Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

M. Heidegger: Η φιλοσοφία ως επάγγελμα

 



                                      Μάρτιν  Χάιντεγκερ

1889-1976

  

«…Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να φιλοσοφείς…»

 

§1

 

Είναι κοινώς παραδεκτό πως ο Χάιντεγκερ ανήκει στους πιο χαρισματικούς διανοητές της σύγχρονης σκέψης. Δεν υπάρχει άλλος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, που να κατόρθωσε να αναπτύξει μια τόσο σαφή συνείδηση σχετικά με το ότι η σύγχρονη εποχή είναι μια μεταβατική εποχή, που υπαγορεύει επιτακτικά στη σκέψη να θέτει ερωτήματα παρά να δίνει έτοιμες απαντήσεις. Το ερωτάν τώρα επιχειρεί να θέσει υπό μια κριτική διερεύνηση την παραδοσιακή φιλοσοφία και να διανοίξει στην ως τώρα μεταφυσική σκέψη την οδό της μη μεταφυσικής στοχαστικής της δυνατότητας. Στην ουσία ο Χάιντεγκερ κοπιάζει σαν τον ξυλοκόπο (κατά τη δική του έκφραση) να συγκροτήσει μια ανοικτή σκέψη, που να μπορεί να αυτοσυγκεντρώνεται στο πρόβλημα της μεταφυσικής και στο ερώτημα του Είναι. Αυτό τον ανοικτό χαρακτήρα της σκέψης αποτυπώνει με τη φράση: Wegenicht Werke[1]. Με τη λέξη Wege [=δρόμοι, οδοί] θέλει να μας πει πως δεν υπάρχει μια αποκλειστική στοχαστική οδός, πως η σκέψη του δεν σχετίζεται με μια και μοναδική οδό, αλλά διανοίγεται σε πολλές και ενίοτε χάνεται εδώ μέσα. Γι’ αυτό και nicht Werke [=όχι έργα]: όχι αποτελματωμένα και αποστεωμένα σχήματα σκέψης. Τίτλοι των έργων του είναι ενδεικτικοί αυτής της πολυκύμαντης σκέψης: Holzwege[2] είναι οι δρόμοι του δάσους, που παραπέμπουν σε ένα είδος λανθασμένων δρόμων, σε αδιάβατα μονοπάτια. Wegmarken[3] είναι οι οδοδείκτες, που κάποιος προπορευόμενος άφησε πίσω του στο δρόμο, προκειμένου να βοηθήσει εκείνους που ακολουθούν και θέλουν να βρουν τον δρόμο τους.  Unterwegs zur Sprache[4]: καθ’ οδόν προς τη γλώσσα είναι η όδευση προς τον πυρήνα της σκέψης του, προς τη φιλοσοφική του αλήθεια. der Feldweg[5]: το αγροτικό μονοπάτι είναι το μονοπάτι που αναζωογονεί την ψυχή του φιλοσόφου. 

 

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2020

Ηράκλειτος: πώς κουβεντιάζεται διαχρονικά η πολιτική βαρβαρότητα;



 

Ηράκλειτος ο Εφέσιος

 

Λήθη και πλάνη

 

§1

 

Είναι κοινώς παραδεκτό πως o Ηράκλειτος έχει αποτιμηθεί ως ένας από τους πιο κραταιούς στοχαστές της πρώιμης φάσης, της προσωκρατικής περιόδου, της ελληνικής σκέψης, που ασχολήθηκε όχι μόνο με τη συγκρότηση και λειτουργία του φιλοσοφικού Λόγου αλλά και με τα πράγματα της πόλεως, δηλ. με την πολιτική. Η τελευταία με την έννοια ότι αφορά τον άνθρωπο-πολίτη, όπως συγχρόνως και την πόλη εν γένει. Άνθρωπος και Πόλη δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορο τον κορυφαίο Εφέσιο στοχαστή, καθώς το σύνολο σχεδόν της σκέψης του, όπως το γνωρίζουμε από τα διασωθέντα αποσπάσματα, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και την ερμηνεία της σχέσης του ανθρώπου με την πόλη και τους νόμους. Αυτό που προκύπτει από τις ως τώρα μελέτες των ειδικών είναι πως ο Ηράκλειτος διέκρινε στα πολιτικά πράγματα της πόλεώς του μια ανεπανόρθωτη φθορά, που άγγιζε τα όρια της διαφθοράς και της παρακμής, όσο κι αν έρχονταν στην εξουσία νέες πολιτικές δυνάμεις, οι λεγόμενες δημοκρατικές. Το πολιτικό πρόβλημα, για τον Ηράκλειτο, ήταν καθαρά πρόβλημα που πρέπει να απασχολεί πρωτίστως τη σκέψη και όχι απλώς τους πολιτικούς και την εναλλαγή τους στην εξουσία είτε με το προσωπείο της αριστοκρατίας είτε με εκείνο της δημοκρατίας κ.λπ. Πραγματικά η πρωταρχική σχέση του ανθρώπου είναι η σχέση του με τον κατανοητικό Λόγο και σε συνδυασμό με την ορθή λειτουργία τούτης της σχέσης μπορεί να βαίνει καλώς και οποιαδήποτε άλλη σχέση του: πολιτική, νομοθετική, θρησκευτική κ.λπ. ήδη στο απόσπασμα Β1 ο Ηράκλειτος θέτει την ως άνω προβληματική και καταφάσκει τη γνωσιοντολογική αδυναμία της ευρείας μάζας να ενεργήσει σωστά, όταν είναι αποκομμένη από τον Λόγο που διέπει τα πράγματα:

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Από τον Heidegger στον Πλάτωνα




Μάρτιν Χάιντεγκερ:

 

«… Η φιλοσοφία ομιλεί ελληνικά …»

 

 

§1

 

     Ο Μ. Χάιντεγκερ (1889-1976), ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της σύγχρονης εποχής, εξοπλίζει με μια τέτοια δυναμική τη φιλοσοφία, ώστε τούτη να ανοιχτεί στο μεγαλειώδες βάθος που της αναλογεί και στο δρόμο μιας ανυπέρβλητης ανα-τροπής των κανονιστικών αρχών της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής σκέψης. Μέσα από μια αδιάκοπη ανασκαφή στα κεφαλαιώδη κείμενα της φιλοσοφικής μας παράδοσης έφτασε να σκεφτεί εκ νέου το σύνολο της ιστορίας της δυτικής σκέψης, από τους Έλληνες έως και την εποχή μας, και να επαναθέσει εξ αρχής και εκ νέου σε διά-Λογο τα θεμέλια της εν λόγω παράδοσης με μια ριζοσπαστικότητα, που μετά τον Χέγκελ και τον Νίτσε κανείς δεν την αποτολμούσε πια. Τα καίρια ζητήματα της φιλοσοφίας, προ παντός το ερώτημα για το νόημα του Είναι, έγιναν το πλαίσιο, όπου ο φιλόσοφος αναλογίζεται, με σεισμογραφική ευαισθησία, τις μεγάλες ανησυχίες της εποχής μας: τη φυγή των θεών και την κρίση των παραδοσιακών αξιών, τον θρίαμβο της «τεχνο-επιστήμης» και την επίπονη αναζήτηση νέων συμβολικών περασμάτων, μια ολοένα και πιο περίπλοκη νεωτερικότητα και έναν ολοένα και πιο στοιχειώδη άνθρωπο. Και όλα τούτα για έναν φιλόσοφο και για μια φιλοσοφία, που φαντάζει άκρως αφαιρετική και δείχνει να είναι σε απόσταση από την τρέχουσα πραγματικότητα. Ο Χάιντεγκερ ανέλαβε να ανοίξει νέους δρόμους στη σύγχρονη σκέψη και να κατασκευάσει μια φιλοσοφική γλώσσα, που περιέχει τέτοιους ριζοσπαστικούς όρους και τέτοιες αντιστοίχως συνάφειες νοημάτων, ώστε να κονιορτοποιεί πλήρως τις θεμελιώδεις τάσεις της εποχής μας. Κάθε καλόπιστος μελετητής του Χάιντεγκερ δεν θα δυσκολευόταν να συγκρίνει τη ριζοσπαστικότητα της σκέψης του, μέσα στην ιστορία του φιλοσοφικού πολιτισμού, με εκείνη του Βαν Γκογκ (Van Gogh)  στην περιοχή της ζωγραφικής: όπως αυτός-εδώ εξέφρασε στη βία των χρωμάτων την κρίση των παραδοσιακών εικόνων της τέχνης, έτσι και ο Χάιντεγκερ κατέδειξε την κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η σύγχρονη φιλοσοφία, πειραματιζόμενος με νέους τρόπους σκέψης που μας επιτρέπουν να βρούμε διεξόδους από τα πολλαπλά αδιέξοδα. Αυτός ο πειραματισμός λογίζεται για τον ίδιο τον φιλόσοφο ως ερμηνεία που φέρνει βία.