Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Πλάτων: η θεωρία των Ιδεών και η ανθρώπινη ύπαρξη


ΠΛΑΤΩΝ

427–347 π.Χ

 

Τι είναι η θεωρία των Ιδεών;

1. Ο ΠΛΑΤΩΝ πίστευε ακράδαντα σε εκείνο που μπορεί κανείς γενικώς να ονομάσει ορθολογική τάξη. Χωρίς αυτή την ορθολογική τάξη ο κόσμος θα ήταν ένα απέραντο χάος. Είναι επομένως σημαντικό να προσπαθεί κανείς να σκεφτεί την ορθολογική τάξη και να εξοικειωθεί με αυτήν. Διακρίνοντας την ανάγκη μιας τέτοιας σκέψης, ο φιλόσοφος επιχειρεί φυσικά να γνωρίσει την ορθολογική τάξη με όρους γνώσης των διαφόρων συστατικών μερών της. Έτσι κρίνει απαραίτητο να γνωρίσει το κάλλος, τη δικαιοσύνη, το αγαθό, την ισότητα και όλα τα άλλα πράγματα, που αποτελούν συστατικά της ορθολογικής τάξης, με κριτήριο την ικανότητα να πει κανείς τι είναι το ένα και το άλλο. Έτσι για κάθε συγκεκριμένο πράγμα, όπως τα παραπάνω και άλλα πολλά, δεν αρκεί ένας απλός ορισμός αλλά χρειάζεται να μπορούμε να πούμε τι είναι το Είναι του. Και τούτο, διότι η ορθολογική τάξη είναι έργο του ίδιου του σκέπτεσθαι και ορισμένως τίθεται πάνω από την πραγματική τάξη της φύσης. Τούτη η φυσική τάξη, με άλλα λόγια, είναι προϊόν των αρχών της εν λόγω ορθολογικής ή έλλογης τάξης, των αρχών προς τις οποίες στρέφεται με όλη τη δύναμή του ο ανθρώπινος νους για να τις γνωρίσει. Ο Πλάτων δείχνει πως ήταν προετοιμασμένος να παρουσιάσει, κατά την πορεία της στοχαστικής του δραστηριότητας, αυτές τις αρχές, δηλαδή τις αμετάβλητες Ιδέες κατά τρόπο που οι ερμηνευτές του να μιλάνε για τη θεωρία των Ιδεών.

2. Όταν γίνεται λόγος για τη θεωρία των ιδεών, ουσιαστικά γίνεται λόγος για τον κορμό, τον πυρήνα της πλατωνικής φιλοσοφίας, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιο πλατωνικό έργο που πραγματεύεται αποκλειστικά το θέμα των Ιδεών. Απεναντίας σε όλο σχεδόν το έργο του Πλάτωνος βρίσκουμε διεργασίες και επεξεργασία των Ιδεών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στους πρώιμους διαλόγους, όπως π.χ. στον Ευθύφρονα, τον Λάχη, τον Λύσι, τον Χαρμίδη, τον Ιππία Μείζονα,  βρίσκουμε ίχνη της σκέψης του φιλοσόφου περί της Ιδέας. Η αποκορύφωση όμως βρίσκεται σε κύρια μέρη του Φαίδωνος, του Φαίδρου, της Πολιτείας, του Παρμενίδη, του Σοφιστή κ.λπ. Βασικό γνώρισμά της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι η διάκριση ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και στον κόσμο του Είναι. Ο πρώτος κόσμος είναι ο αισθητός κόσμος που βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή και δεν διακρίνεται για καμιά σταθερότητα, σε σημείο που να κομματιάζει το ανθρώπινο Είναι και να σκορπάει την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε ένα ζοφερό χάος. Ο κόσμος του Είναι:  είναι προσιτός στη νόηση και είναι αιώνιος και αμετάβλητος. Δεν είναι ορατός με τις αισθήσεις (Πολιτεία 509d), καθώς ουδείς ποτέ είδε το Ωραίο ή το Αγαθό με τα μάτια του (Φαίδων 65d). Οι Ιδέες ενσαρκώνουν το καθαρό Είναι, τη μοναδική εκάστοτε αληθινή και ενεργώς πραγματική  ρεαλιστική πραγματικότητα.  Γενικώς ειπείν, η θεωρία των ιδεών δεν απορρίπτει τον ένα κόσμο για χάρη του άλλου, αλλά υπερβαίνει τον έναν, διέρχεται δηλαδή μέσα από τον κόσμο του γίγνεσθαι για να προχωρήσει πέρα απ’ αυτόν, προς το αληθές αυτό καθεαυτό, προ την αναλλοίωτη Ιδέα των πραγμάτων. Με εγελιανή ορολογία, η εν λόγω θεωρία πραγματοποιεί τη διαλεκτική πεπερασμένου και απείρου.

3. Η πλατωνική  θεωρία των δύο κόσμων θα μπορούσε να εκληφθεί, κατά κάποιο τρόπο, ως σύνθεση και περαιτέρω ανάπτυξη βασικών αρχών της φιλοσοφίας του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου: α) ο ελεατικός κόσμος του Είναι. β) Ο κόσμος της αέναης μεταβολής του Ηράκλειτου. Κατά τον Παρμενίδη: α) το ον είναι εν και ομοιογενές. β) είναι προσιτό μόνο στο νου. γ) απέναντι στο εν του νοείν κείτεται η πολλαπλότητα των φαινομένων. Ο Παρμενίδης, όπως και οι άλλοι Προσωκρατικοί, έθεσαν μάλλον το πρόβλημα κατά τον Πλάτωνα παρά το έλυσαν.   Το πλατωνικό πρόβλημα μπορεί να διατυπωθεί συνοπτικά ως εξής: πώς το ον, ενώ είναι ένα, είναι συνάμα και πολλά; Τι οδήγησε τον Πλάτωνα στη διάκριση αυτών των δύο κόσμων; Κατά τον Αριστοτέλη, ο Πλάτων ξεχώρισε τις ιδέες [=τον κόσμο του Είναι] ως αντικείμενα γνώσης, αντικείμενα αυτής καθεαυτήν της σκέψης από τον κόσμο της αίσθησης, διότι τα αισθητά πράγματα υπόκεινται σε διαρκή μεταβολή και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του επιστητού. Ως προς τις γνωσιολογικές και οντολογικές καταβολές της πλατωνικής θεωρίας των δύο κόσμων, ο Πλάτων, όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης, προσδιορίζει ή χαρακτηρίζει τον κόσμο της αίσθησης με όρους της ηρακλείτειας θεωρίας.

4. Αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει τον Πλάτωνα να απορρίψει την ηρακλείτεια θεωρία στην κύρια εκδοχή της, σύμφωνα με την οποία όλα κινούνται με όλους τους τρόπους ταυτόχρονα. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Πλάτων ενάντια σε τούτη τη θεωρία είναι ότι η τελευταία αυτο-αναιρείται. Συγκεκριμένα: αν η ηρακλείτεια θεωρία ισχύει, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ιδιότητα ενός πράγματος, αφού την ίδια στιγμή που θεωρούμε ότι μια ιδιότητα υπάρχει, την αναιρούμε ως μη υπάρχουσα, καθώς όλα κινούνται. Αυτή εξάλλου η θέση του Ηράκλειτου αίρει τη δυνατότητα της γλώσσας και επομένως δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί γλωσσικά. Τα πράγματα έχουν μια σταθερή ουσία, πάνω στην οποία βασίζεται η λειτουργία της γλώσσας και η εκδίπλωση της σκέψης. Είναι, με άλλο τρόπο, οι λόγοι, που επιτρέπουν τη διερεύνηση της ως άνω σταθερής ουσίας, την ενατένιση των Ιδεών. Στις Ιδέες δεν φτάνουμε ποτέ (Πολιτεία 596b) ούτε μπορούμε να τις κάνουμε κτήμα μας μέσα από οποιαδήποτε διεργασία. Δεν υπάρχουν μέσα μας, ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή μας, αλλά ενδημούν στον υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 247d). Αυτό που μπορούμε να επιτύχουμε, είναι να τις σκεφτούμε με καταφυγή στους λόγους.  Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον δεύτερο πλου, για τον οποίο μιλάει ο Σωκράτης/Πλάτων στον Φαίδωνα:

 

«Θέλεις, Κέβη, να σου πω πως ετοίμασα τον δεύτερο πλού για την αναζήτηση της αιτίας … Σκέφτηκα λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, αφού κουράστηκα να μελετώ τα όντα [=τα υπάρχοντα πράγματα], πως θα έπρεπε να προσέξω μήπως πάθω αυτό που παθαίνουν όσοι παρατηρούν και εξετάζουν τον ήλιο στη διάρκεια μιας έκλειψης· διότι ορισμένοι, όπως είναι γνωστό, χαλούν τα μάτια τους, αν δεν προνοούν να κοιτάξουν την εικόνα του ήλιου μέσα στο νερό ή σε κάτι παρόμοιο. Kάτι τέτοιο σκέφτηκα και εγώ και φοβήθηκα μήπως τυφλώσω εντελώς την ψυχή μου, κοιτάζοντας τα πράγματα με τα μάτια μου και προσπαθώντας να τα αγγίζω με όλες τις αισθήσεις μου. Μου φάνηκε λοιπόν πως έπρεπε να καταφύγω στους λόγους και μέσα σ' αυτούς να εξετάσω την αλήθεια των πραγμάτων» (Φαίδων 99 c9-e6).

 

5. Οι ιδέες μας παραπέμπουν στα ιδεατά νοήματα, με τη βοήθεια των οποίων σκεπτόμαστε και μιλούμε για τον κόσμο.  Επειδή στον κόσμο της εμπειρίας δεν υπάρχουν πράγματα σταθερά και αναλλοίωτα, τα αντικείμενα της γνώσης, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, θα πρέπει να ανήκουν σε ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν της εμπειρίας. Αυτός ο διαφορετικός κόσμος είναι ο υπερβατικός κόσμος. Ο φιλόσοφος θεμελιώνει τη Μεταφυσική ως θεωρία του υπερβατικού, το οποίο διακρίνεται από το υπερβατολογικό. Το υπερβατικό αφορά το σύνολο έσχατων αρχών, οι οποίες θεμελιώνουν το αισθητό ον  πέρα από την εμπειρία. Αποτελούν τον αποχρώντα και αληθή λόγο του. Το υπερβατολογικό, από την πλευρά του, βρίσκεται κι αυτό πέραν της σφαίρας της εμπειρίας και είναι σύνολο των έσχατων αρχών, οι οποίες καθιστούν την εμπειρία δυνατή. Το υπερβατολογικό όμως δεν είναι ον, όπως είναι το υπερβατικό. Στον Φαίδωνα ο Πλάτων τονίζει ότι εγκατέλειψε τη σφαίρα των αισθητών πραγμάτων, για να μεταβεί στη σφαίρα του υπερβατικού, στους ως άνω λόγους, όπου βρίσκεται η αλήθεια των όντων. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως στον Φαίδωνα οι Ιδέες διερευνώνται με βάση τη μεθοδο-λογική τους αναγκαιότητα. Για παράδειγμα όταν κανείς βλέπει κάποιο έργο ενός δημιουργού [=καλλιτέχνη, φιλοσόφου κ.λπ.), φέρνει στο μυαλό του τον άνθρωπο ή το αντικείμενο, που παριστάνεται ή συζητείται κ.λπ. Όταν κανείς βλέπει, ας πούμε, μια λύρα, φέρνει στο μυαλό του τον άνθρωπο που έπαιζε ή έπαιξε.

6. Πώς κατανοούνται οι λόγοι; Αν λάβουμε υπόψη τη συγγενική ετυμολογική τους σχέση με το λογίζεσθαι και συλλογίζεσθαι, μπορούμε να τους συνδέσουμε, σε ένα γενικό επίπεδο, με τη σκέψη και τη γλώσσα και σε ένα πιο ειδικό με τις έννοιες, τις κρίσεις, τα επιχειρήματα, τους ορισμούς, τους στοχασμούς/λογισμούς. Εφόσον οι λόγοι έχουν για αντικείμενό τους τις Ιδέες, καθιστούν τη γνώση των αισθητών πραγμάτων δυνατή. Λέει ο Σωκράτης στο Φαίδωνα: αν θέλουμε να γνωρίσουμε στ’ αλήθεια τα επί μέρους όντα, πρέπει η ψυχή μας να αρχίσει να συλλογίζεται, αποχαιρετώντας το σώμα. Στον Πλάτωνα απαντούν ισχυρά επιχειρήματα προς ανάλυση και κατανόηση της θεωρίας των ιδεών και συνυφαίνονται με το ίδιο το έργο της διαλεκτικής επιστήμης (Σοφιστής 253d), που έχει ως βάση της τις Ιδέες.. Δυνάμει της διαλεκτικής, αυτός που φιλοσοφεί αληθινά ξέρει να χωρίζει τις Ιδέες και να τις ξεχωρίζει ιεραρχικά, αλλά και να τις αναμειγνύει (Σοφιστής 253c κ.εξ.). Πρόκειται για τη διαλεκτική μέθοδο της διαίρεσης και της συναγωγής, για την οποία ο φιλόσοφος μιλάει με περισσή ακρίβεια και στον Φαίδρο. Επίσης στο έργο του Παρμενίδης αναφέρει σχετικά πως η ύπαρξη των Ιδεών κρίνεται αναγκαία, διότι όποιος την απορρίπτει ακυρώνει τη δυνατότητα του διαλέγεσθαι. Κάθε εγχείρημα ακύρωσης της θεωρίας των ιδεών προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την παραδοχή της ύπαρξής τους, καθώς με αυτές διασφαλίζεται η συνάφεια νοείν-λέγειν-Είναι.

7. Η συλλογιστική του Πλάτωνος για την αναγκαιότητα της ύπαρξης των Ιδεών έχει δυο πλευρές: α) μια γνωσιο–λογική και β) μια σημασιο-λογική.

α) Γνωσιο–λογική: η γνώση των πραγμάτων προϋποθέτει τη γνώση των Ιδεών. Δηλαδή η γνώση των Ιδεών προηγείται και είναι αναγκαία για να γνωρίσουμε τα πράγματα.  Π.χ: για να μπορώ να πω ότι το χ είναι κ, χρειάζεται να γνωρίζω ήδη τι είναι το κ, δηλ. να γνωρίζω αυτό που είναι το ον, το πράγμα, να γνωρίζω, με άλλα λόγια, την ουσία, την Ιδέα του. Στον πρώιμο διάλογό του Ευθύφρων επισημαίνει ήδη αυτή τη λειτουργία των ιδεών, όπως δείχνει και το παρακάτω κείμενο:

 

«Αυτήν λοιπόν ακριβώς την Ιδέα εξήγησέ μου την, τι πράγμα είναι, για να την έχω πάντα υπόψη μου και να την χρησιμοποιώ ως υπόδειγμα ώστε ό,τι μεν συμφωνεί με όσα εσύ ή κανείς άλλος κάμνει, να λέω ότι είναι όσιο, και ό,τι δεν συμφωνεί, να λέω ότι δεν είναι όσιο».

 

Το πιο χαρακτηριστικό, το πιο σπουδαίο στον Πλάτωνα είναι ότι δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο, δεν γνωρίζει ούτε προϋποθέτει κάτι εδώ και τώρα που μπορεί να αποτελεί αξίωμα, έτσι ώστε να μη χρειαζόμαστε κανενός είδους απόδειξη. Για κάθε θέση, έκφραση, πρόταση ο φιλόσοφος θεωρεί αναγκαία μια αποδεικτική, ακριβέστερα παραγωγική διαδικασία και καμιά επαγωγική. Η πρώτη διαδικασία λαμβάνει όχι σπάνια τον χαρακτήρα της υπόθεσης, όπως π.χ. στον Φαίδωνα και σε άλλα πλατωνικά κείμενα, και γι’ αυτό σε κάθε δια-λογική επικοινωνία, σε κάθε συνομιλία, όπως φαίνεται και στο ως άνω κείμενο, η Ιδέα δεν λειτουργεί ως αξίωμα παρά ως ένα υπόδειγμα ή μέτρο, με βάση το οποίο αποτιμάται εάν τα όσα λένε οι συνομιλητές για το όσιο συμφωνούν με την Ιδέα του, δηλαδή με αυτό που το όσιο είναι όσιο και όχι κάτι άλλο.

8. Γενικότερα λοιπόν η Ιδέα είναι το κριτήριο για το εάν ένα πράγμα ή μια πράξη έχει μια ορισμένη ιδιότητα ή όχι, αν π.χ. ένα α είναι κόκκινο ή αν μια πράξη είναι δίκαιη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η γνώση των Ιδεών καθιστά δυνατή τη γνώση των πραγμάτων. Η γνώση δεν έχει για μοναδικό ή αποκλειστικό της στήριγμα την αίσθηση. Με την αίσθηση προσλαμβάνουμε το επί μέρους ον, το μερικό, όχι όμως και την ουσία του, δηλαδή όπως είναι καθεαυτό. Για να το γνωρίσουμε αληθινά, πρέπει να το σκεφτούμε (λογίζεσθαι) μέσα από ολοκληρωμένες έννοιες, μέσα από γνήσια κατηγορήματα, δηλαδή πρέπει να καταφύγουμε στους λόγους, όπως προαναφέραμε. Τα κατηγορήματα αυτά δεν μας τα δίνει η αίσθηση, γιατί είναι νοητά, ανήκουν δηλαδή στον κόσμο των Ιδεών. Ως νοητά δεν υπόκεινται σε μεταβολή και μας δίνουν έγκυρη γνώση, ενώ η αίσθηση δεν μας δίνει έγκυρη γνώση, γιατί τα αισθητά –που αποτελούν το αντικείμενό της– στερούνται σταθερότητας. Το αντικείμενο, δηλαδή οι ιδέες που παραμένουν αμετάβλητες είναι αυτές που διασφαλίζουν την καθολική εγκυρότητα της γνώσης. Δεν είναι το υποκείμενο με τη νεωτερική σημασία του γνωστικού Εγώ. Από την παραπάνω θέση του Πλάτωνος προκύπτει το αισθητό αντικείμενο, δηλαδή το αντικείμενο που προσλαμβάνεται δια των αισθήσεων και ανήκει στην αισθητή πραγματικότητα μας οδηγεί σε πλάνη, σε ψευδείς κρίσεις. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο στο έργο του Τίμαιος ο Πλάτων χαρακτηρίζει τη θεωρία που παρουσιάζει εκεί για το φυσικό κόσμο ως δαξασία (δόξαεκότα), όχι ως επιστήμη. Εδώ θέτει το πρόβλημα της a priori [=εκ των προτέρων] γνώσης, δηλαδή προϋποθέτει τη γνώση των Ιδεών.

9. Θέτοντας λοιπόν αυτό το πρόβλημα γίνεται ο πατέρας της θεμελιώδους διάκρισης στη φιλοσοφία ανάμεσα στο a priori και το a posteriori [=εκ των υστέρων] στοιχείο της γνώσης. Το a priori στον Πλάτωνα έχει το χαρακτήρα ενός αιτήματος: πρέπει να υπάρχει γνώση a priori, γιατί η αίσθηση έχει μόνο τον αισθητό κόσμο ως αντικείμενο. Αυτός ο κόσμος είναι ασταθής, μεταβλητός, είναι κόσμος του γίγνεσθαι που ανήκει στην περιοχή της δόξας, δηλαδή της γνώμης, και όχι της επιστήμης. Η επιστήμη είναι έγκυρη γνώση και ως a priori γνώση διακρίνεται για την καθολικότητά της, αλλά και την αναγκαιότητά της. Επομένως πρέπει να υπάρχει ένας αιώνιος κόσμος και μια γνωσιακή  πρόσβασή μας σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτή η γνωσιακή πρόσβαση είναι και πρέπει να είναι η επιστήμη, η έγκυρη γνώση. Καθολική εγκυρότητα της γνώσης σημαίνει τρία πράγματα:

α) εγκυρότητα για όλα τα υποκείμενα

β) εγκυρότητα στο χρόνο

γ) εγκυρότητα για όλα τα αντικείμενα

Ποιος διασφαλίζει την καθολική εγκυρότητα της γνώσης; Οι Ιδέες. Αυτές έχουν εγκυρότητα για όλα τα υποκείμενα· δεν γνωρίζουν τη γένεση και τη φθορά –είναι αεί όντα– και έχουν κύρος για όλα τα εμπειρικά αντικείμενα, γιατί τα τελευταία οφείλουν το Είναι τους το οφείλουν στις Ιδέες (μέθεξις=μετοχή-συμμετοχή του εν λόγω Είναι στις Ιδέες), όπως δείχνει και το παρακάτω κείμενο από τον Παρμενίδη (132d) του Πλάτωνος: 


«Μου φαίνεται πως η καλύτερη εξήγηση είναι η εξής: ενώ αυτές οι Ιδέες μοιάζουν με αρχέτυπα που υπάρχουν στη φύση [των πραγμάτων], άλλα πράγματα έχουν μια ομοιότητα με αυτά και είναι έκτυπά τους. Επιπλέον, η μέθεξη τούτη των άλλων πραγμάτων στις Ιδέες δεν έχει άλλη εξήγηση από αυτήν: είναι τα απεικάσματά τους, τα ομοιώματα των Ιδεών».

10. Ως προκύπτει, οι Ιδέες ενυπάρχουν στο Είναι, δηλαδή στη φύση των πραγμάτων, και αποτελούν υποδειγματικά πρότυπα, με τα οποία μοιάζουν τα υπόλοιπα αισθητά όντα, είναι δηλαδή απομιμήσεις των Ιδεών. Αυτά τα όντα λοιπόν μετέχουν με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με τον τρόπο της ομοιότητάς τους προς τις Ιδέες, στις Ιδέες τούτες. Στον Θεαίτητο ο Πλάτων παραβάλλει την ψυχή  με κέρινο εκμαγείο

 

«πάνω στο οποίο αποτυπώνουμε ό,τι θέλουμε να κρατήσουμε στη μνήμη μας από όσα βλέπουμε ή ακούμε ή από μόνοι μας σκεπτόμαστε, όμοια όπως αποτυπώνουμε εικόνες σε δακτυλίδια».

 

Η πλατωνική Ιδέα, με βάση αυτό το πλαίσιο, μπορεί να συγκριθεί με τη χαραγμένη σε μια σφραγίδα παράσταση. Άμα η σφραγίδα τοποθετηθεί πάνω σε μαλακό κερί, θα αφήσει πάνω του έκτυπα απεικονίσματα της παράστασης που έχει χαραχθεί. Τα έκτυπα αυτά απεικονίσματα ο Πλάτων τα παραβάλλει με τα σταθερά όντα: όπως από τη χαραγμένη στη σφραγίδα παράσταση, που είναι μία, μπορεί να προέλθει απεριόριστο πλήθος αποτυπωμάτων πάνω στο κερί, έτσι και από την επίδραση της Ιδέας, που είναι μία, στην ύλη μπορεί να προέλθει άπειρο πλήθος αισθητών όντων. Τα αισθητά προσλαμβάνουν τη μορφή τους από την Ιδέα, παρότι η τελευταία έχει διαφορετική υπόσταση απ’ αυτά. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο φιλόσοφος θεωρεί πως οι Ιδέες είναι οι αιτίες της ύπαρξης των όντων, όπως έδειξε και ο δεύτερος πλους του Σωκράτη στον Φαίδωνα.

11. Τα αισθητά όντα τείνουν να ταυτισθούν με τις Ιδέες, αλλά σε κάθε περίπτωση παραμένουν κατώτερα. Οι Ιδέες είναι τα όντως όντα, όπως μας λέει στον Φαίδωνα:

 

«Αυτά [τα αισθητά όντα] κατέχονται από μια τάση να είναι σαν την απόλυτη ισότητα [=Ιδέα], αλλά είναι κατώτερά της […]. Στον αισθητό κόσμο ως ίσα τείνουν να φτάσουν στην απόλυτη ισότητα, αλλά συγκριτικά με αυτήν παραμένουν υποδεέστερα».

 

β) Σημασιο-λογική:

 

Θέτουμε ξανά το ερώτημα: γιατί είναι αναγκαία η ύπαρξη των Ιδεών; Επειδή η σημασιολογική λειτουργία των γλωσσικών εκφράσεων, μέσα από τις οποίες αναφερόμαστε στον κόσμο, δεν εξηγούνται διαφορετικά, όπως διαβάζουμε στον ίδιο διάλογο:

 

«Συνήθως δεχόμαστε ότι υπάρχει μια ορισμένη Ιδέα –μια σε κάθε περίπτωση– για κάθε σύνολο επί μέρους πραγμάτων, για τα οποία χρησιμοποιούμε το αυτό όνομα».

 

Όπως αναφέρει ο Πλάτων στον Σοφιστή, η συμπλοκή των ειδών/Ιδεών καθιστά δυνατό τον λόγο. Σε αντίθεση με τη ρήση του Παρμενίδη: μόνο το ον είναι νοητό, ενώ το μη ον δεν είναι, ο ύστερος Πλάτων υποστηρίζει ότι αυτή η ελεατική θέση αίρει τη γλώσσα και τη γνώση. Στην τελευταία φάση της φιλοσοφίας του ο Πλάτων κινείται προς μια διαλεκτική του Είναι και του μη-Είναι, μέσα από την οποία επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα  ανάμεσα στο νοητό βασίλειο των Ιδεών και τον αισθητό κόσμο. Το μη-ον δεν είναι το εναντίον του όντος, αλλά έτερον τι. Βάση της συμπλοκής των ειδών είναι η μίξη του Είναι και του μη-Είναι, της ταυτότητας και της διαφοράς. Τα όντα είναι δύο ειδών: το ορατό και το αόρατο. Τα ορατά είναι σύνθετα, μεταβάλλονται (υφίστανται αλλοίωση), τα δεύτερα είναι αμετάβλητα και πάντοτε διατηρούν κατά τον ίδιο τρόπο την ταυτότητά τους.

 

 

23 σχόλια:

  1. Αν κατάλαβα καλώς, συμπεραίνω την Ιδέα δια του πολλαπλού των αισθήσεων, όπως ακριβώς φτάνω στην ανάμνηση της γνώσης δια της αισθητής άγνοιας. Στην δεύτερη περίπτωση, είναι μέσω της αίσθησης των πραγμάτων, που ο δούλος στον «Μένωνα» διαπιστώνει πως διαθέτει ήδη τη γνώση τους (κάτι που δεν γνώριζε πως είχε μέσα του, αλλά που μέσω της αίσθησης - των σχημάτων που σκάρωνε στο χώμα ο Σωκράτης - αποδείχτηκε που η γνώση βρισκόταν ήδη μέσα του). Στην πρώτη περίπτωση, είναι μέσω της δυνατότητας των απείρων αλλαγών που επιδέχεται η αισθητή παράσταση του αντικειμένου (που το λέμε φαινόμενο) που συμπεραίνουμε την ουσία του αντικειμένου, δηλαδή την Ιδέα του (ή το νοούμενο, που υπόκειται του φαινομένου ως αιτία του) ως το μόνιμο υπόβαθρο όλων των αλλαγών. Την Ιδέα, ωστόσο, δεν μπορούμε να την κατακτήσουμε (να έχουμε παράστασή της και να ταυτιστούμε με αυτήν) αλλά μόνο να την συμπεραίνουμε. Είναι όμως οι αισθήσεις και συγκεκριμένα, το ελάττωμα τους πως είναι αισθήσεις, που μας οδηγούν στο ορθό (στην Ιδέα) επειδή ακριβώς δεν μπορούν να μας τη φανερώσουν, παρά μόνο τα άπειρα κακέκτυπά της. ΩΣτόσο είναι μέσω των κακέκτυπων, που αφυπνίζεται ο Λόγος, υποθέτοντας πως λογικώς, θα υπάρχει και αρχέτυπο.

    Ακόμα η ιδέα των συγκοινωνούντων δοχείων, ανάμεσα στο εν της έννοιας και στο πολλαπλό της αίσθησης, ως Εν, με διακατέχει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό που με διακατέχει είναι πως το Ένα, δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσω των άπειρων μεταμορφώσεών του, όπως ακριβώς οι άπειρες μεταμορφώσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο εξ αιτίας του Ενός.

      Διαγραφή
  2. Από την άλλη, ούτε η κατά φαντασίαν αίσθηση ή κατά υπόθεση έννοια του Ενός, με προσπορίζει με μια πλούσια παράσταση ή μια πλούσια έννοια πέραν αυτών του μοναδικού κενού (του απόλυτου μηδενός), αν δεν την αναλύσω στις άπειρες παραστάσεις και έννοιές του, ως Εν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν υπάρχει το Ένα, είναι επειδή έτσι ενώνεται το Δύο, αποκτώντας νόημα. Δεν έχει νόημα το Ένα να είναι μόνο του, αν δεν μπορεί να γίνει αριθμός, δηλαδή το δύο, το τρία, το τέσσερα κλπ. Όλοι οι αριθμοί είναι το ίδιο, πολλαπλάσια του Ενός, αλλά τι θα ήταν το Ένα, αν δεν μπορούσε να πολλαπλασιαστεί; Θα ήταν το τίποτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Από την άλλη, το αληθές του Λόγου, του Είναι κλπ. είναι πανέμορφα να τα διανοείται κανείς κι ας του ξεφεύγει και κάτι από την ολότητα ή κάνοντας και λάθη αναγκαία ή μη. Όχι μόνο πανέμορφα, αλλά και συγκλονιστικά. Πολύ, δε, χρήσιμα, όσον αφορά την ορθολογική ηθική. Ωστόσο η άτεγκτη αυστηρότητα του Λόγου που μπορεί να είναι αξιοθαύμαστη σε κάποιες εκφάνσεις της, μπορεί σε άλλες να είναι βασανιστική και καθόλου διεξοδική τόσο λειτουργικώς όσο και ηθικώς. Στην ιστορική πορεία του Λόγου, μπορούμε, αν μη τι άλλο, να χρεώσουμε κακή παιδαγωγική. Γνώμη μου είναι πως για να γίνει ο Λόγος πιο παιδαγωγικός, για να αφυπνιστεί σε περισσότερους και πληρέστερα, οφείλει να χρησιμοποιεί τα θαυμαστά έργα του που απευθύνονται στις αισθήσεις, όχι μόνο τεχνολογικώς (αυτό το κάνει εξαιρετικά) αλλά κυρίως ποιητικώς. Κάθε εικόνα έχει ποιητική-αισθητική αλήθεια, που από τον δημόσιο λόγο δύναται να αποκρύβεται, να διαστρεβλώνεται, να αγνοείται, ως σκοπός που αγιάζει τα μέσα. Αν θέλουμε να μιλάμε για αλήθεια, καλό είναι να τη δείχνουμε έστω και με σχήματα στην άμμο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν είναι δυνατόν, όμως, ο Λόγος, να κάνει την ανάγκη του, φιλο-τιμία; Να προσωποποιεί-οντοποιεί λειτουργίες του (αισθητικό-νοητικές), κάτι το οποίο είναι μάλλον αθέμιτο για τον ίδιο, στην αυστηρώς λογική έκφανσή του, αλλά θεμιτό στην ποιητική έκφανσή του. Στην ποίηση όμως όλα αλλάζουν, επιστρέφοντας κάποτε εκεί απ' όπου ξεκίνησαν, προκειμένου να ξενιτευτούν-μεταμορφωθούν και πάλι. Για παράδειγμα, η κάθε φιλοσοφία φυτρώνει και καλλιεργείται στο νου μας, ο οποίος δεν λειτουργεί ανεξαρτήτως του σώματος, αλλά σε εσωτερική σχέση με αυτό, ακόμα και αν αυτή λαμβάνει χώρα ως αυτο-εναντίωση. Τούτη η σχέση με το σώμα και την αίσθηση, καθορίζει την έννοια και κάθε έννοια, εδίως όταν αυτή νοείται ως κατ΄αφαίρεση της όποιας αίσθησης, δηλαδή ως καθαρή. Τι σημαίνει καθαρή έννοια; Σημαίνει καθαρή από αίσθηση. Άρα η αίσθηση ορίζει κατ' αναγκαιότητα τι είναι έννοια και Ιδέα, όσο και οι Ιδέες αποδεικνύονται αναγκαίες στον Πλάτωνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Να σας πω την αλήθεια μου, δεν μπορώ να κατανοήσω τη διαφορά (στη δυνατότητα του νου μου να επινοεί την φαντασιακή παράστασή τους) της φιλοσοφικής καθαρής έννοιας από την ποιητική νεράιδα. Πιστεύω με ανάλογο τρόπο και στις δυο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υγ. Μπορώ προφανώς να καταγράψω και να μελετήσω επί μέρους διαφορές στους δύο υπερβατικούς τρόπους έκφανσης του Λόγου, τη φιλοσοφική και την ποιητική, αλλά το πεδίο είναι κοινό, υπό την έννοια του αλωνιού, ακόμα και όταν σ' αυτό η ποίηση και η φιλοσοφία έχουν βαλθεί να μάχονται μεταξύ τους.

      Διαγραφή
    2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    3. Αλλά μήπως και στη γνώση μας για απλά-καθημερινά αντικείμενα-έννοιες όπως για παράδειγμα το τραπέζι, δεν υπόκειται η ίδια μεταφυσική πίστη περί του είναι τους ως εσωτερική σχέση νοουμένου-φαινομένου; Είτε πιστεύω στις ποιητικές νεράιδες είτε στις καθαρές έννοιες είτε σ' ένα ακάθαρτο, καθημερινό τραπέζι, ο νους μου δεν επιχειρεί το ίδιο μεταφυσικό άλμα προκειμένου να «υπερβεί» σε κάθε περίπτωση το φαινόμενο με γλωσσικούς όρους;
      Τούτη η προσπάθεια υπέρβασης του φαινομένου μου φαντάζει κάποτε σαν προσπάθεια κατάκτησης της ολότητάς του. Το γεγονός πως το φαινόμενο, ως παράσταση των αισθήσεων ή της φαντασίας, ανθίσταται ολοσχερώς, δεν νομίζω πως μπορεί να καταλογιστεί ως ελάττωμά του.

      Διαγραφή
  7. Δημ. Τζωρτζόπουλος1 Δεκεμβρίου 2021 - 1:30 μ.μ.

    Το φαινόμενο "ανθίσταται" ως μια παραστασιακή σκέψη, η οποία δεν στέκεται "εχθρικά" απέναντι στην εννοιολογική/διαλεκτική σκέψη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Προφανώς, μια και είναι η εννοιολογική σκέψη που διαπιστώνει την παράσταση του φαινομένου ως «μη έννοια», και είναι αυτή (η εννοιολογική σκέψη) που αντιμετωπίζει τούτη την παράσταση είτε ως «αντιστασιακή» είτε ως «εχθρική» είτε ως «λάθος». Αλλά ούτε κι εγώ αναφέρομαι στην εννοιολογική σκέψη εν γένει, αλλά σε όσους μέσα στην ιστορία την έχουν εκφράσει και αναπτύξει μέσω της δικής τους σκέψης και φιλοσοφίας, εντός των οποίων η παράσταση αντιμετωπίζεται ως κάτι ψευδές ενώ η έννοια ως το αληθές. Αλλά και στην κοινή ακόμα λογική, αληθής είναι η γνώση που η έννοιά της επαληθεύεται από την παράστασή της.

      Διαγραφή
  8. Ενδεχομένως να υπάρχουν αισθησιαρχικοί φιλόσοφοι που εχθρεύονται τις έννοιες όπως και νοησιαρχικοί που εχθρεύονται τις παραστάσεις. Σε αυτή τη διαμάχη (εάν όποτε και όπου υφίσταται) τείνω να είμαι υπέρ του Ενός (δηλαδή υπέρ της ένωσής τους σε ένα αρμονικό αισθητικό-λογικό σύστημα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Λόγος είναι ενεργητικός και οι αισθήσεις παθητικές. Ωστόσο το υποκείμενο του Λόγου και των αισθήσεων είναι Ένα (εγώ) και είμαι εγώ που πάσχω και δρω-ενεργώ. Είμαι δηλαδή αυτός που με Λόγο, διαχειρίζομαι τα πάθη μου. Αν δεν έχω Λόγο, πάθη δεν υπάρχουν (δεν μπορούν να εντοπιστούν) και αν δεν έχω πάθη (αισθήματα) ο Λόγος δεν μπορεί να αφυπνιστεί-ενεργοποιηθεί (Καντ).

      Διαγραφή
    2. Αλλά ακόμα και η αθάνατη ψυχή, θα διαθέτει προφανώς ένα είδος αισθητότητας της αθανασίας της. Τούτη, δε, η αισθητότητα, δεν θα ήταν δυνατό να εξέλειπε από μέσα μας στη θνητή διάστασή μας, γι' αυτό και κάνουμε λόγο (κυρίως ποιητικό) για αίσθημα της αθανασίας.

      Διαγραφή
    3. Το αν τούτο το αίσθημα της αθανασίας αποτελεί όντως ανάμνηση μέσα μας (αν δηλαδή η ψυχή μας α) υπάρχει και β) υπάρχει ως αθάνατη) ή αν όλα αυτά δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι του Λόγου, είναι κάτι που δεν έχει και τόση σημασία αφού δεν μπορεί να αποδειχτεί, αλλά σε κάθε περίπτωση όλα τούτα είναι όροι της γλώσσας μας, βάσει των οποίων δυνάμεθα ελεύθερα να ερμηνεύουμε τον κόσμο και μάλιστα αληθώς (σύμφωνα δηλαδή με τους όρους που ήδη θέτουμε). Το να ζω σαν αθάνατος ή σαν νεκρός ή ταυτόχρονα και σαν αθάνατος και σαν νεκρός (ανεξαρτήτως του αν δεν είμαι ούτε αθάνατος ούτε νεκρός) είναι κάτι που επιτυγχάνεται με τη γλώσσα. Το θέτει δηλαδή η ίδια η γλώσσα, απολύτως ελεύθερα, ως όρο της.

      Διαγραφή
    4. Η ελευθερία, η αθανασία, το θείο, είναι καρποί της γλώσσας. Οι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να απολαύσουμε αυτούς τους καρπούς (μέσω της ποίησης, της φιλοσοφίας, της εμπειρίας των γεγονότων του βίου) είναι εξ ίσου άπειροι με τους τρόπους δια των οποίων μπορούμε να καταστρέψουμε τους καρπούς ή δοκιμάζοντας τους, να καταστραφούμε. Μπορούμε να περιφερόμαστε γύρω τους δίχως να τους βλέπουμε ή να τους αναζητούμε από κοινού, να τους εντοπίζουμε και να τους μοιραζόμαστε.

      Διαγραφή
    5. Τούτων των καρπών η γεύση δύναται να μας πείθει απόλυτα περί της ουσίας τους, παρά την αμφιβολία του νου για το πριν ή το μετά αυτών των εμπειριών. Αλλά και ο Λόγος από τούτες της εμπειρίες αίρεται υπεράνω εαυτού, εντοπίζοντας την ελευθερία, την αθανασία και το θείο σ' εκείνο το πεδίο μέσα του, που είναι απολύτως πρακτική (και άρα γλωσσική) μέριμνα, του ανθρώπου-φορέα του, το αν, πώς και πόσο χρόνο θα παραμείνει εντός του πεδίου. Πολλές φορές κι ενώ αισθανόμαστε πως πάντα υπόκειται αυτό το πεδίο, ξεχνιόμαστε στην πεζή συνάφεια.

      Διαγραφή
    6. Βλέπω δηλαδή τη νοημοσύνη (υπό την μυθική παράσταση μάλιστα της θεάς Μνημοσύνης - αυτής που διαθέτει μνήμη παρελθόντος και μέλλοντος) ως ένωση των δύο ειδών της, της αισθητικής-συν-αισθηματικής και της διανοητικής. Η γνώση προφανώς επιτυγχάνεται (αφυπνίζεται) δια της συλλειτουργίας των μερών της νοημοσύνης. Ακόμα και αν ο νους έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί τον εαυτό του ως Λόγος, παραστατικοποιεί την επικράτειά του προκειμένου να την μελετήσει. Ακόμα και αν η Ιδέα είναι το αρχέτυπο όλων των παραστάσεών της δίχως να είναι η ίδια παράσταση, η έννοιά της προκύπτει από τη διαλεκτική με την οποία ο νους κατοπτεύει-αναλύει τον παραστατικό χώρο-χρόνο, δηλαδή τις παραστάσεις. Σαν η ουσία να παρίσταται δια της «μη παράστασης» εκ της οποίας απορρέουν όλες οι παραστάσεις των επιφαινομένων της. Ωστόσο τούτη η νοητή υπόσταση, είναι μια δυναμική παράσταση. Το να πιστεύουμε στη Ιδέα σημαίνει να συνδεόμαστε με την παράστασή της. Σαν με τις πράξεις μας, να προσπαθούμε να πραγματώνουμε στον αισθητό κόσμο, το σχήμα της απόκοσμης Ιδέας.

      Διαγραφή
    7. Απορρίπτοντας τα αισθήματα (την προσλαμβάνουσα ύλη των αισθήσεων) απορρίπτουμε και τη νόηση (τη νοητική ύλη των αισθήσεων). Μια και κανείς δεν μπορεί να πει πώς θα ήταν οι παραστάσεις μας αν δεν είχαμε νου-Λόγο. Αυτό που βλέπουμε με τις αισθήσεις, είναι το ήδη επεξεργασμένο από το νου (αλλά και δυνάμενο περεταίρω επεξεργασίας) αποτύπωμά τους στον νου. Δεν έχουμε προ-νοητική εποπτεία των αισθήσεων. Πώς λοιπόν γνωρίζει ο νους, πως το «εφήμερο» των αισθήσεων, δεν είναι παρά μόνο το νοητικό εφήμερο μέσω του οποίου ανελλιπώς προσλαμβάνει το καθόλου εφήμερο πολλαπλό των αισθήσεων;

      Διαγραφή
    8. ΥΓ. > ...το καθόλου εφήμερο πολλαπλό των αισθήσεων

      = το μη εφήμερο πολλαπλό των αισθήσεων (υπό την έννοια πως όσο αιώνιος είναι ο Λόγος, άλλο τόσο ως αιώνια και μη εφήμερη υπόκειται μέσα του η προσληπτική του ικανότητα μέσω του πολλαπλού των παραστάσεων).

      Διαγραφή
  9. https://images.greece.com/panoramio/07/22/05/26/5972b7c77903d.jpg

    Δύο γλυπτά του Λεωνίδα Δρόση που κοσμούν τον Περίβολο της Ακαδημίας Αθηνών.
    Σε πρώτο πλάνο φαίνεται ο Πλάτων, στο βάθος η Αθηνά Πρόμαχος, ενώ πίσω από τον Πλάτωνα διακρίνεται η ελιά, το ιερό δέντρο της Πόλεως-Θεάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Καλημέρα, καθώς διαβάζετε αυτό, ξέρετε ότι τα προβλήματά σας έχουν λυθεί στα μισά, μόνο αν μπορείτε να κάνετε ενέργειες σχετικά με αυτά επειδή είναι ένας ισχυρός πνευματικός άνθρωπος εκεί έξω που ονομάζεται Dr Ajayi και τον γνώρισα διαβάζοντας κάποιο άρθρο στο διαδίκτυο, έχετε προβλήματα στη σχέση σας και θέλετε μια μόνιμη λύση ή έχετε οποιοδήποτε θέμα που σχετίζεται με την υγεία, ο Δρ Ajayi θα σας θαυμάσει με το υπέροχο δυνατό του επικοινωνήστε μαζί του στο whatsapp: +2347084887094 ή στο email: drajayi1990@gmail.com Με βοήθησε με ένα ξόρκι που έφερε τον σύζυγό μου στο σπίτι μετά από 9 μήνες του χωρισμού

    ΑπάντησηΔιαγραφή