M.
Heidegger: Καθοδόν προς την στοχαστική Ποίηση
Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο μας –συγγραφείς: Στέφανος Ροζάνης & Δημήτρης Τζωρτζόπουλος– από τις εκδόσεις Διανόηση (Μασσαλίας 12 Αθήνα) με τίτλο: Martin Heidegger: Η Πορεία της Σκέψης προς την Ποίηση. Τα περιεχόμενα του βιβλίου έχουν ως εξής:
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ι.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Δημήτρης
Τζωρτζόπουλος:
Γιατί να διαβάζουμε
Heidegger; ………………………………………9
ΙΙ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
«…
Η φιλοσοφία μιλάει ελληνικά …»
Στέφανος
Ροζάνης:
1. Μεταξύ Πλάτωνος και
Heidegger ………………………………….25
1.1 Ομιλία και Γλώσσα
……………………………………………….25
1.2 Γλώσσα και φιλοσοφική ποιητική ………………………………..31
Δημήτρης
Τζωρτζόπουλος:
2. Heidegger: ο Hegel και οι Έλληνες: Ερμηνεία
και γλώσσα
στον ορίζοντα της Ελληνικής
Φιλοσοφίας …………………………..75
2.1 Λόγος και Είναι …………………………………………………..75
2.2 Οι Έλληνες και η άλλη Απαρχή ………………………………….83
2.3 Προς το Πράγμα της σκέψης …………………………………….95
2.4 Καθοδόν προς την
ουσία της τεχνικής …......................................106
ΙΙΙ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Γλώσσα
και Ποίηση:
Ο
Heidegger ερμηνεύει Hölderlin
Στέφανος
Ροζάνης:
1. «Τα πάντα είναι οικεία»
[Για μια απόφανση του
Martin Heidegger] …......................................133
Δημήτρης
Τζωρτζόπουλος:
2. Πώς κατανοείται η συνομιλία
Heidegger–Hölderlin; ……………..143
Γερμανικό–Ελληνικό–Αγγλικό
Γλωσσάρι …………………………157
§1.
Ο Χάιντεγκερ και η αναγκαιότητα της φιλοσοφίας
Ο
Χάιντεγκερ ανήκει σε εκείνους τους χαρισματικούς διανοητές της διαχρονικής σκέψης
που συνδυάζουν μεγάλα έργα και διάσπαρτα λάθη. Κάτι τέτοιο ισχύει για όλους
σχεδόν τους στοχαστές από την εποχή των Προσωκρατικών έως και σήμερα. Τίποτα
δεν κυοφορείται μόνο ρόδινα ούτε μόνο ολέθρια. Στην ιστορία του ανθρώπινου
πνεύματος, η σκέψη τέτοιων ολύμπιων δημιουργών, όπως επίσης του Πλάτωνος, του
Χέγκελ, του Νίτσε κ.λπ., δεν παύει να γνωρίζει αυθεντικές, στο δυνατό βαθμό,
ερμηνείες από σπουδαίους μελετητές μοναδικής ευαισθησίας και απαράμιλλης
επιστημονικής αφοσίωσης· όχι σπάνια όμως τείνει να κακοποιείται από κάποιους
τσαρλατάνους, εντός ή εκτός μορφωτικών ιδρυμάτων, που οι «φιλοσοφικές» τους
δυνατότητες εξαντλούνται στο να μιμούνται ή να αναπαράγουν, με νηπιακό τρόπο,
διάφορα ιδεολογικά στερεότυπα. Ιδεολογία, σύμφωνα με τον Χέγκελ, σημαίνει
αχυροφαγία. Μόνο η κάθε είδους ιδεολογική αχυροφαγία αποθρασύνεται πολλάκις και
αξιώνει να καταβροχθίζει τη δημιουργική σκέψη. Στην περίπτωση του Χάιντεγκερ, η
δημιουργική του σκέψη έμελλε να αναπτυχθεί σε πολύ δύσκολους καιρούς, έμπλεους
άλυτων ή δυσεπίλυτων αντιφάσεων, και αναλογικά να προκαλέσει τις πιο
αντιθετικές αντιδράσεις. Η ανεκτίμητη πάντως αξία του, ως του μεγαλύτερου
φιλοσόφου του εικοστού αιώνα, έγκειται, μεταξύ άλλων, στο ότι συνδυάζει
βαθύτητα σκέψης και αστείρευτη
ερμηνευτική δύναμη, που του επέτρεπε να διακρίνει ότι η νεωτερικότητα,
ήτοι η μετανεωτερικότητα, δεν μπορεί να υφίσταται παρά μόνο ως μια αδιάκοπη
ρήξη με τον παραδοσιακό τρόπο σκέψης και ως άνοιγμα σε νέες στοχαστικές
δυνατότητες. Ένα δείγμα τέτοιων δυνατοτήτων μας παρέχει ο φιλόσοφος με τα
ερμηνευτικά του εγχειρήματα γύρω από το Είναι, την τεχνική, τη γλώσσα, αλλά και
γύρω από τον ποιητικό στοχασμό.
Το βιβλίο, που συζητείται εδώ, ασχολείται
ακριβώς με τα παραπάνω ερμηνευτικά πεδία και επιχειρεί να δείξει εν τέλει τη
σημασία του ποιητικού Λόγου, ως εκείνης της
στοχαστικής γλώσσας-ομιλίας, που συνδέεται πολύ στενά με την αντίστοιχη
της φιλοσοφίας και έτσι γίνεται τόσο αποκαλυπτική της πολυπλοκότητας της
σύγχρονης ζωής, ώστε να αποτελεί τον αληθινό πνευματικό μας οίκο. Σύμφωνα με
τον Χάιντεγκερ, η φιλοσοφία είναι πολύ πιο μπροστά από το αντίστοιχο παρόν της και
παραμένει πάντα μια γνώση που υποτάσσει την εποχή της στο μέτρο της.
Η
φιλοσοφία είναι ουσιαστικά άκαιρη, επειδή ανήκει σε εκείνα τα λίγα πράγματα των
οποίων η μοίρα είναι να μη μπορούν ποτέ να βρουν άμεση απήχηση στο αντίστοιχο
παρόν τους και επίσης να μην τους επιτρέπεται ποτέ να τη βρουν. Όπου κάτι
τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει, όπου μια φιλοσοφία γίνεται της μόδας, είτε δεν
είναι πραγματική φιλοσοφία είτε αυτή παρερμηνεύεται και χρησιμοποιείται για
καθημερινές ανάγκες σύμφωνα με κάποιους ξένους προς αυτήν σκοπούς.
Η
φιλοσοφία, κατά ταύτα, δεν είναι ένα είδος πληροφοριακών γνώσεων, που θα
μπορούσε κανείς να τις μάθει άμεσα, όπως μαθαίνει τις χειροτεχνικές και
τεχνικές γνώσεις, ή θα μπορούσε να τις εφαρμόσει άμεσα, όπως εφαρμόζει τις
οικονομικές και γενικά τις επαγγελματικές γνώσεις, και να υπολογίζει κάθε φορά
στη χρησιμότητά τους. Απεναντίας, η αληθινή φιλοσοφία έχει βάθος, γι’ αυτό
μπορεί να ερμηνεύει, να κρίνει, να συλλογίζεται και να διανοίγει φωτεινούς ορίζοντες,
κατακεραυνώνοντας τη θλίψη και τους τριγμούς της καθημερινής ύπαρξης του
ανθρώπου.
§2 Πώς στοχάζεται ο Χάιντεγκερ την
ιστορικότητα του κόσμου;
Κεντρική θέση στο έργο
του Χάιντεγκερ κατέχει η ιστορικότητα του κόσμου. Με τούτη την έκφραση έρχονται
στο προσκήνιο δυο ισχυρές έννοιες του ανθρώπινου όντος: ο κόσμος και η ιστορικότητα,
ενώ συγχρόνως τίθεται από μόνο του το ζήτημα της σχέσης μεταξύ αυτών των δυο. Μια ερμηνεία τούτων των εννοιών και η
κατανόηση της σχέσης τους συνυφαίνεται, από άποψη αρχής, με το συνολικό έργο
της χαϊντεγκεριανής φιλοσοφίας. Ο βασικός άξονας, γύρω από τον οποίο
περιστρέφεται κάθε άνοιγμα του έργου σε νέα ερευνητικά επίπεδα, είναι και
παραμένει η έννοια του Είναι. Με την κατανόηση τούτης της έννοιας ασχολείται,
κατά πρώτο λόγο, το κύριο έργο του Χάιντεγκερ: Είναι και Χρόνος. Σε αυτό
το βιβλίο, ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να βρει μια κατάλληλη βάση από την οποία μπορεί
να αναπτυχθεί η προβληματική γύρω από το νόημα του Είναι. Όσο ασαφές παραμένει
αυτό το νόημα, τόσο πιο σαφής γίνεται η επεξεργασία του ίδιου του ερωτήματος
του Είναι. Ο Χάιντεγκερ ξεκινά από το Dasein [=εδωνά-Είναι]. Γιατί; Επειδή
θέλει να αναπτύξει συγκεκριμένα το ζήτημα της έννοιας του Είναι, καθώς το Είναι,
ως τέτοιο, σχετίζεται ουσιωδώς με το Είναι των όντων. Αλλά το ον που χρειάζεται
να αναλυθεί δεν μπορεί να είναι οποιοδήποτε ον, παρά μόνο εκείνο που θα πρέπει
να μας δώσει τη δυνατότητα να επεξεργαστούμε το ζήτημα του ίδιου του Είναι. Αυτή
τη δυνατότητα μας τη δίνει μόνο το Dasein, γιατί έχει μια δομή ύπαρξης, δηλαδή
μια δομή να εξ-ίσταται. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι απλώς ένα ον ανάμεσα στα
άλλα όντα, αλλά εκείνο το ον που βρίσκεται πάντα έξω από τον εαυτό του. Η ουσία
του είναι το «εντός-του-κόσμου-Είναι», γι’ αυτό και η δομή του είναι: DA-Sein= το da του
Sein,
δηλαδή το Είναι υπό τη μορφή του Εδωνά του.
Η σχέση Dasein και κόσμου
υπερβαίνει την κλασική αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου. Αυτή η σχέση μας
παρουσιάζει μια ενδοκοσμική κατανόηση. Το Dasein δεν είναι έξω από τον κόσμο
και για να εμβαθύνει κανείς στην εν έργω δομή του θα πρέπει να αναλύσει τα
δομικά στοιχεία του Είναι-μέσα-στον-κόσμο.
Για τη συγκεκριμένη ανάλυση ο Χάιντεγκερ δεν επιβάλλει μια μέθοδο έξωθεν, αλλά
ξεκινά από το καθημερινό Dasein και το
προσεγγίζει φαινομενολογικά. Δηλαδή το προσεγγίζει έτσι όπως λειτουργεί ως ον
μέσα στο φαινόμενο του κόσμου. Και λειτουργεί πάντοτε ανάλογα με το πώς
εκδηλώνεται το φαινόμενο του κόσμου. Τούτο το φαινόμενο είναι δομημένο, κατ’
εξοχήν, ως νόημα και η εκδήλωσή του δεν είναι παρά αυτή τούτη η προσφορά
νοήματος. Στη συνάφεια τούτη τα πράγματα δεν αποκτούν νόημα εκ των υστέρων,
αλλά είναι ήδη εγγεγραμμένα μέσα σε ένα από τα εκάστοτε νοήματα του κόσμου. Εδώ
ο Χάιντεγκερ ακολουθεί εν πολλοίς τη σκέψη του Χέγκελ, όσο κι αν προσπαθεί
διαρκώς να την ανταγωνίζεται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως
το Dasein είναι
ριγμένο μέσα στα νοήματα του κόσμου ως ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε μια
συγκεκριμένη κοινωνία και σε συγκεκριμένο πολιτισμό με συγκεκριμένη εκάστοτε
ιστορικότητα. Στο πλαίσιο αυτό και η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι άσχετη, στην
εκδήλωσή της, με την ιστορικότητα του χρόνου. Π.χ. η σκέψη του Χάιντεγκερ
στράφηκε προς τον ποιητικό στοχασμό σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένο
νοηματικό πρόταγμα της κοινωνικής συνθήκης. Αν δεν υπήρχαν τα συγκεκριμένα
νοήματα της κοινωνίας και του πολιτισμού κατά τη δεκαετία του τριάντα και μετά
(εθνικοσοσιαλισμός, πολιτικές αυταπάτες, θεοποίηση του κράτους, κρίση αξιών
κ.λπ.) πιθανόν η χαϊντεγκεριανή σκέψη να είχε άλλη τροπή.
Είναι αλήθεια πως η σκέψη
του Χάιντεγκερ υπέστη μια βαθιά μεταμόρφωση πριν και μετά τον τελευταίο πόλεμο.
Έτσι ο φιλόσοφος αφιέρωσε τους στοχασμούς του στο ιστορικό νόημα της ανθρώπινης
ύπαρξης, με φόντο την πνευματική κρίση που βίωνε η Γερμανία, η οποία πολώθηκε
γύρω από το πρόβλημα του νοήματος της ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτό η ιστορικότητα
αποτελεί βασική πτυχή της πρωταρχικής Χρονικότητας, η οποία αποκαλύπτεται σε
σχέση με την αυθεντική δυνατότητα-για-ύπαρξη του Dasein. Και η στροφή του Χάιντεγκερ προς
τον ποιητικό στοχασμό λαμβάνει χώρα σε σχέση με την αυθεντική
δυνατότητα-για-ύπαρξη του Dasein
του.
Η χρονικότητα-ιστορικότητα, επομένως, προκύπτει από το Dasein και δεν
υπερίπταται σε μεταφυσικούς ουρανούς. Γι’ αυτό και ο λόγος του φιλοσόφου για
τον θάνατο δεν γίνεται για το γεγονός του θανάτου ως τετελεσμένου Είναι αλλά
για τον προβολικό, καθαρά προβλεπτικό χαρακτήρα της ύπαρξης.
§3. Φιλοσοφία και Ποίηση
Η συζήτηση για τη σχέση
ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ποίηση είναι αρχέγονη. Για τους προσωκρατικούς, η
φιλοσοφία και η ποίηση ήταν στενά συνδεδεμένες. Ο Παρμενίδης, ας πούμε, αξιοποίησε εν ταυτώ τον
λόγο της σκέψης και τον λόγο της ποίησης. Στην περίπτωση της σκέψης ο λόγος
παρήγαγε τις απόλυτες αρχές της, στην περίπτωση της ποίησης ο λόγος καθοδηγούσε
την φαντασία του ταξιδιού προς την αλήθεια του Είναι. Αυτή η παράδοση άρχισε να
φθίνει με την πάροδο του χρόνου. Βλέπουμε πρωτίστως τον Σωκράτη του Πλάτωνος
συχνά να παραθέτει τους ποιητές, ειδικά τον Όμηρο, όταν χρειάζεται κάποια
έτοιμη σοφία απευθείας από μια σεβαστή πηγή. Είναι αλήθεια ότι η στάση του
Σωκράτη απέναντι στην αλήθεια αυτών των ποιητικών αναφορών συχνά χρωματίζεται
με μια κάπως ειρωνική δυσπιστία. Ο Πλάτων χρησιμοποιεί έναν ποιητικό σχεδόν
λόγο για να εκφράσει τα Λογικά νοήματα, ακόμη και σε εκείνα τα χωρία, όπου
μιλάει για τη διαμάχη φιλοσοφίας και ποίησης.
Στη σύγχρονη φιλοσοφική πράξη,
η ποιητική δραστηριότητα γενικά εξορίζεται στις σκοτεινότερες περιοχές της
αισθητικής και δεν γίνεται πλέον, με ορισμένες εξαιρέσεις, λόγος για την υπό
συζήτηση σχέση. Η συνηθισμένη γλώσσα και ο λόγος της επιστήμης παρέχουν πιο
αξιοσέβαστα πεδία για φιλοσοφική συζήτηση. Η διάκριση μεταξύ φιλοσοφίας και
ποίησης είναι τώρα τόσο άκαμπτα χαραγμένη ώστε ένας φιλόσοφος μπορεί να προστρέχει
στη μια ή την άλλη ποίηση, αλλά δεν χρειάζεται να καταφύγει στον ποιητικό λόγο για να συνθέσει το φιλοσοφικό του έργο.
Ο Martin Heidegger έρχεται να αμφισβητήσει
μια τέτοια διαδικασία και επιλογή. Επιδιώκει να ενώσει ξανά αυτές τις διαχωρισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Στο
δημοσιευμένο έργο του από τη δεκαετία του 1930 έως σήμερα έχει ως έναν κοινό
παρονομαστή - άλλοτε σαφή, άλλοτε κρυμμένο σε σκοτεινές γωνίες - την
αλληλεπίδραση μεταξύ σκέπτεσθαι (Denken) και ποιείν (Dichten). Και τούτη την
αλληλεπίδραση την θεμελιώνει με βάση τη συνολική του αντίληψη γύρω από το τι
είναι φιλοσοφία. Φιλοσοφία, έτσι όπως την ξέρουμε παραδοσιακά, είναι για τον
Χάιντεγκερ η ιστορία της φιλοσοφίας και διακρίνεται ουσιωδώς από τη σκέψη,
ιδιαίτερα τη δική του. Η φιλοσοφία σίγουρα υπήρξε στοχαστική. Ο Χάιντεγκερ δεν
το αρνείται ποτέ αυτό. Αλλά η φιλοσοφία ως σκέψη εγείρει απαιτήσεις για τη
γλώσσα, την ποίηση και οτιδήποτε άλλο υπερβαίνουν τα όρια που η παραδοσιακή φιλοσοφία
και η ιστορία της έχουν θέσει σε όσους θα επιδίωκαν την λεπτή τέχνη του
στοχασμού. Κάθε φιλοσοφία υπήρξε στοχαστική, αλλά η σκέψη δεν χρειάζεται να
είναι φιλοσοφική, σύμφωνα με αυτό που ο Χάιντεγκερ αντιλαμβάνεται ως τον
παραδοσιακό τομέα της φιλοσοφίας.
Ο φιλόσοφος σκοπεύει με
τη σκέψη του να αντισταθμίσει ολόκληρη την παράδοση. Αυτή η σκέψη ενδιαφέρεται
πρωτίστως για τη γλώσσα ως όχημα φιλοσοφικής δραστηριότητας και διορατικότητας.
Υπό την προϋπόθεση της πραγμάτευσης της γλώσσας ως τέτοιου οχήματος
εκτυλίσσεται και η πορεία της σκέψης προς τον ποιητικό στοχασμό. Κατ’ αυτήν την
πορεία η ουσία της γλώσσας συνάπτεται με οντολογικές προοπτικές, δηλαδή
προοπτικές σε σχέση με το νόημα του Είναι· κατ’ άλλον τρόπο, με το πώς η
ομιλούμενη γλώσσα μπορεί να συμβάλει σε μια πιο επαρκή άρθρωση των όντων και της
σχέσης τους με το Είναι.
Κάθε γλώσσα που μιλιέται
και μιλάει βασίζεται στη γλώσσα ως Λέγειν. Τούτο το Λέγειν όμως δεν είναι κάτι
το αφηρημένο, το α-νοηματικό: π.χ. μια τυπολογική άρθρωση προτάσεων ή
συνάρθρωση λέξεων και τα παρόμοια, αλλά συγκεκριμενοποιείται κάτω από δυο
τύπους του: το σκέπτεσθαι και το δημιουργικό ποιείν, τη δημιουργική
ποιητικοποίηση-ποιητικότητα. Οποιοσδήποτε άλλος τύπος του Λέγειν υποτάσσεται σ’
αυτούς τους δυο τύπους, γιατί αυτοί-εδώ γίνονται πιο αποκαλυπτικοί οντολογικά, δηλαδή
σε σχέση με το Είναι. Η λέξη, το λέγειν ως λόγος ή ομιλία μιλάει ουσιωδώς τότε
μόνο, όταν συντονίζεται με το νόημα, με το οποίο το εκάστοτε διερευνώμενο
γίνεται πραγματεύσιμο μέσα από την ιστορία του σκέπτεσθαι και της ποιητικοποίησης,
ήτοι μέσα από τη Χρονικότητα της παρ-Ουσίας, όπως αποδίδεται από έναν δεδομένο ποιητικοποιημένο
Λόγο, ήτοι ποιητικό στοχασμό. Ένας τέτοιος, νοηματικά πλούσιος, ποιητικός Λόγος
είναι, για τον Χάιντεγκερ ο Hölderlin, με τον οποίο
ασχολείται, μεταξύ τόσων άλλων, το Νέο μας Βιβλίο:
Martin Heidegger: η Πορεία της Σκέψης προς την Ποίηση
