Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Nietzsche: Γενεαλογία της ηθικής





Φρ. Νίτσε
1844–1900


Γενεαλογία της ηθικής:
τι καταφάσκει και τι αρνείται;
                             

                                                            §1

     Μια συζήτηση για το έργο του Νίτσε: Γενεαλογία της ηθικής κυριολεκτικά μας προσφέρει ένα άνοιγμα στην πιο ακατάλυτη δύναμη εκείνων των ιδεών, που αποσυνθέτουν πλήρως το σαθρό οικοδόμημα της δυτικής ηθικής, ιδωμένης μάλιστα μέσα από όλες τις ιστορικές της παραλλαγές. Ως γνωστόν, το έργο γράφτηκε το 1887, σε διάστημα λίγων εβδομάδων, και έκτοτε έμελλε να αναδειχθεί σε  «πολεμική» οβίδα της ανθρώπινης σκέψης. Ως εκ τούτου, αν εκ πρώτης όψεως απηχεί το πνευματικό περιβάλλον της εποχής που γράφτηκε, επί της ουσίας απαιτεί εκάστοτε, για να κατανοηθεί, μια σύγχρονη ανάγνωση. Απαιτεί στ’ αλήθεια μια ανάγνωση, ικανή να συντρίβει στη ρίζα τους τα τυποποιημένα και κατεψυγμένα σχήματα του επαγγελματικού ακαδημαϊσμού, που αποτελεί το αρνητικά μηδενιστικό ηθικό-πνευματικό προπύργιο του αδύνατου τύπου ανθρώπου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχήμα που αντιπαλεύει ως θανάσιμο εχθρό τον ανώτερο τύπο ανθρώπου. Στη δική της

ιστορική αναδρομή, η Γενεαλογία της ηθικής  επιζητεί να διαγνώσει ως μορφές άρνησης της ζωής τις καθιερωμένες ηθικές παραδόσεις και τα αντίστοιχα συστήματά τους. Όλα αυτά τα συστήματα αποτιμούν ως «καλό» ακριβώς ό,τι αντιτίθεται στις πραγματικές συνθήκες ή όρους της φυσικής ζωής. Ωστόσο, με αυτό το έργο ο Νίτσε δεν προτείνει κάποιες «ανήθικες» ή «αμοραλιστικές» αρχές που προορίζονται να υπηρετήσουν  μορφές ή δυνάμεις ζωής, εντελώς απαλλαγμένες από αξίες. Απεναντίας διερευνά νέες δυνατότητες των αξιών, που καταφάσκουν τη ζωή, σκάβοντας βαθιά σε ιστορικές πηγές, οι οποίες για τα παραδοσιακά ηθικά συστήματα συνιστούν «εστίες ανηθικότητας».

§2

     Στην πραγματικότητα, τέτοιες πηγές μπορούν, κατά τον φιλόσοφο, να αποτελέσουν αντισταθμιστικό παράγοντα αξιών ζωής, ηθικά δικαιολογημένων· κατ’ επέκταση μια στέρεη βάση για να καθηλώνονται είδωλα, που περνούν για θεμελιώδη αρχέτυπα ζωής, να απομυθοποιούνται ψευδή-ανυπόστατα ιδεώδη, που συνθλίβουν κάθε είδους δημιουργική σκέψη, να αποκολλώνται τα μυαλά των ανθρώπων από έναν άγονο ιστορισμό, χωρίς να απεμπολείται η αναγκαία συμβολή του παρελθόντος στην απελευθέρωση της ενέργειας του παρόντος:

«Ή μήπως ολόκληρη ίσως η μοντέρνα ιστοριογραφία έδειξε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη ζωή, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο ιδεώδες; Η ευγενέστερη αξίωσή της έφτασε τώρα στο σημείο να είναι καθρέφτης· απορρίπτει κάθε τελεολογία· δεν θέλει πια να «αποδείξει» τίποτε … καταφάσκει τόσο λίγο όσο και αρνείται, διαπιστώνει, «περιγράφει»... Όλα αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό ασκητικά· συγχρόνως όμως είναι σε ακόμη πιο μεγάλο βαθμό μηδενιστικά, ας μη γελιόμαστε γι' αυτό! Βλέπει κανείς στον ιστορικό ένα θλιμμένο, σκληρό αλλά και αποφασιστικό  βλέμμα ένα μάτι, που κοιτάζει μακριά, όπως κοιτάζει το μάτι του μοναχικού εξερευνητή του Βορείου Πόλου (μήπως για να μην κοιτάζει μέσα του; για να μην κοιτάζει πίσω του;...) Εδώ υπάρχει χιόνι παντού, εδώ η ζωή είναι βουβή· … Όσο για εκείνο το άλλο είδος των ιστορικών, είναι ίσως ακόμη πιο «μοντέρνο» είδος, ένα είδος αισθησιακό, φιλήδονο, που ερωτοτροπεί και με τη ζωή και με το ασκητικό ιδεώδες … και που σήμερα έχει τον έπαινο της θεωρίας και περισυλλογής αποκλειστικά δικό του μονοπώλιο: ω πόσο μας κάνουν να λαχταράμε ακόμη και τους ασκητές και τα χειμωνιάτικα τοπία αυτοί οι γλυκανάλατοι πλούσιοι τω πνεύματι!. … Ο διάβολος να πάρει και να σηκώσει αυτό τον όχλο των “θεωρητικών”. …  Δεν μπορώ να υποφέρω τους ασβεστωμένους τάφους που παρωδούν τη ζωή· δεν μπορώ να υποφέρω τους κουρασμένους και φθαρμένους, που τυλίγονται μέσα στη σοφία και βλέπουν τα πράγματα “αντικειμενικά”» (KSA 5, σσ. 405-6).

§3

     Το εν λόγω έργο είναι «πολεμικό» με την έννοια ότι «πολεμά» τις αξίες που αρνούνται τη ζωή, για λογαριασμό των αξιών που καταφάσκουν τη ζωή.  Εναντιώνεται λοιπόν στο αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση. Ορισμένως, επομένως, δεν πρόκειται για μια εναντίωση που ικανοποιεί για τον Νίτσε ένα ανικανοποίητο πάθος καταστροφής παρά για την πιο λεπτή ευαισθησία του πνεύματος ως τέτοιου, που επιχειρεί να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί μέσα στα συντρίμμια της νεωτερικότητας.  Κατ’ αυτό το πνεύμα, η πολεμική του Νίτσε δεν εκτυλίσσεται μονοσήμαντα ενάντια στην ηθική της θρησκείας και πιο ειδικά του χριστιανισμού, αλλά ενάντια σε κάτι περισσότερο από την απλή θρησκεία. Ισχύει βέβαια πως το σύνολο σχεδόν των ηθικών αρχών της «κοσμικής» ζωής δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τη χριστιανική ηθική. Όμως δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς, σύμφωνα με τον Νίτσε, πως ποικίλα ηθικά δόγματα, ηθικιστικές κρίσεις και παρόμοιες νοο-τροπίες μηδενισμού της φυσικής ζωής ευδοκιμούν όχι μόνο στη θρησκεία αλλά και σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πνευματικής και πολιτισμικής ιστορίας: στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την πολιτική, τη Λογική κ.λπ.  Η Γενεαλογία της ηθικής, ως συνέχεια και ολοκλήρωση, κατά κάποιο τρόπο, του έργου: Πέραν του Καλού και του Κακού, χρειάζεται να διαβάζεται ως μια κριτική του σύγχρονου κόσμου και όλου του φάσματος των πνευματικών δομών, που συγκροτούν την καρδιά της σύγχρονης ζωής. Δεν χωράει καμιά αμφιβολία, πως στο επίκεντρο μιας τέτοιας κριτικής παραμένει για τον Νίτσε το ζήτημα της ηθικής, όπως και της πολιτικής. Αλλά μια τέτοια κριτική ο φιλόσοφος την εννοεί πολυδιάστατα ως τη διάνοιξη προς τα μέγιστα ζητήματα της Γνώσης, της Σημασίας ή του Νοήματος της ζωής, της Αλήθειας, της ελεύθερης, ολοκληρωμένης ανάπτυξης του ανθρώπου. Πώς λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως προς τον φιλοσοφικό του χαρακτήρα, το υπό συζήτηση έργο; Όπως όλα τα έργα του Νίτσε· δηλ. όχι ως ένα απρόσωπο κείμενο, που κινείται σε έναν μαζικό χώρο αφηρημένων ιδεών, παρά ως μια εμπρόσωπη ομο-λογία της ίδιας της φιλοσοφικής σκέψης και συναφώς ως ανυπόθετη προσωπική μαρτυρία του ίδιου του δημιουργού σχετικά με αυτό τούτο το Είναι του.