Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

Ο Nietzsche ερμηνεύει Ηράκλειτο


Φρίντριχ Νίτσε

1844-1900

 

Νίτσε:

Γίγνεσθαι και Είναι στον Ηράκλειτο

 

§1. Ο Νίτσε διέκρινε έγκαιρα και με μοναδική ακρίβεια νοημάτων τη βαθύτερη σημασία των θεμελιωδών ιδεών και σκέψεων του Ηράκλειτου. Σε κάθε ευκαιρία της στοχαστικής του πορείας δεν έπαυε να εκθειάζει τη σκέψη του Μεγάλου Εφέσιου και να αισθάνεται πολύ κοντά του. Σε ένα από τα κείμενά του για τον Ηράκλειτο γράφει σχετικά:

 

«Κοντά του αισθάνομαι πιο ζεστά και πιο ευδιάθετα από οπουδήποτε αλλού. Η κατάφαση του θανάτου/της φθοράς και της εκμηδένισης, που είναι ζωτικής σημασίας για μια διονυσιακή φιλοσοφία, λέγοντας Ναι στην αντίθεση και τον πόλεμο, το γίγνεσθαι, μαζί και με μια ριζική απόρριψη της ίδιας της έννοιας του “Είναι” όλα αυτά είναι σαφώς πιο στενά συνδεδεμένα με μένα από οτιδήποτε άλλο έχουν οι άνθρωποι σκεφτεί ως τώρα. Η διδασκαλία της “αιώνιας επιστροφής”, που σημαίνει  τον άνευ όρων και απεριόριστα επαναλαμβανόμενο κύκλο όλων των πραγμάτων αυτό είναι η διδασκαλία του Ζαρατούστρα, αλλά τελικά δεν είναι κάτι που δεν θα μπορούσε να πει και ο Ηράκλειτος»[1].

 

Με αυτό τον τρόπο ο Νίτσε τοποθετεί τον Ηράκλειτο στην κορυφή του φιλοσοφικού στοχασμού από τότε έως και σήμερα. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της σκέψης του Εφέσιου σοφού, για τον Νίτσε, είναι ότι δεν θεωρεί τον κόσμο ως κάτι στατικό, ακίνητο, άφθαρτο, αμετάβλητο. Όλα στον κόσμο γίνονται «κατ’ ριν» (Β8), δηλαδή βρίσκονται σε αντιμαχία εσωτερικά αλλά και εξωτερικά, σε ένα γίγνεσθαι ενάντιων δυνάμεων: όλα τα διέπει ο πόλεμος, με την εσωτερική πρωτίστως έννοια της αυτο-εναντίωσης αλλά και την εξωτερική της αντί-θεσης. Καθετί αντιμάχεται ακατάπαυστα τον εαυτό του, χωρίζεται σε δυο αντίθετες ροπές, οι οποίες τελικά τείνουν προς μια αμοιβαία έλξη. Κατά το αυτό πνεύμα, στο Λυκόφως των ειδώλων ο Νίτσε μιλάει «με τον μεγαλύτερο σεβασμό» για τον Ηράκλειτο:

 

«Από τα παραπάνω εξαιρώ, με τον μεγαλύτερο σεβασμό, το όνομα του Ηράκλειτου. Ενώ η άλλη μάζα των φιλοσόφων απέρριπτε τη μαρτυρία των αισθήσεων, επειδή οι ίδιες έδειχναν πολλότητα και μεταβολή, ο Ηράκλειτος  απέρριπτε τη μαρτυρία τους, επειδή έδειχναν τα πράγματα σαν να είχαν διάρκεια και ενότητα»[2].

 

Για τον ευρύ κόσμο των φιλοσόφων η μαρτυρία των αισθήσεων σχετικά με τη μεταβλητότητα των πραγμάτων είναι ψευδής. Το αληθινό Είναι των τελευταίων μπορεί να υπάρξει μόνο στην απόλυτη κυριαρχία ενός εννοιολογικού Λόγου, απρόσβλητου από το γίγνεσθαι του κόσμου και αδάμαστου εγγυητή της σταθερότητας του Είναι του τελευταίου. Αντίθετα προς όλους αυτούς τους φιλοσόφους, που κατασκευάζουν το Είναι με το νου τους, ο Ηράκλειτος υπερασπίζεται τον «φαινόμενο κόσμο»[3] ως τον κατ’ εξοχήν αψευδή και πραγματικά αληθινό.

§2. Όπως προκύπτει, ο Νίτσε δεν φείστηκε ενθουσιωδών λόγων για την ηρακλείτεια αντίληψη του γίγνεσθαι, έτσι όπως το εννοούσε ο μεγάλος σοφός της Εφέσου ως το βασικό στοιχείο, ως τον ανυπέρθετο χαρακτήρα του πραγματικού. Την ανέσκαψε ως μέσα. Γράφει μεταξύ άλλων:

 

«Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος βάδισε μέσα σε τούτη τη μυστικιστική νύχτα, στην οποία καλυπτόταν  το πρόβλημα του γίγνεσθαι στον Αναξίμανδρο, και τη φώτισε με έναν θείο κεραυνό»[4].

 

Το γίγνεσθαι είναι η αιώνια ροή και ο αιώνιος ρυθμός των πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το γίγνεσθαι παραπέμπει στα ακόλουθα: κυριαρχεί παντού η κοσμική τάξη, οι αλάνθαστες και αδιαμφισβήτητες βεβαιότητες, οι σταθεροί δηλ. κανόνες, και οι ίδιες πάντα, αδιάσειστες και μόνιμες, συντεταγμένες, κατευθυντήριες γραμμές και αρχές του Δικαίου. Εάν καθ’ όλη τούτη την πορεία του κόσμου παραβιάζονται οι νόμοι κάπου ή κάποτε, οι Ερινύες φροντίζουν για την αποκατάσταση του μέτρου. Όπου κι αν ρίξει κανείς τη ματιά του, βλέπει να επικρατεί κατά κράτος η Δικαιοσύνη. Ο Νίτσε αποδίδει με τον εξής τρόπο όλες αυτές τις πτυχές του γίγνεσθαι:

 

«Και τι είδα; Νομοτέλειες, κανονικότητες του νόμου, αλάνθαστες βεβαιότητες, τα ίδια πάντα μονοπάτια του Δικαίου, τους αμείλικτους κριτές, τις Ερινύες, πίσω από όλες τις παραβιάσεις των νόμων, ολόκληρο τον κόσμο ως το θέαμα μιας κυρίαρχης Δικαιοσύνης και δαιμονικών φυσικών δυνάμεων, που είναι πανταχού παρούσες και υποταγμένες στην υπηρεσία της. Δεν είδα τιμωρία των γενομένων παρά μόνο δικαίωση του γίγνεσθαι»[5].

 

Η δικαίωση του γίγνεσθαι, σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, είναι ουσιωδώς η δικαίωση της απόλυτης κυριαρχίας της Δικαιοσύνης στον παρόντα κόσμο μας και όχι σε κάποιο επέκεινα. Κατ’ αυτή την έννοια, η εν λόγω δικαίωση υποδηλώνει τη δικαίωση του υπαρκτού κόσμου, τουτέστι την κατάφαση της ζωής, του κόσμου ως του τόπου, όπου βασιλεύει η τάξη, η αρμονία, η ισορροπία και καμιά αρρυθμία, αντίφαση ή αυθαιρεσία· καμιά εκδικητική μανία και ροπή για να βασανίζονται οι ζωντανοί.  Τι σημαίνει τούτη η νιτσεϊκή θεώρηση του ηρακλείτειου γίγνεσθαι; α) μια πρώτη άρνηση: δεν υπάρχουν δυο ξεχωριστοί κόσμοι: ο φυσικός και ο μεταφυσικός, η σφαίρα των πεπερασμένων όντων και ένα ακαθόριστο άπειρο, παρά μόνο ένας και ενιαίος κόσμος. β)  μια δεύτερη άρνηση, συνδεδεμένη εσωτερικά με την πρώτη: απορρίπτει το Είναι. Πώς το εννοεί  το Είναι; Ως κάτι το άφθαρτο και απρόσιτο, το στατικό, παραμόνιμο και ακίνητο κι όχι λιγότερο αμετακίνητο. Με άλλα λόγια, ως έναν έξωθεν τοποθετημένο φραγμό, κάτι σαν επέκεινα, που υπαγορεύει, κατά τη δική του βούληση δίκην βούλησης του θεού, την τάξη και την αταξία, τον ρυθμό και την αρρυθμία του κόσμου τούτου. Απεναντίας, ο Ηράκλειτος, κατά την ερμηνεία πάντα του Νίτσε, προσδιορίζει την αδιάκοπη κίνηση του κόσμου, με την ποικιλομορφία της τάξης και της αταξίας, της αρμονίας και της αρρυθμίας κ.λπ., ως σύμφυτη με τον ίδιο τον κόσμο, ως την  εσωτερική του ζωτικότητα ‒ας θυμηθούμε τον κοινό-καθολικό Λόγο που διέπει τα πάντα‒ ως ένα γίγνεσθαι, που συνδυάζει την ως άνω ζωτικότητα με την αιωνιότητα των άγραφων νόμων, δηλ. των καθολικών νόμων, που υπερβαίνουν τη μερικότητα, την ιδιωτική γνώμη των ανθρώπων.  

§3. Παρακολουθώντας ο Νίτσε από πολύ κοντά τη σκέψη του Σοπενχάουερ, κατ’ αυτή την πρώτη περίοδο της σκέψης του, ερμηνεύει το γίγνεσθαι ως το γίγνεσθαι μιας ενεργού πραγματικότητας, που δεν έχει άλλο τρόπο να έρχεται στο Είναι παρά με το να κινείται στη γραμμή της ενορατικής παράστασης· δηλ. σε μια νοητική γραμμή, που καθιστά δυνατή τη διαλεκτική αρχή της αντίφασης και η οποία, ως τέτοια, είναι πλήρως αντίθετη στους εννοιολογικούς και λογικούς συνδυασμούς ή συλλογισμούς[6]. Εδώ ο Νίτσε αντι-τίθεται στον Αριστοτέλη και στη δια-Λογική του συλλογιστική, που καταφάσκει την αρχή της μη-αντίφασης και η οποία αντιστρατεύεται ολοσχερώς την ως άνω ηρακλείτεια αρχή της αντίφασης ή της αυτο-εναντίωσης. Με την ενορατική παράσταση λοιπόν εκφράζεται από τη μια μεριά ο μεταβλητός και πολύχρωμος χαρακτήρας του δικού μας παροντικού κόσμου, προσιτού στην καθημερινή μας εμπειρία, και από την άλλη οι δυο προϋποθέσεις κάθε εμπειρίας: ο χώρος και ο χρόνος. Ό,τι δεν μπορεί ή δυσκολεύεται να αποδείξει η εννοιολογική συλλογιστική, το αποσαφηνίζει η εν λόγω ενορατική παράσταση: καθιστά αντικείμενο της άμεσης εποπτείας ό,τι ενεργεί και δρα (Wirken) με βάση τη φύση της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit). Αυτό το Wirken είναι το μόνο Είναι που υπάρχει. Ας προσεχτεί εδώ η ιδιοφυής νιτσεϊκή ετυμολογική παραγωγή του Είναι του πραγματικού κόσμου. Η δρώσα πραγματικότητα, η Wirklichkeit, είναι [=υπάρχει]· αλλά όχι ως κάτι ακίνητο και αμετάβλητο παρά ως γίγνεσθαι, ήτοι ως τέτοια που δεν παύει να ενεργεί με προβλέψιμους και μη-προβλέψιμους ρυθμούς. Αυτό το ενεργείν (Wirken) ενσαρκώνει τον αγώνα της ζωής, τον κατά Ηράκλειτο πόλεμο και έριδα. Γι’ αυτό, όσο δεν παύει να ενεργεί, να αγωνίζεται,  τόσο παύει να Είναι, να αποθνήσκει: παύει να χάνει τη φύση του, το Είναι του ως φύση.

 

 

 

 



[1] Nietzsche: KSA 6, σ. 313.

[2] Ό.π., σ. 75.

[3] Ό.π.

[4] KSA I, σ. 822.

[5] Ό.π.

[6] Ό.π., 823.

 

26 σχόλια:

  1. > Η δρώσα πραγματικότητα, η Wirklichkeit, είναι [=υπάρχει]

    Αυτό που φαντάζομαι, καθώς και η παρερμηνεία μου (η λάθος -σύμφωνα με κάποιο κώδικα- ερμηνεία μου) είναι ή δεν είναι δρώσα πραγματικότητα; Όταν φαντάζομαι κάτι, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα δρώσας, υλικής πραγματικότητας; Η αίσθηση δεν αποτελεί δρώσα πραγματικότητα όσο η ψευδαίσθηση και ή παραίσθηση; Οι έννοιες στην όποια μορφή τους δεν είναι δρώσα πραγματικότητα; Ακόμα και όταν τις φανταζόμαστε ως «μη δρώσα ύλη» (ως, ενδεχομένως, αισθητό-νοητό ή υπέρ-αισθητό-νοητό σχήμα), δεν τις υλοποιούμε (δια της φαντασίας μας) δραστηριοποιώντας τες; Όλα ετούτα για να συμβούν, δεν προϋποθέτουν την μετάβαση και μετάθεση φορτίων ύλης; Δεν αποτελούν, επομένως (κάθε αισθητική-διανοητική δραστηριότητά μας) δρώσα πραγματικότητα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δημ. Τζωρτζόπουλος18 Οκτωβρίου 2021 - 11:10 π.μ.

      Από μόνα τους τα στοιχεία της φαντασίας, της αίσθησης, της λογικής κ.λπ. συνάπτονται πάντα με κάποια ενέργεια, πραγματική ή αβάσιμη. Στην πρώτη περίπτωση το κινούμενο όλο είναι δρώσα πραγματικότητα, στη δεύτερη όχι.

      Διαγραφή
    2. Και στη δεύτερη περίπτωση είναι κατά κάποιο υπολανθάνοντα τρόπο, δρώσα πραγματικότητα, από τη στιγμή που σε αβάσιμες φαντασιώσεις έχουν δομηθεί νόμοι που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Το λάθος δύναται να είναι ενεργό ως δρώσα πραγματικότητα. Επομένως ο διαχωρισμός των δρωσών πραγματικοτήτων, της πραγματικής και της αβάσιμης εντοπίζεται προφανώς στο είδος της δράσης.

      Διαγραφή
    3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    4. Για παράδειγμα, σ' ένα σχολείο υπάρχει ο δάσκαλος που το μάθημά του αποτελεί τεκμήριο ενεργού πραγματικότητας και υπάρχει και ο δάσκαλος που ζει στον ανενεργό κόσμο του ακόμα και όταν κάνει μάθημα. Ωστόσο και οι δυο αποτελούν δρώσες πραγματικότητες και αλληλοεπιδρούν εκ των πραγμάτων με τις πραγματικότητες των μαθητριών και των μαθητών τους. Όμως ακόμα και αν είχα τη δυνατότητα να ταξιδέψω στο χρόνο και να μαθητεύσω δίπλα στον Σωκράτη, κανείς, ούτε ο ίδιος ο Σωκράτης, θα μπορούσε να μου εγγυηθεί πως δεν θα γινόμουν δίπλα του ένας Αλκιβιάδης ή ακόμα κι ένας Μέλητος. Από την άλλη, μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν και να έχουν υπάρξει πολλοί Σωκράτηδες στα διάφορα μήκη και πλάτη της γης, δίχως να τους γνωρίζει κανείς ούτε να γνωρίζονται μεταξύ τους. Ωστόσο, οι ενεργές πραγματικότητές τους θα είχαν κάτι κοινό, έναντι των πραγματικοτήτων των υπολοίπων συγχρόνων τους.

      Διαγραφή
    5. > ή ακόμα κι ένας Μέλητος

      ... ή ακόμα κι ένας Άνυτος, με τον οποίο συνομιλεί ο Σωκράτης στον Μένωνα του Πλάτωνος.

      Η ειδοποιός διαφορά της ενεργού πραγματικότητας από την αβάσιμη πλην δρώσα, θα μπορούσε να είναι η αντίστοιχη μεταξύ της αρετής και της κακίας, της ελευθερίας και της δουλείας, της δικαιοσύνης και της αδικίας. Το ενάρετο δεν μπορεί να είναι ανελεύθερο και άδικο, ενώ ό,τι ανελεύθερο και άδικο είναι κακό. Αν ήταν όμως δυνατό να είναι κανείς ενάρετος, ελεύθερος και δίκαιος μακριά από τον κόσμο των αισθήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα στο ίδιο πέραν των αισθήσεων τόπο, να είναι κακός, ανελεύθερος και άδικος δίχως να μπορεί να εντοπιστεί πουθενά η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των καταστάσεων. Άρα, ναι μεν ο Λόγος δύναται να κρίνει τι είναι αρετή, ελευθερία και δικαιοσύνη, αλλά μόνο επί των δεδομένων των αισθήσεων δύναται να ενεργεί ενάρετα, ελεύθερα και δίκαια.

      Διαγραφή
    6. Υγ. Εκεί που η αρετή, η ελευθερία και η δικαιοσύνη αυτονομούνται εκτός της επικράτειας των αισθήσεων, εκεί θεριεύουν η κακία, η δουλεία και η αδικία που είναι ιδιαίτερα και κυρίαρχα αισθητές.

      Διαγραφή
  2. (Συμπερίληψη μαγικής ποίησης)

    Είμαι μόνο οδοί που οδηγούν παντού
    Ποιος άλλος θα μπορούσα να ήμουν;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. > Γι’ αυτό, όσο δεν παύει να ενεργεί, να αγωνίζεται, τόσο παύει να Είναι, να αποθνήσκει: παύει να χάνει τη φύση του, το Είναι του ως φύση.

    Από την παραπάνω φράση, αν την κατανόησα ορθώς, το Είναι του ανθρώπου ως φύση δεν παύει να ενεργεί και να αγωνίζεται σε αντίθεση με το ιδεατό-καθαρό Είναι που ως κατάσταση εντοπίζεται στο «εκτός ζωής» διαχρονικό και παραμόνιμο ιδεατό πεδίο στο οποίο εντοπίζεται μεταφυσικά και ο θάνατος.

    Ωστόσο, το μεταφυσικό πεδίο, με τη σειρά του, δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί, παρά μόνο σε ζώντες ανθρώπους της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit), άρα ως στοιχεί του Είναι τους ως φύση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    3. υγ. Στο τέλος του παραπάνω σχολίου υπόκειται η έννοια της μεταφυσικής ως φυσικής καταβολής. Τούτη τη διάσταση της μεταφυσικής, ωστόσο, τη βλέπω ως γνωστικό εργαλείο, σε αρμονική συνεργασία με τα αντίστοιχα γνωστικά εργαλεία που μελετούν τη φυσική και φαντασιακή (ποιητική) πραγματικότητα και όχι σε σύγκρουση μαζί τους ή σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για το μήλο της έριδος. Τη μεν αυτό-εναντίωση, τη βλέπω ως ένα εργαλείο αυτό-καθαρμού (αναγέννησης-αφύπνισης) του εαυτού. Τη δε αρχή της αντίφασης, ως ένα εργαλείο αυτό-καθαρμού (αναγέννησης-αφύπνισης) της γλώσσας μου.

      Διαγραφή
    4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    5. Ως μορφολογικό τεκμήριο της πραγματικότητας βλέπω τη λειτουργική ενότητα του Λόγου και των αισθήσεων. Όσο ο Λόγος και οι αισθήσεις συλλειτουργούν αρμονικά σε ενότητα, τόσο πιο ενεργή (ζωντανή, συνειδητή, αισθητή, αληθινή) είναι (καταγράφεται) η πραγματικότητα. Όσο ο Λόγος διαπιστώνει πως τον χωρίζει χάσμα με τις αισθήσεις του, αντιμετωπίζοντάς τες σαν «ξένο σώμα» (θα μπορούσαμε να πούμε «όσο ο Λόγος δεν αναγνωρίζει την αισθητικότητα ως Είναι του») τόσο η πραγματικότητα είναι αβάσιμη, ψευδής, νεκρή .

      Διαγραφή
  4. Υγ. Ή «Όσο ο Λόγος δεν αναγνωρίζει στην αισθητικότητα το Είναι του»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υγ2 Δίχως την αισθητικότητα ο Λόγος ούτε αφυπνίζεται ούτε εφαρμόζεται, υλοποιείται, δρα, ενεργεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Για να σταματήσει κανείς να κλέβει, αν αυτό θέλει, δεν χρειάζεται να κόψει τα χέρια του, γιατί θα συνεχίσει να κλέβει με τα πόδια κι αν τα κόψει κι αυτά, θα συνεχίσει να κλέβει με τα μάτια. Σε καμία περίπτωση δεν θα γίνει ενάρετος αν καταφέρει να γίνει αναίσθητος. Το πρόβλημά του με την ηδονή που αντλεί από την κλεψιά, δεν εντοπίζεται στις αισθήσεις. Δεν φταίνε αυτές. Όπως ακριβώς δεν φταίνε οι γυναίκες και η ομορφιά τους επειδή υπάρχουν βιαστές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Η διάκριση μεταξύ Λόγου και Αισθήσεων (ενεργητικότητας/παθητικότητας του πνεύματος/σώματος), από την άλλη, είναι αναγκαία για την επίτευξη της αρμονικής ενότητάς τους. Μια διάκριση, που ως φιλοσοφική ανάγκη, τη βλέπω ανάλογη της ανάγκης για διασαφήνιση της γλώσσας για την οποία έκανε λόγο ο Βιτγκενστάιν. Το μπέρδεμα είναι στο μυαλό μας. Όχι στη φύση του κόσμου (τον οποίο αναγκαζόμαστε να θεωρούμε «έκπτωτο»).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Δίχως να έχω διαβάσει ακόμα τον Μένωνα, αναρωτιέμαι:
    Μήπως η μοίρα (που τη βλέπω ως κάτι τελείως διάφορο από τη φύση - δλδ το είδος) της ενεργούς πραγματικότητας που προσπαθεί να διδάξει την αρετή, είναι να καταβροχθίζεται από την αβάσιμη πραγματικότητα, από την πραγματικότητα ακριβώς εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται η διδαχή της αρετής; Πίνοντας ο Σωκράτης το κώνειο (ο Ιησούς που σταυρώθηκε κλπ), δεν μας διδάσκει πως αρετή είναι το να μπορούν να σε καταβροχθίζουν πραγματικά οι Αθηναίοι, επειδή ακριβώς είσαι ενάρετος; Βέβαια, τούτη η αυτο-εναντίωση του Σωκράτη, εκφράζει το Είναι του Σωκράτη (αποκαλύπτει τον πυρήνα της ουσίας του, θα λέγαμε...). Ωστόσο, σήμερα, μετά από δυόμιση χιλιάδες χρόνια παγκόσμιου θαυμασμού για τον Σωκράτη και ταυτόχρονου αποτροπιασμού μας για τους κατηγόρους του, ο κόσμος μας (που θαυμάζει τον Σωκράτη και απεχθάνεται τους κατηγόρους του) δεν είναι ο ιδεατός κόσμος των Σωκράτηδων, αλλά ίδιος και απαράλλαχτος, αν όχι τρισχειρότερος, ο κόσμος των κατηγόρων του. Έτσι, η μοίρα των σύγχρονων ενάρετων τύπου Σωκράτη, αν θα υπήρχαν, δεν θα ήταν να τους προσφέρει η κοινότητα μες την οποία ζουν και διδάσκουν, το κώνειο; Προφανώς και η ανάπαυση από έναν τέτοιο κόσμο είναι ο θάνατος. «Με δεδομένη τούτη την ανάπαυση, αισθανόμενος όντως νεκρός για τους ζωντανούς γύρω μου, σχεδιάζω τη ζωή μου όσο ζω ανάμεσά τους, υπέρ τους (όχι ως ερημίτης, προσευχόμενος γι' αυτούς στη σπηλιά μου - αυτό ίσως το κάνω προς το τέλος - αλλά ως δάσκαλος, που σχεδιάζει μαθήματα σε ενοικιαζόμενη οικία) δίχως να με αναστέλλει καθόλου το μάταιο του όλου εγχειρήματος»: Αυτά είπε ο Κανένας.

    Θυμήθηκα ένα ποίημα του Γκρέιβς:

    Τί είναι ο Έρωτας;

    Μα τι είναι ο Έρωτας; Πες μου, καρδιά μου, σε ικετεύω.
    Είναι μια επανάκτηση του κέντρου μας,
    Η επιστροφή στην εστία της γεμάτης εμπιστοσύνη αθωότητας;

    Ή ένα πρωταρχικό άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας
    Η λήψη των προσωπικών ακραίων μέτρων
    Ώστε για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες;

    Ή τι είναι ο Έρωτας; Είναι το προαιώνιο όραμα
    Που διαστίζει την πορεία μας με χρησμούς δυσοίωνους
    Προσβλέποντας στου θανάτου την έγκαιρη παρέμβαση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ο σκοταδιστής βλέπει πάντα το σκότος του ως το μοναδικό φως που οφείλει να διαμοιράσει, ενώ αυτός που διαφωτίζει ελέγχει τις σκιές που άθελά του δημιουργεί ακόμα και το άπλετο φως, του οποίου η παράσταση είναι πάντα αμφίβολη. Τούτη η αμφιβολία, είναι χαρακτηριστικό των φωτισμένων. Οι σκοταδιστές δεν έχουν καμιά αμφιβολία. Ταυτίζουν τη φύση τους με το στέρεο έδαφος μιας απολύτως επίπεδης γης. Από τη φύση της όμως η γη, δεν είναι στέρεη. Μοιάζει περισσότερο με τον ωκεανό. Η αμφιβολία του φωτισμένου, είναι το κολύμπι που χρειάζεται κανείς να ξέρει ώστε να διασχίσει ασφαλώς τον ωκεανό. Είναι η στέρεη σανίδα που (αμφιβάλλοντας) στροβιλίζεται στα κύματα δίχως να βουλιάζει. Η βεβαιότητα του σκοταδιστή είναι βαρίδι που πάει στον πάτο. Το θέμα είναι πως όσα μακροβούτια κι αν κάνουν στον βυθό οι φωτισμένοι όλων των εποχών και τόπων, ώστε να ανασύρουν τους πνιγμένους, να τους αποδεσμεύσουν από τα βαρίδια τους και να τους μάθουν να κολυμπούν, εκείνοι παραμένουν ακοίμητοι φρουροί των πυλών του βυθού τους, δηλώνοντας με θάρρος και συντεταγμένα πιστοί στις ιδέες τους: απεργία-αποχή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Βιτγκενστάιν έλεγε (το λέω όπως η μνήμη μου το έχει συγκρατήσει) πως ένα κράτος του οποίου το κύριο μέλημα των εργατών του είναι πότε θα απεργήσουν, δεν μπορεί να προκόψει. Θα έλεγα πως δεν είναι καν κράτος, αλλά πως κράτος εν κράτει είναι η αποχή. Πως δηλαδή ζώντας σε ένα τέτοιο κράτος, βιώνουμε το τίποτα. Ο ασφοδελός λειμών της μεταφυσικής φαντασίας των μυθόπληκτων, είναι απείρως περισσότερο από το κράτος, κάτι τι...

      Διαγραφή
  12. Η ποίηση είναι σαν δροσερές σκιές του άπλετου φωτός.
    Ο πόνος υπάρχει μόνο για να απαλείφεται. Από τον πόνο διαφεύγεις πάντα. Ακόμα και όταν ενδίδεις σε αυτόν, το κάνεις για να διαφύγεις από αυτόν. Άλλες φορές, για παράδειγμα, ενώ νόμιζα πως είχα πονέσει πολύ (ή είχα ερωτευτεί πολύ), κατόπιν εορτής που αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που μου είχε δημιουργήσει εκείνα τα ανάμεικτα πάθη και αισθήματα, αποφαίνομαι πως σίγουρα, ΔΕΝ ήταν ο άλλος. Πως δηλαδή ο ένοχος, τόσο για τον πόνο όσο και για τον έρωτά μου, ήμουν αποκλειστικά και μόνο εγώ. Πως εγώ δηλαδή ήμουν ο σκοταδιστής, που έβλεπα το σκότος μου ως φως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. > Ακόμα και όταν ενδίδεις σε αυτόν [τον πόνο], το κάνεις για να διαφύγεις από αυτόν.

      Όταν αποστερείται τον πόνο, ο εθισμένος στον πόνο, πονάει.

      Διαγραφή
  13. "Heiliger Dankgesang eines Genesenen an die Gottheit, in der lydischen Tonart"

    https://youtu.be/bNJ6eYL4WMA

    ΑπάντησηΔιαγραφή