Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Ηθική φιλοσοφία: Αναγνώσεις


Περιοδικό  Φιλοσοφείν

§1
 Εκδόθηκε το τέταρτο τεύχος του εξαμηνιαίου επιστημονικού περιοδικού   Φιλοσοφείν, το οποίο παράλληλα με την έντυπη μορφή του (εκδ. Ζήτρος) φιλοξενείται στον ιστοχώρο www.philosophein.web.auth.gr, όπου μπορεί κανείς να μελετήσει τα δημοσιευμένα άρθρα αλλά και να αναζητήσει αναλυτικές πληροφορίες για την ¨ταυτότητα¨ του περιοδικού.
Το πέμπτο τεύχος (έντυπο και ηλεκτρονικό) θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 2012.

§2
Το τέταρτο τεύχος περιλαμβάνει μελέτες περί ηθικής φιλοσοφίας. Στην πρώτη τους μορφή αυτές οι μελέτες αποτέλεσαν εισηγήσεις στην ημερίδα με γενικό τίτλο:
ντινα  χρ  τρόπον ζν:

«Προβολές αρχαίας φιλοσοφίας στη σύγχρονη πραγματικότητα».

Η  ημερίδα πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Ιστορίας στη Θεσσαλονίκη, στις
21 Ιανουαρίου 2011

Περιεχόμενα του Τέταρτου Τεύχους

Χ. Αποστολόπουλος
 Οι «Νόμοι» του Πλάτωνα για την υβριστική κακολογία και την κατάχρηση του δημοσίου χρήματος σελ. 10
Ηλ. Βαβούρας
 Ο Φιλόσοφος απέναντι στους Πολλούς: Ενότητα εναντίον Πολλαπλότητας σελ. 25
Αλ. Δεληγιώργη
 Εμείς και οι Αρχαίοι σήμερα σελ. 39
 Π. Δόικος
 Η πλατωνική Ιδέα και το αισθησιακό βίωμα σελ. 59
Β. Καραβάκου
 περίΦρόνηση(ς) σελ. 70 
Άν. Κελεσίδου-Γαλανού
 Ευπραξία μετ’ αρετής: ο αρχαιοελληνικός τρόπος του βίου σελ. 93
 Χ. Τερέζης - Ν. Γκοζντάρη
 Όροι πλαισίωσης της ηθικής φιλοσοφίας στον νεοπλατωνικό Πρόκλο σελ. 105  
Δ. Τζωρτζόπουλος
                                   Ήθος και Πολιτική στον Ηράκλειτο σελ. 136 

  Κριτικές:
      Δ. Λυπουρλής: Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα σελ. 153
                     Άν Λάζου: Ο φιλόσοφος ως ποιητής και φωτογράφος σελ. 157


Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Martin Heidegger: Λόγος και Πόλεμος


                                 
M a r t i n     H e i d e g g e r
1889–1976

Τι  είναι  πόλεμος;

§1

Προκαταρκτικές επισημάνσεις

Λαμβάνοντας ως αφετηρία το απόσπασμα 53 του Ηράκλειτου, ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις πολλές σημάνσεις που περικλείει η έννοια του πολέμου. Το Ηρακλείτειο χωρίο έχει ως εξής:
           
            «Ο  πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων
            βασιλιάς.  Και  τους  μεν  τους αναδείχνει  θεούς, τους δε
            ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύ-
            θερους».


Για  τον Χάιντεγκερ ο πόλεμος δεν είναι μια απλή φιλονικία, αντιπαλότητα, διαπληκτισμός, καυγάδισμα, εξαφανισμός του ενός και επικράτηση του άλλου, αλλά μια οντολογικής υφής αντι-μαχία, αντι-δικία, με τέτοιο τρόπο ώστε να φέρνει στο προσκήνιο, σε προφάνεια τα αντι-μαχόμενα μέρη, να τα κάνει να διακρίνονται, να ανα-δύονται στην αμοιβαία της παρ-ουσία τους. Πόλεμος: τα πάντα εκ-τίθενται στο φως, αλληλο-παρα-τίθενται, εξ-έρχονται σε φανέρωση, εντάσσονται εκεί που ανήκουν: στο ξέφωτο.

§2
                                  Α π ο σ π ά σ μ α τα
2.1 «[…] το απόσπασμα 53, που παρατίθεται συχνά και ως επί το πλείστον ατελώς εννοημένο, ομιλεί από κοινού για τους αθάνατους και τους θνητούς λέγοντας: πόλεμος, η αντι-παρά-θεση (το ξέφωτο), δείχνει άλλους μεν από τους παρόντες ως θεούς, άλλους δε ως ανθρώπους, προ-άγει άλλους μεν ως δούλους, άλλους δε ως ελεύθερους –στην προφάνεια. Τούτο σημαίνει: το ξέφωτο που έχει διάρκεια επιτρέπει σε θεούς και ανθρώπους να είναι παρόντες μέσα στην εκκάλυψη, έτσι ώστε κανένας απ’ αυτούς να μην είναι ποτέ σε θέση να παραμείνει συγκαλυμμένος· αλλά τούτο όχι επειδή αυτός εννοεί κάποτε να παρατηρείται από κάποιον παρά μόνο ήδη επειδή είναι παρών».

2.2 «Αυτό που εδώ ονομάζεται πόλεμος είναι μια αντιμαχία, μια αντιδικία που εξουσιάζει πριν από καθετί το θείο και το ανθρώπινο, δεν πρόκειται για κανένα πόλεμο (Krieg) σύμφωνα με τον τρόπο, με το μέτρο των ανθρώπων. Ο πόλεμος, ήτοι ο αγώνας, όπως τον στοχάστηκε ο Ηράκλειτος, επιτρέπει πριν απ’ όλα στην αναπτυσσόμενη ουσία να διασπάται μέσω της αμοιβαίας της εναντίωσης· επιτρέπει να εγκαθίσταται θέση και στάση και τάξη στην παρ-ουσία. Σε μια τέτοια διάσπαση διανοίγονται χάσματα, αποστάσεις, εύρος και αρμογή. Μέσα στην αντι-παράθεση (Aus-einandersetzung) γίνεται ο κόσμος. [Η  αντιπαράθεση διόλου δεν χωρίζει και δεν καταστρέφει την ενότητα. Τη σχηματίζει· είναι συλλογή (λόγος). Πόλεμος και λόγος είναι το αυτό».



Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Φιλοσοφία της τεχνολογίας

             
                                            


  Φιλοσοφία  και  κοινωνία  της  πληροφορίας

                                     §1
          Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται γενικώς ως μετα-βιομηχανική κοινωνία και ως κοινωνία της πληροφορίας. Ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχει ταύτιση. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει κατά τεκμήριο, γιατί η πρώτη αποκτά τα γνωρίσματά της και κατ’ επέκταση το όνομά της από την παραγωγή των βιομηχανικών–αγροτικών προϊόντων και από την οργάνωση της κυκλοφορίας τους, ενώ η δεύτερη από την παραγωγή και οργάνωση της κυκλοφορίας της πληροφορίας. Η  κοινωνία της πληροφορίας αναδύεται ως συνέπεια της αναπτυσσόμενης με γοργούς ρυθμούς τεχνολογίας. Η επιτάχυνση της τεχνολογικής ισχύος εκθέτει την κοινωνία, όπως κι αν την ονομάζει κανείς, σε μεγάλους και ραγδαίους μετασχηματισμούς. Στη συνάφεια τούτη, οι παραπάνω μορφές της κοινωνίας δεν είναι ξένες μεταξύ τους αλλά συνυπάρχουν. Η κοινωνία της πληροφορίας είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα με τα εξής γνωρίσματα: α) ως όρος έχει γίνει της μόδας μαζί με τον όρο κοινωνία της γνώσης· β) επιτάχυνση και ανεξέλεγκτη συσσώρευση της πληροφορίας· γ) ενσωμάτωση της πληροφοριακής τεχνολογίας σε όλα τα είδη της παραγωγής· δ) εξάρτηση από την τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών· ε) η πληροφορία αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη·  στ) μετατροπή του ανθρώπου σε κατοικίδιο ζώο του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
            Πράγματι, στη σημερινή εποχή, η πληροφορία είναι το πιο πολύτιμο ψηφιακό αγαθό που διαθέτουμε. Αποτελεί δομικό στοιχείο της Τεχνολογίας της Πληροφορικής και της Επικοινωνίας (ΤΠΕ) και ταυτόχρονα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της παιδείας που ανάγεται στην ΤΠΕ ή παράγεται απ’ αυτή. Το αληθινά αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι όλα υπόκεινται πλέον στο ρυθμό των ριζικών αλλαγών που επιφυλάσσει η νέα τεχνολογία· αναλογικά, η από εδώ εκπορευόμενη παιδεία υποθάλπει μια ραγδαία ανάπτυξη γνώσης με ταυτόχρονη δημιουργία καινοφανών μορφών αμάθειας και άγνοιας. Έτσι παρατηρούμε να επηρεάζουν σχεδόν καθημερινά τη ζωή μας οι αλλαγές και οι τροποποιήσεις που συμβαίνουν στην αύξηση των πληροφοριών, όπως και στη διαχείριση των πληροφοριακών πόρων. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των καλλιεργημένων ανθρώπων, τόσο επιταχύνονται αυτές οι αλλαγές και απαιτούν όλο και πιο οργανωμένα συστήματα πληροφοριών, είτε τα συστήματα αυτά είναι μορφωτικά ιδρύματα είτε άλλα οικονομικά, διαχειριστικά ιδρύματα ή ακόμη και θεσμοί. Συγχρόνως όμως διευρύνεται και η κατάσταση της αμάθειας, της απαιδευσίας, γιατί όλο και περισσότερο οι άνθρωποι απομονώνονται στη λογική οργάνωσης αυτών των συστημάτων και στα όρια της τυποποιημένης γνώσης που αυτά παρέχουν. Τούτο μπορεί να σημαίνει ότι το κεφάλαιο που λέγεται πληροφοριακή επανάσταση δεν αποτελεί απροϋπόθετα εγγύηση και για την πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου.

                                            §2
                                   Κ ε ί μ ε ν α
Ι. «Ακόμη και εκείνοι των οποίων το επάγγελμα δεν επηρεάζεται από τους επιταχυνόμενους ρυθμούς της επεξεργασίας πληροφοριών, υφίστανται τη βαθιά επίδραση των νέων τεχνολογιών εξαιτίας και μόνο της ιδιότητάς τους ως καταναλωτών και κοινών πολιτών. Εν αντιθέσει προς τις άλλου τύπου κοινωνίες, η ζωή στην κοινωνία της πληροφορίας διακρίνεται από πλεονασμό και θόρυβο: υπάρχει γύρω μας εξαιρετικά πολλή πληροφορία και βέβαια αρκετή για όλους […]. Η ποσότητά της συνεχώς αυξάνεται. […] Μια κρίσιμη δεξιότητα στην κοινωνία της πληροφορίας συνίσταται στο να προστατεύει κανείς τον εαυτό του από το 99,99 % της παρεχόμενης πληροφορίας, που του είναι άχρηστη.» (Thomas Hylland Eriksen, Η τυραννία της στιγμής).

ΙΙ. «Στην κοινωνία της πληροφορίας, ο πιο ανεπαρκής πόρος για όσους βρίσκονται από την πλευρά της προσφοράς δεν είναι ούτε ο σίδηρος ούτε τα σιτηρά αλλά η προσοχή των άλλων. Όλοι όσοι εργάζονται στον τομέα της πληροφορίας –από τους εκφωνητές των δελτίων καιρών ως τους καθηγητές– συναγωνίζονται για τα ίδια δευτερόλεπτα, λεπτά και ώρες της ζωής των άλλων ανθρώπων. Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα φυσικά αντικείμενα, η ποσότητα της πληροφορίας δεν μειώνεται όταν κανείς τη μοιράζει ή την πουλάει. […] Ούτως εχόντων των πραγμάτων, κάθε επιχείρηση που παρέχει γνώση ή πληροφορία διαθέτει ένα απόθεμα που δεν μπορεί να εξαντληθεί. Τα αγαθά της όμως μπορεί να θεωρηθούν ξεπερασμένα και μη εμπορεύσιμα, πράγμα που συμβαίνει διαρκώς και με αυξανόμενη ταχύτητα» (ό.π.).

ΙΙΙ. «Πληροφορία και νόημα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μιλώντας γενικά, το νόημα συνίσταται στην εισαγωγή μικρών μερών σε ένα μεγαλύτερο, ολοκληρωμένο πλαίσιο, ενώ η πληροφορία είναι το αντίθετο. Η πληροφορία επικοινωνείται ιδανικά ως αμφίδρομος κώδικας, ενώ το νόημα επικοινωνείται πιο συμβολικά. Η πληροφορία “χρησιμοποιείται” ή “γίνεται επεξεργάσιμη”, ενώ το νόημα ερμηνεύεται. Σήμερα είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να επιλέξουμε το νόημα σε βάρος της πληροφορίας, αφού, αν κάποιος θέλει λογικά να είναι λειτουργικός στο σημερινό κόσμο, θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει κριτικά μια αφθονία πληροφοριών, επικοινωνούμενων μέσω πολλών διαφορετικών επαφών. Όποιος επιμένει να σταχυολογεί προσωπικά όλες τις εμπειρίες, τελικά θα φάει τα μούτρα του. Το πρόβλημα είναι ότι η μοντέρνα τεχνολογία μας καθιστά ολοένα και περισσότερο παθητικούς παρατηρητές και καταναλωτές και ολοένα και λιγότερο ενεργούς παίκτες. Αυτό μας δημιουργεί ένα έλλειμμα νοήματος» (Lars Svendsen: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας).













Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

L. Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (2)

                                              
                                                    1889-1951

A.
W I T T G E N S T E I N

Tractatus  Logico – Philosophicus
(Συνέχεια)

2. 011  Είναι  ουσιώδες για το πράγμα, να μπορεί να είναι το συστατικό στοιχείο [το μέρος ύπαρξης (Bestandteil)] μιας κατάστασης πραγμάτων.

·  Σχόλιο: Μια κατάσταση πραγμάτων, ως μια ατομική κατάσταση ή ως συνένωση για τον εαυτό της ή ως κατάσταση πραγμάτων που υπάρχει, δηλαδή ως γεγονός, δεν αποτυπώνει το αντικείμενο. Τα αντικείμενα είναι τα πράγματα (Sachen ή Dinge). Αυτά χορηγούν ύπαρξη στην υπάρχουσα συνένωση ή σύνδεση. Αυτό το χορηγείν ύπαρξη υπάρχει αρχέγονα και συνιστά το Είναι των αντικειμένων ή πραγμάτων. Αυτό το Είναι επαληθεύει την ουσία του ως ουσία των αντικειμένων με το να ενσαρκώνει τη δυνατότητα ή την ικανότητα να χορηγεί ύπαρξη.

B.
W I T T G E N S T E I N

Να σκεπτόμαστε πώς να σκεπτόμαστε

Οι φιλόσοφοι θέτουν κι αυτοί ερωτήματα, όχι για να δώσουν ή να πάρουν πληροφορίες, όπως μπορεί να συμβαίνει με τα κοινά ερωτήματα που μπορεί να διατυπώνει ένας ενήλικος, αλλά για να σκεφτούν το «γιατί» και το «τι». Το σκέφτονται όμως; Προ-καλούν τη σκέψη να σκεφτεί τον εαυτό της, δηλαδή να σκεφτεί φιλοσοφικά. Το φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι δεν έχει αρχή και τέλος παρά έρχεται να μας υπενθυμίσει πως δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε, όταν βρισκόμαστε σε αμηχανία ή μπροστά σε ένα πρόβλημα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μας παροτρύνει να τα παρατήσουμε; Όχι. Απλώς να ξανασκεφτούμε αυτό που έχουμε σκεφτεί. Να σκεφτόμαστε δηλαδή πώς να σκεφτόμαστε.





                    

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Από τη φιλοσοφική σκέψη του Jοhn Locke

                                    



                                       Τ ζ ο ν   Λ ο κ
                                  1632-1704
   
    Τα σκουπίδια φράζουν το δρόμο στη γνώση

   Σύμφωνα με τον Λοκ πολλά σκουπίδια φράζουν το δρόμο της γνώσης. Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την τοποθέτηση πρέπει να δούμε τη σημασία της λέξης σκουπίδια: τη μεταφορική σημασία της λέξης σκουπίδια δεν τη χρησιμοποιεί μόνο ο Λοκ, αλλά όλοι οι άνθρωποι στην καθημερινή τους ζωή. Λέμε για παράδειγμα: σκουπίδια της πολιτικής, της κουλτούρας, της γνώσης κ.λπ. και εννοούμε ότι κυριαρχούν σαθρές, ρηχές ή στρεβλές αντιλήψεις στον ένα ή τον άλλο τομέα της γνώσης, της σκέψης, της πολιτικής, του πολιτισμού, της ζωής κ.α και όλες αυτές οι σαθρότητες περνούν για περισσή γνώση ή επιβάλλονται από διάφορους δοκησίσοφους [=κενόσοφους] ως επιστημονική γνώση. Τόσο στρεβλές ή σαθρές είναι που συσκοτίζουν την πραγματική διάσταση των πραγμάτων και εμποδίζουν έτσι τον άνθρωπο να έχει σαφή εικόνα για αυτά. Με βάση αυτή τη διαπίστωση συνεχίζει ο Λοκ: ενάντια σε τέτοια σκουπίδια γίνονται φιλότιμες προσπάθειες από καλοπροαίρετους μελετητές, δασκάλους, γενικώς από ανθρώπους που θέλουν να σκέπτονται. Όμως μπορεί να φωτισθεί περισσότερο ο δρόμος της γνώσης, αν όλες αυτές οι φιλότιμες προσπάθειες ενισχύονται από μια σαφή χρήση των επιστημονικών όρων, γενικότερα από μια αποσαφηνισμένη παραγωγή νοημάτων και από μια κατανοητή γλώσσα που θα καταλάβαινε και η ίδια τι θέλει να πει, αλλά και θα επέτρεπε και στο συνομιλητή να καταλάβει καλύτερα. Βασικό δίδαγμα του συγκεκριμένου κειμένου είναι τούτο: κριτήριο της  αληθινής  γνώσης είναι ο βαθμός κατανόησής της και ο συγκεκριμένος της χαρακτήρας: το συγκεκριμένο αντιμετωπίζεται μόνο συγκεκριμένα. Δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια μια ομιχλώδης επίκληση διαφόρων εξεζητημένων ή ακραίων επιστημονικών όρων για να φαίνεται κανείς ότι κατέχει τη γνώση. Η ακατανοησία είναι τεκμήριο επιπόλαιης ανάγνωσης και ακόμα πιο επιπόλαιης αφομοίωσης· δεν έχει καμιά σχέση με την επιστημονικότητα, γιατί γνώρισμα της τελευταίας είναι να εξασφαλίζει υψηλό βαθμό κατανόησης και ευρύτερης συνεννόησης.



Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Η θέα του Πολιτικού






                
Η τραγωδία της πολιτικής ως αυταπάτη

1. Το πολιτικό στοιχείο με τις εκδηλώσεις του, τις ποικίλες τροπές του, τα πάθη, τις ελπίδες, τις διαψεύσεις του κ.λπ. αποδεικνύεται ολοένα και πιο παράλογο.

2. Μια ανεστραμμένη λογική φαίνεται να διέπει την άσκηση της πολιτικής, πράγμα που δηλώνει είτε την ολοσχερή ανεπάρκεια των εγκατεστημένων στην εξουσία ή τη συνειδητή, εκ μέρους τους, στρέβλωση των πάντων για ίδιον όφελος. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τραγωδία της πολιτικής, η οποία βιώνεται ως αυταπάτη.

3. Είναι τραγωδία, επειδή συμβαίνει απουσία πραγματικού πολιτικού λόγου και αποτελεσματικών πολιτικών πρακτικών, τούτη δε η απουσία αντισταθμίζεται με  αναπαλαίωση χρεοκοπημένων πολιτικών βεβαιοτήτων.

4. Όσο η πολιτική και οι πολιτικοί προτάσσουν ως εθνική πολιτική την εν λόγω αναπαλαίωση, η τραγωδία βιώνεται ως αυταπάτη.

5. Πώς γίνεται αισθητή αυτή η βίωση; Με την επεξεργασία νέων μύθων πάνω στην τέφρα των παλαιών και με την ανατολή νέων πολιτικών «αστέρων» μετά τη δύση των παλαιών.

6. Η αντικειμενική πραγματικότητα ωστόσο ακολουθεί τη δική της λογική. Οι καλλιεργούμενοι μύθοι καταλήγουν να είναι ξεθωριασμένοι, γιατί και αυτοί που τους κατασκευάζουν, όσο ανόητοι κι αν είναι, ενεργοποιούν το ένστικτο αυτοσυντήρησης  και ελεεινολογούν πρότερες συμπεριφορές τους. Έτσι και οι νέοι «αστέρες» τάχιστα γίνονται διάττοντες.

7. Τι μας λέει η λογική της πραγματικότητας; Πως καμιά ομάδα ή παράταξη αχυρανθρώπων δεν μπορεί να ενσαρκώσει τη λαϊκή κυριαρχία ως αυθεντική πράξη ελέγχου της εξουσίας.

8. Όλοι οι αχυράνθρωποι είναι και αυτοί εκλεγμένοι, ωστόσο δεν παύουν να είναι αχυράνθρωποι. Τι σημαίνει αυτό; Εκείνο που έλεγε ο Μαρξ: Το καθολικό δικαίωμα ψήφου, από μόνο του, δεν παρέχει στον λαό τη δυνατότητα να ελέγχει την εξουσία, να επιλέγει τους καλύτερους, να γίνεται ο ίδιος πρωταγωνιστής. Απλώς τσαλαπατιέται κάθε τέσσερα χρόνια μέσα στο κοινοβούλιο.

9. Το ζητούμενο λοιπόν παραμένει: Πώς μπορεί η απόφαση του λαού να τροποποιεί, κυριολεκτικά να ανατρέπει προς όφελός του γενικού συμφέροντος την εκάστοτε σαθρή πολιτική κατάσταση;

10. Το ερώτημα ασφαλώς δεν βρίσκει απάντηση στην κενή συνθηματολογία και την αναποτελεσματική πρακτική της καθεστωτικής «αριστεράς» που ποδοπατεί οτιδήποτε το αστικό εξ ονόματος ενός ακαθόριστα μελλοντικού μετα-αστικού και επιτείνει ως το άπειρο την πολιτική αυταπάτη, άρα διαιωνίζει την τραγωδία της πολιτικής.

11. Μαρξική σκέψη και καθεστωτικές «αριστερές» αντιλήψεις είναι δύο ασύμβατα μεγέθη. Η κοινωνία και το άτομο, στη σκέψη του Μαρξ, δεν στέκονται ως αφηρημένες έννοιες ή ως αφηρημένα όντα το ένα απέναντι στο άλλο, κάτι που συμβαίνει με την καθεστωτική λογική της τρέχουσας «αριστεράς», αλλά τελούν σε αμοιβαία διαμεσολάβηση.

12. Στις εποχές μας αυτή η διαμεσολάβηση μπορεί να εκπληρώνεται, κατά το μάλλον ή ήττον, ως φιλοσοφικό-πολιτικό αίτημα μάχης, ως το κοινωνικο-οντολογικό γνώρισμα του γίγνεσθαι που διέπει όλα τα επίπεδα της ζωής και το οποίο στη σημαία της πολιτικής του έκφρασης γράφει: εάν κανείς δεν ελπίζει, δεν θα βρει το ανέλπιστο, εφόσον δεν θα υπάρχει έρευνα και οδός (Ηράκλειτος).


13. Το πιο πάνω συνεπώς ερώτημα δεν περιμένει κάποια έτοιμη απάντηση από τα μαγειρεία των παντοειδών γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά τίθεται και αξίζει να τίθεται ως ένα νεύμα προς συνειδητή συμπόρευση με εκείνο το  ιστορικό γίγνεσθαι που αποδομεί τις σύγχρονες μυθολογίες και τις θεότητές τους και μας διανοίγει στην πραγμάτωση του όχι ακόμα κοινωνικού μας Είναι.


                                                         


 

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Περί του πολιτικώς σκέπτεσθαι



                Ιδεολογία  και  πολιτικός ωφελιμισμός

                                                     §1
Όπως μας παραδίδεται, ο Κάτων στην αρχαία Ρώμη τελείωνε τις αγορεύσεις του στη Σύγκλητο με την εξής ρήση: «Ceterum censeo Carthaginem esse delendam= επί πλέον πιστεύω ότι η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί». Εν όψει της επερχόμενης, με ταχύτητα φωτός και χωρίς επιστροφή, ολοσχερούς κατάρρευσης της σημερινής Ελλάδας, η ως άνω ρήση αναβιώνει, εντός και εκτός ελληνικής «Συγκλήτου …», ως ανεστραμμένη ιδεολογία. Συγκεκριμένα: οι εγχώριοι αρχιτέκτονες αυτού του ολέθρου, αυτού του διαρκούς εγκλήματος σε βάρος της Ελλάδας –μεταπολιτευτικοί «δημοκράτες», αδίστακτοι τραπεζορήτορες της προδομένης γεννάς της μεταπολίτευσης και νυν ανάλγητοι διαχειριστές της εξουσίας, μαζί και όλα τα στηρίγματά τους– τονίζουν με αλαζονεία αλλά συγχρόνως και με νηπιακό λογισμό: «επί πλέον πιστεύω ότι η Καρχηδόνα, ήγουν η Ελλάδα, για να μην καταστραφεί πρέπει να καταστραφεί», με άλλα λόγια, μας λένε ότι, για να μην καταστραφεί η Ελλάδα, πρέπει να ολοκληρώσουν το έργο της καταστροφής, που για αυτούς είναι συγκαλυμμένο με το ιδεολόγημα του σωτήριου.

                                                    §2
Πού στηρίζονται; Μεταξύ άλλων, α) σε μια ανεστραμμένη ιδεολογία, την οποία φρόντισαν επιμελώς να ανατροφοδοτούν από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν με νέα, ανάλογα με την περίσταση, σκοταδιστικά συνθήματα και να την διαμεσολαβούν, πότε συναινετικά, πότε βίαια, στην ευρεία μάζα· β) σε έναν πολυδαίδαλο μηχανισμό, μέσα στον οποίο ανατράφηκαν παλαιότερα και ουκ ολίγοι «διανοούμενοι» που σήμερα παρουσιάζονται ως διαμαρτυρόμενοι «μαχητές». Διανοούμενος με αυθεντική σκέψη, που δεν κινείται ωφελιμιστικά, δεν έχει ανάγκη να υπηρετεί δουλικά τα εκάστοτε εξουσιαστικά σχήματα· τα υπηρετεί μόνο, όταν είναι φτηνός και αισχρός προπαγανδιστής είτε με «αριστερό» μανδύα είτε με όποιον παρόμοιο. Το κενό που παρατηρείται, τη μια ή την άλλη στιγμή σε ιδέες, δεν μπορεί να υποκατασταθεί από εγκεφαλικά ιδεολογήματα. Ο Μαρξ το αποσαφηνίζει με περισσή πειστικότητα στο βιβλίο του Η γερμανική ιδεολογία. γ) Στην πολιτική-ιδεολογική εξαπάτηση των μαζών, στην παραπλάνησή τους από αστόχαστες θεωρίες και από ηθικοπλαστικές συμμορφώσεις. δ) Στην αμφίβολη ποιότητα των αστικών, αλλά και εργατικών στρωμάτων με μια εξίσου αμφίβολη ποιότητα της κομματικής και πολιτικής  τους έκφρασης.

                                                   §3
Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια εδώ;  Μόνιμα και σταθερά επικαλύπτεται η πραγματική κατάσταση, την οποία εδώ, για τις ανάγκες του υπό πραγμάτευση θέματος,  οριοθετούμε από την μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα σε επίπεδο κυρίως ιδεολογίας και πολιτικών πρακτικών. Ο πραγματικός χαρακτήρας της μεταπολιτευτικής κατάστασης μπορεί, έτσι αδρά, να προσδιοριστεί ως φθίνουσα ιστορική πορεία του έθνους· και τούτο όχι γιατί η προδικτατορική ή δικτατορική περίοδος απηχούσε κάποια ζηλευτή ευδαιμονία για τον λαό μας, αλλά επειδή η μεταδικτατορική περίοδος εξέθρεψε την πιο ολοκληρωτική κατάφαση των φενακισμένων συνειδήσεων και της ψευδούς ιδεολογίας. Όσο πιο ολοκληρωτική είναι αυτή η κατάφαση, τόσο πιο αμβλυμμένες παρουσιάζονται οι αναγκαίες ταξικές και κοινωνικές αντιθέσεις, με αποτέλεσμα η τωρινή κοινωνία μας να έχει μετατραπεί σε ένα ένδοξο κενοτάφιο προς τιμήν εκείνων των πτωμάτων που δεν θάφτηκαν ποτέ. Σε ανύποπτο χρόνο, ο Π. Κονδύλης σημείωνε πολύ εύστοχα για το κενοτάφιο τούτο:

«…στη γαλάζια μας χώρα η φαιδρότητα και ο καρνάβαλος έχουν φτάσει στο κατακόρυφο. Ποτέ άλλοτε οι ανερμάτιστοι κι αμαθείς διανοούμενοι δεν είχαν τόση αυτοπεποίθηση, αλλά και τόση προβολή (στις εφημερίδες έχουν πάντως κυριαρχήσει απόλυτα, δίνοντας έτσι μιαν εντελώς πλασματική εικόνα για τον χαρακτήρα της κοινής γνώμης …). Διαβάζοντας τα άρθρα που γράφουν οι ίδιοι ή οι ομοϊδεάτες τους νομίζουν ότι η χώρα βρίσκεται σε «προοδευτική πορεία» (τυπικός πνευματικός αυνανισμός), (περ. Σημειώσεις 53 / 2000, σ. 43).

                                                   §4
Ποια είναι τα βασικά γνωρίσματα της παραμορφωμένης πραγματικότητας που ναρκοθετεί την επιβίωση και αυτού τούτου του έθνους;  1. Η  κατάπτωση της πολιτικής και των πολιτικών: ενδιαφέρονται μόνο για τη νομή της εξουσίας με γνώμονα τον δικό τους πλουτισμό· και για να συγκαλύπτουν αυτούς τους μύχιους πόθους τους υπερθεματίζουν, ιδεολογικά, υπέρ μιας αφηρημένης υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Στην πράξη συγκροτούν ένα πελατειακό σύστημα με αμφίδρομη εξάρτηση κομματικού-πολιτικού στελέχους και ψηφοφόρου και μέσα από ένα κλειστό σύστημα υπόγειων συναλλαγών παραδίδουν τις μάζες στην φρενίτιδα του παρασιτικού καταναλωτισμού. 2. Η καθίδρυση μιας αντίστοιχης κενόδοξης ιδεολογίας που εκτρέφει τους κατά περίπτωση γιάπηδες με το απαραίτητο συμπλήρωμά τους, τους μανδαρίνους συνδικαλιστές, και ως συνέχεια τους άσκεπτους οπαδούς-φιλάθλους της πολιτικής. Πρόκειται, κατά Χέγκελ, για τον κύκλο των κύκλων. 3. Η οικοδόμηση μιας μαζικής δημοκρατίας, η οποία φαινομενικά ομιλεί τη γλώσσα της ελευθερίας του λαού σε όλα τα επίπεδα ζωής, στην πράξη όμως εργάζεται για μια  τέτοια ολοκληρωτική επιβολή πάνω του, για μια τέτοια αποβλάκωσή του, ώστε αυτή να κατορθώνει να υπονομεύει την ιστορική του ύπαρξη, να αλλοιώνει τη γλώσσα του, να του αφαιρεί κάθε πνευματική ικμάδα και να τον μετατρέπει σε άβουλο συμμέτοχο στη νομιμοποίηση της εξαθλίωσής του. Έτσι γίνεται νόμος του κράτους η κατάπτωση των ανθρώπων:   ave Caesar, morituri te salutant = χαίρε Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν.




Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Π. Κονδύλης: Για την παρακμή της σύγχρονης Ελλάδας



Παναγιώτης  Κονδύλης
(1943-1998)

Οι  αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας

Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο ένα δοκίμιο του Π. Κονδύλη με τίτλο οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Το εν λόγω δοκίμιο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1991 ως εισαγωγή με τίτλο: Η καχεξία του αστικού στοιχείου στην νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του: Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Εάν επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στο σύντομο αυτό δοκίμιο, θα διαπιστώσουμε ότι η ανίχνευση των αιτίων της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας από τον Π. Κονδύλη ηχεί προφητικά για τη σημερινή κατάρρευση της Ελλάδας. Συγχρόνως, η όλη ανάλυση –περιεκτική και στοχευμένη–  δεν αφήνει περιθώρια για περαιτέρω αυταπάτες, όσο και αν οι κύριοι υπεύθυνοι της καταστροφής της Ελλάδας αυτοπαρουσιάζονται ως οι εξ ουρανού θεόσταλτοι σωτήρες μας. Ας παρακολουθήσουμε όμως τη συλλογιστική της ίδιας της σκέψης του Κονδύλη.

§1
Τις πταίει; Μέσα από μια κοινωνιολογική και πολιτική βασικά ανάλυση ο Κονδύλης επιχειρεί κατ’ αρχήν να προσδιορίσει τα όρια του αστικού χαρακτήρα της νεότερης Ελλάδας. Η λεγόμενη αστική τάξη της χώρας μας «ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό» (σ. 12). Η χρήση του όρου συνεπώς δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο συγκεκριμένο μόρφωμα με καθορισμένο ιστορικό περιεχόμενο, παρά κατονομάζει όσους εχθρεύονται τον «σοσιαλισμό» ή θεωρούνται «πλουτοκράτες» και «αντιδραστικοί» (ό.π.). Σε κάθε περίπτωση, «για αστική τάξη μίλησαν … οι αριστεροί ή και οι φιλελεύθεροι εκσυγχρονιστές» (σ. 17), χωρίς βέβαια να προσδιορίσουν τα ενδογενή χαρακτηριστικά αυτής της τάξης με βάση την πλήρη γνώση των δεδομένων, έτσι ώστε να μπορέσουν να προσφέρουν μια πραγματική ερμηνεία του υπαρκτού αστισμού και να χαράξουν μια ανάλογη στρατηγική. Ως προκύπτει, ο Κονδύλης δεν αμφισβητεί τον όρο αστική τάξη, αλλά θίγει ουσιαστικά την ασάφεια που επικρατούσε και επικρατεί στους αναλυτές κυρίως της αριστεράς ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της συγκεκριμένης τάξης με ιστορικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς όρους (σ. 17-18). Γενικώς, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μεταπρατικό χαρακτήρα της αστικής τάξης της Ελλάδας, χωρίς να μπορέσει να παίξει ρηξικέλευθους ιστορικά ρόλους (σ. 23). Της έλειπε και της λείπει «μια ουσιώδης διάσταση της αστικής οικονομίας, του αστικού πολιτισμού και της αστικής αυτοσυνείδησης» (σ. 24). Διερώτηση:  πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει οποιοδήποτε μετα-αστικό πρόταγμα ή μια κοινωνία της ευημερίας, μια αυθεντική ανάπτυξη, όταν το αστικό στοιχείο είναι ή υποταγμένο στο προ-αστικό, φεουδαλικό ή ετερόφωτο ή βίαια εισαγμένο και επιβαλλόμενο, όταν η ίδια η κοινωνία συντηρεί «τις πιο εκλεπτυσμένες εκφάνσεις των πατριαρχικών ιδεολογιών και στάσεων»( σ. 25);

§2
Κατά δεύτερον, η παρακμή της Ελλάδας, σύμφωνα με τον Κονδύλη, δεν είναι άσχετη με τη δομή και λειτουργία του κράτους. Όπως αναφέρει, «ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης …του κοινοβουλευτισμού και της καθολικής ψηφοφορίας με μια κοινωνία που διέπεται από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες κι αξίες» (σ. 26).Σε τι φταίνε κοινοβουλευτισμός και καθολική ψηφοφορία; Στο ότι συνετέλεσαν στη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού μέσα από την καλλιέργεια πελατειακών σχέσεων με τον πολίτη. Τα κόμματα μοίραζαν και μοιράζουν τις κρατικές θέσεις στους ψηφοφόρους τους με στόχο την ενίσχυση της δύναμής τους σε βάρος μιας εύρυθμης λειτουργίας κοινωνίας και κράτους. Απ’ αυτή την άποψη, «πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδάλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητά του να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους» (σ. 27). Ενώ στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης ο κρατικός μηχανισμός, ακόμη κι όταν διογκώνεται, έχει ως αντιστάθμισμα την αύξηση της οικονομικής απόδοσης, εδώ «την εκποίηση του κράτους, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού παιγνιδιού, την εγκαινίασαν και την καλλιέργησαν  με τρόπους απείρως ευρηματικούς τα πολιτικά ‘‘τζάκια’’ με την παρασιτική-πατριαρχική νοοτροπία τους» (σ.29).  Η αρνητική τούτη εξέλιξη του κράτους για το έθνος και την κοινότητα των ανθρώπων του ήταν «θετική» για την κομματικοκρατία, γιατί μετέτρεψε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις σε αντιθέσεις ανάμεσα σε διάφορους «κλάδους», «καθένας από τους οποίους αγωνιζόταν να αποσπάσει τα περισσότερα από τον δημόσιο κορβανά» (σ. 36).

§3
Ο επίπλαστος αστισμός, όπως περιγράφηκε ακροθιγώς πιο πάνω, οδήγησε σε ένα «καθεστώς μιας εξίσου νόθας μαζικής δημοκρατίας» (σ. 57), η οποία ήταν ανίκανη να απαλλαγεί από πελατειακές σχέσεις και νοοτροπίες. Στην αναλογία αυτή  νοθεύτηκε και το λεγόμενο «αστικό» στρώμα. «έτσι ώστε αυτό σήμερα να αποτελείται … από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες» (σ.58). Η κρίση συναφώς καθίσταται πρωτοφανής, γιατί «η κομματική εκποίηση του κρατικού μηχανισμού … πέρασε στο στάδιο της διαρκούς εκποίησης της χώρας» (σ. 64). Παράλληλα επήλθε «μια χαοτική ανάμιξη των πνευματικών προϊόντων που έρχονταν σε όλο και μεγαλύτερες μάζες απ’ έξω» (σ. 67) και το όλο πνευματικό τοπίο χαρακτηριζόταν και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από «εξυπνακιδισμό και ημιμάθεια» (σ. 67). Τούτο δείχνει περαιτέρω πως η εξαμβλωτική μαζική δημοκρατία δεν αφήνει ανεπηρέαστο κανέναν τομέα, κανένα πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αφού επιδρά καταλυτικά στη διαμόρφωση του ήθους. Κατ’ αυτό το πνεύμα «το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, … όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης» (σ. 67). Τελικά όταν νοσεί  ο υλικός τομέας παραγωγής, νοσεί και ο αντίστοιχος του πνεύματος και αντίστροφα, γι’ αυτό και πολύ έγκυρα και έγκαιρα ο Κονδύλης αποφάνθηκε ότι «η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα» (σσ. 67-68).




Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Από τη φιλοσοφία της γλώσσας




Η λέξη  και το νόημα

§1
Όταν στην αρχαία Ελλάδα μαινόταν ο Πελοποννησιακός πόλεμος -ο πιο φονικός και μοιραίος εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων-, έγραφε ο Θουκυδίδης στο Γ΄ βιβλίο του για την αναστροφή και διαστροφή που υπέστη η σημασία της λέξης ως τέτοιας:

«Και νόμισαν πως είχαν δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη αντιστοιχία των    λέξεων προς τα πράγματα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Έτσι η αστόχαστη τόλμη πέρασε για ανδρεία, που κινείται από φιλία στους συντρόφους, ο δισταγμός από μέριμνα για το μέλλον δειλία που εμφανίζεται ως ευπρέπεια, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόσχημα ανανδρίας και η ικανότητα να βλέπει κανείς με σύνεση όλες τις πλευρές μιας κατάστασης, ανικανότητα δράσης σε όλα∙ τη βίαιη και οξεία αντίδραση την πρόσθεσαν στα προτερήματα του ανδρός, και την αποχή από επιβουλές εύλογη πρόφαση για αποφυγή κινδύνου».

Ως βλέπουμε, οι λέξεις χρησιμοποιούνται κατά το ήθος των ανθρώπων που διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα με τέτοια ιδιοτέλεια, αλαζονεία, ανημποριά, ώστε να χρειάζεται να αναστρέψουν τη σημασία των λέξεων.
                                                              §2
Τι  υποδηλώνει αυτό το παράδειγμα μεταλλαγής των λέξεων; Ότι οι λέξεις έχουν χάσει το αληθινό τους νόημα και έχουν υποστεί αδιανόητη για τον ανθρώπινο νου φθορά. Πότε συμβαίνει αυτό το φαινόμενο της φθοράς των λέξεων, της καταστροφής του λόγου, της διαστροφής της γλώσσας; Όταν μια κοινωνία βρίσκεται σε αποσύνθεση  και η πολιτική έχει  μετατραπεί  σε διαφθορείο συνειδήσεων. Τότε απλώνεται η αχλύς της ασυνειδησίας από τους παροικούντες στην εξουσία και υποστασιοποιούνται βίαιες ιδεολογικές «ανακαλύψεις» για να συσκοτίσουν την αληθινή πραγματικότητα και με κυνικές υποσχέσεις να δεσμεύσουν τους ανθρώπους μέσα σε τόπους απατηλής ευφορίας. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ολόκληρα τάγματα εφόδου από οπαδούς και στελέχη κομμάτων, παρα-κομμάτων, συντεχνιών και μηχανισμών, τα οποία είναι ταγμένα να μεταποιούν τον λαό σε όχλο και να τον ψυχ-αγωγούν με ήχους, εικόνες, θεάματα μαζικής κουλτούρας. Σε αυτά τα αισχρά θεάματα ανήκει και εκείνο το πρωτάκουστο, η κάθε Μαρία Μανταλένα, να επιζητεί την υπουργοποίησή της και να λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις για το «καλό» του λαού, αντί να τραγουδάει στα υπόγεια καπηλειά συν ανδρί και τέκνω. 

§3
Το ερώτημα που αναφύεται τώρα είναι: τι είναι η λέξη; Μήπως είναι η σκιά που σκιάζει το φώς; Μήπως είναι η πιο πάνω εκτεθείσα διαστροφή του λόγου και της σκέψης; Η λέξη είναι το υπαρκτικό μας Είναι. Και τούτο στις κοινωνικές και ιστορικές του υποδηλώσεις. Ακριβώς μέσα στον κύκλο αυτών των υποδηλώσεων η λέξη είναι το νόημά της. Σε συνάφεια με τούτο το Είναι της ο Χάιντεγκερ τη διακρίνει ρητά από τη φωνή. Η τελευταία, ως έναρθρη εκφορά ή ενότητα, γίνεται λέξη, εάν σημαίνει κάτι. Η λέξη, κατ’ αυτό το πνεύμα, είναι το νόημα του κόσμου και του εαυτού μας -τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου, έλεγε ο Βιτγκενστάιν∙ είναι το δεικτικό σημαίνειν.  Με βάση το τελευταίο τούτο, η φανέρωση του κόσμου εκδηλώνεται στις και με τις λέξεις. Επομένως, ανάλογα με το δεικτικό τους σημαίνειν, ο κόσμος είναι εκείνος ο σαθρός κόσμος που μας θύμισε πιο πάνω ο Θουκυδίδης ή ο κόσμος του ποιείν, έτσι όπως το κατανοεί ο Χάιντεγκερ: η ιστορική δημιουργία του ανθρώπου ως εκκάλυψη, μέσα στα έργα του, του νοήματος του Dasein του.