Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Αριστοτέλης: φιλοσοφία και ζωή





Αριστοτέλης
384-323 π.Χ.
                                                                 

Προς τη φιλοσοφική ουσία της ζωής


§1

     Ι. Η αριστοτελική φιλοσοφία, πολυσχιδής και πολύπτυχη καθώς είναι, δεν αποτελεί άθροισμα προγραμματικών φιλοσοφικών προτάσεων, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να αναπαραγάγει εν είδει αντιγράφου. Δεν ανήκε στις προθέσεις του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλόσοφου να σχεδιάσει εκ των προτέρων εγκεφαλικά σχήματα, μέσα από τα οποία θα ατένιζε το σύμπαν και τον κόσμο. Απεναντίας, όλη η σκέψη του ξετυλίχτηκε ως μια ακατάπαυστη φιλοσοφική ανάγνωση της ζωής: ως μια φιλοσοφική μάθηση, που τελικά θα εξελισσόταν σε ερευνητική αναζήτηση της πρώτης φιλοσοφίαςˑ αυτής δηλαδή που μεταγενέστεροι σχολιαστές του αποκάλεσαν: Μετά τα φυσικά. Η πραγματεία Μετά τα φυσικά ονομάστηκε έτσι, γιατί κατατάχτηκε μετά την πραγματεία Φυσικά.


      ΙΙ. Από την πλευρά των περιεχομένων της ωστόσο αποτέλεσε μια πρώτη επιστημονική άρθρωση της φιλοσοφικής κατεύθυνσης, που σήμερα είναι γνωστή ως μεταφυσική. Γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονομάζει την τελευταία τούτη πρώτη φιλοσοφία; Πέραν του ότι ο όρος μεταφυσική ήταν άγνωστος στην εποχή του, με την πρώτη φιλοσοφία δίνει προτεραιότητα στη διερεύνηση των πρώτων αρχών ή της πρώτης αρχής του όντος. Η διερεύνηση αυτή, μεθοδολογικά, ακολουθεί δυο πτυχές. Πρώτα-πρώτα διασαφηνίζονται όροι και σημασίες τους, ώστε η προχωρητική διαδικασία να φωτίζει την αλήθεια και να επιτρέπει τη συγκρότηση εννοιώνˑ δεύτερο η σκέψη εκδιπλώνεται απορητικά και όχι δογματικά, γραμμικά. Έτσι η έννοια της αλήθειας αποκτά ουσιαστικό σημασιολογικό και όχι λιγότερο δια-νοηματικό περιεχόμενο: αποτελεί την αντικειμενική, υποστασιακή σταθερά της πραγματικότητας και συνάμα την εναρμονισμένη με τούτη την πραγματικότητα γνώση του υποκειμένου.

§2

     Ι. Πώς συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω η εν λόγω φιλοσοφία; Προχωρεί στην εξέταση θεμελιωδών εννοιών και στην εύρεση/ανακάλυψη, διασάφηση και αποτύπωση των καθολικών –και κοινών– χαρακτηριστικών που συνθέτουν την πραγματικότητα των όντων. Τούτο υποδηλώνει την πρόθεση του Αριστοτέλη να εισχωρήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας ως ενός όλου και να καταστήσει συναφώς τη φιλοσοφία πρωταρχικό και αδιάψευστο τρόπο βίωσης για τους ανθρώπους. Η ανθρώπινη ύπαρξη παύει έτσι να έρπει ανήμπορη μέσα στα θραύσματά της που πολλαπλασιάζονται αθώρητα και αντικρίζεται στην πληρότητα του Είναι της. Πλησιάζεται μέσα από την καθαρή θεωρία, τον θανάσιμο εχθρό του διανοητικισμού. Η διανοητική/εγκεφαλική γνώση συνιστά μια λογοκρατική θεώρηση του κόσμου, που εννοεί να είναι πνιγηρή και πλαστή: αποτελματώνει το ορέγεσθαι του ανθρώπου για γνώση, του αφαιρεί και το παραμικρό σκίρτημα χαράς και ευφορίας, τον αδρανοποιεί, τον ρίχνει σε έναν παραλυτικό μπλαζεδισμό, σε αφόρητη πλήξη και τον κλείνει ερμητικά στον εαυτό του.
   ΙΙ. Απέναντι σε μια τέτοια παραλυσία, ο Αριστοτέλης διατυπώνει το φιλοσοφικό αίτημα: να εξετάζονται οι πρώτες αιτίες και αρχές. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική σκέψη, η μεθοδικά οργανωμένη γνώση, δεν ασχολείται μονοσήμαντα και αποσπασματικά με το ένα ή το άλλο τεμάχιο του πραγματικού· αυτό το «έργο» το αφήνει για τους/στους διάσπαρτους σήμερα,  εντός και εκτός ελληνικών μορφωτικών ιδρυμάτων, επαγγελματίες στην «επιστημονική» τους φλυαρία, άκρως απαίδευτους φιλοσοφικά, πολύ «ικανούς» όμως για τις/στις μικροπολιτικές τους επιδόσεις. Απεναντίας, η αριστοτελικώς νοούμενη φιλοσοφική θεωρία και πράξη προβάλλει πολύ συγκεκριμένα και καλλιεργεί ένα είδος φιλοσοφικής-διαφωτιστικής μύησης: εισχωρεί σε μια ενοποιητική σύλληψη του χωρόχρονου και της ολότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όντα.

§3

     Ι. Όποιος συμβαίνει να εγκλωβίζεται μέσα στους συσσωρευμένους ογκόλιθους του διανοητικισμού, με την ελπίδα να φτάσει  στις κορφές του Ολύμπου, εάν ποτέ φτάσει εκεί, δεν θα βρει καμιά θεία βουλή, καμιά εκ θεών σωτηρία. Είναι ακριβώς, μέσω της ανώφελης ελπίδας, που αυτός ο διανοητικισμός, από την εποχή ακόμη του Ηράκλειτου, στερείται παντελώς την τέχνη του Λόγου και του στοχασμού και όσο υποφέρει από τούτη τη στέρηση, τόσο διεκδικεί μια απόλυτη κυριαρχία. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε περιβάλλοντα ζωής, καθυστερημένα κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά και πνευματικά, περίπου σαν αυτό της νεοελληνικής πραγματικότητας, όπου η ζωή των ανθρώπων, θεμελιωδώς στη σφαίρα των κατευθυνόμενων «διανοουμένων», είναι διαμελισμένη, ασύνταχτη, α-συν-εννόητη ως την έσχατη κατάπτωση κάθε όμορφου και ωραίου. 
     ΙΙ. Αχ, αυτή η ελπίδα!  Χωρίς συγκεκριμένα περιεχόμενα, χωρίς το αριστοτελικό τόδε τι αποβαίνει το πιο επικίνδυνο και υποχθόνιο φράγμα: εμποδίζει την ανθρώπινη ύπαρξη να αναπτύξει, εδώ και τώρα, το σύνολο των δυνατοτήτων δράσης της και να μετατοπιστεί στον ξάστερο ορίζοντα της οντολογικής θεώρησης του Eαυτού. Να γιατί και το καθημερινό νεοελληνικό ον, παγιδευμένο μέσα σε ανάλογο πολιτικο-κομματικό συρματόπλεγμα, επαληθεύει με την αγελαία στάση του τη ρήση του Νίτσε: «το θάρρος μέσα στο κόμμα: τα καημένα τα πρόβατα λένε στον αρχηγό τους: “μόνο να πηγαίνεις πάντα μπρος και σε μας ποτέ δεν θα λείψει το θάρρος να σε ακολουθούμε”. Ο καημένος ο αρχηγός λέει μέσα του: “μόνο να με ακολουθείτε πάντα και σε μένα δεν θα λείψει το θάρρος να σας οδηγώ”» (KSA 3, 256).
   ΙΙΙ. Τι υποδηλώνει λοιπόν η ως άνω οντολογική θεώρηση; Μια αναφορική σχέση νοήματος: το αποκλεισμένο ον εντός των συρματοπλεγμάτων, με τα οποία τον φιλοδωρεί ο διανοητικισμός, αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, την αληθινή του ύπαρξη, στο έξω ον, σε μια άλλη ενδοκοσμική πραγματικότητα, που θα συνιστά υπέρβαση της μαζικής συνείδησης και θα επιτρέπει στον Εαυτό να σκέπτεται εν ελευθερία τον εαυτό του: νοήσεως νόησις. Ό,τι υπάρχει τώρα δεν είναι ο ελαφρόμυαλος ισχυρισμός του υποκειμένου –πολιτικού, διανοητικού, επιστημονικού κ.λπ.– αλλά η επιτευχθείσα αντιστοιχία σκέψης και πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει πως όλη η φιλοσοφική ζήτησις προς το έξω ον, κατά την επίπονη ανέλιξή της, ερευνά την ουσία που δηλώνει τι είναι το τόδε τι, την ουσία δηλαδή ως το κατ’ Αριστοτέλη υπο-κείμενο, ως αυτό που υφίσταται σταθερά και συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ιδιότητες, που κάνουν το συγκεκριμένο ον να είναι ον. Αυτή η ουσία ως υποκείμενο, με σημερινούς όρους, είναι η υπόσταση. Με τούτο το νόημα και ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος γράφει: «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι μόνο ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο» (Φαινομενολογία του πνεύματος, εκδ. Δωδώνη, §17). Δηλαδή εσωτερική διαλεκτική, ήτοι αλληλο-νοηματοδότηση, υπόστασης και υποκειμένου.



















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου