Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Από τον κόσμο των ιδεών

                                 
                            Ι. Η  ΙΔΕΑ  ΤΗΣ  ΠΡΟΟΔΟΥ

                            
·        Πολλοί άνθρωποι αξιολογούν την ιδέα της προόδου με ποσοτικά κριτήρια· τη συνδέουν συνήθως με τη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας και με την τεχνολογική πρόοδο ή με την πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού.
·        Πιο ειδικά θεωρούν ως πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας την ποσότητα των επιτευγμάτων ή φαινομένων που συνεπάγεται η ανάπτυξη της τεχνο-επιστήμης.
·        Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η διάδοση της επιστήμης συντελεί στη διάλυση εδραιωμένων προκαταλήψεων ή εσφαλμένων πεποιθήσεων και στην κατάκτηση ενός συνόλου πεποιθήσεων ή αντιλήψεων, οι οποίες  χαρακτηρίζονται για τον ορθολογικό και προοδευτικό τους χαρακτήρα.
·        Ακόμη υποστηρίζεται, με ένα τρόπο πολύ αφηρημένο, πως η επιστήμη με τις τεχνολογικές της εφαρμογές μπορεί να επιλύσει εν πολλοίς ή και οριστικά τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.
·        Τα στοιχεία που αναφέρονται συνήθως προς επαλήθευση των πιο πάνω ισχυρισμών ή θεωρήσεων είναι περίπου τα εξής: α) τα επίπεδα διαβίωσης είναι τα υψηλότερα από κάθε άλλη περίοδο του παρελθόντος· β) η προσδοκία της μακροζωίας είναι πιο μεγαλύτερη από ποτέ· γ) τα επίπεδα υγείας και διατροφής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά· δ) οι πιο πολλές ασθένειες έχουν νικηθεί· ε) τα ταξίδια και οι επικοινωνίες γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα· στ) η γνώση αυξάνεται με τους πιο γοργούς ρυθμούς· ζ) καθημερινά παρατηρείται μια επαναστατική αλλαγή στις συνήθειες, τα ήθη, τις κοσμοαντιλήψεις, στις πεποιθήσεις κ.λπ.
·        Γενικώς, οι αποτιμήσεις της εποχής μας περί προόδου δεν είναι μονοσήμαντες. Οι μεν ταυτίζουν την τεχνολογική πρόοδο με την πρόοδο ως καθολικό φαινόμενο, οι δε την θεωρούν ως μια πρόοδο σε ποσότητες, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες για τον άνθρωπο.
·        Τέτοιες αρνητικές συνέπειες είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υποβάθμισή του, η καταστροφή των παραδοσιακών ηθών, η υποταγή των ανθρώπων στην εξουσία των μηχανών και των ασημαντοτήτων, η αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων, η καλπάζουσα ανθρώπινη δυστυχία κ.λπ.
·        Αναμφισβήτητα καμιά άποψη δεν μπορεί να υιοθετείται απόλυτα: η ποσοτικοποίηση της θετικής ή αρνητικής προόδου είναι δεδομένη. Η πρόοδος εμφανίζεται να έχει αντιφατικό χαρακτήρα.
·        Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς πρέπει να αποτιμά ο σημερινός άνθρωπος την πρόοδο και την εξέλιξη του τεχνολογικού πολιτισμού;
·        Για να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει να ξεκινά από αυτό που υπάρχει και αναπαράγεται συνεχώς:
·        Σήμερα όλα «είναι περισσότερα»· α) ποσοτικοποίηση θετικής προόδου: ειδικοί, μηχανές, υπολογιστές, πληροφορίες, γνώσεις, επικοινωνίες, τεχνικοί, επιστήμονες κ.α. β) ποσοτικοποίηση της αρνητικής προόδου:  ορισμένες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί ή υποχωρήσει, εμφανίζονται όμως άλλες και με ταχύ ρυθμό, οι πόλεμοι «ευδοκιμούν», ο αμοραλισμός αυξάνεται, μαζοποίηση ανθρώπων, αμετρία κ.λπ.
·        Η πρόοδος, στην αυθεντική της σύλληψη, δεν είναι μόνο και κύρια αυτή η ποσοτικοποίηση ούτε πολύ περισσότερο ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός.
·        Απεναντίας συνιστά θεμελιώδη εκδήλωση και ιδιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
·        Κάθε επίτευγμα ενσωματώνεται και οφείλει να ενσωματώνεται στον πολιτισμό και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ανθρώπου. Άρα προϋποθέτει την ποιοτική του αξιοποίηση.
·        Με δεδομένη την πιο πάνω περιγραφή πώς πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, που λαμβάνει χώρα ραγδαία αλλά δεν παύει να γεμίζει τη ζωή μας με αντιθέσεις και αντιφάσεις;
·         Με κριτικό μάτι και με διαλεκτική αποτίμηση του θετικού και του αρνητικού, της ποιότητας και της ποσότητας, της ανθρωπιάς και της τεχνολογίας.
·        Είτε κανείς είναι παρατηρητής των επιστημονικών επιτευγμάτων και των τρόπων, με τους οποίους αυτά εισάγονται ή εφαρμόζονται στη ζωή μας, είτε συμμετέχει –έμμεσα ή άμεσα– πρέπει να καλλιεργεί την ευαισθησία του, να διέπεται από ανώτερες αρχές, να αναπτύσσει την πνευματικότητά του και να αποκτά αισθητικό κριτήριο.
·        Τότε μπορούμε να διακρίνουμε το θετικό και το αρνητικό που μας επιφυλάσσει η μια ή η άλλη πολιτισμική εξέλιξη.
·         Από άποψη αρχής, ο πολιτισμός οφείλει να λειτουργεί λυτρωτικά και απελευθερωτικά, κάτι που παραμένει το ζητούμενο.
·        Ο διαχωρισμός πνευματικού και υλικού πολιτισμού σημαίνει ότι ο κόσμος αποξενώνεται από τον άλλο του εαυτό.
·        Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται στη συνέχεια μοιραίος και για τη διχοτόμηση της ανθρώπινης ουσίας ανάμεσα σε στεγνή, αναίσθητη εξειδίκευση και σε ευαίσθητη πνευματικότητα.
·        Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων (Adorno).
·        Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
·        Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
·        Τελικά κάθε περίοδος της ζωής μας απηχεί μια ουσιαστική πρόοδο ή εξέλιξη,  όταν αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες (υλικές και πνευματικές) της κοινωνίας με απώτερο στόχο όχι μόνο το ζειν αλλά το ευ ζειν.

                          ΙΙ. Κείμενα

1. «Οι μηχανές γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες στη μορφή τους, όλο και πιο ασκητικές, μυστικιστικές και για όλο και πιο λίγους μυημένους. Περιπλέκουν τη γη με έναν απέραντο ιστό λεπτών δυνάμεων, ρευμάτων και τάσεων. Το σώμα τους γίνεται όλο και πιο πνευματικό, όλο και πιο σιωπηλό. Αυτοί οι τροχοί, κύλινδροι και μοχλοί δεν μιλούν πια. Καθετί αποφασιστικό αποσύρεται στην εσωτερικότητά τους…».

2. «Έχει δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ εφαρμοσμένης επιστήμης και τεχνολογίας· και αυτό είναι λογικό, γιατί η διάκριση αυτή δεν έγινε ποτέ με σαφήνεια. Η διαφορά τους στηρίζεται κυρίως στον τύπο προσέγγισης. Ο εκπρόσωπος της εφαρμοσμένης επιστήμης ασχολείται με την ανακάλυψη εφαρμογών για την καθαρή θεωρία. Ο τεχνολόγος έχει ένα πρόβλημα που βρίσκεται λίγο πιο κοντά στην πρακτική».

3. «Ο τεχνικός είναι πάντα ένας ειδικός και δεν μπορεί καθόλου να ισχυριστεί ότι ελέγχει κάποια τεχνική εκτός από τη δική του. Εκείνοι για τους οποίους η τεχνολογία αντλεί το νόημά της από τον ίδιο τον εαυτό της πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουν τις αξίες που δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουν. Και μάλιστα ποτέ δεν θα τις αναζητήσουν».



Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Από τη Φιλοσοφία του Πολιτισμού

                             
                       ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ  ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

       1. Διαφοροποίηση κουλτούρας και πολιτισμού

  • Η έννοια του πολιτισμού γενικώς είναι ενιαία και περιλαμβάνει τόσο τον τεχνικό όσο και τον πνευματικό πολιτισμό. 
  • Γι’ αυτό συχνά μιλάμε για ανθρώπινο πολιτισμό, ο οποίος πάντοτε συνδέεται και οφείλει να συνδέεται με την ευτυχία του ανθρώπου.
  • Στους κόλπους αυτού του πολιτισμού γίνεται η διαφοροποίηση ανάμεσα στην κουλτούρα και στον πολιτισμό ως επί μέρους έκφραση του τεχνικού πολιτισμού.
  • Η κουλτούρα διατηρεί πάντοτε τη χροιά της πνευματικής κουλτούρας ή του πνευματικού πολιτισμού.
  • Ο πολιτισμός αφορά συνήθως τον υλικό και τεχνικό πολιτισμό.
  • Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει επίσης για υλικό και πνευματικό πολιτισμό.
  • Ιστορικά αυτή η διαφοροποίηση θεμελιώνεται στο διαχωρισμό ανάμεσα στην εξωτερική τεχνική και την καθαρή θεωρία.
  •  Ο σύγχρονος πολιτισμός συνδέθηκε με την ανάπτυξη του πολιτισμού από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και με την ανάπτυξη των πόλεων. Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
  • Κάθε περίοδος της κουλτούρας συνδέεται και με την πραγματική ζωή της κοινωνίας.
      
       2. Είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός σε κουλτούρα και πολιτισμό;

  • Ο διαχωρισμός των δύο εννοιών σημαίνει ότι ο κόσμος διχοτομείται ανάμεσα στη θεωρία ή τις ιδέες (κουλτούρα) και στην ορατή υλικότητα του πολιτισμού.
  • Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων.
  • Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
  • Ο πολιτισμός οφείλει να είναι ενιαίος, για να μπορεί να λειτουργεί απελευθερωτικά.
  • Κάθε διαχωρισμός ή διχοτόμηση οδηγεί σε κατακερματισμό την ανθρώπινη ύπαρξη και τις αντίστοιχες κοινωνίες.
  • Το αποτέλεσμα τότε είναι να υψώνεται πάνω από την ανθρώπινη κοινότητα μια απρόσωπη και στυγερή εξουσία, που με τη συνδρομή της τεχνολογίας, την ιδεολογική περιχαράκωση και μια αλλοτριωτική δημοκρατικοφάνεια παραλύει το ζωτικό πνεύμα του λαού και τον μετατρέπει σε όχλο.
  • Το ζητούμενο πάντοτε είναι μια διαλεκτική ανάπτυξη του πνευματικού και του υλικού πολιτισμού.



Από τη Λογική του Είναι

                       
                     Hegel: Είναι–Μηδέν–Γίγνεσθαι

                                     Το  Είναι
 
 ­«Είναι, καθαρό Είναι­, –χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό. Στην απροσδιόριστη αμεσότητά του είναι ίσο μόνο με τον εαυτό του και δεν είναι επίσης άνισο ως προς άλλο· δεν έχει καμιά διαφορετικότητα εντός εαυτού, ούτε προς τα έξω. Εάν το Είναι περιείχε κάποιον προσδιορισμό ή περιεχόμενο, που θα μπορούσε να είναι διαφοροποιημένο στο εσωτερικό του ή δια του οποίου θα ετίθετο ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο, τότε αυτό το Είναι δεν θα μπορούσε να μένει σταθερά στην καθαρότητά του. Τούτο είναι η καθαρή απροσδιοριστία και κενότητα. –Δεν υπάρχει ­τίποτα­ που να είναι αντικείμενο εποπτείας μέσα σ’ αυτό, εάν μπορεί κανείς να μιλάει εδώ για εποπτεύειν· ή είναι μόνο τούτο το ίδιο το καθαρό, κενό εποπτεύειν. Εξίσου λίγο μπορεί κάτι να είναι μέσα σ’ αυτό αντικείμενο του νοείν, ή αυτό είναι ομοίως τούτο μόνο το κενό νοείν. Το Είναι, το απροσδιόριστο Άμεσο, στην πράξη είναι ­μηδέν­ και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από μηδέν».

                                             Το  Μηδέν

        ­«Μηδέν­, ­το καθαρό μηδέν· είναι απλή ισότητα με τον εαυτό του, εντελής κενότητα, απουσία κάθε προσδιορισμού και περιεχομένου· κατάσταση–μη–διαφοροποίησης μέσα σ’ αυτό το ίδιο. –Στο βαθμό που μπορεί κανείς να μνημονεύει εδώ εποπτεύειν και νοείν, αυτό λογίζεται ως μια διαφορά ως προς το εάν κάτι ή τίποτα ­είναι αντικείμενο της εποπτείας ή του νοείν. Το να είναι το τίποτα [ή το μηδέν] έχει λοιπόν μια σημασία·  αμφότερα [εποπτεύειν και νοείν] είναι διαφοροποιημένα, κατά τρόπο που το μηδέν να είναι (υπάρχει) στο δικό μας εποπτεύειν και νοείν· ή μάλλον αυτό είναι το ίδιο το κενό εποπτεύειν και νοείν, και το ίδιο εποπτεύειν ή νοείν ως το καθαρό Είναι. –Το μηδέν είναι συνεπώς ο ίδιος προσδιορισμός ή μάλλον η ίδια απουσία  προσδιορισμού και έτσι το ίδιο εν γένει με αυτό που είναι το καθαρό ­Είναι­».

                                          Το  Γίγνεσθαι
­
        «­To καθαρό Είναι και το καθαρό μηδέν είναι λοιπόν το ίδιο­. Εκείνο που συνιστά την αλήθεια, δεν είναι ούτε το Είναι ούτε το μηδέν, αλλά το γεγονός ότι το Είναι –δεν μεταβαίνει– αλλά έχει μεταβεί στο μηδέν, και το μηδέν στο Είναι. Εξίσου καλά όμως η  αλήθεια δεν βρίσκεται στην καταστασιακή τους μη-διαφοροποίηση, αλλά στο γεγονός ότι ­αυτά δεν είναι το ίδιο­, ότι είναι ­απολύτως διακεκριμένα­, αλλά το ίδιο αδιαχώριστα και αναπόσπαστα και ότι το ­καθένα­ άμεσα ­εξαφανίζεται μέσα στο αντίθετό του­. Η αλήθεια τους συνεπώς είναι αυτή η ­κίνηση­ του άμεσου εξαφανίζεσθαι του ενός μέσα στο άλλο:­ το γίγνεσθαι­· μια κίνηση, όπου αμφότερα είναι διαφοροποιημένα, αλλά μέσω μιας διαφοράς, η οποία  εξίσου άμεσα έχει καταλυθεί».

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Ιστορία της φιλοσοφίας

     ΓΚ. ΧΕΓΚΕΛ: Περί της ιστορίας της φιλοσοφίας

«Αυτό που μας παρουσιάζει η ιστορία της φιλοσοφίας είναι η σειρά των ευγενών πνευμάτων, η πινακοθήκη των ηρώων του  σκεπτόμενου Λόγου, που με τη δύναμη του Λόγου τούτου έχουν εισδύσει στην ουσία των πραγμάτων, της φύσης και του πνεύματος, στην ουσία του θεού και έχουν επεξεργαστεί για μας τον υπέρτατο θησαυρό, τον θησαυρό της γνώσης του Λόγου. Γι’ αυτό, τα συμβάντα και οι πράξεις αυτής της ιστορίας ανήκουν συγχρόνως σ’ εκείνο το είδος, όπου στο περιεχόμενό τους και στην ουσία τους δεν εισχωρεί τόσο η προσωπικότητα και ο ατομικός χαρακτήρας· [τούτο συμβαίνει] αντίθετα στην πολιτική ιστορία, [όπου]  το άτομο σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα του φυσικού του, της ιδιοφυίας του, των παθών του, της ενέργειας ή της αδυναμίας του χαρακτήρα του, γενικώς σύμφωνα με εκείνο, δια του οποίου αυτό είναι αυτό το άτομο, είναι το υποκείμενο των πράξεων και των συμβάντων. Με τα συμβάντα και τις πράξεις της ιστορίας αυτής πολύ περισσότερο ισχύει τούτο: τα παραγόμενα είναι τόσο πιο υπέροχα, όσο λιγότερο ο καταλογισμός και η επίτευξή τους αποδίδονται στο επί μέρους άτομο, όσο περισσότερο, απεναντίας, ανήκουν στην ελεύθερη σκέψη, στον καθολικό χαρακτήρα του ανθρώπου ως ανθρώπου, όσο περισσότερο αυτή η χωρίς ειδικά χαρακτηριστικά σκέψη είναι η ίδια το παραγωγικό υποκείμενο.
Αυτές οι πράξεις της σκέψης, ως ιστορικές,  εμφανίζονται κατ’ αρχήν να είναι μια υπόθεση του παρελθόντος και να βρίσκονται πέρα από τη δική μας πραγματικότητα. Στην πράξη όμως ό,τι είμαστε είμαστε συγχρόνως ιστορικά ή ακριβέστερα: όπως σ’ αυτό που [βρίσκεται] σε τούτη την περιοχή, δηλαδή στην ιστορία της σκέψης, το περασμένο είναι μόνο η μία πλευρά, έτσι και  σ’ αυτό που είμαστε, το κοινό άφθιτο είναι αλληλένδετα συνδεδεμένο με αυτό που είμαστε ιστορικά. Η περιουσία σε αυτοσυνείδητη λογικότητα, που ανήκει σε μας, στον τωρινό κόσμο, δεν γεννήθηκε άμεσα και δεν αναπτύχθηκε μόνο από το έδαφος του παρόντος, αλλά σ’ αυτήν είναι ουσιώδες τούτο, να αποτελεί κληρονομιά και ακριβέστερα το αποτέλεσμα της εργασίας και μάλιστα της εργασίας όλων των προηγούμενων γενεών του ανθρώπινου γένους».

Όψεις της μαζικής κουλτούρας

                            ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ  ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΗ
                                                
                                     Ι. ΓΕΝΙΚΗ  ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

 
·        Η τηλεόραση αποτελεί ένα πεδίο, το οποίο κυριαρχείται από τον φόβο της πλήξης και το άγχος της διασκέδασης.
·        Η πολιτική έτσι, που ασκείται μέσω της τηλεόρασης, θεωρείται πολλές φορές ένα άχαρο θέμα, άρα ένα θέαμα χωρίς ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό.
·        Ως τέτοιο θέαμα αντιβαίνει στο ήθος του Λόγου, για το οποίο μάχεται η ριζοσπαστική σκέψη από τον Ηράκλειτο έως και σήμερα.
·        Γι' αυτό όλοι οι παραγωγοί, ανα-παραγωγοί και εκτελεστές τέτοιων θεαμάτων φροντίζουν για τη βαθμιαία αποκρυστάλλωση ποικιλότροπων ιδεολογικών μυστικισμών και για να προετοιμάσουν την επιδρομή νέων βαρβάρων.
·        Συνέπεια όλων των παραπάνω είναι να απουσιάζει από την τηλεόραση η σωστή πληροφόρηση, η αξιοπρεπής ανάλυση, ο τεκμηριωμένος διάλογος, ο βαθύς προβληματισμός.
·        Περαιτέρω συμβαίνει όλο το φάσμα του πολιτικού και κοινωνικού χώρου να κατακυριεύεται από άγνωμους οπαδούς που  πρόθυμα εκχωρούν στους διαφόρους φυλάρχους το δικαίωμα να τους εξουσιάζουν και να ποδοπατούν τη ρίζα τoυ λογισμού  τους. 
·        Προς επίρρωση αυτής της αγνωμίας απλώνεται παντού η εικόνα μιας ανούσιας πολυλογίας ανάμεσα σε τακτικούς και εναλλάξιμους συνομιλητές.
·        Κυρίαρχος στόχος είναι να θυσιάζεται το καλό ρεπορτάζ, η σκεπτόμενη παρουσία ενός δημοσιογράφου, η διερευνητική ή ερευνητική άποψη ενός συνομιλητή στο βωμό της φτηνής διασκέδασης.
·        Κάθε συζήτηση λοιπόν ή κάθε παρουσίαση που αποσκοπεί στην χωρίς νόημα και ευαισθησία διασκέδαση ξεπέφτει σε εικονική ανταλλαγή απόψεων.
·        Η εικονική ανταλλαγή απόψεων σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες στο ένα ή το άλλο τηλεθέαμα γίνονται άκριτοι φορείς ή υποστηρικτές προκατασκευασμένων τοποθετήσεων, επιφανειακών απόψεων ή  δημαγωγικών κρίσεων.
·        Κύριο μέλημα της εικονικής ανταλλαγής απόψεων είναι να ελέγχεται η σκέψη του συνομιλητή και να κατευθύνεται μονομερώς η κοινή γνώμη.
·        Θεωρείται ανεπιθύμητη κάθε προσπάθεια για πιο σύνθετους συλλογισμούς, για την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας του τηλεθεατή, για την παραγωγή συγκεκριμένων γνώσεων, για μια ολοκληρωμένη πραγμάτευση ενός πολιτικού θέματος.
·        Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι η απόλυτη επικράτηση της δημαγωγικής υπεραπλούστευσης. Μια τέτοια υπεραπλούστευση οδηγεί στην υποβάθμιση των θεμάτων συζήτησης.
·        Ο δημοσιογράφος ακολουθεί τακτική συσκότισης, παραπληροφόρησης, εντυπωσιασμού. Ο ακροατής δεν αποκτά σφαιρική πληροφόρηση και δεν μπορεί, συνακόλουθα, να αναπτύσσει κριτική άποψη, με συνέπεια να χειραγωγείται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
·        Ο δημοσιογράφος δικαιολογεί τις αποβλακωτικές του επιλογές του με την πρόφαση ότι η εκλαϊκευση βοηθάει το κοινό να καταλαβαίνει καλύτερα και να μην πλήττει, αγνοώντας ή παραγνωρίζοντας, λόγω ιδίας αποβλάκωσης, πως είναι ο ίδιος πρωτίστως που δεν καταλαβαίνει τίποτε περισσότερο από αυτό που παρουσιάζει.
·        Αυτό τον νομιμοποιεί να υποκαθιστά τον δημιουργικό διάλογο με τη στείρα αντιπαράθεση, με  άγονους διαπληκτισμούς, με τη δημιουργία ενός κλίματος σύγκρουσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες στη συζήτηση.

      
                                         ΙΙ.  ΚΕΙΜΕΝΑ

1. «Όλη η αυθεντία των δημοσιογράφων συνίσταται σε μια γνώση του πολιτικού κόσμου, η οποία βασίζεται περισσότερο στο στενό κύκλο των επαφών και των εκμυστηρεύσεων (και μάλιστα των διαδόσεων και της φημολογίας) παρά στην αντικειμενικότητα της παρατήρησης και της έρευνας. Αυτοί λοιπόν έχουν την τάση να μεταφέρουν τα πάντα σε ένα έδαφος το οποίο ελέγχουν απόλυτα: επικεντρώνουν το ενδιαφέρον στο παιχνίδι και στους παίκτες, παρά στα διακυβεύματα του παιχνιδιού, σε ζητήματα καθαρής πολιτικής τακτικής, παρά στην ουσία των συζητήσεων, στις πολιτικές επιπτώσεις των λόγων με βάση τη λογική του πολιτικού πεδίου (τη λογική των συνασπισμών, των συμμαχιών, των συγκρούσεων μεταξύ των προσώπων), παρά στο περιεχόμενο των λόγων».

2. «Στις κοινωνίες μας, στις οποίες υπάρχει όλο και λιγότερη αλληλεγγύη και οι οποίες έχουν γίνει δημοκρατίες της μοναξιάς, το να βλέπει κανείς τη διασημότητα να κατασκευάζεται  μπροστά στα μάτια του, με τόσο μεγάλη και προφανή ευκολία, γοητεύει (ή σκανδαλίζει) το κοινό, και ιδιαίτερα τους πιο νέους, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται ότι τελικά πρόκειται για μια απάτη. Γιατί, τη στιγμή που μαίνεται ο πόλεμος του ανταγωνισμού, το σύστημα των μέσων επικοινωνίας έχει επειγόντως ανάγκη από διασημότητες. Θέλει να τις παραγάγει γρήγορα, σε μαζική παραγωγή και να τις εκμεταλλευτεί εν θερμώ. Σε αυτή την κανιβαλική φύση της μαζικής κουλτούρας, η πρόοδος της υποταγής προχωρεί με απίστευτη ταχύτητα και έχουμε φτάσει στο σημείο να κατασκευάζονται διασημότητες μιας χρήσεως».







Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Από το ήθος του Λόγου

                           Ρήσεις του Hegel

1. «O άνθρωπος είναι κύριος του πεπρωμένου του και του προορισμού του».

2. «Δεν υπάρχουν πιο σοβαροί και πιο χαρούμενοι άνθρωποι από τους Έλληνες».

3. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσηλώνεται στο συγκεκριμένο ένα …».

 4. «Αυτό, με το οποίο έχει να κάνει η φιλοσοφία, είναι πάντοτε κάτι το συγκεκριμένο και απόλυτα παρόν».

5. «Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν φθονεί, αλλά αναγνωρίζει πρόθυμα το μεγάλο και υψηλό και χαίρεται για την ύπαρξή του».

6. «Αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο είναι η αυτογνωσία του».

7. «Δεν υπάρχει κανένας ήρωας για τον καμαριέρη του· όχι βέβαια, επειδή ο ήρωας δεν είναι  ήρωας, αλλά επειδή ο καμαριέρης είναι καμαριέρης, με τον οποίο ο ήρωας δεν έχει δοσοληψίες ως ήρωας, αλλά ως ένας άνθρωπος που τρώει, πίνει και ντύνεται».

8. «Ο άνθρωπος πρέπει να φάει και να πιει, καλλιεργεί σχέσεις με φίλους και γνωστούς, έχει αισθήματα και εξάψεις της στιγμής».

9. «Ο άνθρωπος είναι αυτοσκοπός μόνο χάρη στο θείο που ενυπάρχει μέσα του …».

10. «Το κράτος είναι ο πολιτικός θεός ...».

11. «Το να συλλαμβάνει το πνεύμα τον εαυτό του σημαίνει να τον συλλαμβάνει σκεπτόμενο».

12. «Το μέσο πρέπει να είναι αντίστοιχο  με την αξιοπρέπεια του σκοπού, και το αληθινό δεν μπορούν να το γεννήσουν η επίφαση και η ψευδαίσθηση, αλλά μόνο το αληθινό».

13. «Όσες αρχές κι αν εμφυσήσουμε στη μετριότητα και τα ταλέντα της, θα είναι πάντα χαμένος κόπος».

14. «Ο άνθρωπος, όταν έχει συντριβεί από τη μοίρα, μπορεί να χάσει τη ζωή του, όχι όμως και την ελευθερία του. Αυτή η πράξη τού να στηρίζεται στον εαυτό του είναι εκείνο  που του επιτρέπει, ακόμα και μέσα στον πόνο, να διατηρεί και να εκδηλώνει την ευδία της νηφαλιότητας».  

15. «Ο άνθρωπος είναι τούτο: όχι μόνο να φέρει εντός εαυτού την αντίφαση της πολλαπλής του φύσης, αλλά να την υποφέρει και εδώ μέσα να μένει αντάξιος και πιστός προς τον ίδιο τον εαυτό του».

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ηθική Φιλοσοφία

                                       
                             ΗΘΙΚΕΣ   ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ
                        
·   Υπάρχουν πολλά είδη ηθικής σύγκρουσης:
             α) σύγκρουση με τους άλλους.
 β) σύγκρουση με τον εαυτό μας.
             γ) σύγκρουση για το τι πρέπει να κάνουμε με τις άλλες απόψεις.
 δ) σύγκρουση σχετικά με το ποιες από τις απόψεις των άλλων πρέπει να   αποδεχόμαστε ή να απορρίπτουμε.

·  Τα διάφορα είδη ηθικής σύγκρουσης ανήκουν στην κατηγορία της σύγκρουσης καθηκόντων.
 Παραδείγματα σύγκρουσης καθηκόντων:
 α) να λέει κανείς την αλήθεια και να σώζει τη ζωή κάποιου ή να αποφεύγει να του προκαλέσει στενοχώρια.
 β) να λέει κανείς ψέμα για να σώζει ζωές.
 γ) πίστη στους φίλους ή στους ευεργέτες ή πίστη στην πατρίδα ή σε επαγγελματικούς κώδικες ή σε σημαντικές αναλήψεις υποχρεώσεων.

·  Λόγοι που μπορεί να προκαλούν τέτοιες συγκρούσεις:
α) ασυμβίβαστες ή μη πραγματοποιήσιμες υποσχέσεις.
β) λάθη επιλογής ή αδυναμίες.
γ) ελλιπής γνώση.
δ) κυρίως το γεγονός ότι δύο είδη ηθικών απαιτήσεων, που είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα ή σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

·  Οι σημασίες του «πρέπει»:
α) το «πρέπει» ως ηθικά απαιτούμενο.
β) το «πρέπει» με την έννοια ότι μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει κάτι.
γ) το «πρέπει» με την έννοια ότι αποφασίζει κανείς να εκπληρώσει μια από δύο ή περισσότερες υπαρκτές υποχρεώσεις.
δ) το «πρέπει», χρησιμοποιούμενο ως «υποχρέωση» και «καθήκον» για δυο διαφορετικούς σκοπούς:
 1. για να αναφέρουμε ή να εκφράσουμε ηθικές απόψεις ή απαιτήσεις της κοινωνίας.
 2. για την εκφράσουμε προσωπική ηθική άποψη ή πεποίθηση.

·  Τρόποι αντιμετώπισης των ηθικών συγκρούσεων:

α) να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα καθήκοντα που ανήκουν στην τάξη της υποχρέωσης, π.χ. να λέει κανείς την αλήθεια, να τηρεί τους νόμους κ.λ.π., και στα επιθυμητά καθήκοντα, π.χ.  το ενδιαφέρον ή η επιθυμία κάποιου να γίνει πλούσιος κ.α.
β) τα υποχρεωτικά ή τέλεια καθήκοντα ή τα καθήκοντα της τέλειας υποχρέωσης έχουν μια γενική ισχύ και δεν οδηγούν σε συγκρούσεις, γιατί δεν υπάρχει προαίρεση. Μπορούμε να επιλέξουμε μόνο τον τρόπο επιτέλεσης αυτών των καθηκόντων.
γ) Τα πρώτα δεν επιδέχονται αναβολή ή ακύρωση σε αντίθεση με τα δεύτερα.
δ) Τα τέλεια καθήκοντα είναι καθορισμένα και συνεπάγονται αντίστοιχα δικαιώματα σε συγκεκριμένα άτομα.