Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2020

Η επικαιρότητα της Προσωκρατικής φιλοσοφίας


 

Προσωκρατική σκέψη:

το φως το μη-δύον ποτέ

 

 

§1

 

 Όσο πιο πολύπλοκη γίνεται η πραγματικότητα, τόσο περιπλέκεται και η διαφάνεια των πραγμάτων. Τότε συμβαίνει στ’ αλήθεια οι άνθρωποι να μη μπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν το μεγάλο από το μικρό, το σημαντικό από το ασήμαντο, το άξιο από το ανάξιο, το λαμπρό από το τρισάθλιο, το χάος από το φως. Πέρα όμως από μια τέτοια σύγχυση υπάρχει πάντοτε μια κίνηση, χαρακτηριστική για την αναζήτηση του νοήματος του Είναι μας, για την οδήγησή μας στο ξέφωτο. Αυτή η κίνηση είναι το γίγνεσθαι του κόσμου, που συγχρόνως είναι και σκέπτεσθαι για τον κόσμο. Στο θέατρο του κόσμου λοιπόν συμβαίνει σκέψη, που έχει τις ρίζες της στο βάθος του χρόνου. Όταν κανείς συλλαμβάνει, και μάλιστα έγκαιρα, το συμβάν της σκέψης, είναι σε θέση να βρίσκει τάχιστα τον βηματισμό του στο παρόν και να μην κατακρημνίζεται μέσα στον άσπλαχνο σκοταδισμό. Όποιος λοιπόν  θέλει να διανοίγεται σ’ αυτό το συμβάν, πρέπει να στρέφεται πίσω στις πηγές του, να πατά στέρεα στο έδαφός του. Με τον δικό του τρόπο, ο Χάιντεγκερ τονίζει σχετικά πως για να ανοιχθούμε στους ορίζοντες του μέλλοντος, πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω: να οπισθοδρομήσουμε στο παρελθόν και ν’ ακούσουμε προσεκτικά τους πρώτους μεγάλους στοχαστές, τους Προσωκρατικούς. Οπισθοδρόμηση στο παρελθόν σημαίνει ότι μπορείς να χαρείς τη συντροφιά των μεγάλων στοχαστών, να ανακαλύψεις τις δυνατότητες της ζωής που κρύβουν μέσα τους, να απαλλαγείς από τις αρρωστημένα μυαλά των πάσης φύσεως αμόρφωτων δοκησίσοφων και να αναχθείς στην κατόπτευση των πραγμάτων πάνω από τα συντρίμμια των εν λόγω αμόρφωτων. Εν τέλει, να μπορέσεις να ερμηνεύσεις βαθιά τα αλλόκοτα σημεία των καιρών μας. Όπως πολύ τραγικά σημειώνει ο Νίτσε: «πέσαμε σε χέρια βαρβάρων και δεν ξέρουμε πια πώς να σωθούμε!» (Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, σ. 53).

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2020

M. Heidegger: από την κοινωνία στην κοινότητα


 

Μάρτιν Χάιντεγκερ

1889–1976

 

Προς την αυθεντική κοινότητα των ανθρώπων

 

§1

 

Η σύγχρονη εποχή, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το μεσονύχτιο μιας κοσμικής νύχτας (Mitternacht einer Weltnacht) χωρίς αρχή και τέλος. Και πώς συμβαίνει τα ανθρώπινα όντα να ζουν αυτό –και μέσα σ’ αυτό– το μεσονύχτιο; Είναι πλήρως αποξενωμένα και βρίσκονται σε ολοκληρωτική ανεστιότητα. Γιατί τελούν σε τέτοια ανεστιότητα; Επειδή στις τωρινές εποχές, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, έχουν συνδέσει τη ζωή τους με την τάση να υποτάσσουν, να καθυποτάσσουν, να εκμεταλλεύονται. Έτσι γεννιέται η δικτατορία των ολίγων και η δικτατορία των «πολλών». Η πρώτη, με την εξαπολυμένη δύναμη της τεχνικής, έχει κατακτήσει και την τελευταία γωνιά της γης και έχει αποδυναμώσει πλήρως την πνευματική ενέργεια του ανθρώπου: την έχει υποκαταστήσει με το δηλητηριώδες ψεύτισμα της μαζικής κουλτούρας. Ετούτο το ψεύτισμα παρουσιάζεται ως περισσή πνευματικότητα, ενώ στην πράξη καθιδρύεται με τη μορφή του πιο πάνω μεσονυκτίου και διαμελίζει το ανθρώπινο Dasein στα βδελυρά απο-κόμματα της καθημερινής κοινωνικής,  πολιτικής, πολιτισμικής και διανοουμενίστικης χθαμαλότητας. Τότε επέρχεται:

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2020

M. Heidegger: Το Είναι (μας) και η αλήθεια



 

Martin Heidegger

1889-1976

 

 H φιλοσοφία του Χάιντεγκερ μετά τη “στροφή

 

§1. Στο πρώτο κύριο έργο του: Είναι και Χρόνος ο Χάιντεγκερ επιχείρησε να αναζητήσει το νόημα του Είναι, εκκινώντας από την κατανόηση του Dasein. Στην επόμενη φάση της σκέψης του, σ’ αυτή δηλ. που ακολουθεί μετά το Είναι και Χρόνος, ο φιλόσοφος πιστεύει πως το Dasein μπορεί να συλληφθεί στην πληρότητά του μόνο, όταν λαμβάνουμε ως αφετηρία μια ολοκληρωμένη κατανόηση του Είναι. Πρόκειται για την περίφημη “στροφή” της σκέψης του, την οποία ο ίδιος κατανοεί ως μια τροπή και τη σχετίζει με «τη θεμελιώδη εμπειρία της λήθης του Είναι». Αυτή η “στροφή” πραγματοποιείται χρονικά περίπου με το δοκίμιό του: «Η διδασκαλία του Πλάτωνος για την αλήθεια»[1]. Τα πρώτα βήματα προς αυτή τη στροφή αρχίζουν να γίνονται ορατά με το δοκίμιό του: Περί της ουσίας της αλήθειαςΚαθ’ όλη την ύστερη περίοδο της  σκέψης του αυξάνει ραγδαία τόσο η θεματοποίηση κλασικών ερωτημάτων της μεταφυσικής όσο και μια βίαιη απόρριψη του μεταφυσικού φιλοσοφείν της παράδοσης, ιδιαίτερα από τον Πλάτωνα και ύστερα μέχρι και τη νεωτερική φιλοσοφία.   

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2020

Fr. Nietzsche: η φιλοσοφία των Ελλήνων χτες και σήμερα

 



Φρίντριχ Νίτσε

1844-1900

 

Γιατί οι Έλληνες;

                                            

                                                                 §1

 

Ο Νίτσε είναι εκείνος ο στοχαστής της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, που στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, με έμφαση στους Προσωκρατικούς, έχει αναζητήσει την πηγή της σκέψης του, αλλά και τη βάση της αντιπαράθεσής του με τη δυτική μεταφυσική. Αυτό σημαίνει ότι το ενδιαφέρον του για τη συγκεκριμένη φιλοσοφία είναι διαρκές και έντονο. Απέναντι στη δίνη, αλλά και την οδύνη του σύγχρονου χαοτικού πνευματικού μας πολιτισμού ο Νίτσε επιχείρησε να ορθώσει έναν αυθεντικά ριζοσπαστικό, εν πολλοίς αφοριστικό και πάντοτε παραγωγικό λόγο. Αυτός ο λόγος εισέρχεται στη ζωή μας σήμερα ως μια ακαταμάχητη αναδιάταξη του αρχαίου ελληνικού λόγου υπό τη μορφή της πιο επίκαιρης πολεμικής σκέψης. Η αναγκαιότητα μιας τέτοιας σκέψης προκύπτει από το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος βιώνει, όσο κανένας άλλος προγενέστερός του, την απόλυτη διάλυση αρχών, αξιών, κανόνων ζωής, επιθυμητών επιλογών κ.λπ. Είναι ένας ηττημένος ψυχικά, υπαρκτικά, κοινωνικά και πολιτικά άνθρωπος με δυο μόνο δυνατότητες μπροστά του:

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Γοργίας: Λόγος, Βία και εξ-ουσία




  

Γοργίας ο Λεοντίνος

 

Η γλώσσα του Είναι και το παίγνιο του Λόγου

  

§1

 

     I. Μαζί με τον Πρωταγόρα και σχεδόν σύγχρονός του ο Γοργίας υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς διανοητές της αρχαίας σοφιστικής και της ελληνικής σκέψης. Έζησε πάνω από εκατό χρόνια, με βάση τα όσα λέγονται, και έμεινε στην ιστορία ως δεινός ρήτορας και λαμπρός ρητοροδιδάσκαλος. Επίσης ήταν αυθεντικός σοφιστής με την έννοια ότι χωρίς να προβάλλεται ως δάσκαλος της αρετής κάτι για το οποίο μιλάει ο Πλάτων στους διαλόγους του: Γοργίας και Μένων επιζητούσε να διαμορφώσει επιδέξιους ομιλητές και προς τούτο αναγνώριζε την απόκρυφη δύναμη του Λόγου και της γλώσσας. Διέκρινε στη γλώσσα ως έκφραση και στον λόγο αντίστοιχα την ακαταμάχητη εκείνη δύναμη, η οποία μπορεί να είναι είτε δημιουργική είτε καταστροφική: πότε οδηγεί στη ανοικτότητα και πότε στη συγκάλυψη.  Και τούτο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν δεινός χειριστής του λόγου και συναφώς μπορούσε να παρουσιάσει έναν αστραφτερό, χυμώδη και πλούσιο σε ρητορικά σχήματα λόγο, που εξακολουθεί να γοητεύει, ως συγχρονικό λέγειν, και να καταδεικνύει τι σημαίνει πραγματική μαγεία των λέξεων. Καθώς ήταν ένας αληθινά πνευματώδης και ευφυής άνθρωπος, έλεγε συνεχώς πως ήταν σε θέση να αυτοσχεδιάζει και να αναλύει στη στιγμή οποιοδήποτε ζήτημα.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2020

Πλάτων: οι απαρχές της ερμηνευτικής διαλεκτικής



 


Πλάτων

427 π.Χ. - 347 π.Χ.

 

 

Ερμηνευτική διαλεκτική:

Η μέγιστη αρχή του Μεγάλου

 

 

§1

 

Ο Νίτσε έλεγε: δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες  γεγονότων. Το γεγονός είναι η κατανόησή του, η ερμηνεία του. Η πρώτη αρχή της ερμηνείας είναι το έργο του Ερμή: να μεταβιβάζει στους ανθρώπους τη βούληση των θεών και να καθιστά έτσι τον ανθρώπινο κόσμο ικανό να ακροάται, να παρακολουθεί, να πληροφορείται, να γνωρίζει, να διαμεσολαβείται από νεύματα και νοήματα. Εδώ ανιχνεύεται η αρχέγονη πράξη του ερμηνεύειν, την οποία ο Ηράκλειτος αποτυπώνει με τον παρακάτω «χρυσό» του λόγο:

        

« ναξ ο τ μαντεῖόν στι τ ν Δελφος οτε λέγει οτε κρύπτει, λλά σημαίνει» (Β 93).

[=ο άναξ του μαντείου των Δελφών   (=ο   Απόλλων) δεν κοινοποιεί άμεσα ούτε αποκρύπτει, αλλά υποδεικνύει με σήματα].

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2020

Αριστοτέλης: τι είναι το μονοπώλιο;




 


 Αριστοτέλης

384-322 π.Χ.


Το χρήμα, το μονοπώλιο και

 η δημιουργία του

 

§1

 

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος, στην ιστορία της οικονομικής και πολιτικής σκέψεως, που συλλαμβάνει την έννοια του μονοπωλίου και συζητά γι’ αυτήν στο έργο του: Πολιτικά. Πριν από κάθε άλλο, ο φιλόσοφος αναφέρεται κάπως διεξοδικά στη χρηματιστική και παρουσιάζει τα διάφορα είδη της. Η χρηματιστική σχετίζεται με την τέχνη απόκτησης χρημάτων και αποταμίευσής τους. Αυτή η τέχνη εισήλθε στη ζωή μας, ευθύς ως θεσπίστηκε στις συναλλαγές το χρήμα. Το χρήμα πήρε την οριστική μορφή του νομίσματος, όταν επιβλήθηκε δια νόμου, αφού πια είχε προσδιοριστεί ως συγκεκριμένη μονάδα, στην οποία προστέθηκε ένα κατάλληλο χαρακτηριστικό: όγκος ή βάρος ή σχήμα ή περιεχόμενο. Αρχικές μορφές χρήματος ήταν διάφορα ωφέλιμα και εύχρηστα πράγματα, όπως ο άργυρος, ο σίδηρος κ.λπ. Αναφέρει επί τούτου ο Αριστοτέλης:

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Nietzsche: από τον σκλάβο στον υπεράνθρωπο



 

 

Φρίντριχ Νίτσε

1844-1900

 

Ο υπεράνθρωπος:

μέτρο όλων των πραγμάτων

 

§1

 

Σκλάβος και υπεράνθρωπος νοούνται ως δυο άκρως αντίθετοι τύποι του ανθρώπου, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί και συνεχίζουν να διαμορφώνονται ιστορικά και κοινωνικά-πολιτικά-πολιτισμικά.  Πρόκειται για μια αντίθεση, μπροστά στην οποία η αντίθεση των κοινωνικών τάξεων μοιάζει σαν όαση. Σύμφωνα με τον Νίτσε, σκλάβος ορίζεται εκείνος ο τύπος ανθρώπου, που ενεργεί και σκέφτεται ως μέλος ή μέρος μια ομάδας, μιας αγέλης, όπως λέει ο φιλόσοφος· ως τέτοιο μέρος παραδίδει την ατομικότητά του, το αυτεξούσιό του σε μια ξένη, εξωτερική αρχή ή πηγή, η οποία άγει και φέρει μια τέτοια ατομικότητα με βάση τις δικές της εντολές, ήτοι τη δική της αρχή. Έτσι ο σκλάβος δεν είναι απλώς ο καταπιεσμένος οικονομικά κ.λπ., δηλαδή ο προλετάριος, αλλά και εκείνος ο ανίκανος και γι’ αυτό αδύναμος άνθρωπος που δομείται σε εξουσία και εξουσιάζει φαινομενικά τον οικονομικά, ας πούμε, αδύναμο, αλλά στην πράξη επιχειρεί, δια της εξουσίας, να αποδυναμώσει τον δυνατό/δυνατούς άνθρωπο/ανθρώπους, τον ανώτερο άνθρωπο. Από εδώ λοιπόν προκύπτει η αναγκαιότητα του υπεράνθρωπου.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

M. Heidegger: Η φιλοσοφία ως επάγγελμα

 



                                      Μάρτιν  Χάιντεγκερ

1889-1976

  

«…Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να φιλοσοφείς…»

 

§1

 

Είναι κοινώς παραδεκτό πως ο Χάιντεγκερ ανήκει στους πιο χαρισματικούς διανοητές της σύγχρονης σκέψης. Δεν υπάρχει άλλος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, που να κατόρθωσε να αναπτύξει μια τόσο σαφή συνείδηση σχετικά με το ότι η σύγχρονη εποχή είναι μια μεταβατική εποχή, που υπαγορεύει επιτακτικά στη σκέψη να θέτει ερωτήματα παρά να δίνει έτοιμες απαντήσεις. Το ερωτάν τώρα επιχειρεί να θέσει υπό μια κριτική διερεύνηση την παραδοσιακή φιλοσοφία και να διανοίξει στην ως τώρα μεταφυσική σκέψη την οδό της μη μεταφυσικής στοχαστικής της δυνατότητας. Στην ουσία ο Χάιντεγκερ κοπιάζει σαν τον ξυλοκόπο (κατά τη δική του έκφραση) να συγκροτήσει μια ανοικτή σκέψη, που να μπορεί να αυτοσυγκεντρώνεται στο πρόβλημα της μεταφυσικής και στο ερώτημα του Είναι. Αυτό τον ανοικτό χαρακτήρα της σκέψης αποτυπώνει με τη φράση: Wegenicht Werke[1]. Με τη λέξη Wege [=δρόμοι, οδοί] θέλει να μας πει πως δεν υπάρχει μια αποκλειστική στοχαστική οδός, πως η σκέψη του δεν σχετίζεται με μια και μοναδική οδό, αλλά διανοίγεται σε πολλές και ενίοτε χάνεται εδώ μέσα. Γι’ αυτό και nicht Werke [=όχι έργα]: όχι αποτελματωμένα και αποστεωμένα σχήματα σκέψης. Τίτλοι των έργων του είναι ενδεικτικοί αυτής της πολυκύμαντης σκέψης: Holzwege[2] είναι οι δρόμοι του δάσους, που παραπέμπουν σε ένα είδος λανθασμένων δρόμων, σε αδιάβατα μονοπάτια. Wegmarken[3] είναι οι οδοδείκτες, που κάποιος προπορευόμενος άφησε πίσω του στο δρόμο, προκειμένου να βοηθήσει εκείνους που ακολουθούν και θέλουν να βρουν τον δρόμο τους.  Unterwegs zur Sprache[4]: καθ’ οδόν προς τη γλώσσα είναι η όδευση προς τον πυρήνα της σκέψης του, προς τη φιλοσοφική του αλήθεια. der Feldweg[5]: το αγροτικό μονοπάτι είναι το μονοπάτι που αναζωογονεί την ψυχή του φιλοσόφου. 

 

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2020

Ηράκλειτος: πώς κουβεντιάζεται διαχρονικά η πολιτική βαρβαρότητα;



 

Ηράκλειτος ο Εφέσιος

 

Λήθη και πλάνη

 

§1

 

Είναι κοινώς παραδεκτό πως o Ηράκλειτος έχει αποτιμηθεί ως ένας από τους πιο κραταιούς στοχαστές της πρώιμης φάσης, της προσωκρατικής περιόδου, της ελληνικής σκέψης, που ασχολήθηκε όχι μόνο με τη συγκρότηση και λειτουργία του φιλοσοφικού Λόγου αλλά και με τα πράγματα της πόλεως, δηλ. με την πολιτική. Η τελευταία με την έννοια ότι αφορά τον άνθρωπο-πολίτη, όπως συγχρόνως και την πόλη εν γένει. Άνθρωπος και Πόλη δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορο τον κορυφαίο Εφέσιο στοχαστή, καθώς το σύνολο σχεδόν της σκέψης του, όπως το γνωρίζουμε από τα διασωθέντα αποσπάσματα, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και την ερμηνεία της σχέσης του ανθρώπου με την πόλη και τους νόμους. Αυτό που προκύπτει από τις ως τώρα μελέτες των ειδικών είναι πως ο Ηράκλειτος διέκρινε στα πολιτικά πράγματα της πόλεώς του μια ανεπανόρθωτη φθορά, που άγγιζε τα όρια της διαφθοράς και της παρακμής, όσο κι αν έρχονταν στην εξουσία νέες πολιτικές δυνάμεις, οι λεγόμενες δημοκρατικές. Το πολιτικό πρόβλημα, για τον Ηράκλειτο, ήταν καθαρά πρόβλημα που πρέπει να απασχολεί πρωτίστως τη σκέψη και όχι απλώς τους πολιτικούς και την εναλλαγή τους στην εξουσία είτε με το προσωπείο της αριστοκρατίας είτε με εκείνο της δημοκρατίας κ.λπ. Πραγματικά η πρωταρχική σχέση του ανθρώπου είναι η σχέση του με τον κατανοητικό Λόγο και σε συνδυασμό με την ορθή λειτουργία τούτης της σχέσης μπορεί να βαίνει καλώς και οποιαδήποτε άλλη σχέση του: πολιτική, νομοθετική, θρησκευτική κ.λπ. ήδη στο απόσπασμα Β1 ο Ηράκλειτος θέτει την ως άνω προβληματική και καταφάσκει τη γνωσιοντολογική αδυναμία της ευρείας μάζας να ενεργήσει σωστά, όταν είναι αποκομμένη από τον Λόγο που διέπει τα πράγματα:

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Από τον Heidegger στον Πλάτωνα




Μάρτιν Χάιντεγκερ:

 

«… Η φιλοσοφία ομιλεί ελληνικά …»

 

 

§1

 

     Ο Μ. Χάιντεγκερ (1889-1976), ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της σύγχρονης εποχής, εξοπλίζει με μια τέτοια δυναμική τη φιλοσοφία, ώστε τούτη να ανοιχτεί στο μεγαλειώδες βάθος που της αναλογεί και στο δρόμο μιας ανυπέρβλητης ανα-τροπής των κανονιστικών αρχών της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής σκέψης. Μέσα από μια αδιάκοπη ανασκαφή στα κεφαλαιώδη κείμενα της φιλοσοφικής μας παράδοσης έφτασε να σκεφτεί εκ νέου το σύνολο της ιστορίας της δυτικής σκέψης, από τους Έλληνες έως και την εποχή μας, και να επαναθέσει εξ αρχής και εκ νέου σε διά-Λογο τα θεμέλια της εν λόγω παράδοσης με μια ριζοσπαστικότητα, που μετά τον Χέγκελ και τον Νίτσε κανείς δεν την αποτολμούσε πια. Τα καίρια ζητήματα της φιλοσοφίας, προ παντός το ερώτημα για το νόημα του Είναι, έγιναν το πλαίσιο, όπου ο φιλόσοφος αναλογίζεται, με σεισμογραφική ευαισθησία, τις μεγάλες ανησυχίες της εποχής μας: τη φυγή των θεών και την κρίση των παραδοσιακών αξιών, τον θρίαμβο της «τεχνο-επιστήμης» και την επίπονη αναζήτηση νέων συμβολικών περασμάτων, μια ολοένα και πιο περίπλοκη νεωτερικότητα και έναν ολοένα και πιο στοιχειώδη άνθρωπο. Και όλα τούτα για έναν φιλόσοφο και για μια φιλοσοφία, που φαντάζει άκρως αφαιρετική και δείχνει να είναι σε απόσταση από την τρέχουσα πραγματικότητα. Ο Χάιντεγκερ ανέλαβε να ανοίξει νέους δρόμους στη σύγχρονη σκέψη και να κατασκευάσει μια φιλοσοφική γλώσσα, που περιέχει τέτοιους ριζοσπαστικούς όρους και τέτοιες αντιστοίχως συνάφειες νοημάτων, ώστε να κονιορτοποιεί πλήρως τις θεμελιώδεις τάσεις της εποχής μας. Κάθε καλόπιστος μελετητής του Χάιντεγκερ δεν θα δυσκολευόταν να συγκρίνει τη ριζοσπαστικότητα της σκέψης του, μέσα στην ιστορία του φιλοσοφικού πολιτισμού, με εκείνη του Βαν Γκογκ (Van Gogh)  στην περιοχή της ζωγραφικής: όπως αυτός-εδώ εξέφρασε στη βία των χρωμάτων την κρίση των παραδοσιακών εικόνων της τέχνης, έτσι και ο Χάιντεγκερ κατέδειξε την κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η σύγχρονη φιλοσοφία, πειραματιζόμενος με νέους τρόπους σκέψης που μας επιτρέπουν να βρούμε διεξόδους από τα πολλαπλά αδιέξοδα. Αυτός ο πειραματισμός λογίζεται για τον ίδιο τον φιλόσοφο ως ερμηνεία που φέρνει βία.

    

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020

B. Brecht: Η έννοια της αλλαγής στη ζωή μας



 

Bertolt Brecht

1898-1956

 

Πώς φιλοσοφείται η αλλαγή;

 

§1

Ένα ποίημα:

ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ

 

Όλα αλλάζουν.  

Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

Μα ό,τι έγινε έγινε. 

Και το νερό που έριξες στο κρασί σου

δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.  

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Αριστοτέλης: γιατί οι άνθρωποι φιλοσοφούν;




Αριστοτέλης
385-322 π.Χ.



Δι γρ τ θαυμάζειν ο νθρωποι … ρξαντο φιλοσοφεν



§1

     Ο Πλάτων στον Θεαίτητο 155d γράφει τα εξής για την αρχή της φιλοσοφίας:

«Ο Θεόδωρος λοιπόν, φίλε μου, φαίνεται πως δεν μάντεψε άσχημα τη φύση σου. Γιατί ο φιλόσοφος διακρίνεται κατ’ εξοχήν για τούτο το πάθος, δηλ. για την απορία και τον θαυμασμό. Και δεν υπάρχει άλλη αρχή της φιλοσοφίας παρά αυτή».

Ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας ουσιαστικά κατά γράμμα την ως άνω άποψη του Πλάτωνα ως προς την αναζήτηση της αρχής του φιλοσοφείν, αποφαίνεται ως ακολούθως:

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Πλάτων: τι μας διδάσκει ο "Κρατύλος";




Πλάτων
427-347 π.Χ.




Ομιλία και Γλώσσα


§1

     Στον Κρατύλο ο Πλάτων ξετυλίγει ένα φιλοσοφικό παιχνίδι, μοναδικής εμβέλειας, σχετικά με τη γλώσσα. Γενικώς λέγεται πως σε τούτο το έργο ο φιλόσοφος ασχολείται με τις ετυμολογίες των λέξεων και αναζητεί αναλογικά τη σωστή μέθοδο. Ως προς τη λέξη ετυμολογία πρέπει να πούμε ότι δεν απαντά στον Πλάτωνα, απλώς χρησιμοποιείται από τους σχολιαστές του για την ανά-λυση της σημασίας των λέξεων ή ονομάτων. Ως προς τη σωστή μέθοδο, ο φιλόσοφος την αναζητεί και τη βρίσκει στη διαλεκτική, την τέχνη του διαλεκτικού[1]. Ο τελευταίος χαρακτηρίζεται για εκείνη τη γνωσιακή ικανότητα, που του επιτρέπει να ερωτά και να απαντά σωστά, οπότε  όλο το γλωσσικό παιχνίδι δεν είναι παρά  ένα γιγάντιο δια-Λεκτικό παιχνίδι, στο πλαίσιο του οποίου ο διαλεκτικός διευθύνει τη συζήτηση για την ονοματοθεσία, ανάμεσα στις πολλές άλλες λέξεις, και της λέξης αλήθεια. Γράφει σχετικά ο Πλάτων:

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Heidegger: γιατί το Είναι και Χρόνος;




Martin Heidegger
1889-1976


Είναι και Χρόνος:
Φιλοσοφία και ύπαρξη

§1


Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ μπορεί εν μέρει και μόνο υπό ορισμένους όρους να χαρακτηρισθεί ως φιλοσοφία της ύπαρξης. Στον πυρήνα του πρώτου μεγάλου έργου του που άφησε εποχή, του Είναι και Χρόνος (1927), βρίσκεται το καθοριστικό, για τη φιλοσοφία της ύπαρξης, ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη, δηλ. με τη συγκεκριμένη ύπαρξη. Τούτο το ερώτημα ωστόσο θεωρείται ήδη, σε αυτή τη φάση της σκέψης του, ως προπαρασκευαστικό στάδιο για ένα πιο σπουδαίο ερώτημα, για το οντολογικό ερώτημα σχετικά με το νόημα του Είναι. Στην ύστερη φάση, κατά τη φιλοσοφική στροφή της σκέψης του Χάιντεγκερ, τούτο το οντολογικό ερώτημα γίνεται όλο και πιο καθοριστικό, ενώ το ερώτημα για τη συγκεκριμένη ύπαρξη ακολουθεί σε δεύτερη θέση, καθώς προϋπόθεση για την απάντησή του είναι η λύση της οντολογικής προβληματικής. Σε κάθε περίπτωση, η ασυνήθιστα μεγάλη επιρροή του Χάιντεγκερ στην περαιτέρω φιλοσοφική ανάπτυξη της εποχή μας ανάγεται στην καινοτομία και τη διαφορετική κατεύθυνση των υπαρκτικών του αναλύσεων στο Είναι και Χρόνος.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

Θουκυδίδης: η πολιτική διαστροφή των λέξεων




Θουκυδίδης
460; - 396; π.Χ.


Η λέξη  και το νόημα

§1

Τι είναι η λέξη; Ο Πλάτων στον Κρατύλο 430a κ.εξ. λέει πως η λέξη προορίζεται να ονομάζει σωστά το αντικείμενό της και υπ’ αυτή την έννοια είναι, κατά ένα ορισμένο τρόπο, το όνομα ως το «μίμημα του πράγματος», το όνομα, που μέσα του δηλώνεται η ουσία του πράγματος (393d). Έτσι, η λέξη δεν είναι απλώς τα γράμματα και οι συλλαβές ενός ονόματος, αλλά εκείνος ο λόγος ή το ρήμα (Wort) κατά τον Χάιντεγκερ, που τελεί σε εσωτερική αντ-απόκριση προς το ενύπαρκτο νόημα ενός κατονομαζόμενου όντος. Η διαστροφή, συνεπώς, των νοημάτων και των λέξεων συνιστά ένα φαινόμενο, που εμφανίζεται συνήθως στο πεδίο της πολιτικής σκοπιμότητας, χωρίς να αποκλείονται και άλλα πεδία μιας πανούργας στάσης ζωής του ανθρώπου. Ειδικότερα πρόκειται για εκείνα τα πεδία, όπου οργανικοί διανοούμενοι ή πανομοιότυποι ιδεολογικοί προπαγανδιστές με μια φράση: οι άνευ κρίσεως ακόλουθοι των συντεχνιακών και κομματικών οργανισμών αυτο-εκμηδενίζονται σε υπηρετικά όργανα αυτών των μηχανισμών, προκειμένου να αποκτήσουν κάποια αξιωματική αποδοχή, ελλείψει πραγματικών ικανοτήτων για παραγωγή αυτόνομου δημιουργικού έργου. Η εν λόγω αυτο-εκμηδένιση, στην πράξη, είναι η μηδενικότητα, την οποία οι ίδιοι αναζητούν ως ιδιάζουσα στην ουσία τους. Ένα παρόμοιο δείγμα ιστορικής σημασίας είναι όσα συναρπαστικά μας αφηγείται ο Θουκυδίδης.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

Γλώσσα και πολιτική (3)


Πολιτική:
Λέξη και νόημα


§1: Η πολιτική, στη θεωρητική της σύλληψη και στην πρακτική της εφαρμογή,  έχει για ενεργό δύναμη τη γλώσσα. Γιατί; Επειδή η τελευταία είναι το στοχαστικό πεδίο του ανθρώπου, όπου, από άποψη αρχής, δοκιμάζεται η αποτελεσματικότητα του εκτυλισσόμενου καθημερινά λόγου και αυτο-πραγματώνεται το πολιτικώς υπάρχειν ως πνεύμα. Εάν με το εν λόγω πολιτικώς υπάρχειν κατανοούμε καθετί και καθέναν που συνδέεται με την πολιτική, τότε η γλώσσα της πολιτικής θα πρέπει να κατονομάζει τη Λογική σχέση ανάμεσα στην πολιτική διοίκηση, ήτοι στην κυβέρνηση, και στους διοικούμενους, δηλαδή τους πολίτες. Εάν δεν την κατονομάζει, σημαίνει πως οι θεσμικοί παράγοντες της πολιτικής, ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό και οι κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις που το παράγουν ή αναπαράγουν απηχούν «απαίδευτους ανθρώπους, [που] αρέσκονται σε επικριτικούς λογικισμούς  και σε αντεγκλήσεις, γιατί είναι εύκολο να καταφεύγουν σε αντεγκλήσεις, αλλά δύσκολο να γνωρίζουν το καλό και την εσωτερική του αναγκαιότητα» (HegelW 7, 414). Και τούτη η εγελιανή απόφανση ισχύει πλήρως, εάν λάβουμε υπόψη ότι οι άνθρωποι σκέπτονται με τον τρόπο που μιλάνε. Οι πολιτικοί, ως εκ τούτου, που δεν σκέπτονται, δεν μιλάνε παρά απλώς παραμιλάνε: ψεύδονται, καταφεύγουν σε ποικίλες ιδεολογικές μάσκες με την κατασκευή αντίστοιχων λέξεων ως όρων: φιλελευθερισμός, νεοφιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, αναρχισμός, εθνικισμός κ.λπ..  

§2. Η φλυαρία τους και η αοριστολογία τους δεν δηλώνουν μόνο ανυπαρξία νοημάτων, αλλά και αντι-αισθητικότητα, επιθετικότητα, βαρβαρότητα. Το γλωσσικό σήμα, μας λέει ο Χέγκελ, είναι η διανοηματική έκφραση του ανθρώπου, καθώς «η λέξη δίνει στις σκέψεις την πιο άξια και αληθινή τους ύπαρξη. Μπορεί κάποιος να χάνεται μέσα σε ένα χείμαρρο λέξεων, χωρίς να συλλαμβάνει το πράγμα. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η λέξη, αλλά η αόριστη και επιπόλαια σκέψη (W10, σσ. 279-280). Οι πολιτικές θεωρίες, με τις διάφορες κατονομασίες τους, από μόνες τους δεν είναι ένοχες. Οι στοχαστές, που όρισαν τις αρχές τους, όπως ο John Locke, ο Adam Smith, ο Marx κ.α., τις διατύπωσαν  ανταποκρινόμενοι στο πνεύμα της εποχής τους και στις ανάγκες ανάπτυξης της δικής τους σκέψης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποτύπωσαν οριστικά, στον αιώνα τον άπαντα, μια «αλήθεια»-θέσφατο· μια «αλήθεια», που από την ευρεία μάζα προσλαμβάνεται, λιγότερο ή περισσότερο πειστικά, σαν θεία εντολή, σαν να προέρχεται από κάποιον θεό, ειδικά όταν πρόκειται για τις λεγόμενες «αντικαπιταλιστικές» θεωρίες. Η πολιτική προβληματική του λόγου, κατά τη διατύπωση των εν λόγω πολιτικών θεωριών και κατά την εκάστοτε τρέχουσα πρακτική μεθερμήνευσής τους,  εμφανίζεται συνήθως αφηρημένη, γενική και διαχειριστική· με αποτέλεσμα να δομούνται μορφές εξουσίας, που στηρίζονται σε παντελώς ανίκανους ανθρώπους. Οι τελευταίοι τούτοι μετρούν τις αληθινές αξίες του Πολιτικού με κριτήριο τα αξιώματα· γι’ αυτό, ως πολιτικοί διαχειριστές, πιστεύουν πως είναι οι πιο νόμιμοι ιδιοκτήτες της εξουσίας και έτσι, κατά την άσκησή της, αποβαίνουν ειδεχθείς δικτάτορες, μεταφορικά ή και κυριολεκτικά.   

§3: Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα ποτέ δεν είναι απλά και μόνο το πεδίο ή το μέσο έκφρασης ή και τα δύο μαζί. Το να ομιλούμε τη γλώσσα δεν ταυτίζεται με το να τη χρησιμοποιούμε. Στην καθημερινή μας ομιλία χρησιμοποιούμε τη γλώσσα. Τη χρησιμοποιούμε για να εκφραζόμαστε μάλλον παρά για να σκεφτόμαστε. Η ποίηση και η σκέψη όμως δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να εκφράζονται. Αυτές είναι, από τη φύση τους, η πρωταρχική, ουσιώδης και η έσχατη ομιλία, την οποία πραγματοποιεί η γλώσσα μέσω του ανθρώπου. Η γλώσσα, επομένως, είναι η ποιητική, στοχαστική ομιλία που γίνεται δια του ανθρώπου και παράγει νόημα. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του. Όταν αυτός βαδίζει το φωτεινό μονοπάτι της ποίησης και της σκέψης, δεν χρησιμοποιεί απλώς όρους, λέξεις ή εκφράσεις, αλλά κυριολεκτικά λέγει τους λόγους, δηλαδή τα νοήματα που του χορηγούν οι πράξεις και τα οποία, με τη σειρά τους, του επιτρέπουν να δια-λέγεται αυθεντικά με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ο ίδιος είναι αυτή τούτη η γλώσσα που ομιλεί και καθιστά φανερή, αποκαλύπτει την αλήθεια του Είναι του· μια αλήθεια που συγκαλύπτει συστηματικά και εσκεμμένα η καχεκτική γλώσσα των μαζανθρώπων της πολιτικής με την απολιθωμένη τους  λογομαχία και  λογοκοπία.


§4Οι λέξεις, στο πεδίο της πολιτικής, έχουν χάσει το αληθινό τους περιεχόμενο και έχουν γίνει πλέον «οι κάδοι και τα βαρέλια» (Χάιντεγκερ), από όπου αντλείται η ψευδής ιδεολογία αποστεωμένων κομματικών σχηματισμών. Με αφετηρία τούτο το ψεύδος, καθημερινή πρακτική γίνεται η εννοιολογική αλλοίωση των λέξεων. Αυτή-εδώ αποτελεί την υπέρτατη αρχή της πολιτικής. Μια τέτοια αλλοίωση καθιστά εύκολη τότε την απατηλή συγκάλυψη της πραγματικής κατάστασης σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό-επιστημονικό επίπεδο. Όσο λοιπόν η πολιτική διαχρονικά, με τη συνδρομή των στυφών της «διανοουμένων», τρέφεται από τα λεκτικά –εύηχα ή άηχα– προϊόντα των ως άνω κάδων, δημιουργεί κάποια ιδεολογικά ταμπού, που κάποιοι τρέμουν να τα υπερβούν ή να τα συντρίψουν. Αποτέλεσμα τούτου είναι να τα εκμεταλλεύεται ο επιτήδειος κόσμος των κομματικών, συνδικαλιστικών, δημοσιογραφικών και άλλων παρόμοιων στεγανών με τρόπο, που να φυλακίζει τα αισθήματα των πολιτών και να εξαπατά αδιάντροπα την πλειονότητα του λαού για δικούς του ιδιοτελείς σκοπούς. Η λεκτική μεταμφίεση έτσι έχει επιτύχει το έργο της: καθιδρύει και εγκαθιστά στη ζωή της κοινωνίας μια πολιτική απόλυτης διαφθοράς, η οποία μετατρέπει τη ζωή του πληθυσμού σε «απέραντη κοιλάδα των δακρύων» και εξανδραποδίζει μια για πάντα τις ευρείες μάζες. Τι φοβούνται εν τέλει οι μίσθαρνοι της ωφελιμιστικής πολιτικής και δη εκείνης της άκρως αλλοτριωτικής-οπορτουνιστικής πολιτικής της καθεστωτικής «αριστεράς»; Φοβούνται, γιατί δεν το ελέγχουν: το συγκεκριμένο και ουσιώδες περιεχόμενο της λέξης ως Λόγου και λόγων, δηλαδή την ελευθερία σκέψης. Όπου και όταν κατισχύει ελευθερία σκέψης, οποιαδήποτε «κοιλάδα των δακρύων» για τους άριστους είναι αδύνατη και εχθρική. Αντίθετα μετατρέπεται, δικαίως και αναγκαίως, σε «κοιλάδα των δακρύων» για τους διάφορους νεοβάρβαρους της πολιτικής εξαπάτησης.