Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Hegel: Πόλεμος και Ειρήνη-επίκαιρες σημάνσεις






Γκέοργκ  Χέγκελ
1770–1831


Η Φαινομενολογία του πολέμου

§1

     Ι. Η εποχή, που έζησε ό Χέγκελ, 1770-1831, ήταν μια πολυκύμαντη εποχή, με φοβερές δονήσεις της ιστορίας, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η Γαλλική επανάσταση. Η τελευταία αποτέλεσε μια από τις πιο συνταρακτικές παρορμήσεις για τη συγκρότηση αλλά και την εξέλιξη της σκέψης του. Στο πλαίσιο τούτης της εξέλιξης εντάσσεται και η διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης, δυνάμει της οποίας διατυπώνει και τη διαλεκτική του θεωρία για τον πόλεμο. Ακριβώς επειδή η εγελιανή θεωρία του πολέμου είναι διαλεκτική δεν αφήνει περιθώρια για μια  ερμηνεία, αποπροσανατολιστική για κάθε λαό και έθνος, που ανυμνεί την ειρήνη και αναθεματίζει τον πόλεμο. Αποδεικνύεται τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε. 

     ΙΙ. Οι σκέψεις του Χέγκελ για τον πόλεμο κινούνται πέραν κάθε «συμπονετικού» πασιφισμού και  υποκριτικής ειρηνοφιλίας. Φορείς, άτομα ή ομάδες, που υπερασπίζονται ή αναπαράγουν τέτοιου είδους υποκρισίες, είναι συνήθως ακατέργαστοι πολιτικοί, με ύψιστη αξία τους την καλοπέραση και την τρυφηλή ζωή: λουφαγμένοι μέσα στο ένα ή το άλλο χλιδάτο πολιτικό μαγαζί ή στην καρέκλα της εξουσίας αρπάζουν τα χρήματα της ολότητας του έθνους για να υλοποιούν ως πολιτική ενός έθνους τις εγκληματικές τους αγυρτείες. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στο ελλαδικό σήμερα με το φασιστικό μόρφωμα εξουσίας, το αυτο-αποκαλούμενο «αριστερό».

     ΙΙΙ. Ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, στο πλαίσιο κατανόησης του κόσμου του ανθρώπου υπό την οπτική της διαλεκτικής πραγμάτωσης του πνεύματος εντός του κόσμου, υποβάλλει σε σφοδρή κριτική τις συμβατικές αντιλήψεις ή παραστάσεις περί πολέμου. Αυτές οι αντιλήψεις ανάγουν το γενικό τους υπόβαθρο σε διάφορες θεωρίες περί φυσικού δικαίου και θεωρούν τον πόλεμο –αδιάφορο, αν είναι θεολογικο-εκκλησιαστικής ή δημοκρατικοφανούς υφής–  ως εκτροπή, ως μια κατάσταση όπου τίθεται υπό αδικαιολόγητη αμφισβήτηση η αρμονική συνεργασία ανάμεσα στα άτομα καθώς και ανάμεσα στα κράτη.

     ΙV. Απεναντίας, μας λένε οι ωφελιμιστές-«δημοκράτες», η ειρήνη εκφράζει την αρμονία και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων, γι’ αυτό και πρέπει να επικρατεί παντού και με κάθε τρόπο. Μεταφερόμενη δε αυτή η αίσθηση περί ειρήνης στην κοινωνία επιτρέπει σε όλους τους οικονομικούς και πολιτικούς ληστές του ανθρώπινου μόχθου να υπερασπίζονται μέχρι θανάτου την κοινωνική «ειρήνη», την αδιαμαρτύρητη, τη δουλική υποταγή της ανθρώπινης κοινότητας στις ορέξεις της δικής τους φιλαρχίας: ό,τι ακριβώς ο Χέγκελ αποτιμά ως αποκοίμιση των λαών και ενάντια στο οποίο στρέφεται με τη θεωρία του περί πολέμου. Τα πάθη των κρατούντων, ανάλογα με τη μια ή την άλλη συμπτωματικότητα, εμφανίζονται ως εξωτερική αιτία ή αφορμή για αφηρημένα κηρύγματα περί ειρήνης ή και περί πολέμου. Όμως πάνω απ’ αυτά τα πάθη βρίσκεται η πολιτεία –με την αριστοτελική έννοια του όρου‒ που η ηθική της ουσία έγκειται στο να είναι πάντοτε σε πολεμική ετοιμότητα για να πραγματώνει το έργο της ελευθερίας (Χέγκελ: Werke 7, σσ. 491 κ.εξ).     

                                                §2

     Ι. Το θεμελιώδες φιλοσοφικό θεώρημα, πάνω στο οποίο ο Χέγκελ στηρίζει τη φαινομενολογική του θεωρία περί πολέμου, είναι η ρήση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πατήρ πάντων …».  Ιστορικά ιδωμένος ο πόλεμος, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ιστορίας, άρα είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που υπερβαίνει κάθε είδους υποκειμενικό ή ατομικό ηθικό credo και η οποία μόνο με κριτήρια του Αντικειμενικού μπορεί να κατανοείται. Τι μας λέει λοιπόν αυτό το Αντικειμενικό; Ότι τα περισσότερα εκάστοτε νέα μορφώματα ζωής έχουν εγγραφεί στην ιστορία ως έμμεσα ή άμεσα αποτελέσματα πολέμου, διαμάχης, αγώνα, έριδαςσύγκρουσης και όχι ως προερχόμενα από οποιαδήποτε κοινωνική συμβατικότηταστασιμότητα, επανάπαυση, απάθεια, αδράνεια, αποτελμάτωση.

     ΙΙ. Η καταδίκη, ο αναθεματισμός του πολέμου επομένως, με βάση αφηρημένα ηθικά αξιώματα που έχουν ως κοινό παρονομαστή το Δέον-Είναι (Sollen), δηλαδή αυτό που οφείλει, που πρέπει να νομιμοποιείται σε αντίθεση με ό,τι δεν πρέπει, αιχμαλωτίζουν το άτομο μέσα στην ιδιοτέλεια του ατομικού συμφέροντος και του αφαιρούν τη δυνατότητα να σκέπτεται πολεμικά, δηλαδή μαχητικά, αποφασιστικά, καθολικά, οικουμενικά, και να οικοδομεί τη συνεργασία του με τα άλλα άτομα στη βάση υπεράσπισης του κοινού συμφέροντος· μια υπεράσπιση που όχι σπάνια απαιτεί τη θυσία  πεπερασμένων, υλικών αγαθών προκειμένου να διατηρηθεί «η κοινωνική ηθική υγεία των λαών» (ό.π., σ. 493). ΄

     ΙΙΙ. Λαοί που φοβήθηκαν να αγωνιστούν, να πολεμήσουν για την ύψιστη ελευθερία τους, την ελευθερία της πολιτείας ως έθνους, ως πατρίδας, καταδίκασαν τον εαυτό τους στο να υφίσταται μια εσωτερική κυριαρχία και συγχρόνως να μη μπορούν να αγωνιστούν ενάντια στην υποδούλωσή τους από άλλους: «η ελευθερία τους πέθανε από το φόβο ότι θα πεθάνει» (ό.π. σ. 492). Να γιατί και οι εθνικοί μειοδότες της εγχώριας φασιστικής «αριστεράς» υπηρετούν δουλικά ξένες δυνάμεις και συμφέροντα, χωρίς την αφειδώλευτη στήριξη  των οποίων ούτε μια ημέρα δεν θα μπορούσαν να μείνουν στην εξουσία. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, τέτοια ανδρείκελα δεν έχουν ίχνος πατριωτισμού, νοούμενου ως πολιτικής πράξης για την ευημερία της πολιτείας.

§3

     Ι. Πώς δικαιολογεί ο Χέγκελ την ως άνω «αιχμαλωσία» του λαού; Τη δικαιολογεί δυνάμει της διάκρισης που κάνει ανάμεσα στην αστική κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) και στο κράτος/πολιτεία (Staat). Η κοινωνία αυτή, στη νεωτερική εποχή, συγκροτείται και λειτουργεί ως αστική κοινωνία, όπου κυριαρχεί μια τυπική κοινότητα ή ενότητα των ανθρώπινων ατόμων ως πολιτών, πίσω από την οποία μαίνεται ένας ακήρυκτος πόλεμος ανταγωνιστικών ατομικών συμφερόντων: το κάθε άτομο γίνεται μεμονωμένο-απομονωμένο άτομο, περιορισμένο μόνο στην υπεράσπιση της ατομικής του ιδιοκτησίας και του ατομικού του συμφέροντος. Το γενικό συμφέρον υπολείπεται. Σε καιρό ειρήνης έτσι ευδοκιμεί η αστική ζωή της τρυφηλότητας και με την πάροδο του χρόνου τα άτομα αποτελματώνονται (ό.π., σ. 493).

     ΙΙ. Η εν λόγω κοινωνία, κατά συνέπεια, συνιστά απλώς μια επί μέρους εξισορρόπηση διαφορετικών ιδιοτελών σκοπών. Γι’ αυτό αναζητεί την αληθινή, την ουσιαστική της ενότητα στο κράτος/την πολιτεία ως την ιδέα ή το πνεύμα, όπου η κοινότητα συμφερόντων ανελίσσεται, μέσα από τη διαλεκτική της αναίρεση, στην ποιοτική βαθμίδα της κοινότητας ενδιαφερόντων. Το κράτος/η πολιτεία έτσι αναδύεται ως η σταθερή υποστασιακή ατομικότητα των επί μέρους ατόμων. Όταν διακυβεύεται αυτή η υποστασιακή ατομικότητα του εκάστοτε συγκεκριμένου ανθρώπου, τότε αισθάνεται την ανάγκη πολέμου για την υπεράσπιση αυτής της υπόστασής του (ό.π.).

     ΙΙΙ. Έτσι αφυπνίζεται από τον λήθαργο, εν καιρώ ειρήνης, εκ της ατομικής του φιλαυτίας και του απόλυτου εγκλεισμού του μέσα στο ιδιοτελές σαρκίο των εγωιστικών του συμφερόντων. Τότε συμβαίνει να ενσαρκώνει την πραγμάτωση του πνεύματος: γίνεται πολεμιστής, μαχητής της Ιδέας του, η οποία είναι Ιδέα όλων, δηλαδή καθολική ή απόλυτη Ιδέα. Τότε δεν υπάρχει ως μεμονωμένο άτομο της αστικής κοινωνίας, αλλά ως ενεργώς πραγματική Ιδέα του όλου.
                                                         
§4

     Ι. Η ετοιμότητα του πολέμου, αποφαίνεται ο Χέγκελ, αποδεικνύει τη σχετικότητα των αξιών της αστικής κοινωνίας. Μια αιώνια ειρήνη, ως εκ τούτου, την οποία υπερασπιζόταν ο Καντ, απολυτοποιεί αυτή τη σχετικότητα και γεμίζει τον κόσμο του ανθρώπου με αυταπάτες: δηλαδή ανάγει σε υπέρτατη αξία την υπεράσπιση των ιδιοτελών συμφερόντων των κοινωνικών ατόμων και οντολογικά προσανατολίζει τα τελευταία να θεωρούν ως ultima ratio της κοινωνικής οργάνωσης τα δικά τους συμφέροντα. Μια διαλυμένη κοινωνία λοιπόν, σαν την ελληνική, δείχνει ότι είναι βουλιαγμένη μέσα σε ωκεανούς αυταπατών, που επιτείνονται από τους πραιτοριανούς του πολιτικού καθεστωτισμού. Δείχνει περαιτέρω πως είναι οντολογικά συμμορφωμένη προς ιδιοτελείς επιταγές εργασιακής, κοινωνικής, πολιτικής, επαγγελματικής, ιδεολογικής ειρήνης κ.λπ.

     ΙΙ. Η αμφισβήτηση αυτής της συμμόρφωσης προϋποθέτει την τεράστια δύναμη του αρνητικού. Και αυτή η δύναμη, κατά τον Χέγκελ, είναι ο πόλεμος στην αναλογία συνθηκών και μορφών. Αυτός συναφώς δεν είναι ένα απόλυτο κακό, ακόμη κι αν ορισμένως μπορεί να επιφέρει παροδικά κακά ή να προκαλείται από ανεξέλεγκτα πάθη των εκάστοτε εξουσιαστών. Αντίθετα, είναι η κατάσταση που δείχνει τη ματαιότητα των εν χρόνω πραγμάτων και αγαθών, κατ’ επέκταση κονιορτοποιεί κάθε είδους ψευδή ωραιολογία περί βεβαιότητας, περί «πολιτισμένου διαλόγου», περί υλικής ευμάρειας κ.α., εκ μέρους υποψηφίων κυβερνητών, σε δεδομένες ιστορικές στιγμές σαν τις δικές μας, είτε ετούτοι προέρχονται από την προδοτική «αριστερά», είτε από έναν αντίστοιχο «δημοκρατικό» ή «σοσιαλιστικό» αστισμό: για όλους, ο μόνος νόμιμος πόλεμος είναι η βίαιη εξαθλίωση της ανθρώπινης κοινότητας, αρκεί αυτοί να βρίσκονται στην εξουσία. Αυτή η συμπόρευση φιλαρχίας  και εθνικής μειοδοσίας/αντιπατριωτισμού είναι ο θανάσιμος εχθρός, κατά Χέγκελ, της κοινωνικής ηθικότητας, δηλ. της πολιτείας.  



9 σχόλια:

  1. Όταν γράφετε Werke 7 εννοείτε τον ''Band 7 - Jenaer Systementwürfe II'' στο Gesammelte Werke;

    http://www.ruhr-uni-bochum.de/philosophy/hegeledition_de/works/works.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δημ. Τζωρτζόπουλος30 Ιανουαρίου 2018 - 12:11 π.μ.

    εννοώ τον τόμο 7 στην έκδοση: Werke in zwanzig Bänden Suhrkamp Verlag.
    Στα Gesammelte Werke είναι τόμοι 14.1-14.2.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Οι θεωρίες περί πολέμου είναι σίγουρα ενδιαφέρουσες...
    Γνωρίζετε τη θεωρία πολέμου του Π. Κονδύλη, που, από όσο διαβάζω θεωρείται πλέον κλασική; Αν ναι, πιστεύετε πως διαφέρει από αυτήν του Χέγκελ; Ίσως να μπορούσατε να με βοηθήσετε σχετικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δημ. Τζωρτζόπουλος4 Φεβρουαρίου 2018 - 2:00 μ.μ.

    1. Η θεωρία του Κονδύλη για τον πόλεμο είναι μεν σημαντική σύλληψη δεν είναι όμως η ίδια με αυτή του Χέγκελ ούτε κλασική. Κυρίως πραγματεύεται το φαινόμενο του πολέμου ως πολιτικο-ιστορικό φαινόμενο και όχι λιγότερο κοινωνιολογικά, επιχειρώντας να ξανασκεφτεί τη θεωρία πολέμου του Clausewitz και με άλλα θεωρητικά δεδομένα, όπως είναι η σχετική θεωρία πολέμου σε επίπεδο ιστορικού υλισμού (=Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν), αλλά και ιστορικά δεδομένα: περίοδος ψυχρού και θερμού πολέμου.
    2. Ο Χέγκελ σκέφτηκε το φαινόμενο του πολέμου φιλοσοφικά: με βάση τη διαλεκτική του πνεύματος στο επίπεδο του πολιτικού ρόλου του, της πολιτικής του εμφάνισης και δράσης: ο πόλεμος ως ενεργοποίηση της παθητικής, της καθεύδουσας ή της βυθισμένης συνείδησης μέσα στη πλήξη και την ιδιοτέλεια της ατομικότητάς της ή της συλλογικής της αδρανοποίησης [=κοινωνία, κράτος]. Δεν ασχολήθηκε με συγκεκριμένες περιπτώσεις πολέμου, ιστοριογραφικά εξεταζόμενες, όπως στη πρώτη περίπτωση, παρά αποκλειστικά εννοιολογικά, που σχετίζεται με την ουσία του πολέμου ως τέτοιου: είτε θερμού είτε ψυχρού είτε ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. 1. Α οκ, οπότε βρίσκεται σε κάποιο 2ο επίπεδο, πίσω από την 1η εξέταση των πραγμάτων. Πάντως ο Κονδύλης μου φαίνεται πως δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση σε φιλόσοφους τύπου Χέγκελ.

    2. Ε ναι, κλασικός Χέγκελ δηλαδή. :)

    Ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημ. Τζωρτζόπουλος5 Φεβρουαρίου 2018 - 11:50 μ.μ.

    1. Η φιλοσοφική εξέταση των πραγμάτων, η πρώτη κατά τη Λογική και δια-Λογική της ουσία, όπως αναφέρετε, εννοείται πως δεν συγκρίνεται με μια από πολλές μεθερμηνεύσεις, στο πλαίσιο της ιστορίας των ιδεών, όπως είναι π.χ. του Κονδύλη.
    2. Η σχέση του Κονδύλη με τον Χέγκελ δεν είναι απόλυτα αρνητική, αλλά διαφορετική, ως προς την εκτίμηση, με την έννοια που το θέτετε και εσείς. Αυτό δεν σημαίνει πως είχε δίκαιο.
    3. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον Καστοριάδη: όχι σπάνια επιτίθεται π.χ. στον Πλάτωνα, στον Χέγκελ, στον Χάιντεγκερ κ.α., με σοφιστικό εν πολλοίς τρόπο και διόλου ερμηνευτικό/αποδεικτικό. Στο τέλος καταλήγει να επαναλαμβάνει σκέψεις των φιλοσόφων που χαρακτηρίζει "ανόητους" και να τις παρουσιάζει ως δικές του "μοναδικές ανακαλύψεις". Όποιος θέλει να ερμηνεύσει και να κατανοήσει βαθιά έναν φιλόσοφο, έστω κι αν αντιτίθεται ριζικά, δεν χρησιμοποιεί υβριστική γλώσσα. Η ύβρις είναι τεκμήριο αδιέξοδης "σκέψης".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. 1. Φαντάζομαι πως ο Κονδύλης θα θεωρούσε τη δική του (ή άλλες σαν τη δική του) πρώτη, όσο για του Χέγκελ, δε γνωρίζω την άποψή του, αλλά υποθέτω πως δε θα ήταν ιδιαίτερα καλή.

    2. Μα από τη στιγμή που ο Κ. απέρριπτε τη μεταφυσική, πώς είναι δυνατόν να έτρεφε εκτίμηση προς τον Χέγκελ; Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να γινόταν αυτό αν τον έβλεπε στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, μα δε νομίζω πως τον θεωρούσε κάποιον μεγάλο διαχρονικό φιλόσοφο - όπως τον βλέπω εγώ - αλλά μάλλον θύμα του ρεύματος της εποχής εκείνης.

    3. Όλα αυτά που λέτε είναι μεγάλα και πάντα καίρια ζητήματα, συσχετιζόμενα βέβαια με τη θεωρία πολέμου, σε διαπροσωπικό όμως επίπεδο. Θα έλεγα πως όλοι μας οι άνθρωποι, νάνοι ή γίγαντες έχουμε γίνει τόσο θύματα όσο θύτες ύβρεων. Δε χρειάζεται να ψάξει κανείς ιδιαίτερα, μια μικρή αναζήτηση στο διαδίκτυο βγάζει αυτό ας πούμε:

    http://flavorwire.com/469065/the-30-harshest-philosopher-on-philosopher-insults-in-history

    Ακόμη κι ο Σωκράτης, όπως φαίνεται στον διάλογο "Γοργίας", όπου ξεφτιλίζει τον κατά πολύ μεγαλύτερό του γέροντα σοφιστή, προκαλώντας έτσι την έντονη αντίδραση των ευρισκομένων Πώλου και Καλλικλή νομίζω.

    Αυτό που λέτε εδώ σχετικά με την επανάληψη, θυμάμαι πως το έλεγε κι ο Κονδύλης για τον Χαίντεγκερ, στη κριτική που του έκανε για το Είναι και Χρόνος.

    Τέλος, τι να πούμε για τον Νίτσε, αυτός κι αν διεξήγαγε πόλεμο προς πάντων, με ύβρεις και ειρωνείες, αφού ήταν της άποψης πως στον έρωτα και τον πόλεμο όλα επιτρέπονται. Δεν κάθησε να γράψει θεωρία πολέμου, φαντάζομαι πως τον ζούσε τον πόλεμο και τον περιέγραφε από μέσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δημ. Τζωρτζόπουλος6 Φεβρουαρίου 2018 - 9:33 π.μ.

    1. Ο Κονδύλης, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν του μεγέθους του Χέγκελ.
    2. Μεταφυσικά σκέπτονται όλοι οι φιλόσοφοι, γενικότερα οι διανοητές, μηδέ εξαιρουμένων και των ποιητών. Και στο έργο του Κονδύλη υπάρχει είδος μεταφυσικής.
    3. Ανάλογα δηλαδή τι εννοεί κανείς με τη μεταφυσική.
    4. Ό,τι καταμαρτυρεί ο ίδιος ο Κονδύλης στον Χάιντεγκερ, εκεί που εκφέρει κρίση για το Είναι και Χρόνος, είναι ουσιαστικά ένα είδος κριτικής αυτο-ανάγνωσης της δικής του σκέψης, πέρα από τις αναφορές του στις λέξεις και έννοιες που χρησιμοποιεί ο Χάιντεγκερ στο εν λόγω έργο.
    5. Ύβρις: νοείται φιλοσοφικά και όχι όπως συμβαίνει στην καθημερινότητα ακατέργαστων πολιτικών. Δηλαδή: η ερμηνεία δεν παρακολουθεί την εσωτερική εξέλιξη της σκέψης του ερμηνευόμενου φιλοσόφου, παρά μόνο κατατίθεται ως ένα άθροισμα εξωτερικών κρίσεων ή αποφάνσεων.
    6. Όσο για τον Νίτσε ήταν ο πιο διεισδυτικός φιλόσοφος και, όπου συμβαίνει όπως λέτε, προκύπτει από την ικανότητά του να διακρίνει την εσωτερική εξέλιξη του πράγματος, προτού ακόμα προχωρήσει σε ανάλυση και ερμηνεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. 1. Κι εγώ αυτό πιστεύω, αλλά βέβαια η εικόνα που είχε ο Κονδύλης για τον εαυτό του ήταν άλλη.
    2. Εκτός από τους θετικιστές φιλόσοφους αλλά δεν ξέρω αν μπορούμε να τους αποκαλέσουμε φιλοσόφους αυτούς. Όπως και να 'χει, νομίζω πως ο Κονδύλης περιέγραψε όσο κανείς άλλος την κατάσταση, τα προβλήματα με τη μεταφυσική, και μετά, αντί να βουτήξει μέσα, γύρισε να φύγει. Να, ας πούμε όπως πολύ ωραία γράφει εδώ:

    http://eranistis.net/wordpress/2016/02/09/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1/

    "Το μυστικό στοιχείο που βρίσκεται στην απαρχή της σκέψης, αποτελώντας τη συγκινησιακή της πηγή, είναι, βέβαια, και αυτό ανορθολογικό, ωστόσο πρέπει να διακρίνουμε αυστηρά το ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική από το ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική έννοια του όρου".

    Δεν ήταν μάλλον των συν-κινήσεων. Και είναι ίσως ειρωνικό, αλλά όποιος θέλει να μάθει για αυτά τα μεταφυσικά, καλύτερα είναι να μελετήσει Κονδύλη παρά κάποιον άλλον καθαρό μεταφυσικιστή φιλόσοφο, έχω την εντύπωση.

    3. Ναι, γιατί είναι πολύ δύσκολη έννοια, από τις δυσκολότερες, δε νομίζω άλλωστε πως υπάρχει κανείς που να γνωρίζει τι ακριβώς είναι η μεταφυσική, αλλά αυτό είναι και το θέμα μας, το να μάθουμε δηλαδή.

    5. Καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε, για την εσωτερική συνέπεια της σκέψης, οτιδήποτε έχει να πει κανείς, εμπρηστικώς, ειρωνικώς ή υβριστικώς για αυτήν όταν δεν υφίσταται - όταν δε δείχνει την εσωτερική της συνέπεια δηλαδή - τότε λέμε πως δεν είναι ύβρις. Αλλά δεν ξέρω, ίσως κι αυτό να είναι μια μορφή ύβρεως, σε κάποιο θεμελιώδες υπαρξιακό/οντολογικό επίπεδο.

    6. Όσον αφορά στη θεωρία πολέμου, μήπως γνωρίζετε, μιας και είστε κατά πολύ περισσότερο διαβασμένος και ενημερωμένος από εμένα, αν υπάρχει κάποιο βιβλίο διαπροσωπικής πολεμικής, φιλοσοφικό όμως, αλά Χέγκελ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή