Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Μ. Αναγνωστάκης: το θέμα είναι τώρα τι λες





                         Μανόλης  Αναγνωστάκης
                                                 1925–2005                                

                                                                     
    «Οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύδοντες ποιεῖν καὶ λέγειν»
                                             (Ηράκλειτος)

                                                      §1

             Η ποιητική εμβίωση της ελευθερίας λόγου  

Οι εποχές που έζησε και έγραψε ο Μ. Αναγνωστάκης χαρακτηρίζονταν, ανάμεσα στα άλλα, από έναν συνεχή πολιτικό και ποιητικό λόγο. Η καλλιέργεια του πολιτικού λόγου, με την έννοια του ευρύτερα στοχαστικού δημόσιου λόγου, δεν ήταν πάντοτε πηγαία, αυθόρμητη, απαλλαγμένη από περιοριστικούς όρους: είτε έπρεπε να επιτρέπεται σε κάποιον να μιλήσει, λόγω επικράτησης διαφόρων μορφών θεσμικής βίας –π.χ. Κατοχή, μετακατοχικό και μετεμφυλιακό νεοελληνικό κράτος, χούντα– είτε έπρεπε να μην συσκοτίζεται η αλήθεια από ψευδείς ιδεολογίες, παραλυτικές για την ελευθερία σκέψης και δράσης· από κοινότοπες αντηχήσεις σαθρών ιδεών ή θεωριών, που ενοχοποιούν και την παραμικρή εγκάρδια εξωτερίκευση των ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση της θεσμικής βίας, ο ποιητικός λόγος αντιπαρατίθεται με το κράτος και παρακράτος της εξουσίας και εκφράζεται συνήθως με συμβολική γλώσσα. Στη δεύτερη περίπτωση των παραλυτικών, υποκριτικών ιδεολογιών, –εδώ ανήκουν και τα ιδεολογικά ερείπια της καθεστωτικής «αριστεράς»– ο ποιητικός λόγος αποκαλύπτει τα μυθεύματά τους. Ο Μ. Αναγνωστάκης, έχοντας μια τέτοια περίπου εμπειρία της καταστροφής του Λόγου, μάχεται ενάντια στις  σκοτεινές μεθοδεύσεις διαχείρισης της μάζας. Εάν ο διανοητής, κατά Νίτσε, είναι καμήλα, μπορεί να γίνει λιοντάρι, στο μέτρο που αντι-μάχεται σθεναρά την εθελοδουλεία της αγελαίας διανόησης. Αλλά και το λιοντάρι-διανοητής, όταν αποκτά επίγνωση της ποιητικής του αποστολής, μετασχηματίζεται σε δημιουργικό, σε ελεύθερο πνεύμα. Ένα τέτοιο πνεύμα ακριβώς είναι ο Μ. Αναγνωστάκης, όπως προκύπτει και από το παρακάτω ποίημά του:  αντικρίζει τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπόσχεται ζωή αλλά εμποδίζεται προς τούτο, ως προσωπική του μοίρα. Αυτή-εδώ αναζητεί τον προορισμό της στην αποκαθήλωση του λόγου, που διηγείται μύθους, που σκορπά φρούδες ελπίδες χωρίς αιδώ. Μοίρα – προορισμός (Geschick) του ποιητή: το πέρασμα του ελεύθερου ποιητικού λόγου πάνω από την ανελευθερία του Μαζικού, από τη χειμέρια νάρκη του Αγελαίου.           

                                                         §2
                           
                                  ΣΤΟ  ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

                Στὸ παιδί μου δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Καὶ τοῦ μιλούσανε γιὰ Δράκους καὶ γιὰ τὸ πιστὸ
                                    σκυλί
                Γιὰ τὰ ταξίδια τῆς Πεντάμορφης καὶ γιὰ τὸν ἄγριο
                                      λύκο

                Μὰ στὸ παιδὶ δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Τώρα, τὰ βράδια, κάθομαι καὶ τοῦ μιλῶ
                Λέω τὸ σκύλο σκύλο, τὸ λύκο λύκο, τὸ σκοτάδι
                             σκοτάδι,
                Τοῦ δείχνω μὲ τὸ χέρι τοὺς κακούς, τοῦ μαθαίνω
                 Ὀνόματα σὰν προσευχές, τοῦ τραγουδῶ τοὺς νε-
                                      κρούς μας.
        
        
                 Ἄ, φτάνει πιά!  Πρέπει νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια στὰ
                             παιδιά.


                                                    §3

                             Ερμηνεία – κατανόηση

Ι. Το πιο πάνω ποίημα ανήκει στην τελευταία ποιητική συλλογή του Μ. Αναγνωστάκη: Ο Στόχος. Η συγκεκριμένη συλλογή κυκλοφόρησε στα χρόνια της χούντας (1970) και έχει έντονο το χρώμα της ανασυλλογής τραυματικών εμπειριών από την ιστορία, του αναστοχασμού κοινωνικών και πολιτικών διαψεύσεων, της διάλυσης και των πιο τελευταίων αυταπατών που καλλιεργούσαν ως τότε τα υποτιθέμενα «δημοκρατικά»–«αριστερά», αλλά στην πράξη απολιθωμένα ιδεολογικά-πολιτικά είδωλα: «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός» μας λέει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα: Επίλογος της εν λόγω συλλογής.

ΙΙ. Ο ποιητικός λόγος εδώ δεν είναι απλώς αντιδικτατορικός, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερμηνευτές σχολικού επιπέδου, αλλά διαχρονικά αντι-στασιακός: ορθώνει ενάντια στις φενακισμένες συνειδήσεις μια μελωδία του ποιητικού νου, που δεν επιχειρεί να κολακέψει τις αισθήσεις, αλλά «να πει την αλήθεια στα παιδιά». Πώς νοείται η αλήθεια; Όχι βέβαια με τη σχολική λογική μιας αφηρημένης, άχρονης λέξης, κατά το κενό περιεχομένου λεκτικό σχήμα: αλήθεια ψεύδος· αλλά ως προσωπικός αγώνας να διασωθεί ο άνθρωπος –εδώ ο νέος άνθρωπος– από την άβυσσο των σκοτεινών καιρών.

ΙΙΙ. Οι σκοτεινοί καιροί συγκεκριμενοποιούνται ως εξής: α) Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το ποίημα με όλα τα κακά της: δικτατορία. β) Όλη η προηγηθείσα ιστορική περίοδος, –τραγική ιστορικότητα του ποιητικού ρεαλισμού του ποιητή– με την κρατική βία, τους ιδεολογικούς-πολιτικούς εξορκισμούς, την καλλιέργεια βάναυσων αυταπατών σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, ηθικής, ελευθερίας σκέψης και δράσης. Αυτός ο σκοταδισμός των Παραμυθιών άφηνε και αφήνει έρημες, ανέστιες, ανέτοιμες, αποπροσανατολισμένες, σακατεμένες τις εκάστοτε νέες γενιές, με συνέπεια, όταν ξεσπάει η ιστορική καταιγίδα –δικτατορία, εθνοκτόνες και προδοτικές πολιτικές του χθες και του σήμερα κ.α.– να έχουν πνιγεί μέσα στην έσχατη απογύμνωσή τους.

ΙV. Η αλληγορική σημασία του τίτλου δονεί σύγκορμο το ποίημα: Το «παιδί του» είναι ο άλλος του εαυτός. Αφενός, ως το ποιητικό Εγώ, που δεν συμβιβάζεται με τα παραμύθια· αφετέρου, ως εκείνοι οι άνθρωποι, που διαμεσολαβούν τις αγωνιστικές τους προσδοκίες για ένα φωτεινό αύριο με την ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση. Κυρίως πρόκειται για κάθε νέα γενιά που απεχθάνεται το καθιδρυμένο ψεύδος της καθεστηκυίας τάξης και αποκηρύσσει την αφέλεια για αναγέννηση της ζωής με ιδεαλιστικές θαυματουργίες.  Η ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση είναι οι λέξεις –ως ιδέες, ως έννοιες– που καρφώνονται σαν πρόκες, όπως λέει στο ποίημά του Ποιητική, από την ίδια συλλογή, ο ποιητής.

V. Όπως  προκύπτει, ο ποιητής κατανοεί την ποιητική Ιδέα ως την ακατάλυτη οντολογική δύναμη, που μπορεί να οδηγήσει τους ζωντανούς ανθρώπους στο ξέφωτο:  έξω από τις καθεστωτικές χειραγωγήσεις, πάνω από μια φαινομενικά ευδαιμονική  πραγματικότητα, ωραιοποιημένη πότε μέσω του εκφοβισμού [: επισείουν το φόβο των κακών Δράκων], πότε μέσω της εξαπάτησης [: άγριος λύκος], πότε μέσω της συγκατάβασης,  του εφησυχασμού, της εφήμερης αγαθότητας [: Άργος, Πεντάμορφη]· έξω από κάθε επίσημη, προπαγανδιστική, κομματική ιδεολογία, που αποστεώνει τις ιδέες–καρφιά σε βερμπαλιστικά λεξίδια, σε νεκρά σχήματα υποκρισίας και ψεύδους.



Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μ. Αναγνωστάκης: Ο Φαύλος και ο Χαύνος


                              Μανόλης  Αναγνωστάκης
                                           1925-2005

Η ευμενής υποκρισία

§1
Εισαγωγικά

Τον Νοέμβριο του 1983 ο Μ. Αναγνωστάκης δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή το ποίημα που παραθέτουμε στη συνέχεια με τίτλο Φοβάμαι. Το εν λόγω ποίημα γράφτηκε δέκα χρόνια μετά τον Νοέμβρη του 73 και επιχειρεί να αισθητοποιήσει μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα του ανθρώπου της εποχής της διάλυσης. Ποια είναι, για τον Αναγνωστάκη, η εποχή της διάλυσης; Βασικά εκτείνεται από την περίοδο  του πολέμου, αλλά κυρίως από την μεταπολεμική περίοδο έως και σήμερα. Ποια είναι τα κύρια γνωρίσματά της; Η συντριβή οραμάτων και ιδεών με τις αντίστοιχες κοινωνικο-πολιτικές τους δράσεις, συνακόλουθα η ανυπαρξία πολιτικών προταγμάτων αυθεντικού χαρακτήρα και η καθίδρυση ενός ιδεολογικού-πολιτικού Είναι του ανθρώπου που θέλει να άρχει, να διατάζει και να εξουσιάζει με ευμενή υποκρισία, απάτη και αυταπάτη. Αυτό το εικονικό Είναι του ανθρώπου είναι αντιπροσωπευτικό του μαζανθρώπου, ο οποίος πότε ατομικά και πότε ομαδικά, πότε ως κυρίαρχος και πότε ως κυριαρχούμενος, αλλά πάντοτε καιροσκοπικά, «φρόνιμα και τακτικά πάει με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Και ο τωρινός μας Νοέμβρης, ως φαίνεται, αποτυπώνει ανάγλυφα το πνεύμα του ποιήματος. Γιατί; Επειδή τόσο η ιστορικότητα της επετείου του Πολυτεχνείου του 73 όσο και η παρούσα πολιτική κατάσταση της Ελλάδας συσχετίζεται με τους αχυρανθρώπους ακριβώς που φοβάται ο Αναγνωστάκης. Τι φοβάται, κατά βάθος, ο ποιητής; Τη φαυλότητα και τη σκοτεινότητα εκείνων που από τα μικρόφωνα του Πολυτεχνείου του 73, προϊόντος του χρόνου, μεταπήδησαν για την καλοζωία τους στα ελληνικά και ευρωπαϊκά έδρανα, συνυπογράφοντας τη θανατική καταδίκη ενός πεινασμένου λαού, ο οποίος, όπως προκύπτει αντικειμενικά, τους χαλάει και καμιά φορά τα υποχθόνια σχέδια της δικής τους καλοπέρασης. 

§2

Φοβάμαι...

  Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι 
και μια  ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγ
ήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ’κλείναν την πόρτα
μην τυχ
όν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα
τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ’σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν 
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν γιατ
ί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.



§3

                                        Ένα  σχόλιο

·      Δεσπόζουσα λέξη στο ποίημα είναι το ρήμα φοβάμαι. Τι θέλει να πει με το τελευταίο ο ποιητής; «Δεν λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει» (Ηράκλειτος)σημαίνει με το νόημα ότι μας δείχνει με ποιητικά σήματα, αυτό που συμβαίνει, ως επαναλαμβανόμενο παράδειγμα, μέσα στον ιστορικό χρόνο από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Μια όψη, ας πούμε, επαναλαμβανόμενου παραδείγματος: οι δοτοί πρωθυπουργοί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς ο τότε δοτός πρωθυπουργός –«δημοκράτης» κατά τα άλλα–   μεταφυτεύθηκε στην Ελλάδα ως «ελευθερωτής», για να αφοπλίσει τους μαχητές του βουνού … Ενδιάμεσοι και τωρινοί δοτοί πρωθυπουργοί μεταφυτεύονται ως «λυτρωτές», για να ξεπουλήσουν ό,τι μπορεί να απέμεινε όρθιο. Άλλες επίσης όψεις είναι τα χειροκροτήματα της εκάστοτε αυλής, η συνωμοτική λογική πολλών πολιτικών, εν τέλει η ατομική αβουλία, η χαυνότητα, που προβάλλεται ως περισσή πολιτική υπευθυνότητα.

·      Ο ποιητής όμως δυσπιστεί απέναντι σε όλους αυτούς, εν γένει απέναντι στο επαναλαμβανόμενο παράδειγμα· και όχι μόνο δυσπιστεί, αλλά τους φοβάται έτι περισσότερο: φοβάται την επικίνδυνη δουλοπρέπεια. Το ποιητικό υποκείμενο, ειδικά στο α΄ πρόσωπο, μας δείχνει με εποπτική σκέψη μια φαντασιακή-ποιητική αναπαράσταση που αποκρυπτογραφεί το άπαν του κοινωνικοπολιτικού μας σύμπαντος. Αποκρυπτογραφεί, με θαυμαστή ισοζυγία λεκτικής εκφοράς και υπαρκτού περιεχομένου, την πιο σκοτεινή δύναμη αυτού του σύμπαντος. Τη δύναμη που εντοπίζεται στη (μη)-συνειδητή συμμετοχή του μαζικού Είναι του ανθρώπου στη νομιμοποίηση των πολιτικών δολοπλόκων που θέλουν να κάνουν οδυνηρή τη ζωή των πολλών ανθρώπων, προκειμένου να ανακουφίζονται οι ολίγοι αυτοί, σύμφωνα με τα σχέδιά τους.

·       Ποιοι είναι τούτοι οι ολίγοι «άξιοι»; Άνθρωποι που φροντίζουν πάντοτε να θεμελιώνουν τη ζωή τους στην πολύ αδιάντροπη βάση του ωφελιμισμού και του πολιτικού συνωμοτισμού. Με μια ολιστική και ιστορική εμβέλεια του ποιητικού λέγειν ορθώνεται ο Αναγνωστάκης ενάντια στον συκοφαντικό δεσποτισμό των λέξεων τέτοιων ανθρώπων. Αυτός ο δεσποτισμός ιδιάζει στη χώρα των «πολιτικών ανθρωποφάγων». Υπό το κράτος αυτής της χώρας, το επαναλαμβανόμενο παράδειγμα εδώ στηρίζεται σε άτομα που συνθηκολόγησαν ασμένως στην περίοδο της δικτατορίας και μεταμορφώθηκαν στη συνέχεια σε «αγωνιστές» για να καταλήξουν εν τέλει να αυτό-πολιτογραφούνται ως «υπέρμαχοι» του κράτους «δικαίου» και ως «σωτήρες» του έθνους. Ο ποιητικός ρεαλισμός μας δείχνει με τη γλώσσα που παράγει δράση πώς εκτυλίσσονται οι μη-πολιτικές ασυμμετρίες που διέπουν ορισμένως τις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και  ανθρώπινες σχέσεις.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Μ. Αναγνωστάκης: Εν πολέμω


                                                                           
           ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
                                          1925-2005

                                                 § 1
                         Προοιμιακές παρατηρήσεις

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανήκει στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, των οποίων το ποιητικώς λέγειν δίνει φωνή σε οράματα κοινωνικά, πολιτικά, ηθικο-ανθρωπιστικά καθώς και στις πραγματώσεις ή διαψεύσεις αυτών των οραμάτων. Αυτό το λέγειν μελετά τις τραυματικές εμπειρίες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, αλλά και ό,τι επακολουθεί για να περισυλλέξει τελικά σε ποίημα τα σήματα αυτών των εμπειριών. Αναλογικά, ο Αναγνωστάκης γίνεται ο κυριότερος εκφραστής αυτής της ποιητικής περισυλλογής. Σμιλεύει έτσι έναν ποιητικό λόγο, ο οποίος περι-συλ-λέγει τις διαψεύσεις των μεγάλων ελπίδων και των ανεξάντλητων οραματισμών της γενιάς του. Συγχρόνως όμως ορμάται από αυτό που δίνει φωνή και λόγο στο ποίημα, που το προσδιορίζει ως τέτοιο, προκειμένου να φωτίσει περισσότερο την περισυλλεγμένη εμπειρία, να την αποδώσει στην ουσία της. Εδώ έγκειται και η ποιητική του μεγαλοσύνη, η οποία του επιτρέπει να απευθύνεται στον αναγνώστη με τρόπο μοιραίο, χωρίς να εκπίπτει σε ιδεολογικούς παροξυσμούς ή σε γοερές παραφωνίες για αυτό που έχει χαθεί και έχει προκαλέσει πόνο, θλίψη, σπαραγμό. Η ποιητική του απεύθυνση επομένως προς εμάς με τρόπο μοιραίο σημαίνει ότι αναδεικνύει το ποίημα σε μια μοιραία δημιουργία για μας, σε ένα ποιείν που είναι η μοίρα μας, που είναι η ιδιάζουσα στην υπαρκτική μας ουσία οδός, είτε έχουμε επίγνωση αυτής της οδού είτε όχι.  

§ 2

ΚΙ   ΗΘΕΛΕ   ΑΚΟΜΗ …

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.  Όμως
          εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα
          σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το  
εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα   π ε ρ ι μ έ ν ω.

                                 § 3
       Ερμηνεία – Κατανόηση

·      Το συγκεκριμένο ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή: Η Συνέχεια, δημοσιευμένη το 1954. Κυρίαρχο γνώρισμα της αλήθειας του είναι η αυτογνωσία, η καίρια αντιμετώπιση του πραγματικού, η απελευθέρωση της ποιητικής σκέψης από παραμορφώσεις και συσκοτίσεις μιας κενόδοξης αισιοδοξίας.  Η αγωνία της ύπαρξης εδώ δεν είναι μια στιγμή του ποιητικού υποκειμένου, που αισθάνεται πανικόβλητο μπροστά στην ήττα με τα πολλά πρόσωπα: την ήττα με το πρόσωπο της μεταπολεμικής προδοσίας που εκτείνεται ως το σήμερα· με εκείνο της ψευδούς συνείδησης της μεταπολεμικής αριστεράς, της διθυραμβικής-μεταφυσικής εξιδανίκευσης –εκ μέρους της– του νεκρού αγωνιστή που δεν πέθανε αλλά πέρασε στην αιωνιότητα, με την απανθράκωση του οραματικού στοιχείου στο όνομα μιας εδώ και τώρα λύτρωσης, η οποία εν τέλει αποβαίνει άτακτος συμβιβασμός με την υφιστάμενη εξαθλίωση κλπ.

·      Απεναντίας  η εν λόγω αγωνία είναι η διαρκής αλήθεια του ποιητικού υποκειμένου και του αναγνώστη. Ακριβώς αυτή η αλήθεια απηχεί την τεταμένη σκέψη που ζητεί να προσεγγίσει τον πυρήνα της ηττημένης πολιτικοκοινωνικά ψυχής του μεταπολεμικού ανθρώπου και να την οδηγήσει πέρα από τις συνέπειες αυτής της ήττας, προς την αυθεντική πηγή της μη-ήττας (=δεν παραδέχτηκα την ήττα …), της μη παραδοχής του χαμένου αγώνα ως ολοκληρωτικής καταστροφής, ως αδυσώπητης μοίρας. Η μαρτυρία του ποιητικώς λέγειν αναδύεται από τη νύχτα της ήττας και κατονομάζει το συμβάν (=θέλει ακόμα πολύ φως να ξημερώσει) ως ύψιστη δυνατότητα του ποιητικού υποκειμένου να αντιπαραθέτει τη μοναδικότητα του δικού του ποιείν στη σύγχυση της αντικειμενικότητας.  

·      Μέσα από την ήττα εκπηγάζει το κύμα αναμέτρησης με την ήττα. Ο ποιητής μέσα στη συγκάλυψη ευαγγελίζεται την αποκάλυψη: δεν  εσωτερικεύει την ήττα, δεν υποχωρεί άτακτα, αλλά επιλέγει να διασώσει ό,τι μπορεί να διασώσει. Είναι και αυτό ένας τρόπος αντί-στασης στην «ασφαλή πρόγνωση» ότι θα πέσει η πόλη. Η πτώση της πόλης είναι αναπόφευκτη, γιατί η συλ-λογική συνείδηση δεν είναι πλέον «ανδρειωμένη», αλλά άκρως κατακερματισμένη, διαμελισμένη, αποσαρθρωμένη, ηττημένη· μόνο το ποιείν του ποιητή, ως ποιητικώς λέγειν, έχει τη δύναμη να ενθαρρύνει τους συντρόφους, να μην καταρρεύσουν, να μη διασκορπιστούν μέσα στην ανωνυμία της συμβατικής καθημερινότητας, αλλά να είναι παρόντες και να στρέφονται, να έρχονται προς τον ποιητή.

·       Η έλευση προς τον ποιητή είναι έλευση προς τη μοναδική και μοναχική του αντίσταση. Ο ίδιος περισυλλέγει, προσλαμβάνει τον εαυτό του και περιμένει. Περισυλλέγει τα οράματα, τις διαψεύσεις τους και τις συνέπειες αυτών των διαψεύσεων (=εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά …)·  προσλαμβάνει για τον εαυτό του μέσα από μνήμες και βιώματα την αναμονή της δικαίωσης· γι’ αυτό περιμένει: παραμένει όρθιος και διαφυλάσσει ό,τι έχει προσλάβει, δεν το διαφυλάσσει όμως ως ένα μουσείο εκθεμάτων, αλλά ως τη λανθάνουσα φωτεινότητα του σκοταδιού. Έτσι απαλύνει την αίσθηση της ήττας, ξεπερνά την εξ αυτής ερήμωση μέσα σε έναν καταλαγιασμένο πόνο και ποιητικά ξαναβρίσκει τον παλμό για μια νέα μαχητική πορεία προς τη ζωή, για τον πεισματικό πόλεμο του παρόντος.