Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Πώς φιλοσοφείται ο εθνικοσοσιαλισμός;





        Ο εθνικοσοσιαλισμός χτες και σήμερα               

§1

Είναι κοινός τόπος αυτό που συμβαίνει συχνά: ένα χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα, μαζί και οι μωροί πολιτικοί του, εκείνοι δηλαδή οι αποτρελαμένοι με τη μανία τους για εξουσία και με έναν απότοκο φαύλο βίο, αισθάνονται παντού να τους απειλούν διάφορα φαντάσματα. Επί εποχής Μαρξ, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου: το φάντασμα του κομμουνισμού πλανιόταν πάνω από τα κεφάλια τους· στις εποχές μας, ένα εφάμιλλο, ως προς την ουσία του, φάντασμα πιστεύουν ότι πλανιέται πάνω από τα τωρινά κεφάλια τους: το φάντασμα του ακραίου εθνικισμού με καταβολές στον χιτλερικό εθνικοσοσιαλισμό ή σε διάφορες παραλλαγές του. Το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού, λένε, είναι προ των πυλών. Ποικίλες εξηγήσεις ή επεξηγήσεις έχουν δοθεί και δίνονται επί του θέματος. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες ερμηνεύσεις από κάποιους ανεπίδεκτους ειδημοσύνης «ειδήμονες», που βρίσκονται κάτω και από το κριτήριο των πιο ελαφρόμυαλων. Περισπούδαστη θέση ανάμεσα σε τέτοιους αλαφροΐσκιωτους «διανοητές» κατέχουν οι ποικίλης υφής «φιλοσοφικοί» αχθοφόροι, που ανάγουν την αιτία του κακού στη στρεβλή ψυχολογία του ελληνικού λαού ή των άλλων λαών και αναλίσκονται σε φαιδρού τύπου προτάσεις για «ψυχαναλυτικές» καταστολές ή για «σοσιαλισμούς» με «δημοκρατικούς» τρόπους. Αλήθεια, αυτές οι ανερμάτιστες «ερμηνείες» αφορούν και τους εμπνευστές τους –άρα χρήζουν εξίσου και οι ίδιοι «ψυχαναλυτική απόπλυση»– ή μήπως αυτοί παραμένουν ανέγγιχτοι; Μια κατά το δυνατόν προσανατολιστική ερμηνεία, κατανόηση και αποτίμηση του εθνικοσοσιαλιστικού φαινομένου διέρχεται μέσα από τη φιλοσοφικο-ιστορική του θεώρηση· μια θεώρηση που τότε μόνο αποδεικνύεται αληθής, όταν κονιορτοποιεί τις μικρόνοες και φλύαρες αφηγήσεις για τα πιο δύσκολα φαινόμενα της ιστορίας.

§2

Πώς κατακυρώθηκε ιστορικο-οντολογικά ο εθνικοσοσιαλισμός, όπως εκδηλώθηκε στη ναζιστική εκδοχή του; Ιστορικά: ως η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και ως η δόμηση μιας εξουσίας, που κήρυττε το τέλος του ταξικού αγώνα, το τέλος της διαίρεσης της κοινωνίας και προέτασσε τον αγώνα για την καθαρότητα της φυλής. Οντο-λογικά: ως η ύπαρξη ενός κράτους, που ο «λόγος» του, η «ορθολογικότητά» του –δηλαδή ο Λόγος και η Λογικότητα του κυβερνώντος εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος– προσδίδει στο κράτος τυπικά λαϊκό χαρακτήρα και ουσιαστικά ολοκληρωτικό. Δεν έχανε, για παράδειγμα, ευκαιρία ο Χίτλερ, σε κάθε ομιλία του να προπαγανδίζει την οικοδόμηση ενός φιλολαϊκού κράτους: όλοι και όλα ετίθεντο στην υπηρεσία του νέου «σοσιαλιστικού» ή «κοινωνικού λαϊκού κράτους», με προοπτική την κατάργηση κάθε είδους κοινωνικών φραγμών.  Ο «σοσιαλισμός» του Χίτλερ, με μια λέξη ο ναζισμός, έμεινε στην ιστορία με την ονομασία: εθνικοσοσιαλισμός. Τι σημαίνει η συγκεκριμένη λέξη, δυνάμει της ετυμολογικής της προέλευσης; Σημαίνει:  εθνικός σοσιαλισμός· σοσιαλισμός εθνικής εμβέλειας ή: σοσιαλισμός συν εθνικισμός. Σε επίπεδο λεκτικής αποτύπωσης ηχεί σαγηνευτικά. Η πολιτική του όμως στρατηγική και τακτική παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην καθίδρυση ενός ειδεχθούς φασιστικο-δικτατορικού καθεστώτος με πρωτομάστορες τους ανεγκέφαλους και βάρβαρους κομματάρχες «λαϊκής» βάσης, με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Gauleiter. Το καθεστώς και οι παντοειδείς Gauleiter του εργάζονται όχι σπάνια με «δημοκρατικό» ή «σοσιαλιστικό» προφίλ, αλλά στην πράξη επιφυλάσσουν στο λαό την πιο σκληρή υποδούλωση και εξαθλίωση. Όταν επικαλούνται κάποια εθνική υπερηφάνεια για τη «σοσιαλιστική» τους αρλούμπα, ουσιαστικά αποδεικνύονται πως είναι: ψεύτες-πολιτικοί απατεώνες-ιεροεξεταστές· είτε με τη μάσκα του «σοσιαλιστή» είτε με εκείνη του «εθνικιστή» εγγράφονται στη συνείδηση, ή καλύτερα στο υποσυνείδητο, του πλήθους ως οι απηνείς διώκτες του. Με πολιτικούς όρους, αυτά εδώ σημαίνουν πως είναι μόνο στυγνοί εξ-ουσιαστές, που εκποιούν την πατρίδα τους, εξανδραποδίζουν το λαό τους με μοναδικό τίμημα: τη διαιώνιση της εξ-ουσίας τους.

§3

Ένα τέτοιο καθεστώς έχει ως βάση της συνολικής του ληστρικής πολιτικής μια εθελοντική, με χαρακτηριστικά υστερίας πολλάκις, υπακοή ή υποταγή της ευρείας μάζας στις δεσποτικές δράσεις της ηγετικής ομάδας. Οι εν λόγω δράσεις εκδηλώνονται πολύμορφα. Η συντακτική τους πειθώ είναι μια «δημοκρατική» δικτατορία χαριστικών παροχών ή εξυπηρετήσεων: δικτατορία της πολιτικής του λαϊκισμού, που συχνά – πυκνά αποβλέπει στην ανάπτυξη ενός είδους εκφοβιστικής ευπείθειας. Κατά την τελευταία τούτη, οι διαθέσεις των μαζών αμφιρρέπουν μεταξύ φόβου και τυφλής εμπιστοσύνης στη βιαιότητα ή την ανομία της εξουσίας. Ίδια και όμοια γνωρίσματα έχουν να επιδείξουν στις εποχές μας και αρκετά από τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, που αυτο-αποκαλούνται «σοσιαλιστικά», «αριστερά» κ.ο.κ. Το φαινόμενο του εθνικοσοσιαλισμού δεν εμφανίζεται πια ως ετούτη ή εκείνη λαϊκότροπη-κρατική αντίληψη και πολιτική ή ακόμη και ως ωμή δικτατορία παρά ως μια φαντασιακή οντογένεση της ίδιας της αστικής ή ακόμη και όποιας αντικαπιταλιστικής δημοκρατίας. Ετούτη η φαντασιακή οντογένεση γεννά έναν ιδιότυπο νέο-εθνικοσοσιαλισμό. Συγκεκριμένα: οι εκάστοτε πολιτικοί ή και «επιστημονικοί» δικτατορίσκοι ενός εξουσιαστικού καθεστώτος της «αριστεράς» εφαρμόζουν τις αρχές μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοκρατίας επιλεκτικά:
1.      για τον εαυτό τους, για τις ερωμένες ή τους ερωμέους τους κ.λπ.,  απόλυτη «ελευθερία», ήτοι ασυδοσία, πλουτισμού, προνομίων, διαφθοράς, ηδυπάθειας ως το κόκαλο·
2.     ενώ για τους πολιτικούς τους αντιπάλους ή για μεγάλα τμήματα του λαού με διαφορετικές ή αντίθετες πολιτικές αντιλήψεις στέρηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων, τεχνική των διωγμών και της απαλλοτρίωσης, κατάργηση της δημοκρατίας εν ονόματι της υπεράσπισής της, εκμηδένιση της ετερότητας.

§4

Μια μοναδική φιλοσοφική αναπαράσταση του ως άνω πολιτικού θεάματος μας δίνει ο Πλάτων στην Πολιτεία του (563 κ.εξ.): η απληστία της «ελευθερίας» διαλύει το δημοκρατικό πολίτευμα. Όταν το τελευταίο, συνεχίζει, έχει επικεφαλής κακούς οινοχόους, που μεθούν μέρα και νύχτα από άκρατη «ελευθερία», δηλαδή από αχαλίνωτη ασυδοσία, τότε ο απλός πολίτης, αλλά και η πολιτεία στο σύνολό της οδηγούνται «ες γαν δουλείαν=σε μέγιστη σκλαβιά» (564) και κατά συνέπεια στην τυραννίδα. Γράφει περαιτέρω ο Πλάτων:

«εύλογα λοιπόν η τυραννίδα δεν εκπορεύεται από κανένα άλλο πολίτευμα παρά από τη δημοκρατία» (ό.π.)

 Η  σήψη, με άλλα λόγια, του «δημοκρατικού» πολιτεύματος, λόγω ασυδοσίας των αρχόντων του, οδηγεί σε δουλεία πλείστη τε και γριωτάτη= στην πιο μεγάλη και πιο άγρια  δουλεία  (ό.π.). Φυσική συνέπεια μιας τέτοιας σήψης είναι αρκετά τμήματα του λαού, τα πλείστα ανώνυμα πλήθη να μετατρέπονται σε εξαθλιωμένες μάζες, σε όχλο, που στηρίζει οχλοκρατούμενα καθεστώτα, δηλαδή τυραννίδες ενός μεταμοντέρνου εθνικοσοσιαλιστικού τύπου. Ο τύραννος ενός τέτοιου καθεστώτος εδραιώνει την εξουσία του με φιλολαϊκές υποσχέσεις, με λαϊκίστικες πρακτικές και με μια πολύτροπη εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων (ό.π.). Ταυτόχρονα αναγκάζει την πλειονότητα του λαού να αδιαφορεί για την πολιτική, λόγω δυσπραγίας του καθημερινού του βίου (ό.π.). Μια στοιχειωδώς προσεχτική ματιά στο σημερινό μας πολιτικό γίγνεσθαι επιβεβαιώνει πως η άνοδος στην εξουσία των πιο εξαθλιωμένων στοιχείων –αυτών που η μοναδική τους υπόληψη είναι η ανυποληψία της εξ-ουσίας τους– παράγει νεοφασιστικά καθεστώτα τύπου Τσαουσέσκου, Χόνεκερ, Μπρέζνιεφ κ.ο.κ. υπό την ανέξοδη μεταμφίεση: «σοσιαλισμός»!



Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Πρωταγόρας: «...δεν ξέρω αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν οι θεοί...»



Πρωταγόρας
490–420 π.Χ

Τι ξέρουμε για τους θεούς;

§1: Ο λόγος του Πρωταγόρα για τους θεούς αποκαλύπτει μια προσέγγιση  του θρησκευτικού φαινομένου, η οποία σημαδεύει όλο σχεδόν το σοφιστικό κίνημα της αρχαίας Ελλάδας. Για το κίνημα αυτό είναι εδραία η άποψη, από την αρχαία ακόμη εποχή, πως στρέφεται ενάντια στη θρησκεία, στο όνομα μάλιστα μιας πιο ορθολογιστικής, πιο ανθρωπιστικής θεώρησης του κόσμου. Σε μια παρόμοια αναλογία, ο Πρωταγόρας θεωρείται ως ο κατ’ εξοχήν άθεος σοφιστής. Στην βαθύτερη αλήθεια τους, βέβαια, τα πράγματα  περί αθεϊσμού δεν είναι τόσο απλοϊκά. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια; Πρώτα-πρώτα, κάθε συζήτηση για τους θεούς, από την περίοδο των Προσωκρατικών και ακολούθως, γινόταν σε ένα άκρως στοχαστικό επίπεδο, που δεν άφηνε περιθώρια για αντιθρησκευτικές θεωρήσεις και πρακτικές με χαρακτήρα καταστροφολογίας, ακόμη κι αν κάποιες επιπόλαιες συμπεριφορές της κοινής γνώμης ενίσχυαν τη διάδοση μιας τέτοιας καταστροφολογίας. Κατά δεύτερον, η ελληνική θρησκεία δεν ήταν μια τέτοιας υφής μονοσήμαντη και εξ αποκαλύψεως δογματική διδασκαλία, ώστε να εχθρεύεται a priori τη φιλοσοφική παρατήρηση και την ορθολογική σκέψη. Απεναντίας, αυτή η θρησκεία συνδυάζει μια πλούσια ανάπτυξη σε ιδέες, νοο-τροπίες, συναισθήματα, τελετές κ.λπ., στοιχεία που υπακούουν σχεδόν πάντα στις μεταβολές του κόσμου και συμπορεύονται με κάθε νέα προοπτική του.


§2: Ό,τι επομένως συζητούσαν οι φιλόσοφοι και οι ποιητές για τη θρησκεία και τους θεούς δεν ήταν κάτι το σκανδαλώδες παρά ακολουθούσε μια πορεία εξέλιξης της ίδιας της σκέψης  και της βιοτικής συνθήκης των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτής της πορείας, το σοφιστικό κίνημα, όπως και ο ισχυρός νους του, ο Πρωταγόρας, συνέχισαν ουσιαστικά τη συζήτηση των Προσωκρατικών για τους θεούς και το θείο. Αλλά τι πρέσβευε πιο συγκεκριμένα ο Πρωταγόρας για τους θεούς; Σύμφωνα με το διασωθέν απόσπασμα (DK 80B4) δήλωνε πως
         
«σε ό,τι αφορά τους θεούς δεν  μπορώ να ξέρω εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν· γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που εμποδίζουν μια τέτοια γνώση, το δυσνόητο του θέματος, δηλαδή ο απόκρυφος χαρακτήρας των θεών, όπως και η βραχύτητα του ανθρώπινου βίου».

Αυτή η περίφημη ρήση και η γενικότερη επιχειρηματολογία του στο έργο του: περί θεών έδωσε πολλές αφορμές, στο πλαίσιο της αρχαίας παράδοσης, για να αποκτήσει ο Πρωταγόρας τη φήμη του αθεϊστή και να δικαστεί στην Αθήνα επί ασεβεία. Αλλά τι θέλει να μας πει πραγματικά ο μεγάλος σοφιστής με την παρούσα ρήση του; Κατά κύριο λόγο πως το πρόβλημα της θεότητας δεν εμπίπτει στη γνώμη, ήτοι γνώση, των ανθρώπων, γιατί δεν μπορεί να απαντηθεί οριστικά στα όρια του θνητού βίου, ο οποίος συμβαίνει να είναι σύντομος και βραχύς. Ωστόσο, εάν λάβουμε υπόψη την άλλη σημαντική ρήση του Πρωταγόρα (βλ. σχετική ανάρτηση), όπου αποφαίνεται πως μέτρο για όλα τα πράγματα αποτελεί ο άνθρωπος, τότε βλέπουμε πως ο Έλληνας σοφιστής δεν κηρύσσει οπωσδήποτε κάποιο είδος αγνωστικισμού, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται κάτι τέτοιο.                                                                          

§3: Σύμφωνα με την αρχή του «μέτρον  άνθρωπος», μια αρχή που ισχύει εξίσου και για τον ίδιο, ο Πρωταγόρας δεν αρνείται την ύπαρξη των θεών, αλλά ούτε δύναται να την καταφάσκει. Τι δύναται όμως; Δύναται να κρίνει με βάση τη γνωσιο-οντο-λογική συνθήκη του ανθρώπου: να κρίνει δηλαδή κατά πόσο η γνώση και η ορθολογική σκέψη του θνητού όντος, που λέγεται άνθρωπος, μπορεί να αποφανθεί τελειωτικά, απόλυτα εντός των φυσικών ορίων του Είναι του, δηλαδή ως πεπερασμένο ον για κάτι που φαντάζει μετα-φυσικό, άπειρο, απέραντο. Όσοι  επιχείρησαν να σκεφτούν μετα-φυσικά, δηλαδή να βρεθούν πέραν των φυσικών τους ορίων, δεν κατόρθωσαν παρά να απεικονίζουν τους θεούς ως κλέφτες, απατεώνες, φιλήδονους, μοιχούς, αποπλανητές κ.λπ., δηλαδή να λειτουργούν με μύθους, τους οποίους κατακεραύνωναν ανελέητα οι Προσωκρατικοί, αλλά και αργότερα ο Πλάτων. Επομένως, ο Πρωταγόρας τονίζει ρητά πως η πιο πάνω αρχή «μέτρον  άνθρωπος», ως καθοδηγητική δύναμη του βίου, μας υπομιμνήσκει το πολύ σύντομο/πεπερασμένο της ζωής και το περιορισμένο βεληνεκές του οπτικού μας πεδίου –π.χ. δεν μπορεί κανείς να δει τους θεούς– και των γνωμών μας: της εμπειρικής μας γνώσης, της κατ’ αίσθηση γνώσης, ώστε να μην μπορούμε να βεβαιώνουμε ή να αρνούμαστε την ύπαρξη των θεών. Συγχρόνως μας επιτρέπει να αναπτύσσουμε μια τολμηρή-δυναμική προβληματική, η οποία θα βρίσκεται πάντοτε σε διεύρυνση, σε εμβάθυνση, έτσι που να εναντιωνόμαστε στις μυθολογικές εξηγήσεις του περιβάλλοντος κόσμου και να αναβάλλουμε την οριστική [=αναπόδεικτη και απόλυτη] κρίση μας –θετική ή αρνητική– για τους θεούς που δεν έχουμε δει. Μια τέτοια αναβολή, τότε και τώρα, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να εκτίθεται κανείς στη δίνη του σκέπτεσθαι, κατά Heidegger να μαθαίνει να σκέπτεται, και να μην παραδίδεται ά-κριτα στα κατασκευασμένα δόγματα –πολιτικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά κ.α.– της συστημικής περικύκλωσής του. Έτσι μόνο απελευθερώνεται από τη δικτατορία τόσο της γυμνής υποκειμενικότητας του ατομικιστικού του Εγώ όσο και εκείνης των παραπλανητικών και φαιδρών συλλογικοτήτων. Πολύ διεισδυτικά ανέγνωσαν τις ως άνω θέσεις του Πρωταγόρα ο Χέγκελ και ο Νίτσε: για μεν τον πρώτο ο Πρωταγόρας συνέβαλε τα μέγιστα στην καθίδρυση της ενσυνείδητης, της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας: το αντικειμενικό στοιχείο τίθεται πάντοτε σε σχέση με τη συνείδηση, έτσι ώστε κι ο θεός, το απόλυτο, να γίνεται αντι-κείμενο της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας και συγχρόνως καθορισμένη πτυχή της στοχαστικής διεργασίας του υποκειμένου. Για τον Νίτσε ενσαρκώνει τον ισχυρό λόγο, που επανακαθορίζει τις αξίες: αμφισβητεί και ανατρέπει καθετί που εισέρχεται στη ζωή μας ως θέσφατο, απόλυτο, ως έξωθεν εισαγόμενο ιερό, ως κατασκευασμένο και παραπλανητικό σύστημα αξιών.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Nietzsche: τι είναι η βούληση για δύναμη;





Βούληση για δύναμη και πολιτικός τυχοδιωκτισμός


§1

Η γενικότερη στρατηγική της φιλοσοφίας του Νίτσε έγκειται στο να αναζητά πίσω από τις λέξεις, τη γλώσσα και τα αρθρωμένα συστήματα ηθικής την έννοια της γενεαλογίας και της γενεαλογικής αξίας των αξιών. Τούτο σημαίνει πως εξετάζει κάθε σύστημα στη βάση της αξίας της καταγωγής του ως ριζικής αξίας σε εσωτερική σχέση με αυτή τούτη την καταγωγή της αξίας ως τέτοιας. Η γενεαλογία έτσι επιτρέπει στον φιλόσοφο να αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια της αξίας· τουτέστι όχι απλώς ως ένα στατικά απόλυτο ή σχετικά απόλυτο μέγεθος, αλλά ως ένα μέγεθος, που συγχρόνως εκτυλίσσεται  ως επί μέρους εφαρμοσμένο με έναν πάντοτε ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει εφαρμογή μη-ωφελιμιστική ούτε απόλυτο μέγεθος χωρίς μια τέτοια εφαρμογή του. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένα απόλυτο, αιωρούμενο πάνω από τον άνθρωπο ως απόλυτη αξία.   Π.χ. η αξία του κράτους δεν είναι τέτοια παρά σε σχέση πάντοτε με τις επί μέρους ωφελιμιστικές του εφαρμογές: καπιταλισμός, σοσιαλισμός, δημοκρατία κ.λπ. Από την άποψη συναφώς της γενεαλογίας δεν έρχεται στην επιφάνεια απλώς ένα ομοιόμορφο γενεαλογικό στοιχείο, π.χ. ένα θετικό ή αρνητικό χαρακτηριστικό της καταγωγής, ας πούμε η ευγένεια ή η ποταπότητα του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού αντιστοίχως, αλλά το ένα και το άλλο –δηλαδή η ευγένεια και η ποταπότητα– ως αντιθετικές δυνάμεις: ως δράση και αντί-δραση. Τούτο σημαίνει πως γενεαλογικά, στο παράδειγμά μας, ριζική δράση και αντί-δραση δεν προκύπτει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά στο εσωτερικό κάθε συστήματος μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών του χαρακτηριστικών, ήτοι δυνάμεων. Τα δυο συστήματα, εξωτερικά ιδωμένα, εμφανίζονται αντί-παλα, αντίθετα συστήματα αξιών. Πρόκειται στ’ αλήθεια για φαινομενικά απλώς αντίθετες δυνάμεις, καθώς τα πάντα εξαρτώνται από τον παράγοντα άνθρωπο και τη σύλληψή του ή την κατανόηση της υπαρκτικής του συνθήκης ως αγελαίας ή υπό την προ-οπτική της ριζικής ανα-τροπής αυτής της αγελαίας συνθήκης.

§2

Οι δυνάμεις, που εκάστοτε μάχονται και αντιμάχονται η μια την άλλη, δεν είναι μόνο και κύρια το ένα και το άλλο υποκείμενο, αλλά υποκείμενο συν αντικείμενο ως διαφορετικές δυνάμεις: το υποκείμενο, λιγότερο ή περισσότερο ως δύναμη, επιχειρεί να ιδιοποιηθεί, να σφετεριστεί κ.λπ. το αντικείμενο, κι αυτό ως δύναμη. Επίσης μεταξύ των αντικειμένων-φαινομένων σε συνάφεια με αντίστοιχες βλέψεις της συνείδησης. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος περί βούλησης για δύναμη, γενεαλογικά συμβαίνουν δυο τινά: πρώτον, είναι παρούσα η έννοια της δύναμης, ως αναφορική σχέση μιας δύναμης σε μια άλλη δύναμη· δεύτερον, είναι παρούσα η έννοια της βούλησης ως εκείνο το ενδογενές στοιχείο, που κάνει τη μια δύναμη να διαφοροποιείται από την άλλη και δυνάμει αυτής της διαφοροποίησης να προκύπτει ενέργεια, επενέργεια, δράση και αντί-δραση κ.λπ. Τι συμβαίνει εδώ; Κάθε δύναμη είναι δύναμη, για τον εαυτό της, ως ποιότητα και ως τέτοια διαφοροποιείται από την άλλη, που είναι εξίσου ποιότητα, με τη μορφή της ποσότητας. Κάθε δύναμη, απ’ αυτή την άποψη, ανάγει το Είναι της στην εν λόγω διαφορά, η οποία ως σύνθετη δύναμη είναι αυτή τούτη η βούληση.  Η τελευταία τούτη έτσι είναι, ουσιωδώς, το στοιχείο που φέρνει σε ύπαρξη τη δύναμη· είναι το γενετικό στοιχείο της τελευταίας ως σχέσης κυριαρχίας. Και κάθε σχέση κυριαρχίας είναι μια σχέση με εναλλασσόμενους ρόλους, ας πούμε αφέντη και δούλου, κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Ο εν λόγω εναλλασσόμενος ρόλος εξαρτάται κάθε φορά από την εκδήλωση, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, της βούλησης για δύναμη της μιας και της άλλης πλευράς. Τούτο σημαίνει ότι κάθε φορά η βούληση συνθέτει την ικανότητα επίδρασης που δέχεται ο κυρίαρχος ή ο κυριαρχούμενος από άλλες ανώτερες ή κατώτερες –ποιοτικά και ποσοτικά– δυνάμεις. Υπό έναν τέτοιο ορίζοντα, ερμηνεύει, σε πολλά κείμενά του, ο Νίτσε το φαινόμενο του σοσιαλισμού, όπως και εκείνο του καπιταλισμού· και όχι μόνο τα ερμηνεύει, αλλά και τα αξιολογεί παράλληλα ως σχέσεις κυριαρχίας, που ακινητοποιούν τον άνθρωπο στο χαμηλό επίπεδο του αγελαίου όντος και του φράσσουν έτσι την προ-οπτική προς τη βούληση για δύναμη.

§3

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα του Γαλλικού Μάη του ΄68 ήταν το ακόλουθο: όλη η φαντασία στην εξουσία. Ετούτη η ρήση, στην αρχέγονη καθαρότητά της και όχι στην ιδιοτελή της εφαρμογή ως επί μέρους σύστημα κυριαρχίας, μεθερμηνεύει, σε μεγάλο βαθμό, τη Νιτσεϊκή θεωρία: «βούληση για δύναμη». Ο γερμανός φιλόσοφος δεν κατανοεί τη συνολική τούτη έννοια ως μια τυχοδιωκτική βλέψη για αρπαγή της εξουσίας και για τυραννική καταδυνάστευση, με εφικτό ή ανέφικτο τρόπο, των άλλων ανθρώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους άξεστους «διαφθορείς της βούλησης»[1], τους τσαρλατάνους δηλαδή της νεοφασιστικής «αριστεράς» που λυμαίνεται, με κάθε ευκαιρία, τον Ελλαδικό τόπο. Απεναντίας την κατανοεί ως ένα «εσωτερικό βούλεσθαι»[2] της εγγενούς δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο αποτρέπει την τελευταία, ως υποκείμενο, να αποξενωθεί μέσω ενός άλλου υποκειμένου ή αντικειμένου, μέσω μιας άλλης εξωτερικής δύναμης, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να συνδυάζει την ποιότητα και την ποσότητα, που της αναλογεί, και να καθιστά το άτομο κυρίαρχο του εαυτού, αλλά και της εξωτερικής συνθήκης, που το απειλεί ή επιχειρεί να το καθορίσει. Η φαντασία στην εξουσία λοιπόν νοείται, στην πράξη, ως ένας τέτοιος συνδυασμός αυτόνομης δράσης του Εαυτού ενάντια σε καθετί το εξωτερικό/εξουσιαστικό, που επιχειρεί να τον συντρίψει και ως προϋπόθεση για να μένει ο Εαυτός πάντα –και όχι οποιοδήποτε νοσηρό Εγώ– στην κορυφή, νοούμενη ως μέτρο της ελευθερίας του[3]. Μια αρρωστημένη όμως φαντασία στην εξουσία οδηγεί στην «ανικανότητα για δύναμη»[4]. Πιστό αντίγραφο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η σχέση κυριαρχίας που εκφράζει στην Ελλάδα σήμερα ο μετα-μοντέρνος νεοφασιστικός «αριστερισμός», αλλά και οι σχέσεις κυριαρχίας, που υλοποίησαν αργότερα υπό τη μορφή εξουσιαστικών σχημάτων στην Ευρώπη,  εκείνοι που το Μάη του ΄68 έδιναν το Είναι τους για: τη φαντασία στην εξουσία. Η πεμπτουσία αυτής της ανικανότητας για δύναμη, δηλαδή της ανεστραμμένης σχέσης εξ-ουσίας, αποτυπώνεται ακριβοδίκαια, εάν παραφράσουμε το υπό συζήτηση γαλλικό σύνθημα ως εξής: «όλοι οι τζογαδόροι στην εξουσία». Οι απανωτές τυχοδιωκτικές πράξεις της «αριστερής» συμμορίας –που έχει ως ύψιστο ιδανικό της, ως μοναδικό αξιολογικό της κριτήριο την παντί τρόπω διατήρησή της στην εξουσία και προς τούτο διώκει την ετερότητα– επιβεβαιώνουν αυτή την αίσχιστη πολιτική της: την πολιτική του τζόγου. Η εν λόγω συμμορία παραπέμπει σε ανθρώπους ακατέργαστους, άξεστους, παρίες, υποκριτές…, εντελώς-παντελώς ανίκανους, που λόγω ακριβώς αυτής της απόλυτης ανικανότητάς τους έχουν ως πρότυπο τον πολιτικό-οικονομικό τζόγο και την τυραννική άσκηση της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Νίτσε διαχωρίζει με απόλυτη σαφήνεια τη βουλιμία για εξουσία από τη βούληση για δύναμη.










[1] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht, αφορ. 116.
[2] Ό.π., αφορ. 619.
[3] Ό.π., αφορ. 770.
[4] Ό.π., αφορ. 721.