Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Hegel: Η κατ' αίσθηση βεβαιότητα στη Φαινομενολογία του πνεύματος


 

GEORG FR. HEGEL

1770–1831

 

Τι είναι η Αισθητήρια Βεβαιότητα;

(γερμ. die sinnliche Gewißheit, αγγλ. sense-certainty,

γαλλ. la certitude sensible)

 

Ι. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος η αισθητήρια βεβαιότητα κεφαλοποιείται ως εξής:

—η αρχική αφηρημένη αμεσότητά της: το Αυτό (§ 90-92).

—η ασυμφωνία των δύο αυτών (εγώ και αντι-κείμενο) στην αμεσότητά τους (§ 93-94).

—η εξέταση του εγώ και του αντι-κειμένου στο εδώ και τώρα (§ 95-104).

—η αναίρεση (§105-108).

—η διαλεκτική της αισθητήριας βεβαιότητας και τα Ελευσίνια μυστήρια (§ 109).

—το καθολικό ως ποσότητα (§ 110).

ο Χέγκελ ανοίγει τη συζήτηση για το φαινόμενο της γνώσης, γενικότερα για τη συνείδηση ως άμεση παρουσία του πνεύματος, με το κεφάλαιο, που φέρει τίτλο: η αισθητήρια βεβαιότητα και υπότιτλο: το αυτό και το νομίζειν (die sinnliche Gewissheit; oder das Diese und das Meinen). Μετά τις προγραμματικές και μεθοδολογικές συζητήσεις του Προλόγου και της Εισαγωγής του ως άνω έργου η αισθητήρια βεβαιότητα είναι το πρώτο κεφάλαιο που ανήκει στη ορισμένως φαινομενολογική ανάπτυξη του πνεύματος. Κατά ταύτα αποτελεί την πραγματική απαρχή προς την «παρουσίαση της φαινομενικής (εμφανιζόμενης) γνώσης»[1] και τη φαινομενολογική οδό «προς την επιστήμη»[2].  

Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια άμεση, αδιαμεσολάβητη γνώση, που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Το ανθρώπινο άτομο, ως σκεπτόμενο Εγώ, ήτοι ως ατομική συνείδηση, αποκτά μια άμεση, ανεπεξέργαστη μορφή Γνώσης για καθετί που βεβαιώνει ως αλήθεια η κατ’ αίσθηση πραγματικότητά του/της. Αυτή η μορφή δείχνει να υφίσταται ως μια πρώτη Γνώση, απόλυτης υφής-μη επιδεχόμενης αμφισβήτησης, των αντικειμένων, που βλέπουμε, ακούμε, πιάνουμε. Τείνουμε να πιστεύουμε, στην πραγματικότητα, ότι σε αυτή τη μορφή Γνωσης πραγματικά κατανοούμε το αντι-κείμενο όπως ακριβώς είναι, με έναν φαινομενικά-αισθητηριακά απόλυτο τρόπο. Το να νομίζουμε κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται και απόκτηση αποδεδειγμένης, ουσιακά ή καθαρά απόλυτης Γνώσης του αντι-κειμένου.

ΙΙ. Όπως το εννοεί ο Χέγκελ, η άμεση γνώση μας για ένα αντι-κείμενο, στο επίπεδο της  αισθητήριας βεβαιότητας, είναι εκείνη ενός Αυτού. Καταφάσκουμε δηλαδή το αντι-κείμενο απλώς εμπειρικά-αισθητηριακά ως το Αυτό-εδώ: λέμε ότι αυτό είναι και τίποτα περισσότερο. Έτσι γνωρίζουμε το αντι-κείμενο καθεαυτό ως κάτι στατικό, στερεότυπο και αμετάβλητο, παραγνωρίζοντας τη δυνατότητα ενεργώς πραγματικού μετασχηματισμού του. Η μόνη αλήθεια είναι οτιδήποτε νομίζουμε πως είναι Αυτό και όχι ό,τι πραγματικά μπορεί να είναι· η μόνη αλήθεια δηλαδή είναι η υποκειμενική γνώμη του Εγώ για το αντι-κείμενο και όχι η πραγματική Γνώση του τελευταίου. Συμβαίνει πράγματι στη βαθμίδα της αισθητήριας βεβαιότητας αλλιώς νομίζουμε το Πράγμα (Sache) και αλλιώς είναι πραγματικά. Πώς μπορούμε να το διαπιστώνουμε αυτό; Μπορούμε, όταν λέμε ή σκεφτόμαστε κάτι περισσότερο για το αντικείμενο: το ένα ή το άλλο αντι-κείμενο μπροστά μου είναι Αυτό, δηλαδή ένα εννοιολογικά αφηρημένο Άμεσο, ένα κενό περιεχομένου αντι-κείμενο, αλλά από τη στιγμή που το ονομάζω. π.χ. λέω δέντρο, τραπέζι κ.λπ., έχω περάσει πέρα ​​από το επίπεδο της γυμνής αισθητηριακής αμεσότητας. Γιατί; Επειδή το έχω πλέον τοποθετήσει μέσα σε ένα δίκτυο εννοιών και σε έναν ολόκληρο κόσμο αντι-κειμένων. Ονομάζω αυτό το πράγμα δέντρο κ.λπ., με έναν όρο ή έννοια που έχει εφαρμογή και σε άλλα αντι-κείμενα πέρα ​​από αυτό που έχω μπροστά μου, π.χ. δέντρο με καρπούς ή χωρίς καρπούς, του τάδε ή τάδε είδους κ.α.

ΙΙΙ. Είναι αλήθεια πως η αισθητήρια βεβαιότητα, ως μια πρώτη βαθμίδα Γνώσης, είναι ρηχή και μας προσφέρει μια τεχνητή θεώρηση των πραγμάτων καθ’ όλη την πορεία του χρόνου και την έκταση του χώρου και όχι αληθινή, όπως την εννοεί η κατανοητική/διαλεκτική σκέψη. Αυτή-εδώ συλλαμβάνει τα αντι-κείμενα ως τοποθετημένα μέσα σε πολύπλοκα συστήματα σχέσης και σε ένα ολόκληρο δίκτυο νοημάτων, εννοημάτων, εννοιών. Εάν συνεπώς για τον Χέγκελ το «αληθές είναι το όλο»[3], τότε τα αντι-κείμενα μπορούμε να τα ανα-γνώσουμε στην ουσία τους: ενεργώς πραγματικά, ενεργώς λογικά, όταν ή συνείδηση κατορθώνει να τα κατανοεί στην ολότητα των συνάφειών τους. Η συνείδηση, στο βαθμό που είναι στραμμένη μόνο προς τη γνώση του αντι-κειμένου, χωρίς να έχει γνώση του εαυτού της, συμπεριφέρεται ως ένας νοητικός σχηματισμός, μια διαμόρφωση του Εγώ του οποίου η πνευματική ενέργεια είναι αόριστη. Το ατομικό Εγώ έτσι, ή πράγμα που είναι το ίδιο, η ενική συνείδηση, συμπεριφέρεται ως ένας ασταθής, επιφανειακός, στείρα ρεαλιστικός μοχλός του πνεύματος χωρίς προσδιορισμένο περιεχόμενο, δηλαδή χωρίς ένα τέτοιο περιεχόμενο, που να χαρακτηρίζεται από την προσδιορισμένη άρνηση του εαυτού του.  

 

 



[1] Γκ. Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι, εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1993, σ. 205.

[2] Ό.π., σ. 218.

[3] Ό.π., σ. 141.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Fr. Nietzsche: ποιος είναι ο "τελευταίος άνθρωπος";


FRIEDRICH  NIETZSCHE

1844-1900

 

NIETZSCHE: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


     §1. Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος; Είναι μια από τις πολλές εννοιολογικές μορφές που παρουσιάζει ο Νίτσε στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα για τον τύπο του ανθρώπου. Ο ιδιαίτερος ρόλος, που επιφυλάσσει σ’ αυτόν τον τύπο ανθρώπου ο φιλόσοφος, προκύπτει από το γεγονός ότι είναι ευθέως αντίθετος προς τον «υπεράνθρωπο»:

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Hegel: "Όλες οι αγελάδες δεν είναι μαύρες"

 


                                             G.W.Fr. HEGEL

1770–1831

 

Φαινομενολογία του πνεύματος:

Πώς η Διαλεκτική αποσυνθέτει τον Δογματισμό & Φορμαλισμό;

 

§1

Ι. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά επιτεύγματα του Χέγκελ είναι να σκέφτεται την ενεργό πραγματικότητα διαλεκτικά και αναλογικά να αποτιμά την εμπειρία στο σύνολό της. Τούτο του επιτρέπει να μην ασχολείται αποκλειστικά, όπως έκαναν πολλοί προγενέστεροί του φιλόσοφοι, με έναν ορισμένο και εν  πολλοίς περιορισμένο αριθμό αντικειμένων, ας πούμε με την ηθική, με την έννοια της υπόστασης, με τον θεό ως δημιουργό του σύμπαντος κ.λπ., αλλά να διανοίγεται σε όλα τα θέματα της αντικειμενικής πραγματικότητας, μηδέ εξαιρουμένων και τέτοιων, όπως το ηλιακό σύστημα, η φυσιολογία των φυτών, οι θεραπείες της τρέλας, η συμβολική φαντασία, ο ιουδαϊσμός,  η κινεζική θρησκεία κ.λπ. Όλα αυτά τα περιεχόμενα μελετώνται με διαλεκτικό τρόπο, δηλαδή μέσα από την εσωτερική κίνηση των κοινών αλλά και των αντιθετικών τους στοιχείων, και όχι με εκείνον της απαρίθμησης. Εξετάζονται στη συνολική τους δυναμική, ιστορική κοινωνική, πολιτική, πνευματική, και στις αμοιβαίες τους σχέσεις. Η βλέψη του Χέγκελ είναι να συλλάβει την εμπειρία διαλεκτικά ως μια αυτο-διαμορφωτική κίνηση, που μπορεί να προσδώσει στο υπάρχον βαθμιαία αντικειμενικότητα και αυτονομία (Objektivität und Autonomie).

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Οι στοχαστικές καινοτομίες του Αναξίμανδρου


 

ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ 

Αναξίμανδρος: Πώς νοείται ο κόσμος;    

     Γεννήθηκε γύρω στο 610 π.Χ. στη Μίλητο και πέθανε γύρω στο 550 π.Χ. στη Μίλητο. Σε τούτη την πόλη τον 6ο αιώνα π.Χ. άρχισε να πρωτο-διαμορφώνεται μια στοχαστική ανάδυση των ελληνικών επιστημών, με πρωταγωνιστές τους τρεις διανοητές[1]: τον Θαλή, του Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη. Χρονολογικά αλλά και σημασιολογικά ο Αναξίμανδρος βρίσκεται στο επίκεντρο. Ποιος είναι ο Αναξίμανδρος;  Είναι ένας από τους πρώτους θεμελιωτές του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστήμης. Λογίζεται μαθητής του Θαλή και διάδοχός του ως προς τη στοχαστική διερεύνηση της βαθύτερης αρχής ή ουσίας της υλικής πραγματικότητας. Ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά της πόλης του και κατόρθωσε να συνδυάσει στοχαστικό βλέμμα και σκεπτόμενη δράση. Είναι αλήθεια πως με βάση το πνεύμα της εποχής εκείνης η διάθεση για στροφή από τον μύθο στον Λόγο προέκυπτε, ως επί το πλείστον, από υπαρκτές πρακτικές και υλικές ανάγκες. Ο Αναξίμανδρος ακολουθεί εν πολλοίς αυτό το πνεύμα και στρέφει, πρωτίστως, τη στοχαστική του προβληματική στη διερεύνηση της προέλευσης του κόσμου. Σε αντίθεση με τον (Ησιόδειο) μύθο, στην γενεαλογική κοσμογονία του οποίου η δημιουργία του κόσμου και η κυριαρχία του κόσμου διασπώνται, ο Αναξίμανδρος ενώνει αυτά τα δυο μεγέθη.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Πλάτων: Η αληθινή Φιλοσοφία και οι δυσφημιστές της


Πλάτων

427-347 π.Χ.

 

Τι είναι αληθινή φιλοσοφία;

 

§1

Ι. Μεταξύ θρύλου και ιστορικής αφήγησης, πρώτος χρησιμοποίησε την έννοια του φιλοσόφου ο Πυθαγόρας. Όταν τον ρώτησε ο Λέων, ο τύραννος του Φιλούντος, για τη μέγιστη τέχνη του, ο Πυθαγόρας απάντησε πως δεν ξέρει καμιά άλλη τέχνη παρά πως ο ίδιος είναι φιλό-σοφος: υπάρχουν λίγοι άνθρωποι στη ζωή που διερευνούν με μεγάλη προσοχή τη φύση των πραγμάτων και περιφρονούν όλα εκείνα που επιδιώκουν οι άλλοι, όπως είναι η δόξα και το χρήμα. Πριν από τον Πλάτωνα προσέγγισε  για πρώτη φορά την έννοια του φιλοσόφου ο Ηράκλειτος, με βάση κείμενό του. Γράφει συγκεκριμένα:

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

M. Heidegger: Η πολιτική ως πόλεμος



 

Μάρτιν Χάιντεγκερ

1889–1976

                         Η ουσία της πολιτικής ως αρχέγονος αγώνας

1. Κάθε μεγάλη φιλοσοφία έχει σύμφυτο τον πολιτικό της χαρακτήρα. Αυτό παρατηρούμε να ισχύει ιστορικά σε όλους σχεδόν τους σπουδαίους φιλοσόφους, όπως είναι ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Λοκ, ο Σπινόζα, ο Χέγκελ κ.λπ. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην περίπτωση του Χάιντεγκερ. Η σκέψη του διακρίνεται για τη μοναδική της βαθύτητα και αληθινότητα, διότι πρωτίστως είναι πολιτική σκέψη. Κάποιες επιπόλαιες-επιφανειακές προσεγγίσεις της σκέψης του ταυτίζουν τον πολιτικό χαρακτήρα της τελευταίας με τη σύντομη, αλλά αμήχανη εμπλοκή του φιλοσόφου στην πρυτανεία του πανεπιστημίου του Freiburg κατά το 1933, υπό το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Ωστόσο, η αλήθεια δεν είναι τόσο επιφανειακή, με δεδομένο ότι η πολιτική σκέψη του Χάιντεγκερ είναι πολεμική με το νόημα του Ηράκλειτου: «πόλεμος πατήρ πάντων …», δηλαδή αγώνας (Kampf), σύγκρουση, αντιπαράθεση για την επικράτηση του κόσμου ως ευταξίας, ως αρμονίας των αντιθέτων. Με αυτόν τον πόλεμο και μόνο με αυτόν, τα πάντα εκ-τίθενται στο φως, εξ-έρχονται σε φανέρωση, εντάσσονται εκεί που ανήκουν: στο ξέφωτο της Πολιτείας. Εδώ τότε το παν είναι πολιτικό, όχι επειδή σχετίζεται με άεργους πολιτικούς ή οιονδήποτε ακίνδυνο πολιτικό ακτιβισμό, αλλά επειδή ενδημεί στο πιο πάνω ξέφωτο και εξ-ίσταται στην επικινδυνότητα του Είναι του, προκειμένου να συμβεί ιστορία. Και ιστορία συμβαίνει με όλα τα καθεστώτα, γιατί φαινομενικά μπορεί να διαφέρουν, ας πούμε, η «δημοκρατία», η «σοσιαλδημοκρατία», ο «σοσιαλισμός», ο «εθνικοσοσιαλισμός», ο «κομμουνισμός» κ.λπ., αλλά στην πράξη όλα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν παύουν να είναι καθεστώτα, δηλαδή, λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωτικές εξουσίες, που δομούν την ιεραρχική τους ηγεμονία στη βάση εικονικής, συναισθηματικής επίκλησης του «λαού» [=όλα γίνονται στο όνομα και για το συμφέρον του «λαού»], επί της ουσίας όμως τον περιθωριοποιούν άσπλαχνα.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Fr. Schleiermacher: τι είναι η ερμηνευτική;




 

FRIEDRICH  SCHLEIERMACHER

1768-1834

 

Friedrich Schleiermacher:

πώς κατανοείται η κατανόηση; 

 

     Τι είναι αυτό που προσδιορίζει κατά κύριο λόγο τον Schleiermacher ως στοχαστή; Είναι η πρωτοποριακή του σκέψη ως προς τη σύγχρονη θεολογία, μεταξύ άλλων,  και ως προς την ερμηνευτική. Θεολογία και ερμηνευτική δεν αποτελούν δυο απόλυτα αυτόνομες περιοχές της σκέψης[1], αλλά μια πολύπλοκη σχέση, στο πλαίσιο της οποίας ερμηνεία και κατανόηση κατέχουν εξέχουσα θέση: αν η ερμηνεία, για τον Schleiermacher, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αγγέλματος, αποκάλυψης εν γένει του Πράγματος και προηγείται της κατανόησης, η κατανόηση είναι τέχνη, με την έννοια της ελληνικής λέξης «τέχνη», δηλαδή νοείται ως μια ξεχωριστή δεξιότητα, πρακτική, τεχνική ικανότητα και όχι ως μια μορφή καλλιτεχνικής δραστηριότητας ή πρακτικής. Κατά τον αυτό τρόπο και η ερμηνεία είναι τέχνη/τεχνική, για την οποία η κατανόηση δεν είναι κάτι παράπλευρο μέσα στο Όλο της κατά Schleiermacher ερμηνευτικής, αλλά τείνει να ανιχνεύεται, κατά την ουσία της, στην περιοχή της μεθόδου και έτσι να επιτελεί καθοριστικό έργο στο επίπεδο της διερεύνησης του λόγου/των λόγων, για τον οποίο/για τους οποίους κάτι κατανοείται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τι είναι λοιπόν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ερμηνευτική του Schleiermacher; Είναι μια θεωρία της τέχνης [=μια τεχνική θεωρία (Kunstlehre)] της κατανόησης. Σύμφωνα με τούτη τη θεωρία, η κατανόηση δεν είναι κλειστή και αποκλειστική ενέργεια για την παραγωγή νοήματος, αλλά διανοίγεται διαρκώς στο  πεδίο της κριτικής. Τι σημαίνει τούτο; Σημαίνει πώς καθιστά δυνατή την κριτική, ανοίγει τη σκέψη στην τελευταία, την καθιστά κριτική σκέψη, κριτικό λόγο, ενώ συγχρόνως υπόκειται στην εν λόγω κριτική, εξαρτάται απ’ αυτήν: το τι και το πώς κάτι γίνεται κατανοητό δεν είναι μια αυτονόητη πράξη, άμεσα εφαρμόσιμη, αλλά προϋποθέτει τη φανέρωση, την αποκάλυψη αυτού του τι και του πώς. Τούτη η αποκάλυψη συμβαίνει με την ερμηνεία: