τη φαντάζονται ως κάτι το εξωγήινο. Είναι σαν την πόρνη, που χαρακτηρίζει τη γυναίκα με ήθος πόρνη. Συνήθως τους συναντάμε μέσα σε μορφωτικά ιδρύματα, σε θεσμικούς χώρους, στα κοινοβούλια, στους ποικίλους πολιτικούς οργανισμούς και μηχανισμούς, σε περιοχές γενικώς, όπου ευδοκιμεί το μαζικό θέαμα. Αυτούς ο Νίτσε τους χαρακτηρίζει ως εξής με τον στιβαρό του λόγο:

«Αυτοίείναι τα παράσιτα του πνεύματος: τα συναντάμε ήδη παντού στην αρρωστημένη μας Ευρώπη. … κυρίως είναι αδηφάγοι, βρομιάρηδες, που σκορπίζουν παντού βρομιά, καταχθόνιοι, άνθρωποι που χώνονται παντού, που ρέπουν στην κλεψιά, ψωριάρηδεςΖουν σε βάρος των άλλων ανθρώπων που διαθέτουν πνεύμα και το μοιράζουν γενναιόδωρα: ξέρουν ότι ταιριάζει σαυτή τούτη τη φύση του πλούσιου πνεύματος να ζει ανιδιοτελώς, χωρίς την παραμικρή/ μικρόψυχη έγνοια για το αύριο, και να σπαταλά τον εαυτό του αφρόντιστα»[3].

Αυτό το νιτσεϊκό πνεύμα αποτυπώνει πλήρως τον σκοταδισμό των αντιφιλοσοφικών, αντιπνευματικών στοιχείων της εξουσίας ή της δύναμης, που δεν νιώθει σιγουριά για τον εαυτό της και επιχειρεί να εκμηδενίσει τα πραγματικά δυνατό, αληθινό, ωραίο. Έναν παρόμοιο σκοταδισμό καταπολεμά με δριμύτητα και ο πλατωνικός Λόγος. Το ερώτημα λοιπόν για τον Πλάτωνα είναι τούτο: πώς μπορεί να ατενίσει η ανθρώπινη ψυχή τον αληθινό κόσμο των Ιδεών, να δει το φως που αυτός εκπέμπει και να συμμετάσχει και η ίδια στην τελειότητα που ο ίδιος υπόσχεται; Με τη διαλεκτική: ως οδό, μέθ-οδο κριτικής ανάβασης στους αναβαθμούς της γνώσης από την απλή εικασία στη δόξα,  στη μαθηματική γνώση και τέλος στο ανυπόθετο. Τι είναι το ανυπόθετο;  Εκείνο το από-λυτο [=το λυμένο/ απ-αλλαγμένο από περατούς δεσμούς],  που δεν πνίγεται μέσα στην ετερότητα, την αποξένωση, τον διασκορπισμό και τον σχετικισμό, αλλά γεμάτο φως δίνεται ή εκτίθεται στη θέα της ψυχής.

§4

Έτσι, η διαλεκτική είναι ψυχ-αγωγία, αγωγή δηλαδή της ψυχής, ώστε να καταστεί ικανή να φτάσει στη θέα του κόσμου των Ιδεών. Και όταν φτάσει ως εκεί, προχωρεί στο επόμενο στάδιο, όπου αναστρέφεται με τις τελευταίες, δια-λέγεται μαζί τους. Το δια-λέγεσθαι τούτο δεν είναι το γνωστό σωκρατικό διαλέγεσθαι ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά πιο εσωτερικό, περισσότερο άρρητο, για το οποίο η ψυχή σχηματίζει Ιδέα με τα έργα της και έτσι τείνει να μετα-σχηματίζεται η ίδια σε ψυχή της Ιδέας. Η διαλεκτική είναι έτσι, με όρους του Πλάτωνα, Ερωτική Ανάβαση από τον κόσμο των αισθητών στον κόσμο των Ιδεών. Όχι σπάνια μέσα στα κείμενά του ο μεγάλος Έλληνας διαλεκτικός χρησιμοποιεί τη λέξη λόγους, όταν αναφέρεται στη διαλεκτική οργάνωση της σκέψης. Η ανάβαση ή άνοδος από τον έναν κόσμο στον άλλο δεν συνιστά μετάβαση από την  πολλαπλότητα των αισθητών σε μια πολλαπλότητα των νοητών πραγμάτων, αλλά μέθεξη στη μια Ιδέα, στο ένα νοητό Ον. Π.χ. όταν μιλάμε για τα πολλά δίκαια, τα πολλά ωραία κ.λ.π., αναζητούμε την αλήθεια τους μέσα στη μια Ιδέα του δικαίου, του ωραίου κ.λπ. Πώς την αναζητούμε; Καταφεύγοντας στους λόγους ή στον λόγο, δηλαδή στη διαλεκτική. Στη συνάφεια με τούτη τη διαλεκτική, η εμπειρία δεν εκβάλλεται από τον πλατωνικό κόσμο των Ιδεών, αλλά αποτελεί τον τόπο, όπου συντελείται η ανάμνηση: π.χ. την Ιδέα του ωραίου δεν μας την δίνει ένα ωραίο πράγμα ή αντικείμενο ή πρόσωπο, που στέκεται αντίκρυ μας, αλλά την ενατενίζει η ψυχή, όταν θεάται τα ωραία πράγματα του αισθητού κόσμου. Χωρίς τη θέαση τούτη, η ψυχή παραμένει βυθισμένη μέσα στη λήθη. Στην Πολιτεία, στο Φαίδρο, στο Συμπόσιο και σε πολλά άλλα έργα του ο φιλόσοφος μας παρουσιάζει δια-λεκτικές παραστάσεις μιας τέτοιας ανοδικής πορείας της ψυχής στο νοητό τόπο: μετ-ουσίωση από τη λήθη στην αλήθεια, δηλαδή στην ανά-μνηση της προϋπάρχουσας αλήθειας της. Αυτή η ανοδική πορεία δεν είναι μια συσσώρευση πληροφοριακής γνώσης, αλλά επιδιωκόμενη ταύτιση [=κίνηση ταύτισης] του σκεπτόμενου υποκειμένου με το νοητό ζητούμενο.







[1] Για την εγελιανή διαλεκτική βλ.: 1. Χέγκελ: ποιος σκέπτεται αφηρημένα; Εκδ. Gutenberg 2011 και 2. Χέγκελ: τι είναι διαλεκτική; Εκδ. Ηριδανός 2016.
[2] Πρόκειται για τον χαώδη και ψευδή κόσμο της αισθητής πραγματικότητας, όπως μοναδικά τον παριστά ο Πλάτων, στην Πολιτεία 514a κ.εξ., με την αλληγορία του σπηλαίου.
[3] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht. Verlag Kröner 1996, σσ. 59-60.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου