Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Πλάτων: περί Φιλίας


 

ΠΛΑΤΩΝ

428/9 π.Χ. – 347 π.Χ.

 

ΦΙΛΙΑ ‒ΑΓΑΠΗ‒ΕΡΩΣ

 

§1. Η φιλία αποτελεί μια από τις κεντρικές έννοιες της Πλατωνικής φιλοσοφίας για τον άνθρωπο ως άτομο και ως κοινοτική συλλογικότητα. Υποδηλώνει μια στοργική διάθεση που εμψυχώνεται από μια επιθυμία. Μακριά από το να περιορίζεται απλώς στον δεσμό ενός ατόμου με ένα άλλο, ορίζεται ως μια μορφή έλξης ή προσανατολισμού προς ένα πρόσωπο, αλλά και προς μια δραστηριότητα ή μια πραγματικότητα, που πιστεύουμε ότι θα μας κάνει καλύτερους, όταν ασχολούμαστε μαζί τους ή τις πραγματοποιούμε. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια σχέση αμοιβαίας αγάπης, που για τους  Έλληνες ήταν απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή αλλά και για τη συγκρότηση της προσωπικότητας.

Το να έχει κανείς φιλία με κάποιον άλλο σημαίνει, ως ένα βαθμό, να είναι όμοιος με αυτόν· δηλαδή να είναι όμοιος με εκείνον τον συμπολίτη του που δεν έχει την ίδια κοινωνική θέση με αυτόν, αλλά που θα μπορούσε με τη σειρά του να καταλάβει το αξίωμα που αυτός κατέχει· να είναι όμοιος μέσα στη σύγκρουση, στην ήττα ή τον  θρίαμβο, με όλους εκείνους που, χωρίς να είναι μέλη της οικογένειάς του ή οποιοσδήποτε οικείος με συγγενικό δεσμό , μοιράζονται μαζί του την ίδια πατριωτική αγάπη· να είναι, πάλι, όμοιος με εκείνον τον άγνωστο ή ξένο που καλωσορίζει στο σπίτι του και τον αντιμετωπίζει ως στενό οικείο, δηλαδή, δηλαδή ως συγγενή.

§2. Η φιλία υποδηλώνει μια σχέση ομοιότητας που προχωρεί πολύ πέρα από την ένταξη στην ίδια κοινωνική τάξη ή στην ίδια οικογένεια. Η φιλία μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη συγγένεια, την οικογενειακή κοινότητα ή την αδελφότητα των συνομηλίκων. Ωστόσο, δεν παύει να συνιστά μια ορισμένη μορφή κτήσης και εσωτερικά αμοιβαίας προσέλκυσης: μιας κτήσης που συνοδεύεται από μια ευμενή διάθεση και καλοπροαίρετη στοργή και μια καλοπροαίρετη στοργή. Αυτό είναι που τη συνδέει εν μέρει σε βάθος με το άλλο προνομιακό αντικείμενο του ηθικού στοχασμού των Ελλήνων, εκείνο της αγάπης, του έρωτος.

Στη φιλοσοφική παράδοση των Ελλήνων η φιλία είχε συλληφθεί είτε ως έλξη μεταξύ παρόμοιων ατόμων είτε ως έλξη ή ενότητα των αντιθέτων. Στον Λύσι, ο Πλάτωνας απορρίπτει και τους δύο ορισμούς, επικρίνοντάς τους επειδή δεν κατανοούν ότι η φιλία δεν πρέπει να νοείται από αυτό που είμαστε, αλλά από αυτό που δεν είμαστε ακόμη και επιθυμούμε να γίνουμε. Η φιλία είναι η επιθυμία για αυτό που δεν μας δίνεται. Είτε ορίζουμε τη φιλία ως την έλξη του «όμοιου» είτε του «αντιθέτου», είτε κλίνουμε προς το Πυθαγόρειο αξίωμα (το όμοιο έλκει το όμοιο, η φιλία γεννιέται από την ομοιότητα μεταξύ φίλων) είτε προς τον Ηρακλείτιο αντίπαλό της (τα αντίθετα έλκονται, η φιλία γεννιέται από την αντίθεση), τελικά επιβεβαιώνουμε μόνο ένα και το αυτό πράγμα: Η φιλία είναι ταυτόχρονα η αιτία και το μέτρο αυτού που ήδη είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είτε αγαπώ κάποιον που μου μοιάζει είτε το αντίθετό μου, και στις δύο περιπτώσεις είμαι η αφετηρία και το μέτρο της φιλίας· ανάλογα με το τι είμαι εγώ ο ίδιος, θα δεχτώ ως φίλο μια άλλη εκδοχή του εαυτού μου ή κάποιον άλλον από εμένα.

§3. Αν αυτές οι δύο παραδοσιακές παραστάσεις της φιλίας πρέπει να απορριφθούν, είναι επειδή παραβλέπουν το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η φιλία είναι μια διαδικασία, μια επίπονη διεργασία, ένα γίγνεσθαι-φίλος στο οποίο μας εμπλέκει η επιθυμία μας. Και πάνω απ' όλα, παραβλέπουν το γεγονός ότι η φιλική επιθυμία έχει δύο χαρακτηριστικά: το πρώτο είναι ότι περιμένουμε κάποιο όφελος για τον εαυτό μας από αυτό που αγαπάμε, με τη μορφή αυτοβελτίωσης· το δεύτερο είναι ότι μπορούμε να είμαστε φίλοι με ένα άτομο ή ένα αντικείμενο χωρίς να περιμένουμε την παραμικρή αμοιβαιότητα. Μπορώ να αγαπώ ένα ζώο, χωρίς να περιμένω, ως αντάλλαγμα,  να με αγαπήσει κι αυτό. Μπορώ επομένως να είμαι φίλος του και να περιμένω από την προτίμησή μου για αυτοό την ευχαρίστηση να το παρατηρώ ή να το φροντίζω, να το οδηγώ κ.λπ.. Μπορώ επίσης να αγαπήσω αυτή τη δραστηριότητα της γνώσης και έτσι να γίνω «φίλος της γνώσης», δηλαδή «φιλόσοφος», χωρίς να περιμένω τίποτα από την ίδια τη γνώση, αλλά να κατανοήσω ότι η μάθηση θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Η φιλία είναι επομένως μια μορφή «συχνότητας» (συνουσία· βλ. επίσης Αλκιβιάδης, l 8d-l 9a) με αυτό που μας κάνει καλύτερους, δηλαδή με αυτό που μας οδηγεί προς το καλό.

Η φιλία, στην αυθεντική της έννοια, συγγενεύει ουσιωδώς με τον Έρωτα: η αγάπη, ο Έρως, είναι ένα συναίσθημα αλλά και ένας δεσμός και μια διαδικασία. Αποτελεί μια καίρια μορφή της φιλίας και εκδηλώνεται ως ένα επιθυμητικό ταξίδι προς ένα άτομο ή ένα αντικείμενο. Γράφει σχετικά με την ουσιακή δομή του έρωτος ο Πλάυων:

 

«Είναι αναγκαίο να διακρίνουμε τη φύση της φιλίας και συγχρόνως της επιθυμίας, καθώς και αυτού που ονομάζουμε έρωτα, εάν θέλουμε να σχηματίσουμε σωστή αντίληψη γι' αυτά· διότι, αν και πρόκειται για δυο διαφορετικά πράγματα, από τα οποία μάλιστα προκύπτει και ένα τρίτο, ξεχωριστό είδος, το γεγονός ότι περιλαμβάνονται κάτω από ένα και μόνο όνομα προκαλεί απόλυτη αμηχανία και σύγχυση» (Νόμοι 836e7-837a5).

 

Εδώ ο φιλόσοφος προβαίνει σε σαφή διάκριση ανάμεσα στη φιλία και στην επιθυμία, καθώς και στον έρωτα, έτσι όπως τον εννοούν συνήθως ως σύνθετη ανακεφαλαίωση των δυο πρώτων. Ακριβώς αυτή η απόλυτη ταύτιση τριών διαφορετικών πραγμάτων προκαλεί την αδικαιολόγητη σύγχυση ως προς το τι σημαίνει η κάθε μια έννοια απ’ αυτές, Προς τούτο αποσαφηνίζει περαιτέρω:

 

«από τη μια πλευρά βέβαια,. oνομάζουμε φίλο τον όμοιο προς τον όμοιό του ως προς την αρετή και τον ίσο προς τον ίσο του. Φίλο, από την άλλη, ονομάζουμε πάλι και εκείνον που έχει ανάγκη εκείνου που είναι πλούσιος, αν και είναι αντίθετος ως προς το είδος του. Όταν όμως καθένα από τα δυο αυτά συναισθήματα γίνει πολύ έντονο, τότε το ονομάζουμε έρωτα» (ό.π., 837a6-10).

 

 Ως προκύπτει από το κείμενο, η αυθεντική έννοια του φίλου έχει ως βάση την ομοιότητα, την ισότητα και την αμοιβαιότητα σε επίπεδο αρετής και χαρακτήρα. Φτάνουν σε ύψιστη μορφή φιλίας εκείνοι οι άνθρωποι, που διέπονται από τις ίδιες αρχές, από παρόμοια ψυχικά χαρίσματα και από ένα ισάξιο πνευματικό επίπεδο. Έτσι  επιτυγχάνεται μια παραδειγματική αλληλο-κατανόηση, ένας αμοιβαίος σεβασμός, μια εύρυθμη συνεννόηση, ακόμη κι όταν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, κοινός τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς, ίδια ποιοτικά στοχοπροσήλωση.  

Στο Συμπόσιο, η Διοτίμα με τον λόγο που εκφωνεί δεν δίνει ουδεμιά σημασία στον σωματικό έρωτα. Επίσης στον Φαίδρο, ο Σωκράτης εξηγεί ότι η αληθινή αγάπη πρέπει να διακρίνεται από τον σαρκικό έρωτα, μέσω του οποίου τα σώματα ενώνονται. Παρ' όλα αυτά, όπως αποδεικνύεται στους Νόμους, η αγάπη, ο σωματικός έρωτας, είναι ένα αναμφισβήτητο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Προκαλεί μερικές φορές ατυχείς ανοησίες, κτηνώδη ή τρομακτική ακολασία, αλλά υφίσταται.

§4. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, όσο επικίνδυνο κι αν είναι, υπάρχει μια αναμφισβήτητη δύναμη στην αγάπη, δηλαδή, στην προσκόλληση που νιώθει ένα άτομο για αυτό που αγαπά με την πεποίθηση ότι η δική του ύπαρξη θα μεταμορφωθεί, θα εξυψωθεί έτσι. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο δάσκαλος που αγαπά ο μαθητής, ο αγαπημένος που αγαπά το αγόρι, ή ακόμα και μια «ιδέα», όπως η καλοσύνη ή η δικαιοσύνη, την οποία ο φιλόσοφος, για παράδειγμα, επιδιώκει, αφού είναι στη φύση του να αγαπά τη γνώση. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, ο Πλάτων περιγράφει την ψυχή ως επιθυμία, ως δύναμη αγάπης που επιδιώκει το αντικείμενό της και της οποίας κάθε κίνηση καθοδηγείται από την επιθυμία να κερδηθεί το αγαπημένο ον και στη συνέχεια να δημιουργηθούν απόγονοι· μια επιθυμία που μας διδάσκει το Συμπόσιο είναι, στην ανθρωπότητα, η επιθυμία να διαιωνιστεί και να επιτύχει μια μορφή αιωνιότητας.

Στο Συμπόσιο βρίσκουμε επίσης αυτόν τον υπέροχο μύθο, που αφηγείται ο Αριστοφάνης, ο οποίος εξηγεί πώς, σε μια περασμένη εποχή, τα σώματα των ατόμων ήταν διπλά από κάθε άποψη, και ιδιαίτερα από άποψη φύλου· υπήρχαν όντα που σχηματίζονταν από δύο αρσενικά μέρη, δύο θηλυκά μέρη ή ένα αρσενικό μέρος και ένα θηλυκό μέρος. Για να τα  τιμωρήσει για την υπερβολή τους, ο Δίας έκοψε αυτά τα όντα στα δύο· και έκτοτε, τα δύο μέρη του ίδιου όντος προσπάθησαν να επανενωθούν: το καθένα αναζητεί το άλλο του μισό.