Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευριπίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευριπίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Ευριπίδης: Τραγωδία και Διαλεκτική




ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
484-406


Διαλεκτική  εσωτερικής και εξωτερικής τραγωδίας του ανθρώπου


§1. Ποιος είναι ο Ευριπίδης; Είναι ο δημιουργικός ποιητής, που παραγνωρίστηκε στην εποχή του, για να αρχίσει αμέσως μετά τον θάνατό του να τυχαίνει καθολικής αναγνώρισης. Συνέβη ό,τι συμβαίνει συνήθως με τα πρωτοπόρα και ρηξικέλευθα μυαλά. Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζονται εν ζωή καθ’ όλη τη λάμψη του έργου τους, διότι ο κοινός νους –ήτοι η κοινή γνώμη– κατευθυνόμενος από θεσμικές μετριότητες του εκάστοτε παρόντος, δεν επιτρέπει ή δεν ανέχεται αμφισβήτηση της κυρίαρχης συμβατικότητας.  Ο Ευριπίδης έχει να επιδείξει ένα έργο, που ακούει με μεγάλη προσοχή την εποχή του: εισδύει στην επικαιρότητα, τη μεθερμηνεύει στοχαστικά και επιχειρεί να την αναζωογονήσει με μια ποιητική γλώσσα, κατ’ εξοχήν τραγική, ικανή να διαλύει τη μοιρολατρική αντιμετώπιση των πολλαπλών αδιεξόδων της εποχής του και να αίρεται δυναμικά πάνω από τα συντρίμμια. Όσο ζούσε και έγραφε στην Αθήνα, πολεμήθηκε σκληρά, μεταξύ των άλλων, και από τον Αριστοφάνη, που με τη σάτιρά του δεν διασκέδαζε μόνο το αθηναϊκό κοινό, αλλά συγχρόνως το εξοικείωνε και με παραστάσεις, εικόνες, ιδέες εχθρικές σε κάθε πρωτοποριακή σκέψη ή ιδέα. Θυμίζουμε ότι ο Αριστοφάνης, πρώτος και σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, συκοφάντησε από σκηνής το Σωκράτη και προετοίμασε την κοινή γνώμη για τη μετέπειτα καταδίκη του σε θάνατο. Με χαιρέκακο τρόπο στάθηκε και απέναντι στον Ευριπίδη. Στα έργα του, για παράδειγμα, Αχαρνείς (425), Θεσμοφοριάζουσες (411), αλλά και στους Βατράχους, γραμμένο μετά τον θάνατο του Ευριπίδη, παρουσιάζει το μεγάλο τραγικό ποιητή ως έναν μοναχικό, αποτραβηγμένο από τον κόσμο, υπερόπτη διανοούμενο, που περνά όλη τη μέρα στο γραφείο του με ονειροπολήσεις και πνευματικές ενατενίσεις. Το αρνητικό εδώ είναι η   διόγκωση ή απολυτοποίηση, με σατιρικό τρόπο, μιας υπαρκτής πραγματικότητας: η σκωπτική ανάγνωση της βιοθεωρίας και της αντίστοιχης πρακτικής ζωής του Ευριπίδη ως μιας ανατρεπτικής πραγματικότητας, με δήθεν ολέθρια αποτελέσματα για τον μέσο πάσχοντα πολίτη. Κατηγορήθηκε, στη συνάφεια τούτη, και ως κατασκευαστής, επί σκηνής, διαφωτιστικών μηνυμάτων, που διέδιδαν τις σοφιστικές ιδέες.
§2. Την ισχύουσα σήμερα επιστημονική άποψη, που διαλύει κάθε πλάνη περί χειραγώγησης του ποιητή από τη σοφιστική κίνηση του καιρού του, τη συνοψίζει ουσιωδώς ο A. Lesky:  

«Ο Ευριπίδης δεν είναι ‘‘ο ποιητής του ελληνικού Διαφωτισμού’’, όπως τον ήθελε ο τίτλος του βιβλίου του W. Nestle: vom Mythos zum Logos, δεν ήταν με κανένα τρόπο ο ‘‘κήρυκας’’ ή το ‘‘φερέφωνο’’ της σοφιστικής βιοθεωρίας. Δεν την προσπέρασε όμως αδιάφορος. Ολόκληρο το έργο του μαρτυρεί τη βαθιά αναστάτωση που του δημιουργούσαν οι καινούριες ιδέες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ποικίλη αντιμετώπισή τους»[1].

Ο ποιητής ήταν πράγματι ανοικτός στις νέες ιδέες της εποχής του, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να υποτάξει τη δραματουργική του τέχνη στο έναν ή τον άλλο ιδεολογικό μηχανισμό του καιρού του ή σε υπαγορευμένες έξωθεν δέσμες ιδεών. Η αρχέγονη ιδέα της ποιητικής του δημιουργίας είναι μία και υπό το οδηγητικό νήμα αυτής της ιδέας μπορεί κανείς περαιτέρω να αντλήσει άλλες σημαντικές ιδέες που απηχεί το συνολικό του έργο.  Η εν λόγω ιδέα είναι η τραγική ιδέα, η οποία εκφράζει το τραγικό πνεύμα της ζωής αυτής καθεαυτής και συνυφαίνεται με τον τραγικό τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για τα πράγματα της ζωής. Η κατανόηση αυτής της ιδέας είναι πάντοτε το ζητούμενο για μια αμερόληπτη, αντικειμενική ερμηνεία των δραμάτων του Ευριπίδη. Δεν μπορεί να εντοπιστεί, έτσι απλά, στο ένα ή άλλο χωρίο, που πιθανόν να εκφράζει καινοτόμες απόψεις, αλλά στο συμφραζόμενο/στα συμφραζόμενα των επί μέρους χωρίων. Τα συμφραζόμενα μπορούν να μεταβάλουν, λιγότερο ή περισσότερο, ή ακόμη και να ανατρέψουν ένα οποιοδήποτε νόημα του ενός ή του άλλου χωρίου. Η δομή των συμφραζομένων συνθέτει μια διαλεκτική πλοκή νοημάτων, αντιθέσεων, ιδεών και σίγουρα αντανακλά, υπό ποιητική μορφή, τις πνευματικές ζυμώσεις της Αθήνας και την πολυπλοκότητα των εκδηλώσεών τους.
§3. Ο Ευριπίδης ήταν πραγματικά ένας στοχαστικός ποιητής, αφιερωμένος πλήρως στην θεατρική αναπαράσταση της τραγικής δράσης, που εμφιλοχωρεί μέσα στην ανθρώπινη φύση ως καταστρεπτικό, κατ’ αρχήν, στοιχείο. Δεν ενδιαφερόταν, σχεδόν καθόλου, για δημόσιες σχέσεις και για ενασχόληση με τη δημόσια ζωή ή με δημόσια αξιώματα. Είχε διακρίνει έγκαιρα το παράλογο σε συνδυασμό με την οντολογική ύπαρξη του ανθρώπου και γενικότερα του κόσμου, αλλά και του κοσμικού γίγνεσθαι. Διάβαζε πολύ –σημειωτέον: ήταν ένας από τους λίγους Αθηναίους με προσωπική βιβλιοθήκη– και προσπαθούσε, μέσα από το παρατηρητήριο ενός θετικά σκεπτικιστή ποιητή, να παραστήσει θεατρικά την πραγματικότητα, έτσι όπως ακριβώς εκτυλίσσεται με τους λογισμούς και παραλογισμούς της. Τη δική του εποχή χαρακτήριζε ένας κυριολεκτικά αχαλίνωτος παραλογισμός, με αποκορύφωμα τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τον πιο φονικό εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, και την προϊούσα κατάρρευση του πολιτικού και αξιακού συστήματος σύμπαντος του Ελληνισμού. Τούτο σημαίνει ότι το έργο του κινείται στο αστερισμό μιας τέτοιας επικαιρότητας και διαδραματίζεται ως μια διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας. Έτσι βλέπουμε στις τραγωδίες του να παρελαύνουν ανθρώπινες καταστάσεις, οντολογικά τραγικές και υπό την προ-οπτική εμβίωσης του θρηνώδους, του φρικαλέου, γενικώς της συμφοράς ως μιας συνέχειας που ζητεί την υπέρβασή της, δηλαδή την ασυνέχεια. Π.χ. στις Ικέτιδες, ο πόλεμος παρουσιάζεται να γίνεται για τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο των Ελλήνων (στ. 526), ενώ συγχρόνως εκτίθεται ο φρικώδης χαρακτήρας του ως πολέμου, τονίζονται οι απαρηγόρητες συμφορές του, αποκαλύπτεται ο παραλογισμός του, όπως πιο αναλυτικά τον αισθητοποιεί επί σκηνής με τις Τρωάδες, αλλά και με τις δέουσες παραλλαγές στην Ελένη. Η προ-οπτική της ασυνέχειας τίθεται έτσι με ρητή αναγκαιότητα. Καθ’ όλη την εκδίπλωση της δραματικής δράσης, τα παθήματα των προσώπων, η ενσαρκωμένη τραγική ενέργεια δεν παριστάνεται ως αρνητικό στοιχείο του ενός ή του άλλου ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά ως στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη μοίρα· και τούτο νοούμενο όχι μοιρολατρικά, ως μη δυνάμενο να αποφευχθεί το ένα ή το άλλο πάθημα, αλλά ως σχετιζόμενο με τη μωρία του ανθρώπου ως τέτοιου. Επομένως, η διαλεκτική δραματουργία δεν έχει άλλο προ-ορισμό από το να δειχτεί, με τον πιο σαφή τρόπο, με την πιο τραγική αγνότητα, η εσώτερη τραγωδία των ανθρώπων και των πραγμάτων, με τις αντιδικίες, τις εναντιώσεις, τα φαινομενικά αδιέξοδα και με την αποκάλυψη του ήθους: «το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο» (Ηράκλειτος).





[1] A. Lesky: Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων Β΄ , σ. 403.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Ευριπίδης: πώς φιλοσοφείται το τραγικό μας Είναι;





ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
 (484-406 π.Χ.)


ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ
του τραγικού ανθρώπου

§1

Ο Ευριπίδης ανήκει στους τελευταίους από τους μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Μαθητής ο ίδιος του Αναξαγόρα και αποδέκτης σοφιστικών επιδράσεων, είναι ανοικτός στους γόνιμους προβληματισμούς των φιλοσόφων και των σοφιστών  της εποχής του, χωρίς να περιφέρεται εδώ και εκεί ως ανέκφραστος/άκριτος οπαδός του ενός ή του άλλου σοφιστή. Με αυτό το νόημα δεν έπαιξε ποτέ το ρόλο του ποιητή του ελληνικού διαφωτισμού, όπως τον θέλει ο Nestle (: Από τον Μύθο στο Λόγο)ˑ απεναντίας έρχεται σε επαφή με τις καινούριες ιδέες και τις προσλαμβάνει κριτικά: άλλες αφήνει κατά μέρος ως αταίριαστες στο ίδιον Είναι του και άλλες μετουσιώνει σε ποιητικό στοχασμόˑ π.χ. στην Εκάβη (στ.590 κ. εξ.) προβάλλει την ιδέα μιας καλής και έμφρονης εκπαίδευσης, στο γενικότερο πλαίσιο της διδασκαλίας της αρετής. Ως γνωστόν, το πρόβλημα της διδασκαλίας της αρετής απασχόλησε τον Σωκράτη-Πλάτωνα στη διαλεκτική του αντιπαράθεση με τους σοφιστές. Στην Άλκηστη μαθαίνουμε για την ιδέα και την εμπειρία του θανάτου, καθώς επίσης και για τη σύλληψη της ευφορίας της ζωής μέσα από μια τέτοια εμπειρία. Με μια έννοια, σε όλο του το έργο γίνεται εμφανές ένα ισχυρό τραγικό πνεύμα, στη βάση του οποίου συντίθεται μια μοναδική εικονογραφία παθών, ηρωικών ενσαρκώσεων, τολμηρών ή καλύτερα παράτολμων πράξεων, συνετών αυτοσυγκρατήσεων, συνειδητών εντάσεων και μετρημένων συνειρμών σε τύπους ερμηνειών, αναπάντεχων συνυπάρξεων φλογερού πάθους και κοφτερών ορθολογισμώνˑ γενικώς ισχυρών ασυμβατοτήτων ανάμεσα στα διάφορα ή διαφορετικά φαινόμενα της δραματουργικής πλοκής, που για να τα κατανοεί κανείς αξιόπιστα χρειάζεται να τα ομαδοποιεί με βάση κοινά χαρακτηριστικά και να προχωρεί με προσεκτικό βηματισμό στα ενδότερα του λαβυρινθώδους Τραγικού.

§2

    Καθότι ποιητής με υψηλή φιλοσοφική παιδεία, ο Ευριπίδης βαδίζει στα χνάρια μιας ακαταμάχητης νεωτερικότητας με αναστατώσεις, αντιθέσεις, παραφωνίες, διαφωνίες, ασυμφωνίες, αναζητήσεις. Τουτέστιν δεν ακολουθεί τυφλά μια γραμμική ανανέωση μορφών, μύθων, νοημάτων, υφολογικών συναρμογών, ερήμην των παραδοσιακών και καθιερωμένων τοιούτωνˑ δεν χαράσσει μια απρονόητη πορεία προς ένα ευφάνταστο καινούριο, που βρίσκεται σε σύγκρουση με το παλαιόˑ δεν σέρνεται πίσω από κάποιο φαντασιακό κοσμοείδωλο, κατασκευασμένο από τον ίδιο ή ειλημμένο από άλλους. Απεναντίας παρεμβαίνει στην παράδοση, στο παραδοσιακό στοιχείο, και μάχεται να της/του δώσει νέα πνοή: δεν την/το νεκρανασταίνει, αλλά την/το ξανασκέπτεται, τη/το μεταστοχάζεται ποιητικά, για να πλέξει εν τέλει το εγκώμιο της σύνεσης, της σοφίας, όπως μαρτυρείται στη Μήδεια, αλλά και σε άλλα έργα του. Εκκινεί από το παρελθόν και αναζητεί το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στην ευειδία [=ομορφιά] ενός τιτάνιου πνευματικού αγώνα με τον τρόπο της ανύψωσης του Τραγικού στην κορυφή του ποιητικού θεωρείν, κατά το πρότυπο του δασκάλου του Αναξαγόρα: το ύψιστο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται στο θεωρείν του νου. Πρώτα συλλαμβάνει ο νους, έλεγε κατά παρόμοιο τρόπο ο μεγάλος Σολωμός, και μετά αισθάνεται η καρδιά.

§3

Έτσι συνάπτει δραματουργικά τις μετουσιωμένες ιδέες με την τραγικότητα των προσώπων και των πραγμάτων, καλλιεργεί μια βαθιά αίσθηση της πολύπλοκης πραγματικότητας και συνακόλουθα έναν άκρως καλοζυγισμένο χειρισμό του ποιητικού λόγου. Κατ’ αυτή τη γραμμή αντιμετωπίζει την πραγματικότητα όχι όπως θα όφειλε να είναι (Σοφοκλής), αλλά όπως είναι, όπως εμφανίζεται στην άμεση ζωή: με τα πάθη, τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τα απρόσμενα, τις οδύνες, τις λύπες, τις χαρές, τα αδιέξοδα, τους αδόκητους συντριμμούς και τους μυρίους θανάτους. Τούτο υποδηλώνει πως ο ποιητής δεν κλείνει τα μάτια μπροστά σε έναν κόσμο, που μαστίζεται  –τόσο κατά την εμπειρική του όσο και κατά την πνευματική του συνθήκη– από άλυτες αντινομίες. Γι’ αυτό και προσανατολίζει το νέο θέατρο με τρόπο, που να μην ορρωδεί μπροστά σε καμιά συντηρητική ακαμψία, αλλά να εισχωρεί στην τραγική αλληλο-σύγκρουση των φαινομένων και να μας παρουσιάζει μια Φαινομενολογία του τραγικού ανθρώπου, η οποία συνδυάζει ρεαλισμό και ιδεαλισμό: την ίδια στιγμή που εμφανίζεται εν κινήσει, εν εξελίξει η τραγωδία ενός φθαρμένου σύμπαντος και διεφθαρμένου κόσμου, ακριβώς αυτή τη στιγμή, ο ποιητικός λογισμός ρίχνει προς όλες τις πτυχές του ρεαλιστικού δράματος των ανθρώπων, το ακατάλυτο  φως των μετουσιωμένων ιδεών.     

§4

Πρόκειται για μια μετουσίωση, η οποία περιέχει και ουκ ολίγο σκεπτικισμό. Ο σκεπτικισμός αυτός του ποιητή πρέπει να αναγιγνώσκεται ως μια ενεργητική αντί-Δραση απέναντι σε έναν παθητικό, α-νοήμονα, ελώδη ορθολογισμό: απέναντι σε ένα αδιέξοδο, βαλτωμένο παρόν. Με σύγχρονους νιτσεϊκούς όρους: ο θετικός μηδενισμός ενάντια στον αρνητικό μηδενισμό. Υπό μια τέτοια οπτική, το έργο του Ευριπίδη αναδεικνύεται ως ένα  πολυδύναμο κέντρο υπονόμευσης των αντιπνευματικών φραγμάτων της εποχής του, ανάμεσα στα οποία κατέχει περίβλεπτη θέση και το φράγμα της μαζικής κουλτούρας, ένα άκρως εχθρικό στρατόπεδο κάθε πρωτότυπου, αντισυμβατικού ποιητικού ιδεαλισμού. Αυτό το κέντρο ήταν ουσιωδώς συνδεδεμένο με την τραγικότητα της ιστορικής συγκυρίας, που λέγεται Πελοποννησιακός πόλεμος και με μια αντίστοιχα απρόβλεπτη ως προς την οντολογική της σύσταση επικαιρότητα. Στη συνάφεια τούτη φαντάζει παράξενο, εκ πρώτης όψεως, το γεγονός ότι ένα τόσο πρωτοποριακό έργο παραγνωρίστηκε σχεδόν όσο ζούσε ο ποιητής και αναγνωρίστηκε περίλαμπρα μετά το θάνατό του. Γιατί; Επειδή αντιπαρατέθηκε με τα απόνερα της μαζικής κουλτούρας. Για τη μαζική κουλτούρα της εποχής του, αναπαραγόμενη μεταξύ άλλων και από κωμικούς ποιητές, με πρώτο τον Αριστοφάνη, ο Ευριπίδης θεωρούνταν ανατρεπτικός αγνωστικιστής, περίπου κατά το πνεύμα του αγνωστικισμού του Πρωταγόρα, ένας μοναχικός διανοητής, δυσνόητος, αντι-μαζικός και αποτραβηγμένος από τα κοινά. Ιδωμένο βαθύτερα το ως άνω γεγονός της παραγνώρισης εξηγείται από το ότι το συνολικό δραματουργικό επίτευγμα του ποιητή έβλεπε πολύ πιο μπροστά από την εποχή του και ξεπερνούσε το πνευματικό επίπεδο της αθηναϊκής μάζας, στην οποία απευθυνόταν. Κι όμως! Ο Ευριπίδης, ακολουθώντας τον δικό του μοναδικό και γι’ αυτό μοναχικό, για τους αδαείς, δρόμο έθετε ως πρώτιστο μέλημά του «τη μελέτη του ίδιου του ανθρώπου» (J.de Romilly). Μια τέτοια μελέτη καθίσταται προσιτή ως μια αποκαλυπτική Ποιητική, που κεραυνοβολεί σε συγκομιδή και προβολή νέων ιδεών και μορφών, αλλά ταυτόχρονα εργάζεται με περίσκεψη, με περισσή φρόνηση στη ψυχολογική προσέγγιση του ανθρώπινου Είναι.




Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Ευριπίδης: ο διαλεκτικός νόμος του τραγικού



                            
                          Τρωάδες του Ευριπίδη:
                        πώς καταστρέφονται οι ισχυροί;

                                                          §1

1. Το πνεύμα, που διαποτίζει τις Τρωάδες του Ευριπίδη, είναι η διαύγαση της κατάστασης των νικητών και συναφώς των ισχυρών. Η διαύγαση τούτη γίνεται πάντοτε σε σχέση με την κατάσταση των ηττημένων και των αδύναμων. Η πρώτη και η δεύτερη κατάσταση αποτελούν δυο πτυχές της ενιαίας ανθρώπινης κατάστασης, που συνδέεται με τη δραματική εξέλιξη του έργου. Στην περίπτωση του Ευριπίδη –του πιο τραγικού από τους ποιητές– και πιο ειδικά της συγκεκριμένης τραγωδίας, το πνεύμα αυτής της διαύγασης είναι ο τραγικός Λόγος. Ετούτος ο Λόγος πλάθει και μεταπλάθει τον μύθο της εν λόγω τραγωδίας με βάση τις δικές του δυνάμεις και προς επίρρωση της δικής του οντολογικής εγκυρότητας.
2. Εκκινώντας από τούτη την εγκυρότητα επιχειρεί να φέρει στο φως την απόκρυφη και άκρως τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής και γενικότερα της ανθρώπινης συνθήκης. Στις Τρωάδες, η ανθρώπινη συνθήκη σχετίζεται με την τραγωδία-ολοκαύτωμα  Αχαιών και Τρώων. Οι πρώτοι πολιορκούσαν επί δέκα χρόνια την Τροία με απαράμιλλη ανδρεία. Δεν μπόρεσαν όμως να την κυριεύσουν.  Ωστόσο, ό,τι δεν μπόρεσαν με την πολεμική ανδρεία, το κατόρθωσαν  με δόλο. Συνέπεια μιας τέτοιας νίκης ήταν να μετατραπούν από νικητές σε θηριώδεις σφαγείς: αιχμαλωτίζουν γυναίκες, για να τις φέρουν στην Ελλάδα ως σκλάβες, σφάζουν όλους τους άνδρες, σκοτώνουν τα μικρά παιδιά.   

                                                          §2

1. Δυνάμει του διαλεκτικού χαρακτήρα του τραγικού, η νίκη αυτή  θα γίνει ο τάφος των Αχαιών. Ουδεμία νίκη, στο ιστορικό στερέωμα του ανθρώπου, δεν αποτρέπει τους ισχυρούς από την καταστροφή, ήτοι από την αυτοκαταστροφή τους. Εδώ έγκειται η διαλεκτική «πανουργία» του τραγικού Λόγου. Στις Τρωάδες, η ανίερη δράση των νικητών προκαλεί την οργή των θεών εναντίον τους και στη συνέχεια την απαρχή των δικών τους δεινών. Σημειολογικά αξίζει να παρατηρήσουμε, πριν από κάθε περαιτέρω ερμηνεία του έργου, πως ο Ευριπίδης ανέβασε το έργο αυτό (415 π.Χ.) λίγο μετά τη σφαγή των Μηλίων (416 π.Χ.) από τους Αθηναίους, ενώ την ίδια περίπου χρονική στιγμή αποφασιζόταν η εκστρατεία στη Σικελία, που οδήγησε εν τέλει στην κατά κράτος ήττα τους το 404 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες. Από δυνάστες των Μηλίων οι Αθηναίοι θα μετατραπούν σε συντρίμμια.
2. Η βάρβαρη συμπεριφορά των ισχυρών απέναντι στους ανίσχυρους δείχνει πόσο αδίστακτη είναι η εξουσία τους και πόσο ολέθρια αποβαίνει στο τέλος και για τους ίδιους. Στις Τρωάδες το ξεκίνημα γίνεται με τον διάλογο Ποσειδώνα και Αθηνάς. Ο Ποσειδώνας, ως προστάτης των Τρώων, βλέπει την καταστροφή της Τροίας και αναθυμάται την εικόνα της άλλοτε ευτυχισμένης πόλεως. Συγχρόνως συλ-λογιέται πως η εύνοια της Αθηνάς προς τους Αχαιούς προκάλεσε αυτό τον όλεθρο. Την ίδια στιγμή όμως η Αθηνά ζητά από τον Ποσειδώνα να συνεργαστούν από κοινού για να τιμωρήσουν τους Έλληνες που βεβήλωσαν το ναό της. Η μεταστροφή της Αθηνάς σημαίνει μεταστροφή της τύχης των Ελλήνων και αντιστροφή της ως τώρα εξουσιαστικής τους στάσης.   

                                                        §3

1. Πρόκειται για την πιο υψηλή εκδίπλωση του τραγικού Λόγου: ευθύς εξαρχής μας μυεί στην οργή των θεών για τους Έλληνες και μας προϊδεάζει έτσι για τον τραγικό χαρακτήρα των δρώμενων και για την ένταση της τραγικής ιδέας. Χωρίς αυτό τον χαρακτήρα και αυτή την ένταση, ο ποιητικός λόγος θα είχε απλώς αναλωθεί σε γοερούς θρήνους και οιμωγές· κατ’ αυτό τον τρόπο θα περιοριζόταν στο να προκαλεί οίκτο μάλλον παρά δέος: θα ήταν ένας  θρηνητικός παρά τραγικός Λόγος, γιατί δεν θα διέσωζε την αντίρροπη τάση του, δηλαδή τη δυναμική υπέρβαση του παθητικώς υπάρχειν, και έτσι θα στερούνταν την ένταση του υψηλού.
2. Στην επιφάνεια της ύπαρξης, η νίκη των Αχαιών συνεπάγεται εξανδραποδισμό των Τρώων: η Εκάβη θρηνεί το χαμό της οικογένειας και μαθαίνει πως οι γυναίκες, ένα μέρος τους στην αρχή, πρόκειται να παραχωρηθούν στους διάφορους στρατηλάτες των Ελλήνων, προεξάρχοντος του Αγαμέμνονα. Ένα άλλο μέρος των Τρωάδων περιμένει τον κλήρο της μοίρας του.  Η Ανδρομάχη, σύζυγος του Έκτορα, μαθαίνει από τον κήρυκα πως οι Αχαιοί ετοιμάζονται να ρίξουν από τα τείχη της Τροίας το γιο της, τον Αστυάνακτα. Τελευταίες στιγμές αποχαιρετισμού του παιδιού της, προτού και η ίδια δοθεί ως γέρας στον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα. Η αποκορύφωση του δραματικού γίγνεσθαι μετά την άλωση της Τροίας συγκινεί και συγκλονίζει.
  
                                                           §4

1. Στα ενδότερα βάθη της ιστορικής ύπαρξης, το δραματικό τούτο γίγνεσθαι δεν αφορά τόσο μια προσωπική τραγωδία προσώπων όσο την ιδιάζουσα στην ιστορία τραγωδία της. Σε τι έγκειται, πιο συγκεκριμένα, η τραγωδία της ιστορίας; Στο ότι οι νικητές καταφάσκουν την ύπαρξή τους ως θηριωδία. Επειδή οι νικητές είναι εκείνοι που γράφουν «την» ιστορία, η θηριωδία προσδιορίζει το έργο τους και κατευθύνει τη σκέψη τους: π.χ. σκοτώνουν τον Αστυάνακτα με τη λογική ότι μπορεί, όταν μεγαλώσει, να ξαναζωντανέψει την Τροία. Κατά την δραματική εξέλιξη των Τρωάδων, η τραγική ιδέα έχει το έρεισμά της όχι στο κοινό επιχείρημα για το πιο είναι καλό ή κακό, αλλά στο βαθύρριζο επιχείρημα που αναγνωρίζει την ύψιστη τιμή στους Τρώες, γιατί υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους, σε αντίθεση με τα ταπεινά κίνητρα των Ελλήνων, που έφυγαν μακριά από τους αγαπημένους τους για να κουρσέψουν μια ξένη χώρα.
2. Το τραγικό στοιχείο του έργου κορυφώνεται σε όλη την κλίμακα των θρηνητικών και των άλλων απέλπιδων, αλλά πάντοτε καθαρών-τίμιων πράξεων της αιχμάλωτης Εκάβης, ως εκείνης της τραγικής ύπαρξης, που τώρα απηχεί την τραγική μοίρα ενός ολόκληρου έθνους. Παραδειγματικές στιγμές του εντεινόμενου δραματικού της πόνου είναι, για παράδειγμα, η σκηνή, όπου ο Ταλθύβιος [=κήρυκας] μεταφέρει στην Εκάβη το σώμα του εγγονού της, του Αστυάνακτα, για να το θάψει πάνω στην ασπίδα του πατέρα του: από αντικείμενο προστασίας στη μάχη του γενναίου Έκτορα η ασπίδα γίνεται τώρα σάβανο ενταφιασμού. Η καθολική τραγωδία των Τρωάδων έχει την αντιστοιχία της στην προσωπική τραγωδία της Εκάβης. Μέσα σ’ αυτό το τραγικό πνεύμα, οι Έλληνες, έχοντας γίνει ισχυροί με δόλο, αντιμετωπίζουν το μικρό παιδί με ασπλαχνία και δειλία. Φοβούνται εκδίκηση, όταν μεγαλώσει. Οι κάκιστοι δυνάστες, οι αδίστακτοι εξουσιαστές, στο τέλος βιώνουν την ωμότητα, που οι ίδιοι επέλεξαν για τους άλλους. Η καταστροφή της πόλεως, εδώ της Τροίας, θα επιφέρει και την καταστροφή του στρατού των Αχαιών. Ο θυμωμένος Ποσειδώνας δεν ξεχνά.