Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

G. Lukacs: Η οντολογική ανατροπή της κοσμοεικόνας







Γκέοργκ Λούκατς
1885-1971


Το ανθρώπινο Είναι είναι η κοινωνία του ανθρώπου

§1

Εδώ και λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός το βιβλίο:
 Γκέοργκ Λούκατς
Περί της οντολογίας του κοινωνικού Είναι:

Ψευδής και αληθινή οντολογία
του Χέγκελ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Προς μια οντολογία του κοινωνικού Είναι
§2. Χέγκελ και οντολογία του κοινωνικού Είναι

ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
1. Η διαλεκτική του Χέγκελ "εν μέσω της κοπριάς των αντιφάσεων"
2. Η διαλεκτική οντολογία του Χέγκελ και οι προσδιορισμοί ανασκόπησης


                             §2

Ο Γκέοργκ Λούκατς ανήκει στους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αι. και μάλιστα σε εκείνους τους λίγους, που επιχειρούν να αναπτύξουν μια οντολογική προβληματική με κατεύθυνση το κοινωνικό Είναι. Όπως ακριβώς ο Χάιντεγκερ υποστήριζε ότι δεν μπορεί να υπάρχει οντολογία χωρίς Είναι, γιατί τότε θα ήταν μεταφυσική και όχι οντολογία, έτσι και ο Λούκατς θεωρεί πως η οντολογία μπορεί να καθιδρύεται ως οντολογία του κοινωνικού Είναι, ειδάλλως δεν διαφέρει από την παλιά θεολογική μεταφυσική. Είναι αλήθεια πως στην πολυκύμαντη διανοητική του ζωή παρέμεινε, κατά κύριο λόγο, ένας αναζητητής μιας ιστορικά συγκεκριμένης αλήθειας. Έτσι συνδέθηκε με μια εμβριθή και δια βίου μελέτη της εγελιανής φιλοσοφίας παράλληλα με την εργώδη προσπάθειά του για τη δημιουργική ανανέωση της μαρξικής σκέψηςˑ γι’ αυτό και άσκησε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση στις διάφορες σφαίρες της σύγχρονης πνευματικής ζωής. Σίγουρα δεν μπορεί να παραβλέπεται πως σε ορισμένες περιόδους του στοχαστικού του βίου βρέθηκε αντιμέτωπος με ποικίλες στρεψόδικες λογικές ή δραματικές ακαμψίες του μαρξιστικού προτάγματοςˑ ειδικά στις αποπνικτικές περιόδους των σταλινο-χρουστσοφο-μπρεζνιεφικών  καθεστώτων, φαινομενικά «σοσιαλιστικών», κατ’ ουσία φεουδαρχικών, που ορισμένα όμοια χαρακτηριστικά τους εμφανίζει και η τρέχουσα εν Ελλάδι κυβερνώσα εθνικοσοσιαλδημοκρατική ολιγαρχία. Ήταν εκείνες οι περίοδοι, που αναγκάστηκε και ο ίδιος ο Λούκατς να προχειρολογήσει ιδεολογικά σε ορισμένα κείμενά του, τα οποία σήμερα δεν θα μπορούσαν να λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά της σκέψης του.

§3

Ι. Το υπό συζήτηση βιβλίο του για την οντολογία του Χέγκελ ανήκει στην πιο ώριμη φάση της σκέψης του: είναι τότε που ανέλαβε να γράψει το μεγάλο συνθετικό του έργο: Περί της Οντολογίας του Κοινωνικού Είναι. Πρόκειται για την τελευταία φάση της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία είναι απαλλαγμένη ορισμένως από βολονταριστικές αναλύσεις, από άγονες πολεμικές, από φαντασιακές οντογενέσεις. Επομένως έχει ιδιαίτερη σημασία για τον αναγνώστη η οικείωσή του με μια αντικειμενική οντο-λογική ανάγνωση του Χέγκελ. Εάν λάβουμε υπόψη πως η ζοφερή νύχτα στα κοινωνικο-πολιτικά πράγματα της σημερινής Ελλάδας συνοδεύεται και από ένα χωρίς προηγούμενο πνευματικό χάος, με ευθύνη όχι μόνο των εν εξουσία πολιτικών απατεώνων, αλλά και εκείνων των αμόρφωτων «διανοουμένων» που τους υπηρετούν σαν πιστά σκυλιά, τότε το συγκεκριμένο κείμενο του Λούκατς καθίσταται κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό, σε ιδέες και τρόπο σκέψης, μιας ανατρεπτικά διαλεκτικής αντιπαράθεσης με το ως άνω πνευματικό χάος και τη γενικευμένη αποβλάκωση της απερίγραπτα αποβλακωμένης «αριστεράς», η οποία όσο πιο αποβλακωμένη αποδεικνύεται, τόσο πιο απατεωνική εκδηλώνεται.
ΙΙ. Η συνολική ανάλυση της εγελιανής σκέψης δεν επιδιώκεται από τον ούγγρο φιλόσοφο ως μια ιδανική επαναδιατύπωση της διαλεκτικής του Χέγκελ, γιατί ιδανική δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και από κανέναν, αλλά ως μια επαρκής κατανόηση της έννοιας της ολότητας στην καθορισμένη ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα. Η έννοια αυτή αποτελεί θεμελιώδη, συνεκτική κατηγορία, αυτή τούτη τη νοητή γραμμή της εγελιανής φιλοσοφίας. Το αληθές είναι το όλο, μας λέει ο Χέγκελ. Αλλά ποιο όλο; Όχι, προφανώς, οι ποσοτικές αθροίσεις, τα ανώνυμα πλήθη ή ακόμη οι φλύαρες ολοποιήσεις, εν είδει δολερών συλλογικοτήτων ή αμοραλιστικών πολιτικών πρακτικών, των βολεμένων καθεστωτικών, αλλά η  διαμορφωμένη ιστορικο-λογική ολότητα, υπό τη μορφή του κοινωνικού συμβάντος. Έτσι δεν ενδιαφέρει απλώς να καθιστούμε αντικείμενο γνώσης το κοινωνικό μας Είναι ως ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά και να καθίστατι συνειδητά ενεργό το ιστορικο-λογικό υποκείμενο, που ιδιάζει στο Εγώ της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο προϋποθέτει μια επεξεργασμένη διαλεκτική συνάφεια ανάμεσα στο Λόγο, τη σκέψη, και την ενεργό πραγματικότητα. Για μια τέτοια ακριβώς επεξεργασία μοχθεί ο Λούκατς: παρακολουθεί ερμηνευτικά τη θεωρητική ανάπτυξη του Λόγου στην εσωτερική-αναλογική του σχέση με την εξέλιξη σε πεδίο πρακτικών αξιών ή προτεραιοτήτων και με μια προσεγμένη διεργασία «εκλογίκευσης» της φύσης. Έτσι κατορθώνει να αναδείξει την κίνηση, τη διεργασία/διαδικασία αλληλεπίδρασης Λόγου και πράξης, το γίγνεσθαι, σε κεντρική κατηγορία της εγελανής γνωσι-οντο-λογικής του σύλληψης. Με τα δικά του λόγια:

 «Ο Χέγκελ είναι ο πρώτος μεγάλος διανοητής, από τον Ηράκλειτο και μετά, στον οποίο το γίγνεσθαι αποκτά ένα αντικειμενικά μεγαλύτερο οντολογικό βάρος από το Είναιˑ το φιλοσοφικό του ανάστημα συνίσταται, σε τελική ανάλυση, στο γεγονός ότι αυτή η υπέρβαση της προτεραιότητας του Είναι απέναντι στο γίγνεσθαι δεν έχει απλό και άμεσο χαρακτήρα, αλλά καθιδρύει μια καθολική-συμπαντική μέθοδο» (παρόντα τόμο, σ. 129).

Κατ' αυτό το πνεύμα συλλαμβάνει το Είναι όχι ως κάτι το στατικό, το στερεοποιημένο επέκεινα, που αντιμετωπίζει με φιλευσπλαχνία την «τεθλιμμένη» ύπαρξη και την πλημμυρίζει αντίστοιχα με αφειδώλευτες υποσχέσεις, αλλά ως το αείζωον Πυρ, που προορίζεται να αναζωογονεί, να ανασυγκροτεί την κατακερματισμένη ύπαρξη του πάσχοντος άνθρώπου και ταυτόχρονα να κατακαίει τα σωθικά κάθε εξουσιομανούς πολιτικο-κοινωνικού πιθήκου, που με τη μάσκα του: «προοδευτικού», «δημοκράτη», «σοσιαλιστή», «φιλελεύθερου» κ.λπ. απεργάζεται εκάστοτε τη συντριβή της αυθυπαρξίας του εν λόγω Πάσχοντος. 



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (8)





Martin Heidegger
(1889-1976)

ΕΙΝΑΙ  ΚΑΙ  ΧΡΟΝΟΣ
Κεφάλαιο Tέταρτο

Πώς κουβεντιάζεται
η αυθεντικότητα και η αναυθετικότητα του εαυτού;


Μια επισκόπηση

Το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος φέρει τον γενικό τίτλο:

Το εντός-του-κόσμου-Είναι ως Συνείναι και εαυτότητα.
Το «τις»/οι «πολλοί».
(Das In-der-Welt-sein als Mit-und Selbstsein. Das “Man”)

I. Με μια πρώτη ματιά ο τίτλος μας λέει πως «το εντός του κόσμου Είναι», το ενδοκοσμικό μας Είναι ή, με άλλα λόγια, η καθημερινή ύπαρξη, η ύπαρξή μας μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην εγκοσμιότητα, δεν είναι ποτέ μοναχική, αλλά πάντοτε παρούσα ως συνύπαρξη, ως ένα Συν-είναι (Mitsein). Βρισκόμαστε στο κέντρο της κοσμικότητας του κόσμου. Εάν αυτή-εδώ δεν μας εγκαταλείπει ποτέ –είτε θέλουμε είτε όχι– και η ερμηνευτική διείσδυση σ’ αυτήν μας φέρνει αντιμέτωπους με τον κόσμο των φαινομένων, η ύπαρξή μας μέσα στον καθημερινό κόσμο ανήκει, πάνω απ’ όλα, στα θεμελιακά οργανικά στοιχεία που συγκροτούν αυτή την ενδο-κοσμικότητα (In-der-Welt-sein). Ως τέτοιο στοιχείο συνιστά καίριο κοινωνικό φαινόμενο. Κοινωνικό όχι με κάποιο κοινωνιολογικό νόημα: ως μια ταξική ή διυποκειμενική σχέση ανάμεσα σε δυο ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα, αλλά α) καθαρώς φαινομενολογικά: το Dasein ως τι είδους κοινωνικό φαινόμενο είναι εν γένειˑ και β) κοινωνικώς οντολογικά: το Dasein ως σχετιζόμενο με το Είναι, καθώς η υπαρκτική του φύση, δηλαδή η φύση του, η ουσία του ως ύπαρξη, προορίζεται να είναι με τους άλλους, να συνυπάρχει με τους πολλούς, με το ανώνυμο πλήθος. Η συνύπαρξη τούτη έχει τη ρίζα της μέσα σε ένα ανώνυμο πλήθος, μέσα στην ανωνυμία των πολλών, από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί ή να ξεφύγει με κανέναν τρόπο. Γι’ αυτό και ρίχνεται, απορροφάται μέσα στον κόσμο.

ΙΙ. Κατευθυντήριος ορίζοντας ερμηνείας και κατανόησης των τριών παραγράφων (§§§25, 26, 27) που συνθέτουν το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος είναι η υπαρκτική διαφορά ανάμεσα στον αυθεντικό και αναυθεντικό Εαυτό. Ο Χάιντεγκερ διαγιγνώσκει πως η κοσμικότητα του κόσμου, σε επίπεδο ύπαρξης, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς, εάν μένει αναπάντητο το ερώτημα: ποιος είναι αυτό, που στην καθημερινότητα είναι το Dasein; Γιατί κάθε περαιτέρω κατανόηση απαιτεί μια βαθιά ενασχόληση με το ερώτημα: ποιος είναι το Dasein; Επειδή το Dasein όχι μόνο βρίσκεται καθημερινά μέσα στον κόσμο, αλλά σχετίζεται με αυτόν, συναρπάζεται απ’ αυτόν. Καθ’ όλη αυτή τη σχεσιακή του κίνηση, κυρίαρχο είδος παραμένει το Είναι, γι’ αυτό και το φαινόμενο που δίνει απάντηση στο «ποιος;», όπως και όλες οι άλλες  δομές του Είναι αυτού του Dasein, ανήκει στους τρόπους του Είναι του.   

III. Οι τρόποι του Είναι, δηλαδή οι τρόποι, με τους οποίους έρχεται σε παρουσία το Είναι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερώσεις του ίδιου του Dasein, του ανθρώπου ως υπαρκτικής οντότητας. Έτσι το Dasein κατορθώνει –με τα εγγενή του στοιχεία, όπως η αλήθεια ως α-λήθεια [=μη λήθη] και ο λόγος: το λέγειν και η γλώσσα– να είναι κάτι το διακεκριμένο, το έξοχο. Ακριβώς ετούτη η  εξοχότητα είναι που του προσδίδει τη δέουσα, τη σίγουρη, τη βέβαιη προτεραιότητα έναντι των άλλων όντων. Από εδώ προκύπτει πως αυτό το Dasein, ο άνθρωπος ως τέτοιος, είναι ό,τι είναι, επειδή καθορίζεται από το προνόμιο της ύπαρξηςˑ και μόνο ως τέτοια ύπαρξη υπερέχει οντολογικά έναντι των άλλων όντωνˑ «υπερέχει οντολογικά» σημαίνει ότι ως ον έχει λόγο για το Είναι (=οντο-λογικά), δηλαδή ρωτά για το νόημα του Είναι: διανοίγεται στην κατανόησή του. Μια τέτοια διάνοιξη ωστόσο δεν προϋποθέτει εγκατάλειψη του Εαυτού, απώλειά του μέσα στην καθημερινή χαύνωση, κάτι σαν την απερίγραπτη αποχαύνωση του τρέχοντος καθεστωτικού προσωπικού της Ελλάδας και των διανοουμενίστικων υπηρετών του. Απεναντίας είναι διάνοιξη και προς εαυτόν ή πρωτίστως προς εαυτόν.

IV. Κατ’ αυτή τη διάνοιξη λοιπόν η εν λόγω κατανόηση εκτυλίσσεται συγχρόνως και ως κατανόηση του ατομικού Είναι, τουτέστι ως αυτοκατανόηση. Όταν ρωτάμε για το Είναι, μαθαίνουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε ή, με άλλα λόγια, ρωτάμε για την ουσία της ύπαρξής μας, ζητούμε να μαθαίνουμε για ετούτη από αυτό για το οποίο ρωτάμε, δηλαδή από το Είναι. Το Είναι συμβαίνει να μας προσ/ς-καλεί και εμείς προσ/ςερχόμαστε. Π.χ. Κάθε ανθρώπινο ον που δημιουργεί, που γίνεται δημιουργός στην πορεία της ζωής του, το κατορθώνει αυτό, γιατί καλείται, προσ/ς καλείται από το Είναι του, δηλαδή έλκεται, μαγεύεται, συναρπάζεται απ’ αυτό, για το οποίο αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του Dasein του. Πόσα και πόσα ανθρώπινα άτομα δεν χάνουν τον προσανατολισμό τους μέσα στη ζωή, γιατί δεν ανακαλύπτουν έγκαιρα το ταλέντο τους, δηλαδή δεν αναγνωρίζουν και δεν ακολουθούν τη φωνή, την προσ/ς-κληση του Είναι τους. Τούτο υποδηλώνει, μεταξύ των άλλων, πως το Dasein μας, ακόμη κι αν είναι κλεισμένο ή αποκλεισμένο σε έναν χώρο, σε ένα Da, δεν παύει να ανήκει στις δυνατότητές του να διανοίγεται προς εαυτόν και τους άλλους. Η δυνατότητά του για [=να] Είναι καθορίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και τη δυνατότητά του να είναι αυθεντικός ή μη-αυθεντικός Εαυτός.




Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ευριπίδης: πώς φιλοσοφείται το τραγικό μας Είναι;





ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
 (484-406 π.Χ.)


ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ
του τραγικού ανθρώπου

§1

Ο Ευριπίδης ανήκει στους τελευταίους από τους μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Μαθητής ο ίδιος του Αναξαγόρα και αποδέκτης σοφιστικών επιδράσεων, είναι ανοικτός στους γόνιμους προβληματισμούς των φιλοσόφων και των σοφιστών  της εποχής του, χωρίς να περιφέρεται εδώ και εκεί ως ανέκφραστος/άκριτος οπαδός του ενός ή του άλλου σοφιστή. Με αυτό το νόημα δεν έπαιξε ποτέ το ρόλο του ποιητή του ελληνικού διαφωτισμού, όπως τον θέλει ο Nestle (: Από τον Μύθο στο Λόγο)ˑ απεναντίας έρχεται σε επαφή με τις καινούριες ιδέες και τις προσλαμβάνει κριτικά: άλλες αφήνει κατά μέρος ως αταίριαστες στο ίδιον Είναι του και άλλες μετουσιώνει σε ποιητικό στοχασμόˑ π.χ. στην Εκάβη (στ.590 κ. εξ.) προβάλλει την ιδέα μιας καλής και έμφρονης εκπαίδευσης, στο γενικότερο πλαίσιο της διδασκαλίας της αρετής. Ως γνωστόν, το πρόβλημα της διδασκαλίας της αρετής απασχόλησε τον Σωκράτη-Πλάτωνα στη διαλεκτική του αντιπαράθεση με τους σοφιστές. Στην Άλκηστη μαθαίνουμε για την ιδέα και την εμπειρία του θανάτου, καθώς επίσης και για τη σύλληψη της ευφορίας της ζωής μέσα από μια τέτοια εμπειρία. Με μια έννοια, σε όλο του το έργο γίνεται εμφανές ένα ισχυρό τραγικό πνεύμα, στη βάση του οποίου συντίθεται μια μοναδική εικονογραφία παθών, ηρωικών ενσαρκώσεων, τολμηρών ή καλύτερα παράτολμων πράξεων, συνετών αυτοσυγκρατήσεων, συνειδητών εντάσεων και μετρημένων συνειρμών σε τύπους ερμηνειών, αναπάντεχων συνυπάρξεων φλογερού πάθους και κοφτερών ορθολογισμώνˑ γενικώς ισχυρών ασυμβατοτήτων ανάμεσα στα διάφορα ή διαφορετικά φαινόμενα της δραματουργικής πλοκής, που για να τα κατανοεί κανείς αξιόπιστα χρειάζεται να τα ομαδοποιεί με βάση κοινά χαρακτηριστικά και να προχωρεί με προσεκτικό βηματισμό στα ενδότερα του λαβυρινθώδους Τραγικού.

§2

    Καθότι ποιητής με υψηλή φιλοσοφική παιδεία, ο Ευριπίδης βαδίζει στα χνάρια μιας ακαταμάχητης νεωτερικότητας με αναστατώσεις, αντιθέσεις, παραφωνίες, διαφωνίες, ασυμφωνίες, αναζητήσεις. Τουτέστιν δεν ακολουθεί τυφλά μια γραμμική ανανέωση μορφών, μύθων, νοημάτων, υφολογικών συναρμογών, ερήμην των παραδοσιακών και καθιερωμένων τοιούτωνˑ δεν χαράσσει μια απρονόητη πορεία προς ένα ευφάνταστο καινούριο, που βρίσκεται σε σύγκρουση με το παλαιόˑ δεν σέρνεται πίσω από κάποιο φαντασιακό κοσμοείδωλο, κατασκευασμένο από τον ίδιο ή ειλημμένο από άλλους. Απεναντίας παρεμβαίνει στην παράδοση, στο παραδοσιακό στοιχείο, και μάχεται να της/του δώσει νέα πνοή: δεν την/το νεκρανασταίνει, αλλά την/το ξανασκέπτεται, τη/το μεταστοχάζεται ποιητικά, για να πλέξει εν τέλει το εγκώμιο της σύνεσης, της σοφίας, όπως μαρτυρείται στη Μήδεια, αλλά και σε άλλα έργα του. Εκκινεί από το παρελθόν και αναζητεί το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στην ευειδία [=ομορφιά] ενός τιτάνιου πνευματικού αγώνα με τον τρόπο της ανύψωσης του Τραγικού στην κορυφή του ποιητικού θεωρείν, κατά το πρότυπο του δασκάλου του Αναξαγόρα: το ύψιστο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται στο θεωρείν του νου. Πρώτα συλλαμβάνει ο νους, έλεγε κατά παρόμοιο τρόπο ο μεγάλος Σολωμός, και μετά αισθάνεται η καρδιά.

§3

Έτσι συνάπτει δραματουργικά τις μετουσιωμένες ιδέες με την τραγικότητα των προσώπων και των πραγμάτων, καλλιεργεί μια βαθιά αίσθηση της πολύπλοκης πραγματικότητας και συνακόλουθα έναν άκρως καλοζυγισμένο χειρισμό του ποιητικού λόγου. Κατ’ αυτή τη γραμμή αντιμετωπίζει την πραγματικότητα όχι όπως θα όφειλε να είναι (Σοφοκλής), αλλά όπως είναι, όπως εμφανίζεται στην άμεση ζωή: με τα πάθη, τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τα απρόσμενα, τις οδύνες, τις λύπες, τις χαρές, τα αδιέξοδα, τους αδόκητους συντριμμούς και τους μυρίους θανάτους. Τούτο υποδηλώνει πως ο ποιητής δεν κλείνει τα μάτια μπροστά σε έναν κόσμο, που μαστίζεται  –τόσο κατά την εμπειρική του όσο και κατά την πνευματική του συνθήκη– από άλυτες αντινομίες. Γι’ αυτό και προσανατολίζει το νέο θέατρο με τρόπο, που να μην ορρωδεί μπροστά σε καμιά συντηρητική ακαμψία, αλλά να εισχωρεί στην τραγική αλληλο-σύγκρουση των φαινομένων και να μας παρουσιάζει μια Φαινομενολογία του τραγικού ανθρώπου, η οποία συνδυάζει ρεαλισμό και ιδεαλισμό: την ίδια στιγμή που εμφανίζεται εν κινήσει, εν εξελίξει η τραγωδία ενός φθαρμένου σύμπαντος και διεφθαρμένου κόσμου, ακριβώς αυτή τη στιγμή, ο ποιητικός λογισμός ρίχνει προς όλες τις πτυχές του ρεαλιστικού δράματος των ανθρώπων, το ακατάλυτο  φως των μετουσιωμένων ιδεών.     

§4

Πρόκειται για μια μετουσίωση, η οποία περιέχει και ουκ ολίγο σκεπτικισμό. Ο σκεπτικισμός αυτός του ποιητή πρέπει να αναγιγνώσκεται ως μια ενεργητική αντί-Δραση απέναντι σε έναν παθητικό, α-νοήμονα, ελώδη ορθολογισμό: απέναντι σε ένα αδιέξοδο, βαλτωμένο παρόν. Με σύγχρονους νιτσεϊκούς όρους: ο θετικός μηδενισμός ενάντια στον αρνητικό μηδενισμό. Υπό μια τέτοια οπτική, το έργο του Ευριπίδη αναδεικνύεται ως ένα  πολυδύναμο κέντρο υπονόμευσης των αντιπνευματικών φραγμάτων της εποχής του, ανάμεσα στα οποία κατέχει περίβλεπτη θέση και το φράγμα της μαζικής κουλτούρας, ένα άκρως εχθρικό στρατόπεδο κάθε πρωτότυπου, αντισυμβατικού ποιητικού ιδεαλισμού. Αυτό το κέντρο ήταν ουσιωδώς συνδεδεμένο με την τραγικότητα της ιστορικής συγκυρίας, που λέγεται Πελοποννησιακός πόλεμος και με μια αντίστοιχα απρόβλεπτη ως προς την οντολογική της σύσταση επικαιρότητα. Στη συνάφεια τούτη φαντάζει παράξενο, εκ πρώτης όψεως, το γεγονός ότι ένα τόσο πρωτοποριακό έργο παραγνωρίστηκε σχεδόν όσο ζούσε ο ποιητής και αναγνωρίστηκε περίλαμπρα μετά το θάνατό του. Γιατί; Επειδή αντιπαρατέθηκε με τα απόνερα της μαζικής κουλτούρας. Για τη μαζική κουλτούρα της εποχής του, αναπαραγόμενη μεταξύ άλλων και από κωμικούς ποιητές, με πρώτο τον Αριστοφάνη, ο Ευριπίδης θεωρούνταν ανατρεπτικός αγνωστικιστής, περίπου κατά το πνεύμα του αγνωστικισμού του Πρωταγόρα, ένας μοναχικός διανοητής, δυσνόητος, αντι-μαζικός και αποτραβηγμένος από τα κοινά. Ιδωμένο βαθύτερα το ως άνω γεγονός της παραγνώρισης εξηγείται από το ότι το συνολικό δραματουργικό επίτευγμα του ποιητή έβλεπε πολύ πιο μπροστά από την εποχή του και ξεπερνούσε το πνευματικό επίπεδο της αθηναϊκής μάζας, στην οποία απευθυνόταν. Κι όμως! Ο Ευριπίδης, ακολουθώντας τον δικό του μοναδικό και γι’ αυτό μοναχικό, για τους αδαείς, δρόμο έθετε ως πρώτιστο μέλημά του «τη μελέτη του ίδιου του ανθρώπου» (J.de Romilly). Μια τέτοια μελέτη καθίσταται προσιτή ως μια αποκαλυπτική Ποιητική, που κεραυνοβολεί σε συγκομιδή και προβολή νέων ιδεών και μορφών, αλλά ταυτόχρονα εργάζεται με περίσκεψη, με περισσή φρόνηση στη ψυχολογική προσέγγιση του ανθρώπινου Είναι.




Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (4)



                
               Φαινομενολογία του πνεύματος

                             Α. Συνείδηση
                  Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
                                                     ή
                            Το Αυτό και το Νομίζειν


                           Διαλεκτική της αμεσότητας και
                                   της διαμεσολάβησης


                                        1.    Μετάφραση


§92: Αλλά, αν προσέξουμε καλύτερα, στο καθαρό Είναι, το οποίο αποτελεί την ουσία αυτής της βεβαιότητας και το οποίο αυτή η τελευταία διακηρύσσει ως αλήθεια της, λαμβάνουν χώρα/παίζουν παράπλευρα (beiher-spielen) και πολλά άλλα ακόμη. Μια πραγματική κατ' αίσθηση βεβαιότητα δεν είναι μόνο αυτή η καθαρή αμεσότητα, αλλά και ένα παράδειγμα αυτής. Από τις αναρίθμητες διαφορές που συναπαντώνται εδώ, βρίσκουμε σε κάθε περίπτωση την καθοριστική διαφορά, σύμφωνα με την οποία από το καθαρό Είναι εκβάλλουν παρευθύς μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα τα δύο Αυτά, όπως ήδη τα έχουμε ονομάσει, ένα Αυτός ως Εγώ και ένα Αυτό ως αντι-κείμενο. Αν διαστοχασθούμε πάνω σ' αυτή τη διαφορά, διαπιστώνουμε ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι μόνο άμεσα παρόντα μέσα στην κατ' αίσθηση βεβαιότητα, αλλά συνάμα και διαμεσολαβημέναˑ έχω τη βεβαιότητα μέσω ενός άλλου, δηλαδή του Πράγματοςˑ και αυτό κατά τον ίδιο τρόπο είναι παρόν μέσα στη βεβαιότητα μέσω ενός άλλου, δηλαδή μέσω του Εγώ.

2.  Ερμηνεία-Σχολιασμός

Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα είναι η έναρξη, το ξεκίνημα του δρόμου (der Anfang des Wegs) της συνείδησης, νοούμενης ως άμεσης παρουσίας του πνεύματος και από τη σκοπιά της νεωτερικής υποκειμενικότητας ως κινούμενης στα όρια των κατ’ αίσθηση δεδομένων της. Τούτο δεν σημαίνει πως η εν λόγω βεβαιότητα ταυτίζεται με τον Εμπειρισμό ή τον πλησιάζει εσωτερικά, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερμηνευτές του Χέγκελ –π.χ. ο Taylor ή ο Rockmore[1]– αλλά πως οριοθετεί τη γνώση της συνείδησης με βάση την κατ’ αίσθηση πρόσληψη ενικών, επί μέρους όντων, φαινομένων ή αντι-κειμένων, εντυπώσεων κ.λπ. και όχι την κατ’ έννοια σύλληψή τους (βλ. § 90). Τουτέστιν: δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη κάποια αναστοχαστική, ήτοι μεταστοχαστική εκδίπλωση της συνείδησης, που θα της επέτρεπε να χρησιμοποιεί έννοιες, ώστε να επεξεργαστεί γνωσιο-οντο-λογικά τις πολλαπλές παραστάσεις ή εκφάνσεις του αντι-κειμένου της και να φτάσει σε μια Λογική [=κατά Λόγο-εσωτερική] εναρμόνιση/συμφωνία/αντιστοιχία των δικών της παραστάσεων με εκείνες του αντι-κειμένουˑ δηλαδή να κατανοήσει εαυτόν και αντι-κείμενο ως ενιαίο Εν, ως εννοιακή ενότητα, δηλαδή ως δυο ενδιάθετες ροπές της μιας και της αυτής Έννοιας.

ΙΙ. Ό,τι προσφέρεται λοιπόν άμεσα στις αισθήσεις, αυτό αποτελεί και το Είναι του Πράγματος. Αυτό-εδώ το Είναι ο Χέγκελ το προσδιορίζει ως καθαρό Είναι (reines Sein). Το λεξίδιο rein στο παρόν σημείο έχει, κατά κάποιο τρόπο, αρνητική σημασία, με το νόημα κυρίως του σκέτου, γυμνού, αφηρημένου, κενού περιεχομένου, σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους, όπως π.χ. ο Καντ, όπου νοείται θετικά. Έτσι το reines Sein παραπέμπει στο γυμνό, το αφηρημένο, αδιαφοροποίητο, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό και περιεχόμενο Είναι[2]. Ιστορικά νομιμοποιείται ως μια πρώτη οντο-λογική μορφή ύπαρξης της σκεπτόμενης συνείδησης, η οποία δεν έχει ακόμα επίγνωση της νεωτερικής αντίθεσης υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά αξιώνει να φέρει εμπρός στον εαυτό της, καθότι άμεση μορφή του πνεύματος, ό,τι υπάρχει πραγματικά στον κόσμο των αισθήσεων, το οποίο σε κάθε περίπτωση κατανοεί ως ενικό, μεμονωμένο, μερικό. Έτσι, αυτό που για τις αισθήσεις μας αποτελεί το Είναι δεν λογίζεται ως το μέγιστο, ως ο τελικός σκοπός, για τον Χέγκελ, όπως συμβαίνει με άλλους φιλοσόφους, αλλά ως το ελάχιστο του Πράγματος: ένα ξεκίνημα, που συνιστά ένα πρώτο όλο, μια απόλυτη ενότητα εμπειρικής και λογικής αίσθησης της συνείδησης. 

ΙΙΙ. Αυτή η ενότητα είναι απόλυτη στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση και όχι της εννοιολογικής, ήτοι φιλοσοφικο/λογικά δομημένης πραγματικότητας. Είναι διαλεκτική βαθμίδα, όπου συντελείται μετάβαση από την αμεσότητα του αισθητού Είναι, της κατ’ αίσθηση ουσίας στη διαμεσολάβησή της από το παράδειγμα, το αντι-κείμενο, που συνιστά τη διαφορά. Αυτό κατανοείται ως εξής: με βάση τη βαθμίδα των αισθήσεων το Είναι, η ουσία μας, είναι η ορισμένη παθητική μας στάση, που δύναται να βλέπει κάτι. Αυτή είναι η κατάσταση της αμεσότητας [=καθαρό Είναι], καθώς δεν υπάρχει κάποια στοχαστική διαμεσολάβηση, τουτέστι συνεπαγωγή [=δεν συνάγεται κάτι μέσω της σκέψης].  Αλλά κατά τη στιγμή που βλέπουμε ένα αντι-κείμενο λαμβάνουν χώρα, δηλαδή μπαίνουν επί πλέον στο παιχνίδι (beiher-spielen), κατά την ωραία διατύπωση του Χέγκελ, κι άλλα πολλά. Έτσι παύει να ισχύει η εντύπωση της αμεσότητας του βλέπειν, δηλαδή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας ως βλέπειν. Αποδεικνύεται ανύπαρκτη αυτή η αμεσότητα, γιατί έρχεται στο Είναι μια σχέση: αυτή ανάμεσα σε ένα Εγώ, σε αυτό-εδώ το Εγώ, ας πούμε, και σε ένα αντι-κείμενο, αυτό-εδώ το αντι-κείμενο. Να ποια είναι τα άλλα πολλά: μια πολλότητα αυτών-εδώ των Εγώ και αυτών-εδώ των αντικειμένων. Η απόλυτη ενότητα είναι η αυτότητα Εγώ και αντι-κειμένου στο επίπεδο της αίσθησης και συνάγεται ως κατ’ αίσθηση λογικότητα του ενός και του άλλου αυτό-εδώ Εγώ και του ενός και του άλλου αυτό-εδώ αντι-κειμένου.    





[1] Rockmore, T. Cognition: An Introduction to Hegel’s Phenomenology of Spirit. Berkeley: University of  California Press, 1997.  Taylor, C. Hegel. Cambridge: Cambridge University Press, 1975.
[2] Αναλυτικά βλ. Γκ. Χέγκελ: η διδασκαλία περί του Είναι, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Νόηση, Αθήνα 2013, σσ. 142 κ.εξ. 

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Δημοκρατία και πολιτικές σκοπιμότητες




          Η Δημοκρατία και ο Ελληνικός Ευεργετισμός

§1

Ο ευεργετισμός στην αρχαία Ελλάδα και δη στην αρχαία Αθήνα αποτελούσε κατ’ αρχήν μια πράξη ή διαδικασία γενναιοδωρίας υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Συνέβαινε πράγματι ορισμένοι πλούσιοι Αθηναίοι να αναλαμβάνουν διάφορες λειτουργίες, τουτέστι δημόσιες υπηρεσίεςχορηγίες, όπως τριηραρχία [=πλήρης συντήρηση μιας τριήρους], εστίαση [=έξοδα για δημόσιο γεύμα], αλλά συγχρόνως και κάποιες μορφές υπερ-φόρων κ.λπ. Δεν ήσαν δε λίγοι και πολλοί απ’ αυτούς που έκαναν δωρεές εθελοντικά και συνδέθηκαν με τον ευεργετισμό. Ο Κίμων, για παράδειγμα, είχε μετατρέψει το σπίτι του σε κοινν πρυτανεον, κατά τον Πλούταρχο, γιατί καθημερινά εξασφάλιζε σε πολλούς φτωχούς πλουσιοπάροχα γεύματα. Από τέτοιου είδους ευεργέτες ωστόσο προέκυπταν και κάποιοι που μέσω της γενναιοδωρίας διέκριναν τη δυνατότητα να γίνουν πολύ αγαπητοί στο λαό και έτσι να παίξουν το δικό τους πολιτικό παιχνίδι. Ο πόθος ή το πάθος τους για δόξα και τιμές στο πεδίο της πολιτικής μπορούσε τώρα, χάρη στα πολιτικά τους δώρα, να ικανοποιείται στο έπακρο. Ο ευεργετισμός, ως εκ τούτου, καθιερώνεται πια ως ένας θεσμός, που διαπλέκεται με σχέσεις εξουσίας και εξουσιαστικής εγκυρότητας, δηλαδή νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας των ολίγων πάνω στους πολλούς, χάρη στο κύρος που αποκόμιζαν από τις ευεργεσίες τους.

§2

Πού έγκειται το φιλοσοφικό-κοινωνιολογικό θεμέλιο του αρχαίου Ελληνικού Ευεργετισμού; Σε αυτό ακριβώς που διαγιγνώσκει ο Πλάτων: το οποιοδήποτε καθεστώς, για να κρατηθεί στη ζωή, χρειάζεται να πλάσει, να διαμορφώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Μας λέει ρητά στην Πολιτεία (βλ. βιβλίο Ε κ.εξ.) πως η πολιτεία είναι φτιαγμένη ίδια και όμοια με την εσωτερική δομή του ανθρώπου. Και η εσωτερική δομή του ανθρώπου συγκροτείται ως ανώτερη χρημάτων, πλουτισμού και πολιτικών φιλοδοξιών, όταν έχει για θεμέλιό της τη φιλοσοφική παιδείαˑστην αντίθετη περίπτωση, η ακαταστασία, η αναρχία της ψυχής του είναι σε πλήρη αντιστοιχία με μια άναρχη δημοκρατία, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: οι γόνοι των πλουσίων παραδίδονται σε άχρηστες απολαύσεις, ζουν μια άσωτη και έκφυλη ζωή, ενώ κάποιες φορές δεν ξεχνούν να παρουσιάζονται και ως δήθεν ρέκτες της φιλοσοφίας, ενώ οι φτωχοί πέφτουν θύματα των επαγγελιών τους. Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό σύμπλεγμα, οι κάθε είδους πολιτικές γενναιοδωρίες, όσο κι αν εκκινούν από πατριωτικά κίνητρα, δεν παύουν να υπόκεινται σε ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες, που προέρχονται από επαγγελματίες πολιτικούς/ρήτορες και από τον δι’ αυτών εξαπατημένο λαό. Έτσι συμβαίνει συχνά, ένας πλούσιος, όταν βρίσκεται στην εκκλησία του δήμου, στη συνέλευση του λαού, κάτω από την πίεση των ρητόρων και του παρασυρμένου πλήθους, να αναγκάζεται, εάν όχι να εξαναγκάζεται, να γίνει χορηγός, λειτουργός ή ευεργέτης.

§3

Ο ευεργετισμός, σε κάθε περίπτωση, δεν έλυνε το οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, ούτε εξάλειφε τη φτώχεια. Αποτελούσε ένα σημείο ζωής, που άλλοι, κυρίως οι συντηρητικοί με την αγέλαστη ακαμψία τους, το αποτιμούσαν ως εντελώς ξένο προς τις παραδόσεις μιας υγιούς κοινωνίας, και άλλοι, όπως οι παρδαλοί δημοκρατικοί, ως ένα καλό ιδεολογικό στοιχείο για την εξάπλωση της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Ό,τι περίπου συμβαίνει και σήμερα με εφάμιλλα φιλοδωρήματα προς εξαγορά της κοινωνικο-πολιτικής συνείδησης των φτωχών. Όχι σπάνια γινόταν η αφορμή για μια διαρκή και εριστική αντιμαχία ανάμεσα στους πλούσιους και σε διάφορους δημοκρατικούς. Οι μεν πρώτοι αισθάνονταν ή έλεγαν πως με τις συνεχείς ευεργεσίες, τα θεωρικά και παρόμοιες εκφάνσεις του ευεργετισμού τείνουν να γίνουν οι πραγματικά φτωχοί πολίτες της πόλης, ενώ οι δεύτεροι επιχειρούσαν, ως συνήθως,  να αντιμετωπίσουν το θέμα μέσα από ένα πνεύμα κούφιου συναισθηματισμού, όπως ταύτιση της πόλεως με μια μεγάλη οικογένεια, με μια ομοιογενή κοινότητα αγαθοεργών σκοπών και παρόμοια. Και μέσω αυτής της οδού πρότειναν επί μέρους ημίμετρα προς γεφύρωση –κυρίως φαινομενική– του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Τέτοιες πολιτικές με κούφιες κουβέντες και αναποτελεσματικά ημίμετρα ασκούνται κατά συρροή στις μέρες μας, από τους αγύρτες και κλέφτες της εξουσίας. Ο αρχαίος ευεργετισμός λοιπόν, ιδωμένος μέσα από το ως άνω σύμπλοκο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, νομιμοποίησε τη διαφορά, τη διαίρεση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και κατέδειξε την αδυναμία της δημοκρατίας, ως κράτους του δήμου,  να χαράξει μια αυθεντικά λαϊκή πολιτική. Η απλώς φιλολαϊκή πολιτική του χτες και του σήμερα αποτελεί τον προθάλαμο για διάλυση του κοινωνικού ιστού και καθίδρυση τυραννικών καθεστώτων. Και τούτο, γιατί ο φιλολαϊκισμός συσκοτίζει το οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου και της κοινωνίας: οικτίρει την πλειοψηφία των φτωχών –και μάλιστα εικονικά– και δεν νοιάζεται ουσιαστικά για την άρση της συνθήκης της φτώχιας τουςˑ έτσι τους διατηρεί αδύναμους  για να τους κάνει όπως θέλει: να τους έχει πολιτικό υποχείριό του. Ετούτο ακριβώς πράττουν και οι τρέχοντες «πεφωτισμένοι», δηλαδή σκοταδιστές «δημοκράτες»ˑ γι’ αυτό εξελίσσονται σε άκρως επικίνδυνοι τυραννίσκοι.


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Πλάτων: τι σημαίνει ακόλαστος πολιτικός;





Πλάτων
427 π.Χ.–347 π.Χ.


 Ο φαύλος πολιτικός ως όλεθρος της πολιτείας

§1

 Ίδιον των Ελλήνων της αρχαιότητας  ήταν η συνύφανση πολιτικής θεωρίας και πράξης. Όσο καλλιεργούσαν σε βάθος την πολιτική θεωρία, την πολιτική θεώρηση των πραγμάτων, τόσο αποδεικνύονταν ικανοί να παράγουν αληθινή πολιτική πράξη και αντίστροφα. Η πολιτική θεωρία, κατά κανόνα, είχε ως βάση την πολιτική φιλοσοφία. Η συστηματική συνεπώς ανάπτυξη της τελευταίας συνέβαλε τα μέγιστα στο να πλημυρίσει ο αρχαίος κόσμος από εκείνα τα πολύ δυνατά κείμενα των αττικών ρητόρων, των λογογράφων, των ποιητών, των ιστορικών κ.α. Η πολιτική φιλοσοφία, από άποψη αρχής, δεν καλλιεργήθηκε ως ένας ιδιαίτερος κλάδος ή κατεύθυνση της φιλοσοφίας, αλλά ήταν αυτή τούτη η φιλοσοφική σκέψη που δεν ξεχώριζε τον εαυτό της από την πολιτική. Καθ’ όλη εξάλλου την ιστορική της εξέλιξη η φιλοσοφία δεν έπαψε να συνδέεται με την πολιτική ως σκέψη της πόλης. Γι’ αυτό και το σύνολο σχεδόν των φιλοσοφικών θεωριών, έμμεσα ή άμεσα, διεκδικούσαν μια πολιτική προτεραιότητα. Μια τέτοια προτεραιότητα χαρακτήριζε ουσιαστικά όλο το φιλοσοφικό έργο του Πλάτωνα.

§2

Χαρακτηριστικό της Πλατωνικής πολιτικής σκέψης –και αυτό της χάρισε μοναδική πρωτοτυπία στο διηνεκές του χρόνου– ήταν ότι εξαρτούσε το αληθές του Πολιτικού εν όλω από την πολιτική αρετή, δηλαδή από την ικανότητα της κοινωνίας και πολιτείας του ανθρώπου να διευθύνει με αυτονομία και παραδειγματική φρόνηση τα του οίκου της. Η άσκηση, συνακόλουθα, ή η εφαρμογή της πολιτικής αρετής δεν εξαρτάται από τη βούληση απλώς του πολιτικού ανδρός, γιατί βούληση –και μάλιστα βούληση μηδενισμού– διαθέτει  και ο φαύλος, ο κίβδηλος πολιτικόςˑ απτό παράδειγμα οι αφισοκολλητές του καθεστωτικο-φεουδαρχικού «αριστερισμού», που στελεχώνουν την εξουσιαστική μηχανή της σημερινής Ελλάδας: με βούληση διαλύουν και ξεπουλούν ό,τι έχει απομείνει όρθιο από την πατρίδα, κάτι που σημειώνει με οξύνοια ο Πλάτων για παρόμοιες περιπτώσεις των δικών του καιρών. Ούτε ακόμη εξαρτάται από μια κατασκευασμένη εξωτερικά, συντεχνιακά, κοινότητα ανθρώπων. Εξαρτάται κυρίως από τη διεκδίκηση της υπέρτατης γνώσης, όχι ως εξουσιαστικής δοκησισοφίας, αλλά ως καταστροφής του επιχρίσματος της πολιτικής απάτης και ως διαλεκτικού Λόγου που θα αφυπνίζει τις μάζες και θα τις καθιστά ικανές να αποκτούν αυτοσυνείδηση, να αποβάλλουν έτσι τη μοίρα της μάζας και να γίνονται οδηγοί του εαυτού τους. Ένας τέτοιος Λόγος δεν διδάσκει στους άλλους την πολιτική –γιατί δεν αεροβατεί ως παντογνώστης–  ή δεν την ασκεί εν ονόματι των άλλων ως πεφωτισμένος κομισάριος, αλλά διδάσκοντας και ασκώντας την πολιτική μετασχηματίζεται και ο ίδιος σε δύναμη άρνησης του κακού (Θεαίτητος), άρνησης της πολιτικής πλεκτάνης και των εισαγομένων «ηγετών»· γίνεται δηλαδή «μέτρο όλων των πραγμάτων», μέτρο και για τα όρια του εαυτού του, έτσι ώστε να ξεσκλαβώνεται ο νους και κανείς να μην επωμίζεται τον ρόλο του αγελαίου ή του καθοδηγητή.

§3

 Χαράσσοντας μια τέτοια φιλοσοφική γραμμή, ο Πλάτων καθιστούσε το πολιτικό ζήτημα –και σύστημαεμπρόσωπο και όχι απρόσωπο, όχι σαθρό, όπως συμβαίνει σήμερα. Συμβαίνει, για παράδειγμα, στους καιρούς μας, θλιβερές ασημαντότητες της πολιτικής να κατέχονται από μια τέτοια μεγαλομανία, ώστε να ταυτίζουν το γενικό συμφέρον με τις δικές τους κλεπτομανίες και σατανικές ιδεοληψίες για πρωτεία, να ξεγελούν το πλήθος με κενόδοξες ρητορείες περί κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης κ.λπ. και στην άσκηση της εξουσίας να αποδεικνύονται ως η πιο αδίστακτη ολιγαρχία του πολιτικού ωφελιμισμού και της πολιτικής αγυρτείας. Όπως αναλύει ο Πλάτων στην Πολιτεία, η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό: τη συνοχή και την ευδαιμονία της πολιτείας. Αυτό το χαρακτηριστικό της ιδιάζει στους αληθινούς φιλοσόφους, σε αντίθεση με τους αγύρτες: ενώ οι δεύτεροι απολαμβάνουν την εξουσία, οι πρώτοι απλώς την υποφέρουν, δηλαδή σηκώνουν το φορτίο της διακυβέρνησης για το καλό της πολιτείας και όχι για τη δική τους καλοπέραση.

§4

Μοιραία φαίνεται να ήταν η συνάντηση του Πλάτωνα με τον Σωκράτη. Ο τελευταίος ήταν αληθινός φιλόσοφος, καθώς ήξερε να εναρμονίζει τη θεωρία με τη δράση. Ο Σωκράτης, όπως καταμαρτυρεί ο Πλάτων  (Επιστολή Ζ΄), δολοφονήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία, επειδή ως φιλόσοφος ασκούσε αληθινά την πολιτική αρετή. Απ’ αυτή την άποψη, η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο την πολιτική αρετή δεν ασκούσε, γι’ αυτό και δεν διέθετε χώρο για ανθρώπους σαν τον Σωκράτη. Εάν ο φιλόσοφος ως τέτοιος, σκεπτόταν ο Πλάτων, δεν έχει θέση σε μια «ευνομούμενη» πολιτεία, τότε: ή η πολιτεία δεν είναι ευνομούμενη και γι’ αυτό εχθρεύεται τη φιλοσοφική σκέψη, ή η φιλοσοφική σκέψη πρέπει να υπερβεί μια τέτοια σαπρή [=σάπια] πολιτεία. Με αφετηρία αυτή τη συλλογιστική, ο Πλάτων συνέθεσε όλα του τα έργα με πολιτικό σκεπτικισμό, αλλά και φιλοσοφική προοπτική. Η προοπτική αναδύεται από τη φοβερή σύλληψη της τέλειας Πολιτείας και από τη θεωρία των Ιδεών ως την αστείρευτη πηγή λόγου, αληθούς ερμηνείας του εμπειρικού και μιας ποιητικής εκμύθευσης ενάντια στα σιδερένια άλογα (Χάιντεγκερ) της πολιτικής ασυναρτησίας. Τα σιδερένια άλογα είναι, για τον Πλάτωνα (βλ. Θεαίτητος 173 κ.εξ), οι πολιτικοί συνασπισμοί και οι εκλεκτοί τους που διψούν για ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων και για αύξηση μέσω αυτών της περιουσίας τους, για φιλήδονες συνεστιάσεις ή διασκεδάσεις, για νυχτερινά χαροκόπια, για αστόχαστες αντιλογίες μέσα στο βουλευτήριο και τόσα άλλα παρόμοια, αδιαφορώντας αν τα πράγματα στην Πόλη πορεύονται καλά ή κακά. Η αλήθεια, συνεχίζει ο Έλληνας φιλόσοφος, δεν βρίσκεται στις φλυαρίες για γραΐδια (ό.π., 176b), που ακούγονται εντός και εκτός βουλευτηρίου από τους δοκησίσοφους πολιτικούς, αλλά στην οντολογική της θεμελίωση σε σχέση με την εξουσία: π.χ. τι είναι η εξουσία και κατά πόσο η μια ή η άλλη μορφή άσκησής της ταιριάζει στην ουσία του ανθρώπου.

§5

 Ο φιλόσοφος, ως προκύπτει, ούτε στον ύπνο του ούτε στον ξύπνο του δεν θέλει να βλέπει και να ακούει ό,τι έχει σχέση με τις μικρότητες των πολιτικών. Όταν, για παράδειγμα, τους «ακούει να εγκωμιάζουν κάποιον τύραννο ή βασιλιά», ας πούμε με σημερινούς όρους τον έναν ή τον άλλο πολιτικό ή πολιτειακό παράγοντα, «νομίζει πως ακούει να μακαρίζουν κανένα ποιμένα, όπως χοιροβοσκό ή βουκόλο που αρμέγει πολύ γάλα» ( Θεαίτητος 174d). Ο ίδιος ο φιλόσοφος φαντάζει, για όλους αυτούς, ξένο σώμα. Κι όμως βρίσκεται στο κέντρο της γης. Μέσα στην ατελή πολιτεία που υποχρεώνεται να ζήσει, μπορεί να μην του παραχωρείται χώρος αντάξιος του φιλοσοφικώς ζην, ωστόσο είναι ο μόνος που μπορεί να εγγυάται τη ριζική αλλαγή της φαύλης πολιτείας. Γιατί μπορεί μόνο αυτός; Επειδή μετέχει στον άτοπο τόπο, στον νοητό χώρο των καθαρών ιδεών: διάγει έναν βίο που στηρίζεται στη διαλεκτική σκέψη και έτσι αίρεται πάνω από τη μικρόψυχη κατάσταση του φιλόνικου και του φιλοκερδούς. Συναφώς δεν εκπίπτει «στην τάξη των επαγγελματιών, κηφήνων πολιτικών που δημαγωγούν και κολακεύουν το λαό, υποκινώντας τον συγχρόνως σε κάθε είδους βιαιοπραγίες» (Πολιτεία). Επομένως ο αληθινός φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για ατομική ιδιοκτησία, πλούτη, χλιδή και εξουσία. Εάν, παρά ταύτα, οι φιλόσοφοι χρειάζεται να κυβερνήσουν είναι, γιατί «είναι ντροπή να αφήνουν τους χειρότερους να νέμονται την εξουσία προς ίδιον όφελος» (Πολιτεία). Οι αληθινοί φιλόσοφοι, εκείνοι που έχουν αντικρίσει το Αγαθό καθαυτό, δηλαδή έχουν μυηθεί σε έναν ανώτερο τρόπο ζωής, θα αντιμετωπίσουν «τη θορυβώδη πολιτική, με το να αναλάβουν τη διοίκηση (=διακυβέρνηση) και να υπηρετήσουν το κοινό καλό …και αφού διαμορφώσουν τα κατάλληλα πρότυπα πολιτών για υπηρέτηση του κοινού καλού θα μετοικήσουν στη νήσο των Μακάρων» (Πολιτεία), δηλαδή θα εγκαταλείψουν την εξουσία, η άσκηση της οποίας δεν τους τιμά, αλλά είναι αναπόφευκτη για ένα ορισμένο διάστημα. Η φιλοδοξία για παραμονή στην εξουσία για πολύ χρόνο χαρακτηρίζει τους πολιτικούς του ιδεολογικού ολοκληρωτισμού. Ό,τι ακριβώς κυριαρχεί σήμερα στην Ελλαδική πολιτεία!