GEORG FR. HEGEL
1770–1831
Τι
είναι η Αισθητήρια Βεβαιότητα;
(γερμ. die sinnliche Gewißheit, αγγλ. sense-certainty,
γαλλ. la certitude sensible)
Ι. Στη Φαινομενολογία
του πνεύματος η αισθητήρια βεβαιότητα κεφαλοποιείται ως εξής:
—η
αρχική αφηρημένη αμεσότητά της: το Αυτό (§ 90-92).
—η
ασυμφωνία των δύο αυτών (εγώ και αντι-κείμενο) στην αμεσότητά τους (§ 93-94).
—η
εξέταση του εγώ και του αντι-κειμένου στο εδώ και τώρα (§ 95-104).
—η
αναίρεση (§105-108).
—η
διαλεκτική της αισθητήριας βεβαιότητας και τα Ελευσίνια μυστήρια (§ 109).
—το
καθολικό ως ποσότητα (§ 110).
ο
Χέγκελ ανοίγει τη συζήτηση για το φαινόμενο της γνώσης, γενικότερα για τη
συνείδηση ως άμεση παρουσία του πνεύματος, με το κεφάλαιο, που φέρει τίτλο: η αισθητήρια βεβαιότητα και υπότιτλο: το αυτό και το νομίζειν (die sinnliche Gewissheit; oder das Diese und das Meinen). Μετά τις
προγραμματικές και μεθοδολογικές συζητήσεις του Προλόγου και της Εισαγωγής
του ως άνω έργου η αισθητήρια βεβαιότητα
είναι το πρώτο κεφάλαιο που ανήκει στη ορισμένως φαινομενολογική ανάπτυξη του
πνεύματος. Κατά ταύτα αποτελεί την πραγματική απαρχή προς την «παρουσίαση της φαινομενικής (εμφανιζόμενης) γνώσης»[1]
και τη φαινομενολογική οδό «προς την
επιστήμη»[2].
Πρόκειται
στ’ αλήθεια για μια άμεση, αδιαμεσολάβητη γνώση, που μας παρέχουν οι αισθήσεις.
Το ανθρώπινο άτομο, ως σκεπτόμενο Εγώ, ήτοι ως ατομική συνείδηση, αποκτά μια άμεση,
ανεπεξέργαστη μορφή Γνώσης για καθετί που βεβαιώνει ως αλήθεια η κατ’ αίσθηση
πραγματικότητά του/της. Αυτή η μορφή δείχνει να υφίσταται ως μια πρώτη Γνώση,
απόλυτης υφής-μη επιδεχόμενης αμφισβήτησης, των αντικειμένων, που βλέπουμε,
ακούμε, πιάνουμε. Τείνουμε να πιστεύουμε, στην πραγματικότητα, ότι σε αυτή τη
μορφή Γνωσης πραγματικά κατανοούμε το αντι-κείμενο όπως ακριβώς είναι, με έναν φαινομενικά-αισθητηριακά
απόλυτο τρόπο. Το να νομίζουμε κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται και απόκτηση αποδεδειγμένης,
ουσιακά ή καθαρά απόλυτης Γνώσης του αντι-κειμένου.
ΙΙ.
Όπως το εννοεί ο Χέγκελ, η άμεση γνώση μας
για ένα αντι-κείμενο, στο επίπεδο της αισθητήριας βεβαιότητας, είναι εκείνη ενός Αυτού.
Καταφάσκουμε δηλαδή το αντι-κείμενο απλώς εμπειρικά-αισθητηριακά ως το
Αυτό-εδώ: λέμε ότι αυτό είναι και τίποτα περισσότερο. Έτσι γνωρίζουμε το αντι-κείμενο
καθεαυτό ως κάτι στατικό, στερεότυπο και αμετάβλητο, παραγνωρίζοντας τη
δυνατότητα ενεργώς πραγματικού μετασχηματισμού του. Η μόνη αλήθεια είναι
οτιδήποτε νομίζουμε πως είναι Αυτό και όχι ό,τι πραγματικά μπορεί να είναι· η μόνη αλήθεια δηλαδή είναι η
υποκειμενική γνώμη του Εγώ για το αντι-κείμενο και όχι η πραγματική Γνώση του τελευταίου.
Συμβαίνει πράγματι στη βαθμίδα της αισθητήριας βεβαιότητας αλλιώς νομίζουμε το
Πράγμα (Sache)
και αλλιώς είναι πραγματικά. Πώς μπορούμε να το διαπιστώνουμε αυτό; Μπορούμε,
όταν λέμε ή σκεφτόμαστε κάτι περισσότερο για το αντικείμενο: το ένα ή το άλλο αντι-κείμενο
μπροστά μου είναι Αυτό, δηλαδή ένα εννοιολογικά αφηρημένο Άμεσο, ένα κενό
περιεχομένου αντι-κείμενο, αλλά από τη στιγμή που το ονομάζω. π.χ. λέω δέντρο,
τραπέζι κ.λπ., έχω περάσει πέρα από
το επίπεδο
της γυμνής
αισθητηριακής αμεσότητας.
Γιατί; Επειδή
το έχω
πλέον τοποθετήσει
μέσα σε
ένα δίκτυο
εννοιών και
σε έναν
ολόκληρο κόσμο
αντι-κειμένων. Ονομάζω αυτό το πράγμα δέντρο
κ.λπ., με έναν όρο ή έννοια που έχει εφαρμογή και σε άλλα αντι-κείμενα πέρα από
αυτό που έχω μπροστά μου, π.χ. δέντρο με
καρπούς ή χωρίς καρπούς, του τάδε ή τάδε είδους κ.α.
ΙΙΙ.
Είναι αλήθεια πως η αισθητήρια
βεβαιότητα, ως μια πρώτη βαθμίδα Γνώσης, είναι ρηχή και μας προσφέρει μια
τεχνητή θεώρηση των πραγμάτων καθ’ όλη την πορεία του χρόνου και την έκταση του
χώρου και όχι αληθινή, όπως την εννοεί η κατανοητική/διαλεκτική σκέψη. Αυτή-εδώ
συλλαμβάνει τα αντι-κείμενα ως τοποθετημένα μέσα σε πολύπλοκα συστήματα σχέσης
και σε ένα ολόκληρο δίκτυο νοημάτων, εννοημάτων, εννοιών. Εάν συνεπώς για τον
Χέγκελ το «αληθές είναι το όλο»[3],
τότε τα αντι-κείμενα μπορούμε να τα ανα-γνώσουμε στην ουσία τους: ενεργώς
πραγματικά, ενεργώς λογικά, όταν ή συνείδηση κατορθώνει να τα κατανοεί στην
ολότητα των συνάφειών τους. Η συνείδηση, στο βαθμό που είναι στραμμένη μόνο προς
τη γνώση του αντι-κειμένου, χωρίς να έχει γνώση του εαυτού της, συμπεριφέρεται ως
ένας νοητικός σχηματισμός, μια διαμόρφωση του Εγώ του οποίου η πνευματική
ενέργεια είναι αόριστη. Το ατομικό Εγώ έτσι, ή πράγμα που είναι το ίδιο, η
ενική συνείδηση, συμπεριφέρεται ως ένας ασταθής, επιφανειακός, στείρα
ρεαλιστικός μοχλός του πνεύματος χωρίς προσδιορισμένο περιεχόμενο, δηλαδή χωρίς
ένα τέτοιο περιεχόμενο, που να χαρακτηρίζεται από την προσδιορισμένη άρνηση του
εαυτού του.
