Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Αριστοτέλης: οι τόποι και η διαλεκτική





Τα ἔνδοξα και η διαλεκτική στον Αριστοτέλη

Πρώτη δημοσίευση στο βιβλίο:
 Αριστοτέλης ΔΑΣΚΑΛΟΣ 2400 χρόνια. Έκδοση: Αριστοτέλειο Κολέγιο Θεσσαλονίκης 2016.

§1. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο Αριστοτέλης ανήκει στα πιο βαθυστόχαστα μυαλά της ανθρωπότητας και απέναντί του καμιά εποχή δεν έχει να αντιτάξει παρόμοιο ανάστημα[1]. Μια γενικότερη αντίληψη που ισχύει για την αριστοτελική φιλοσοφία, κατά τον γερμανό φιλόσοφο, είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει αναγάγει σε αρχή της γνώσης την εμπειρία[2]. Ωστόσο δεν μένει σε αυτή την εμπειρική περιοχή, αλλά επιχειρεί να συνδυάσει την εμπειρικά/εξωτερικά εκτυλισσόμενη συλλογιστική με μια εξόχως θεωρητική διεργασία[3].  Αυτός ο συνδυασμός αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αριστοτελικής θεωρίας περί διαλεκτικής. Το έργο, στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει κυρίως την εν λόγω θεωρία του, είναι τα Τοπικά, χωρίς να παραγνωρίζεται ορισμένως και το άλλο έργο του: Σοφιστικοί Έλεγχοι, όπου συζητά περισσότερο τη λειτουργική σχέση και αντίθεση σοφιστικής και διαλεκτικής υπό το πρίσμα μιας θεωρίας της αντίφασης. Στα Τοπικά πραγματεύεται τους τόπους, ήτοι «τις απόψεις, με βάση τις οποίες μπορεί να εξεταστεί ένα πράγμα»[4]. Έτσι, οι τόποι αποτελούν, υπό ένα ευρύ πνεύμα, σχήματα εξέτασης και έρευνας ενός αντικειμένου, κατά Λόγο σχήματα που επιτρέπουν μια σφαιρική κάτοψη του αντικειμένου και μια αντίστοιχη εκδίπλωση επιχειρημάτων,  εναρμονισμένων με τις διάφορες όψεις του αντικειμένου. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα είδος διαλεκτικής, που χαρακτηρίζεται από εξωτερικούς προσδιορισμούς ανασκόπησης ή ανασκοπικής επιστροφής[5], κάτι δηλαδή σαν την μεταστοχαστική δραστηριότητα της σκέψης στην εγελιανή θεωρία της ουσίας[6]. Η  διαλεκτική κατανοείται ως

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Kant και Hegel





          
Ο  ΚΑΝΤ, Ο  ΧΕΓΚΕΛ  ΚΑΙ  Η  ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


Είναι αλήθεια πως η έννοια της διαλεκτικής έχει υποστεί, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, μια απείρως πολλαπλή χρήση που όχι σπάνια  περικλείει και κατάχρηση. Δεσπόζουσα ωστόσο παραμένει η εκτίμηση ότι η διαλεκτική εκφράζει τη δυνατότητα του ανθρώπου να λέγει τις έννοιες και να δια-λέγεται με αυτές. Επειδή όμως συμβαίνει οι έννοιες να αποτυπώνουν ή να απηχούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό,  αντικειμενικές πραγματικότητες, το διαλέγεσθαι  με έννοιες αναδύεται στην αισθητή προφάνεια του σκεπτόμενου ανθρώπου ως ένας διάλογος ανάμεσα στην εξωτερικότητα και την εσωτερικότητα, στην εαυτότητα και την ετερότητα, στο φαίνεσθαι και το Είναι· εν τέλει ανάμεσα στην ίδια τη φιλοσοφία ως αντικειμενική μέθοδο σκέψης και στην αυτo-επαλήθευσή της ως τέτοιας μεθόδου.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Αναγεννησιακή φιλοσοφία: το αιχμηρό της δόρυ





Αναγέννηση:
όψεις της κοινωνικο-πολιτικής φιλοσοφίας


§1

      Η νέα κοσμο-εικόνα της Αναγέννησης εμφανίζεται και στην κοινωνικο-πολιτική φιλοσοφία. Σημαντικά  έργα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού είναι ο «Ηγεμόνας» του Ν. Machiavelli, η «Ουτοπία» του T. More, η «Νέα Ατλαντίς» του F. Bacon, η «Πολιτεία του ήλιου» του T. Campanella και ο «Λεβιάθαν» του Th. Hobbes.
     Ο «Ηγεμόνας» στοχεύει στο κέντρο της ζωής και συνδέεται με την πολύπλοκη και όχι λιγότερο διεφθαρμένη κοινωνικο-πολιτική κατάσταση στην Ιταλία της Αναγέννησης. Προσφέρει μια σύλληψη του κράτους και των πολιτικών σχέσεων, στα όρια των οποίων πρόκειται να παιχθεί εξελικτικά το πολιτικό παιχνίδι. Η εξουσία, μέσα σε αυτό το έργο, συλλαμβάνεται ως ένας σχετικός/μερικός αυτοσκοπός που οφείλει να πραγματώνεται χωρίς να υποτάσσεται σε ηθικές αξιώσεις ή αντίστοιχες αναστολές. Σε συνάφεια προς αυτό, διαγράφεται και η συμπεριφορά του κυβερνήτη.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος (10)




Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


... Το αληθές ως υποκείμενο ...


§1
Διαλεκτική υπόστασης και υποκειμένου

1. Στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος γράφει ο Χέγκελ πως «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι [μόνο] ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο»[1]. Εδώ επιχειρείται μια βασική διαφοροποίηση του Χέγκελ από τον Σπινόζα, μεταξύ των άλλων.[2] Ενώ ο Σπινόζα σκέπτεται το απόλυτο/το αληθές ως υπόσταση, ο Χέγκελ το σκέπτεται εν ταυτώ ως υπόσταση και ως υποκείμενο.