Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Max Stirner: Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του




Μ α ξ    Σ τ ί ρ ν ε ρ
1806–1856
   Όλα  είναι  δημιουργήματα  του  Εγώ
§1
Ποιος είναι ο Μαξ Στίρνερ; Είναι γερμανός φιλόσοφος, ακριβέστερα διανοητής, που αναδείχθηκε μέσα από την εγελιανή παράδοση, βασικά μέσα από την εγελιανή αριστερά και επιχείρησε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τη μοναδικότητα του Εγώ (του). Στο κύριο έργο του με τίτλο ο  μοναδικός  και η  ιδιοκτησία  του (der Einzige und sein Eigentum), δημοσιευμένο το 1844, μας καλεί να εισχωρήσουμε στον εαυτό του Εγώ μας, να τον κατανοήσουμε ως δική μας υπόθεση ο καθένας και έτσι να φτάσουμε στο σημείο να αντικρίζουμε την υπόθεση της ανθρωπότητας, του θεού, της ελευθερίας, κάθε δηλαδή ξένη προς το Εγώ μας υπόθεση και αλλοτριωτική γι’ αυτό, ως δική μας υπόθεση. Ως δική μας υπόθεση όχι με το τρέχον νόημα ότι πρέπει να ταυτιζόμαστε με αυτή: να δίνουμε όλο μας το Είναι, να εμπνεόμαστε, να ενθουσιαζόμαστε, να θυσιαζόμαστε για μια δήθεν κοινή υπόθεση, αλλά με το νόημα ότι η κάθε τέτοια υπόθεση είναι μια εγωιστική υπόθεση, υπηρετεί δηλαδή το δικό της Εγώ, ακόμη κι αν επικαλείται το γενικό καλό, και έτσι εμείς πρέπει να αποσπόμαστε από τον εγωισμό αυτών των υποθέσεων, έχοντας επίγνωση ότι πρόκειται για κάτι ξένο, και να επιστρέφουμε στον δικό μας εγωισμό, στην υπεράσπιση και ανάδειξη ως κεντρομόλου δύναμής μας του δικού μας Εγώ.

§2
            Πού έγκειται η πρωτοτυπία της σκέψης του;  Στο ότι ξαναδίνει στο Εγώ τη χαμένη του τιμή και το υψώνει σε ύπατη δύναμη δημιουργίας των πάντων. Όλες εκείνες οι δυνάμεις, όπως ο θεός, το πνεύμα, ο ανθρώπινος κόσμος, η πολιτική εξουσία κ.λπ., που υποτίθεται ότι απεργάζονται την αποδυνάμωση του Εγώ και πρεσβεύουν κάτι ανώτερο από τον εγωισμό, στην ουσία προκύπτουν απ’ αυτό το Εγώ και υπηρετούν έναν δικό τους ιδιοτελή εγωισμό. Πρέπει συνεπώς να μαθαίνουμε πως πίσω από την κήρυξη πολέμου ενάντια στο Εγώ γενικά κρύβεται η εξουσία ενός ξένου προς εμάς εγωισμού, που θέλει να κατασπαράξει το δικό μας Εγώ, ό,τι δηλαδή είναι χρήσιμο και ωφέλιμο σε μας, προς ίδιον όφελος. Ας αποτιμάμε λοιπόν τον ρόλο των ως άνω δυνάμεων στο πλαίσιο του γεγονότος ότι είναι δημιουργήματα του Εγώ. Ο θεός, για παράδειγμα, είναι το παν του παντός για τον εαυτό του και ως τέτοιος προβάλλει ως ο υπέρτατος εγωιστής: όπως λέει ο Στίρνερ, ο θεός σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, αυτόν μόνο έχει μπροστά στα μάτια του· τα πάντα πρέπει να είναι της αρεσκείας του. Πράγματι, η έννοια της θεότητας, ας πούμε υπό τη μορφή του χριστιανισμού, είναι παρούσα στον άνθρωπο ως μια αδιαφιλονίκητη εξουσία του Εγώ και υπ’ αυτή την εξουσία θέλει να υποτάξει τους ανθρώπους, κηρύσσοντας προκλητικά και παραπλανητικά τη μελλοντική τους συνεύρεση με τον θεό. Όποιος αμφισβητεί αυτή τη θρησκευτική εξουσία ενός ξένου Εγώ πάνω του, κατονομάζεται άθρησκος, άθεος, απόβλητος … και ως τέτοιος αξίζει να χαθεί.

§3
 Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία. Μας λέγει ότι με ανιδιοτέλεια και περισσή αγάπη θυσιάζεται για τον λαό∙  ότι αντλεί το  νόημα της ύπαρξής της από τον αγώνα για το κοινό καλό. Στην πράξη όμως αγωνίζεται για το δικό της καλό, για τα δικά της εγωιστικά συμφέροντα και ζητεί την υποταγή του δικού σου Εγώ στην επικράτηση του δικού της φίλαυτου Εγώ. Άμα αρνηθείς να υπηρετείς ανιδιοτελώς τον εγωισμό της, άμα αμφισβητείς τη μοναδικότητά της και προσπαθήσεις να αποσπάσεις το Εγώ σου απ’ αυτή, ρίχνεσαι στα μπουντρούμια. Κάθε δύναμη –πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, επιστημονική κ.λπ.– που αντιστρατεύεται το δικό μου/σου Εγώ και κηρύσσει την άρνηση του εαυτού, ποτέ δεν το αντιστρατεύεται ρητά, ποτέ δεν ζητεί φανερά την άρνησή του, εκτός εάν πρόκειται για στιγμιαία όξυνση ή αντιπαράθεση· πάντοτε διοχετεύει την απάρνηση του Εγώ σου μέσα από την ενθάρρυνση της ανιδιοτέλειας. Σου λένε: να είσαι ανιδιοτελής, να εργάζεσαι για το κοινό συμφέρον κ.α. Με αυτό τον τρόπο σου λένε παραιτήσου από το δικό σου Εγώ, δηλαδή πάψε να είσαι ιδιοκτήτης του δικού σου σκοπού που είναι ωφέλιμος για σένα, εάν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Στην πράξη όμως σε κατακρημνίζουν στο βάραθρο της παραλυσίας. Σου αφαιρούν κάθε δυνατότητα να ελέγχεις τον εαυτό σου, να τον διαθέτεις όπως εσύ θέλεις, να αυτοποροσδιορίζεσαι κατά το δικό σου Geschmack (=γούστο).

                                                    §4
Την ίδια στιγμή που οι ως άνω δυνάμεις αφαιρούν από τον άνθρωπο την εγκυρότητα του εαυτού του, τον φυλακίζουν μέσα σε έναν κόσμο της ηθικότητας που ανάγει την πλήρη του έκφραση στο κράτος. Η ηθικότητα, κατά τον Στίρνερ, είναι πλήρως ασυμβίβαστη με το Εγώ και τον εγωισμό. Γιατί; Επειδή δίνει εγκυρότητα όχι στο Εγώ, όχι σε μένα, αλλά στον άλλο άνθρωπο που αυτή  μεταφέρει μέσα σε μένα. Εδώ έγκειται και η μακροζωία του κράτους: απαιτεί από το κάθε «εμένα» να συμπεριφέρεται ως ηθικό ον και όχι ως εγωιστής, έτσι όπως τον εννοεί ο Στίρνερ. Τούτο σημαίνει ότι αποδέχομαι το κράτος ως το ύψιστο ιερό, μπροστά στο οποίο το Εγώ μου πρέπει να επιδεικνύει χρηστομάθεια, να δίνει καθημερινά εξετάσεις σεβασμού και συγχρόνως το ίδιο να αποδυναμώνεται θανάσιμα. Στη συνάφεια τούτη τα δικαιώματα που μου εκχωρεί το κράτος είναι τόσα και τέτοια που ισχυροποιούν το ίδιο και εξασθενίζουν εμένα. Παρόμοια και ο δικαστής είναι ο μηχανικός που εφαρμόζει τη βούληση του κράτους. Ο μόνος εξολοθρευτής του κράτους μπορεί να είναι η μοναδική, η ιδιαίτερη βούληση του  Εγώ. Προκειμένου λοιπόν να διαιωνίσει τη δεσποτεία του –είτε η τελευταία έχει τη μορφή του Ενός, της Απόλυτης Μοναρχίας, είτε των Πολλών, της Δημοκρατίας– το κράτος δυσφημεί την ατομική βούληση του Εγώ ως κακή, ανορθολογική κ.λπ.  Με ποιο τρόπο; Με τα έργα και τις ημέρες του κομματικού εγωισμού. Το κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τα κόμματα. Αυτά ποδηγετούν τον λαό και έχουν ως κύριο στόχο τον καταθρυμματισμό της ιδίας βούλησης του Εγώ. Γι’ αυτό και το κράτος αντιτάσσει στον αυθεντικό εγωισμό του Μοναδικού τον επικίνδυνο εγωισμό του κόμματος.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Betorlt Brecht: Οι Ευθυγραμμιζόμενοι



               Μ π έ ρ τ ο λ τ    Μ π ρ ε χ τ
                           1898 – 1956

                    Εισαγωγικές Υποτυπώσεις

1.      Το μεταφραζόμενο εδώ ποίημα του Μπρεχτ διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας το 1935. Φέρει τον τίτλο: An die Gleichgeschalteten (=Στους ευθυγραμμιζόμενους). Ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από την έκφραση Gleichschaltung (=ευθυγράμμιση) που χρησιμοποιούσαν επισήμως οι Ναζί, ευθύς ως ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933.

2.      Η εφαρμογή  της Gleichschaltung στον τύπο και σε όλη τη δημόσια ζωή  της Γερμανίας υποδήλωνε τον υποτιθέμενο «επαναστατικό χαρακτήρα» της «εθνικής αναγέννησης» που επαγγελόταν το ναζιστικό καθεστώς. Υπό το πνεύμα αυτής της Gleichschaltung το καθεστώς ψήφισε τους λεγόμενους νόμους ευθυγράμμισης, δυνάμει των οποίων το κόμμα των Ναζί αναγορεύτηκε σε μοναδικό φορέα ή εκφραστή της κρατικής εξουσίας, απαγορεύοντας την ίδρυση και λειτουργία άλλων κομμάτων.

3.      Αυτό το ναζιστικό πνεύμα ευθυγράμμισης είναι χαρακτηριστικό όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν καθεστωτικά. Σε όλους τους χρόνους, μηδέ εξαιρουμένου και του παρόντος, βλέπουμε δημοσιογράφους, διανοούμενους, πολιτικούς, «επιστήμονες», συνδικαλιστές και παρόμοιους: «φρόνιμα και τακτικά να πηγαίνουν με εκείνον που νικά» (Βάρναλης). Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη μετάφραση του ποιήματος. Μετά τη μετάφραση ακολουθεί το γερμανικό κείμενο. 


      Στους  ευθυγραμμιζόμενους
                       Μετάφραση
           Δημήτρη  Τζωρτζόπουλου

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
 Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί  όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα  παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή. Το απλό ψέμα Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
                        αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
                        και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.


         AN DIE GLEICHGESCHALTETEN

Um sein Brot nicht zu verlieren
In den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Beschließt mancher, die Wahrheit
Über die Verbrechen des Regimes bei der Aufrechterhaltung der Ausbeutung
Nicht mehr zu sagen, aber
Auch die Lügen des Regimes nicht zu verbreiten, also
Zwar nichts zu enthüllen, aber
Auch nichts zu beschönigen. Der so Vorgehende
Scheint nur von neuem zu bekräftigen, daß er entschlossen ist
Auch in den Zeiten zunehmender Unterdrückung
Sein Gesicht nicht zu verlieren, aber in Wirklichkeit
Ist er doch nur entschlossen
Sein Brot nicht zu verlieren. Ja, dieser sein Entschluß
Keine Unwahrheit zu sagen, dient ihm dazu, von nun an
Die Wahrheit zu verschweigen. Das kann freilich
Nur eine kleine Zeit durchgeführt werden. Aber auch zu dieser Zeit
Während sie noch einhergehen in den Ämtern und Redaktionen
In den Laboratorien und auf den Fabrikhöfen als Leute
Aus deren Mund keine Unwahrheit kommt
Beginnt schon ihre Schädlichkeit. Wer mit keiner Wimper zuckt
Beim Anblick blutiger Verbrechen, verleiht ihnen nämlich
Den Anschein des Natürlichen. Er bezeichnet
Die furchtbare Untat als etwas so Unauffälliges wie Regen
Auch so unhinderbar wie Regen.
So unterstützt er schon durch sein Schweigen
Die Verbrecher, aber bald
Wird er bemerken, daß er, um sein Brot nicht zu verlieren
Nicht nur die Wahrheit verschweigen, sondern
Die Lüge sagen muß.
Nicht ungnädig
Nehmen die Unterdrücker ihn auf, der da bereit ist
Sein Brot nicht zu verlieren.
Er geht nicht einher wie ein Bestochener
Da man ihm ja nichts gegeben, sondern
Nur nichts genommen hat.
Wenn der Lobredner
Aufstehend vom Tisch der Machthaber, sein Maul aufreißt
Und man zwischen seinen Zähnen
Die Reste der Mahlzeit sieht, hört man
Seine Lobrede mit Zweifeln an.
Aber die Lobrede dessen
Der gestern noch geschmäht hat und zum Siegesmahl nicht geladen war
Ist mehr wert. Er
Ist doch der Freund der Unterdrückten. Sie kennen ihn.
Was er sagt, das ist
Und was er nicht sagt, ist nicht.
Und nun sagt er, es ist
Keine Unterdrückung.
Am besten schickt der Mörder
Den Bruder des Ermordeten
Den er gekauft hat, zu bestätigen
Daß ihm den Bruder
Ein Dachziegel erschlagen hat. Die einfache Lüge freilich
Hilft ihm, der sein Brot nicht verlieren will
Auch nicht lange weiter. Da gibt es zu viele
Seiner Art. Schnell
Gerät er in den unerbittlichen Wettkampf aller derer
Die ihr Brot nicht verlieren wollen: es genügt nicht mehr der Wille zu lügen.
Das Können ist nötig und die Leidenschaft wird verlangt.
Der Wunsch, das Brot nicht zu verlieren, mischt sich
Mit dem Wunsch, durch besondere Kunst dem ungereimtesten Gewäsch
Einen Sinn zu verleihen, das Unsagbare
Dennoch zu sagen.
Dazu kommt, daß er den Unterdrückern
Mehr Lob herbeischleppen muß als jeder andere, denn er
Steht unter dem Verdacht, früher einmal
Die Unterdrückung beleidigt zu haben. So
Werden die Kenner der Wahrheit die wildesten Lügner.
Und das alles geht nur
Bis einer daherkommt und sie doch überführt
Früherer Ehrlichkeit, einstigen Anstands, und dann
Verlieren sie ihr Brot.
 






                                                                               

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Πλάτων: η αρετή και η σωματική ομορφιά


                                                                     
                                                                                         
                                                                    
Π Λ Α Τ Ω Ν

 428–348 π.Χ.

Περί πνευματικής και σωματικής ομορφιάς

1. Προ-κατανοήσεις
Ο  Πλάτων εσωτερίκευσε με τον δικό του τρόπο τη διδασκαλία του μεγάλου δασκάλου του, του Σωκράτη. Πέρα από τις γενικές γραμμές της σωκρατικής διδασκαλίας, η επίδραση που άσκησε αυτή στον Πλάτωνα φαίνεται και από τον τρόπο άρθρωσης του λόγου του, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για τα νεανικά του έργα ή εκείνα των μεταγενέστερων περιόδων. Στους διαλόγους του διατύπωσε πολλές φορές, κατά την εξέλιξη της σκέψης του, πολλές ρήσεις-στοχασμούς που συμπυκνώνουν βαθύ νόημα με καθολική, σχεδόν διαχρονική αξία. Παρακάτω αναφέρουμε ένας μέρος αυτών των στοχασμών συνοπτικά σχολιασμένους.

2. Συν-κατανοήσεις
 2α. Πλάτωνος Χαρμίδης: Ο Σωκράτης συζητεί περί σωφροσύνης
·      Προκαταρκτικά: Ο Σωκράτης έχει επιστρέψει το βράδυ από τη μάχη της Ποτίδαιας και την άλλη ημέρα επισκέπτεται την παλαίστρα του Ταυρέα και συναντά πολλούς γνωστούς του, αλλά και αγνώστους. Η παρουσία του εκεί έχει διπλή σημασία: α) γυρίζει από την πολιορκία της Ποτίδαιας σώος, πράγμα που παραπέμπει στη θαρραλέα και ψύχραιμη στάση που επέδειξε εκεί· με εκείνη τη στάση επιβεβαιώνει στην πράξη πως όσα συζητεί περί ανδρείας, σωφροσύνης κ.λπ. με τους νεαρούς φίλους του στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, τους λεγόμενους σωκρατικούς, τα πιστεύει και τα εφαρμόζει. Ποιοι είναι οι λόγοι που τον κάνουν να τα πιστεύει; Η λογική μέθοδος, με την οποία επεξεργάζεται τις σκέψεις του.  Αφού απάντησε σε μια σειρά από ερωτήματα καθημερινής υφής για τη ζωή του στο στρατόπεδο, άρχισε κι αυτός να ρωτά:

·      Σωκράτης: «τους ρώτησα κι εγώ για τα νέα της Αθήνας, για τη φιλοσοφία σε ποια κατάσταση βρισκόταν, για τους νέους, εάν είχαν διακριθεί μερικοί απ’ αυτούς σε σοφία [μάθηση], σε ομορφιά [κάλλος] ή και σε αμφότερα».


·      Σχόλιο: Ο Σωκράτης παρουσιάζεται να ρωτά για δύο θεμελιακές πτυχές της ανθρώπινης ουσίας: τη σωματική ομορφιά και την ψυχική καλλιέργεια. Όταν αυτές οι πτυχές αντιμετωπίζονται ξεκομμένα, η ανθρώπινη οντότητα δεν αναπτύσσεται αρμονικά. Αυτό δεν το λέει ρητά εδώ ο Σωκράτης, αλλά το υπαινίσσεται ή το προϋποθέτει για να αναπτυχθεί η συζήτηση. Τη σωματική ομορφιά εδώ την ενσαρκώνει ο Χαρμίδης. Την πνευματική ομορφιά όμως ποιος;  Παραμένει αίτημα της φιλοσοφίας και των αληθινών φιλοσόφων. Ποιους θεωρεί αληθινούς φιλοσόφους ο Πλάτων; Αυτούς που χωρούν πέρα από την ψευτο-φιλοσοφία και την εριστική τέχνη· αυτούς που ενστερνίζονται τη διαλεκτική τέχνη και προσπαθούν να εναρμονίσουν τη θεωρία με την πράξη, τις ιδέες με τον τρόπο ζωής.

2β. Συζήτηση του Σωκράτη με τον Φίληβο περί ηδονής

·        Σωκράτης: «Για όλα τα ζωντανά πλάσματα αγαθό είναι η φρόνηση, η νόηση  και το έργο της ανάμνησης και όλα πάλι όσα συγγενεύουν με αυτά, δηλαδή η ορθή γνώμη και οι αληθινοί στοχασμοί· αυτά είναι προτιμότερα από την ηδονή και σπουδαιότερα για όλα τουλάχιστον τα πλάσματα που είναι ικανά να έχουν κάποια μέθεξη σ’ αυτά».

  • Σχόλιο: Το θέμα που διερευνάται στον συγκεκριμένο διάλογο είναι τούτο: εάν το ύψιστο αγαθό για τον ανθρώπινο βίο είναι η ηδονή ή η φρόνηση.  Αρχομένης της συζήτησης, ο Φίληβος υποστηρίζει ότι το αγαθό συνδέεται με την απόλαυση, την ηδονή και την τέρψη. Ο Σωκράτης αντιτείνει τη φρόνηση, τη νόηση, τη μνήμη, την ορθή γνώμη και τους αληθινούς στοχασμούς. Οι αντιπροτάσεις του Σωκράτη αποτελούν το έναυσμα της συζήτησης και όχι την τελική πλατωνική άποψη πάνω στο θέμα.

   

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Fr. Nietzsche: Πόσο ηθική είναι η ηθική;

                                                                      

                                                                        
Φ ρ ί ν τ ρ ι χ    Ν ί τ σ ε
1844–1900
Είναι η ηθική μια καθορισμένη πλάνη;
                                                                   
Ι. Εισαγωγικές  παρατηρήσεις
§ 1
Η ηθική δεν έχει κανένα λογικό έρεισμα, γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που δεν είναι «ελεύθερος», σε έναν κόσμο της αναγκαιότητας. Ο Νίτσε βέβαια δίνει διαφορετικό νόημα από τους διαλεκτικούς φιλοσόφους στις λέξεις ελευθερία και αναγκαιότητα. Π.χ μια καταιγίδα με όλες τις καταστροφικές της συνέπειες που προέρχεται από τη φύση εκφράζει μια φυσική αναγκαιότητα, την οποία δεν κρίνουμε με όρους ηθικής. Η αναγκαιότητα υποδηλώνει μια κατάσταση της φύσης, η οποία δεν μπορεί να αξιολογείται με ηθικά κριτήρια, δεν λέμε δηλαδή ότι ο κεραυνός, η καταιγίδα κ.λπ. είναι ηθικά φαινόμενα ή ανήθικα. Ο κόσμος διέπεται από αναγκαιότητα σημαίνει λοιπόν ότι είναι αυτός που είναι, χωρίς να μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό. Άρα και η ελευθερία δεν μπορεί να υφίσταται.

 § 2
Αυτό που περνάει για «ελευθερία» είναι η «ελευθερία» να θεσπίζουν οι εκάστοτε εξουσιαστικοί θεσμοί και μηχανισμοί κώδικες ηθικής. Αυτοί οι κώδικες μαθαίνουν το άτομο να λειτουργεί ως αγέλη. Ιεραρχούν, αξιολογούν τις παρορμήσεις και τις ενέργειές του και μετατρέπουν το ένστικτό του σε ένστικτο αγέλης. Έτσι όλοι σκέφτονται την υπακοή ως «προτέρημα» της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος τελικά «αγωνίζεται», επιδιώκει διακαώς σε όλη του τη ζωή να εφαρμόσει, σαν να πρόκειται για εκπλήρωση αδήριτων αναγκών του, προσταγές του είδους: «οφείλεις να κάνεις αυτό και να μην κάνεις το άλλο κ.α.»·  μάλιστα τις προσταγές αυτές τις θεωρεί ως φωνές της συνείδησής του. Ο Νίτσε χαρακτηρίζει αυτό το είδος της υπακοής αγελαίο ένστικτο υπακοής. Προέκταση αυτού του τελευταίου ενστίκτου είναι η ηθική υποκρισία των κυβερνώντων: αυτοί εδώ, ακολουθώντας την κακή τους συνείδηση και εφαρμόζοντας το δικό τους αγελαίο ένστικτο, δηλαδή να υπακούουν σε κάτι, παρουσιάζονται να εκτελούν διαταγές, γιατί έτσι πρέπει.

ΙΙ. Κείμενα

 1. «Τι αφέλεια είναι να λέμε “ο άνθρωπος θα έπρεπε να είναι έτσι και έτσι!”. Η πραγματικότητα μας δείχνει έναν θελκτικό πλούτο τύπων, τη δαψίλεια που προκύπτει από ένα σπάταλο παιχνίδι μορφών και αλλαγής μορφών: και κάποιος άθλιος χασομέρης μοραλιστής λέει επ’ αυτού: “όχι! Ο άνθρωπος θα έπρεπε να είναι αλλιώς”.   […] Το μεμονωμένο άτομο είναι ένα κομμάτι μοίρας από πάνω ως κάτω, ένας ακόμη νόμος, μια ακόμη αναγκαιότητα για όλα όσα έρχονται και θα γίνουν. […] Η ηθική, στο μέτρο που καταδικάζει καθεαυτήν και όχι ξεκινώντας από απόψεις, εκτιμήσεις, προθέσεις της ζωής, είναι μια ειδική πλάνη, για την οποία δεν πρέπει να νιώθει κανείς κανέναν οίκτο, είναι μια ιδιοσυγκρασία εκφυλισμένων. […] Εμείς οι αμοραλιστές, αφήσαμε αντίθετα την καρδιά μας ανοιχτή για κάθε είδος κατανόησης, σύλληψης, έγκρισης» (Νίτσε: Το λυκόφως των ειδώλων).

        
2. «Όπου κι αν συναντήσουμε μια ηθική, εκεί συναντούμε και μια αξιολόγηση, μια ιεραρχική κατάταξη των ανθρώπινων παρορμήσεων και πράξεων. Αυτές εδώ είναι πάντοτε εκφράσεις των αναγκών μιας κοινότητας και μιας αγέλης […] Η ηθική μαθαίνει στο άτομο να είναι μια λειτουργία της αγέλης και να αποδίδει αξία στον εαυτό του ως λειτουργία μόνο.  Επειδή η διατήρηση διαφορετικών κοινοτήτων απαιτούσε διαφορετικούς όρους, γι’ αυτό υπήρξαν και διαφορετικές ηθικές. Έχοντας κατά νου τις ουσιώδεις αλλαγές στις μορφές των μελλοντικών αγελών και κοινοτήτων, κρατών και κοινωνιών, μπορούμε να προφητέψουμε πως θα υπάρξουν κι άλλες διιστάμενες μεταξύ τους ηθικές. Η ηθική είναι το αγελαίο ένστικτο του ατόμου» (Νίτσε: Πέραν του καλού και του κακού).

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

M. Heidegger: Καθοδόν προς τη γλώσσα




Μ Α Ρ Τ Ι Ν     Χ Α Ι Ν Τ Ε Γ Κ Ε Ρ

                    Για  την  ουσία  της  γλώσσας

                                                           § 1
Με ποιο τρόπο μιλάμε για τη γλώσσα; Με τη γλώσσα. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για την ουσία της, παρά μόνο να λαμβάνουμε θέση στην ουσία της. Η γλώσσα, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν είναι όργανο για να ονομάσουμε ή να κατονομάσουμε κάτι, αλλά ο οίκος του Είναι. Τι σημαίνει οίκος του Είναι; Ότι είναι ο τόπος, όπου το Είναι εκτυλίσσεται ως συγκάλυψη – αποκάλυψη. Αυτός ο τόπος ωστόσο δεν είναι ξένος στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την οίκησή του: είναι το συμβάν που κυοφορεί νόημα και συγκεντρώνει, περισυλλέγει (versammelt) τον άνθρωπο σ’ αυτό. Η γλώσσα, επομένως, αφ’ εαυτής είναι πράγματι ένα γλωσσικό όργανο και τίποτε άλλο. Καθεαυτήν δε είναι γλώσσα ως τέτοια που είναι. Ως οίκος του Είναι όμως είναι το συμβάν που διανοίγει τον άνθρωπο, έξω από την περίκλειστη υποκειμενικότητά του, προς λήψη στάσης, δηλαδή προς την έκ-σταση (Ek-istenz), προς το ίστασθαι έξω με κατεύθυνση και ορίζοντα  το Είναι. Η ουσία της γλώσσας δεν εξαντλείται στους χαρακτηρισμούς της ως φθογγολογικής εξωτερίκευσης εσωτερικών διαθέσεων ή ως ενέργειας του ανθρώπου κ.λπ.

                                                           § 2
Η γλώσσα μιλάει. Και τούτο όχι ερήμην του ανθρώπου ή ως αντιστάθμισμα σε υποτιθέμενη άποψη ότι ο άνθρωπος δεν μιλάει. «Η γλώσσα μιλάει» δεν σημαίνει ότι  είναι όργανο «έκφρασης», γιατί τότε η υποκειμενικότητα θα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της γλώσσας: ό,τι θα έλεγε το Εγώ θα ήταν νόμος του Είναι και όχι αντίστροφα. Γιατί κυριαρχία του υποκειμένου στη γλώσσα συνεπάγεται μια απόλυτη εξουσία του, τέτοιου είδους ώστε να απονέμει σημασίες και να εκπληρώνει την ουσία της γλώσσας ως έκφρασης. Και μοιραία τότε εγκαθιδρύεται το «αλάθητο» κάθε εξουσίας: θρησκευτικής, πολιτικής, επιστημονικής κ.λπ. Απεναντίας η γλώσσα μιλάει υπό τον ορίζοντα της σχέσης του Είναι και του ανθρώπου ως Da-sein (εδωνά του Είναι). Μιλάει, με άλλα λόγια, υπό την οπτική ότι είναι το νοηματικό συμβάν αυτής της σχέσης. Η γλώσσα είναι στην ουσία της, όταν εκδηλώνεται ως αυτή η σχέση. Εκδηλώνεται ως αυτή η σχέση με το να μας στέλνει νεύματα, κελεύσματα, επιταγές του Είναι και όχι του υποκειμένου, του Εγώ. Οι επιταγές, τα κελεύσματα, για παράδειγμα, που εκπορεύονται από έναν πολιτικό, είναι επιταγές κυριαρχίας του Εγώ και δεν έχουν καμιά αξία για τη γλώσσα, γιατί δεν αφορούν στην ουσία της·  απεναντίας, αφορούν στην ουσία της οι επιταγές, τα νεύματα κ.λπ. που μας στέλνει η ποίηση.

                                             § 3
  Τι συμβαίνει εδώ; Ο Χάιντεγκερ επιζητεί, μάχεται κυριολεκτικά να ξεπεράσει τον ψυχρό ορθολογισμό του εργαλειακού Λόγου –κυρίως από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν–, έναν ορθολογισμό ή εξ-ορθολογισμό που διαιωνίζει την απόλυτη εξουσία της υποκειμενικότητας και ο οποίος αποτελεί το σήμα κατατεθέν της γλωσσικής, νοηματικής, «στοχαστικής» συμπεριφοράς του νεωτερικού ανθρώπου. Ενόσω ξεπερνιέται, αποδομείται η εν λόγω κυριαρχία, ο άνθρωπος δύναται να καταστεί, κατά Χάιντεγκερ, τόπος κατανόησης του Είναι, καθίσταται δηλαδή το Da (το εδωνά) του Είναι (του Sein). Πώς ξεπερνιέται ή αποδομείται η εν λόγω κυριαρχία; Με το να φωτίζεται η ουσία της γλώσσας μέσα από την ποιητική δημιουργία (Dichten). Ως Dichten, η γλώσσα γίνεται η φωνή του Είναι και από γλώσσα της σιωπής που ήταν στα σκοτεινά διαμερίσματα του μεταφυσικού ορθολογισμού καθίσταται η γλώσσα του ομιλείν. Η γλώσσα έτσι, ο λόγος των προσωκρατικών και των μεγάλων ποιητών αναγορεύεται, για πρώτη φορά, σε τόπο φωτισμού της ουσίας της γλώσσας και κατ’ επέκταση σε τόπο φανέρωσης του Είναι των όντων. Η γλώσσα, στο επίπεδο του ποιείν πλέον, είναι η ανταπόκριση του ανθρώπου στην κλήση του Είναι: «ποιητικά», λοιπόν, «κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη».

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Πλάτων: πώς να σκεπτόμαστε το άτομο;


                                                                           
                                                                             
Π Λ Α Τ Ω Ν
Ατομικός  ή  κοινοτικός  τρόπος  ζωής;
«Συνεπώς, φίλε μου, δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε καθόλου τι θα πουν οι πολλοί για μας, αλλά τι θα πει ο ειδικός σε θέματα που έχουν να κάνουν με το δίκαιο και το άδικο, ο ένας, και η ίδια η αλήθεια. Ώστε, πρώτα από όλα, δε δίνεις τη σωστή συμβουλή με αυτό τον τρόπο, λέγοντας ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τη γνώμη των πολλών σχετικά με τα δίκαια και τα ωραία και τα αγαθά και τα αντίθετά τους. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, οι πολλοί είναι αρκετά δυνατοί για να μας σκοτώσουν» (Πλάτων).

Σ χ ό λ ι ο
Εκ πρώτης όψεως, η πιο πάνω θέση του Πλάτωνα προδίδει αντιδημοκρατικό φρόνημα. Μπορεί όμως κανείς να το ισχυριστεί αυτό στα σοβαρά; Μόνο στείροι  ιδεολογιστές θα υιοθετούσαν μια τέτοια άποψη, δείχνοντας έτσι ότι κρίνουν την πλατωνική φιλοσοφία με γνώμονα τον δικό τους ιδεολογικό δογματισμό. Το κύριο μέλημα του φιλοσόφου δεν είναι να εκφράσει δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά αισθήματα, επιχειρηματολογώντας υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής επιλογής, αλλά να αρθεί πάνω από μια τέτοια γνωσιο-οντο-λογική διχοτόμηση του ανθρώπου, προκειμένου να σκεφτεί τον τελευταίο ως ενιαίο όλο, ως καθολικό εκφραστή της αρετής. Θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος: ο φιλόσοφος δεν παίρνει θέση υπέρ της μιας πλευράς και ενάντια στους πολλούς; Ο Πλάτων, σε κάθε περίπτωση, δεν εκφράζει κάποια τέτοια πρόθεση, γιατί δεν εργάζεται με συναισθηματικά σχηματιζόμενες βλέψεις παρά αξιοποιεί τη δική του εμπειρία· σύμφωνα με αυτή, όσοι καταδίκασαν τον Σωκράτη σε θάνατο, δεν αποτελούν εγγύηση ότι ενσαρκώνουν την καθολική αρετή, αφού προκάλεσαν κακό στον πιο δίκαιο άνθρωπο της Αθηναϊκής κοινωνίας. Τούτο σημαίνει ότι «κάποιες γνώμες πρέπει να τις παίρνει κανείς στα σοβαρά υπόψη του, ενώ άλλες όχι» (Κρίτων 46d)· με ποιο κριτήριο θα υιοθετεί τις μεν και θα απορρίπτει τις δε; Με κριτήριο την ορθότητα και τη φρόνηση αυτών των γνωμών· δηλαδή κατά πόσο είναι απλώς γνώμες ή στηρίζονται στη γνώση, η οποία δεν διαχωρίζεται από την αρετή. Και τούτο έχει ιδιαίτερη αξία για τον Σωκράτη, ήτοι τον Πλάτωνα, γιατί, όπως αναφέρει στην Κρίτωνα 48b 4-5, «πρέπει να αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία στο να ζούμε καλώς από το να ζούμε απλώς».



Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Sören Kierkegaard: Περί αγωνίας

                                                                   
                                                                 
Κ Ι Ρ Κ Ε Γ Κ Α Ρ Ν Τ
1813–1855
Αγωνία  και  ανθρώπινο  άτομο

§1
Ο  Κίρκεγκαρντ είναι ο φιλόσοφος που έφερε στο κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης την έννοια της αγωνίας και από αυτόν στη συνέχεια την παρέλαβε και την εμπλούτισε με τις δικές του σημάνσεις ο σύγχρονος υπαρξισμός. Τη συγκεκριμένη έννοια τη συζητεί ουσιωδώς στο έργο του η έννοια της αγωνίας.  Τι μας λέει συγκεκριμένα; Πως η αγωνία δεν ταυτίζεται με το συναίσθημα του φόβου, του άγχους και της ανησυχίας. Ενώ αυτά εδώ τα συναισθήματα γεννιούνται από ένα συγκεκριμένο κίνητρο, η αγωνία δεν προκύπτει από κάτι συγκεκριμένο. Ο φόβος, ας πούμε, προκαλείται από την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου. Η αγωνία όμως δεν έχει να κάνει με κάποιον κίνδυνο, γιατί τότε θα ήταν φόβος και όχι αγωνία. Με τι έχει να κάνει; Με το γεγονός της ύπαρξης του ανθρώπινου ατόμου.    

§2
Πιο ειδικά, το ανθρώπινο άτομο αρχίζει να καταλαμβάνεται από αγωνία, όταν αναλογίζεται την κατάστασή του μέσα στον κόσμο. Ορισμένως λοιπόν η αγωνία είναι μια μορφή απελπισίας, χωρίς όμως να γίνεται ή να είναι ουσιαστικά εμφανής ο λόγος γι’ αυτό. Αυτό ωστόσο που είναι  εμφανές σχετίζεται με ακόλουθο: η αγωνία δεν συνιστά ένα δευτερεύον συναίσθημα της ύπαρξής μας, αλλά ουσιώδη κατάσταση που προσδιορίζει την ανθρώπινη φύση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αγωνία ανήκει στην πνευματικότητά μας ως ανθρώπινων όντων. Ανάλογα με την ένταση ή την ανάπτυξη της εν λόγω πνευματικότητας, η αγωνία είναι κι αυτή μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας ή έντασης. Εφόσον το ανθρώπινο άτομο είναι στον έναν ή τον άλλο βαθμό πνευματικό ον, η αγωνία δεν μπορεί να απουσιάζει από τη ζωή του. Είναι αναπόφευκτη και δεν αποβάλλεται ή δεν εξαλείφεται με κανέναν τρόπο.

§3
Στο βιβλίο του η έννοια της αγωνίας, ο Κίρκεγκαρντ σημειώνει, μεταξύ άλλων, πως το άτομο, ως ελεύθερη ύπαρξη, διαθέτει τη δυνατότητα να επιλέγει και να πραγματοποιεί την ελευθερία του με πολλούς τρόπους. Η δυνατότητα της επιλογής σημαίνει ότι το άτομο μπορεί να ευτυχήσει, μπορεί και να δυστυχήσει, αναλόγως με τις επιλογές του. Βέβαια εδώ δεν κατανοεί τη δυνατότητα της επιλογής έτσι όπως την κατανοεί ο κοινός νους, αλλά πιο βαθιά και πλήρως συνυφασμένη με την ύπαρξή του ως τέτοια: η επιλογή, όποια κι αν είναι, εισάγει το άτομο σε μια συγκεκριμένη ζωή, η οποία, είτε είναι ευτυχισμένη ή λιγότερο ευτυχισμένη ή και διόλου, μπορεί να κυοφορεί δυστυχία για αυτό. Εάν από την άλλη πλευρά, το άτομο αρνηθεί τη δυνατότητα της επιλογής, με μαθηματική ακρίβεια επιλέγει την παράλυση της ζωής του. Όποια κατεύθυνση κι αν ακολουθήσει, δεν διαφαίνεται θετική έκβαση της ζωής του.  

§4
Τι διαφαίνεται; Μηδενισμός; Όχι. Απεναντίας δείχνεται η εγγενής αδυναμία της θνητότητας, του πεπερασμένου της ύπαρξής μας να ζει έξω από την εκ της αγωνίας απειλή, έξω από τα μαρτυρικά πάθη της ζωής. Εδώ ο φιλόσοφος έχει ως ορατό παράδειγμα λόγου την επί της γης εμπειρία του Χριστού. Αναφέρει ορισμένα σημεία αυτής της εμπειρίας: π.χ. σύμφωνα με την περιγραφή του Ευαγγελίου, ο Χριστός αγωνιούσε έως τη στιγμή του θανάτου του. Επίσης, λίγο πριν το θάνατό του, πρόφερε εκείνα τα φοβερά, γεμάτα υπαρξιακή αγωνία,  λόγια: Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες. Ως αντιστάθμισμα αυτής της περατής κατάστασης του ανθρώπου, υπάρχει η απειρία, η απεραντοσύνη που εκπορεύεται από την πνευματικότητα και την πίστη. Ως προς τον θρησκευτικό της χαρακτήρα η πίστη εντάσσεται στο θρησκευτικό στάδιο της ζωής και στο πνεύμα του χριστιανισμού, που διέπεται από το δικό του παράδοξο: π.χ. η πίστη είναι ρήγμα σε σχέση με την καθημερινότητα, αλλά και ολοκληρωτική υποταγή στον θεό έξω και πέρα από κάθε κοινωνικό νόμο. Εν τέλει, σε τι μας βοηθά η αγωνία; Στο μέλλον. Το παρελθόν το εκάστοτε μπορεί να είναι πηγή δυστυχίας, το μέλλον όμως μέσα από το παρατηρητήριο της αγωνίας διανοίγεται με βάση την επίγνωση που μας προσφέρει μια προηγούμενη εμπειρία της αγωνίας.