Κυριακή 24 Απριλίου 2011

M.Heidegger: Προς τη σκέψη του Εί-ναι



                                M. Heidegger

                                       ΝΕΥΜΑΤΑ
                                          μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος

                                                         [1]
                                Το άλλο σκέπτεσθαι
                                   
                                   
                                    Πάρε την τελευταία λάμψη της ευλογίας,
                                    μόνο από τη σκοτεινή εστία του Εί-ναι,
                                    αυτή να πυροδοτεί την απόκριση:
                                    θεότητα–ανθρωπινότητα  Ένα.

                                    Ρίψε τη χρεία του παράτολμου ξέφωτου
                                    ανάμεσα σε κόσμο και γη ως άσμα
                                    όλων των πραγμάτων για την καθιέρωση
                                    χαρούμενων ευχαριστιών κατά δίκην και τάξη.

                                    Φύλαξε στο λόγο τη σιωπηλή γνώση
                                    ενός άλματος πάνω από μεγάλο και μικρό
                                    και απώλεσε τα άδεια ευρήματα
                                    ξαφνικής απολαμπής στην πορεία προς το Είναι.

                                     

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Από τη φιλοσοφία του Hegel

                            G.W.Fr. Hegel

               Η  έννοια  της  ατομικότητας

                    μτφρ. Δημήτρης Τζωρτζόπουλος

…απόλυτη αντί-θεση βρίσκεται σε ισχύ. Ένα είδος των αντι-θέσεων είναι η πολλότητα των ζωντανών όντων· τα ζωντανά όντα πρέπει να εξετάζονται ως οργανώσεις· η πολλότητα της ζωής τελεί σε αντί-θεση: ένα τμήμα της πολλότητας τούτης εξετάζεται απλώς ως ευρισκόμενο σε σχέση και έχει το Είναι του μόνο υπό τη μορφή της συνένωσης· ας σημειωθεί ότι αυτό το τμήμα είναι το ίδιο μια απέραντη πολλότητα, επειδή φέρνει μέσα του ζωή. Το άλλο τμήμα, το οποίο είναι επίσης απέραντη πολλότητα, δεν εξετάζεται παρά ως ευρισκόμενο σε αντί-θεση και έχει το Είναι του μόνο μέσα από τον χωρισμό του από το πρώτο τμήμα· κατά τον ίδιο τρόπο,  το πρώτο τμήμα είναι κι αυτό προσδιορισμένο έτσι, ώστε να έχει το Είναι του μόνο μέσα από τον χωρισμό του από το δεύτερο τμήμα. Το πρώτο τμήμα  δηλώνει μια οργάνωση, ένα άτομο. Από μόνο του γίνεται φανερό πως ετούτη η ζωή, της οποίας η πολλαπλότητα εξετάζεται μόνο υπό την ισχύ σχέσης και η σχέση τούτη αποτελεί το Είναι της, μπορεί συγχρόνως να εξετάζεται εν μέρει και ως εσωτερικά διαφορετική, ως απλή πολλότητα· η σχέση της δεν είναι περισσότερο απόλυτη απ’ ό,τι [ο] χωρισμός των σχετιζομένων τμημάτων· εν μέρει επίσης πρέπει να σκεπτόμαστε τη δυνατότητά της να έρχεται σε σχέση με το τμήμα που είναι αποκλεισμένο απ’ αυτή, τη δυνατότητα δηλαδή να απολέσει την ατομικότητά της ή να συνδεθεί με αυτό που είναι αποκλεισμένο. –Παρόμοια το πολλαπλό, το αποκλεισμένο από ένα οργανικό όλο, το οποίο έχει το Είναι του μόνο στην αντί-θεση,  συγχρόνως πρέπει εν μέρει όχι [μόνο], ως διεαυτό, να κάνει αφαίρεση από εκείνη την οργάνωση και εντός εαυτού [=εσωτερικά] να είναι απόλυτα πολλαπλό, αλλά ως εντός εαυτού [=εσωτερικά] πολλαπλό να βρίσκεται συνάμα σε σχέση· εν μέρει επίσης πρέπει να συνδέεται με το αποκλεισμένο απ’ αυτό το πολλαπλό ζωντανό ον. Η έννοια της ατομικότητας κλείνει μέσα της αντί-θεση προς την απέραντη πολλαπλότητα και προς τη σύνδεση με αυτή την ίδια [την έννοια]· ένας άνθρωπος είναι μια ατομική ζωή, στο βαθμό που είναι μια ζωή διαφορετική από όλα τα στοιχεία και από την απεραντοσύνη των ατομικών ζωών που βρίσκονται έξω απ’ αυτήν. Ο άνθρωπος είναι μια ατομική ζωή μόνο, στο βαθμό που συνιστά ενότητα με όλα τα στοιχεία, με όλη την απεραντοσύνη των [ατομικών] ζωών που βρίσκονται έξω απ’ αυτόν. Ο άνθρωπος είναι [=υπάρχει] μόνο, στο μέτρο που το σύμπαν της ζωής διαιρείται: αυτός είναι το ένα τμήμα, όλα τα υπόλοιπα είναι το άλλο τμήμα· αυτός είναι μόνο, στο μέτρο που ο ίδιος δεν είναι κανένα τμήμα και δεν αποχωρίζει τίποτε απ’ αυτόν.
Εάν λάβουμε ως προϋπόθεση την αδιαίρετη ζωή, εάν τη δεχθούμε ως παγιωμένη, τότε μπορούμε  να θεωρήσουμε τα ζωντανά όντα ως εξωτερικεύσεις της ζωής, ως παραστάσεις της. Συγχρόνως, η πολλαπλότητα αυτών των όντων, ακριβώς επειδή τίθενται ως εξωτερικεύσεις, είναι τεθειμένη ως απέραντη και τη στοχαζόμαστε εδραιωμένη υπό την εξής μορφή: ήρεμα, σταθερά υφιστάμενα σημεία, άτομα. Εάν λάβουμε ως προϋπόθεση ένα ζωντανό ον και μάλιστα εμάς που θεωρούμε το πράγμα, τότε βλέπουμε πως η ζωή, που είναι τεθειμένη έξω από τη δική μας περιορισμένη ζωή, είναι μια απέραντη ζωή απέραντης πολλαπλότητας, απέραντης αντίθεσης, απέραντης σχέσης· ως πολλότητα είναι μια απέραντη πολλότητα από οργανώσεις, από άτομα, ως ενότητα είναι ένα μοναδικό οργανωμένο, χωρισμένο και ενωμένο όλο, —είναι η φύση. Ετούτη είναι μια οντοθεσία της ζωής, γιατί ο αναστοχασμός  έχει φέρει στη ζωή τις έννοιές του, αυτές δηλαδή της σχέσης και του χωρισμού, του ενικού όντος, ήτοι του ατόμου που υφίσταται για τον εαυτό του, και του καθολικού· επίσης του όντος που τελεί σε συνάφεια, του μεν ενικού όντος ως ενός περιορισμένου, του δε καθολικού ως ενός απεριόριστου. Έτσι ο αναστοχασμός έχει καταστήσει, μέσα από τη διαδικασία της οντοθεσίας, τη ζωή φύση.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Martin Heidegger: Από την εμπειρία της σκέψης II



MARTIN  HEIDEGGER

 Από  την εμπειρία της σκέψης II
(Aus der Erfahrung des Denkens)
 μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος                     

                              VI
        
            Όταν ο αγέρας, αλλάζοντας γρήγορα, μουρμουρίζει στις ξυλώσεις
            της   καλύβας και ο καιρός απειλεί να γίνει άσχημος …

                     Τρεις κίνδυνοι απειλούν το σκέπτεσθαι.

                     Ο καλός και συνεπώς ο σωτήριος κίνδυνος είναι
 η γειτνίαση του άδοντος ποιητή.

                          Ο κακός και συνεπώς ο πιο οξύς κίνδυνος είναι το ίδιο το σκέπτεσθαι.  Πρέπει να σκέπτεται ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του, πράγμα που σπάνια μόνο το μπορεί.

                    Ο άσχημος και συνεπώς ο συγκεχυμένος κίνδυνος είναι
                       το φιλοσοφείν.

                    
                                VII

            Όταν μια καλοκαιριάτικη μέρα η πεταλούδα κάθεται πάνω
            στο λουλούδι και με κλεισμένα τα φτερά λικνίζεται μαζί του
            στον αγέρα του λιβαδιού ….

Όλο το θάρρος της καρδιάς είναι η αντηχούσα ανταπόκριση στην
   αξίωση του Είναι, η οποία συλλέγει τη σκέψη μας στο παιχνίδι
   του κόσμου.         

Μέσα στο σκέπτεσθαι κάθε πράγμα γίνεται μοναχικά και αργά.

                     Στη μακροθυμία ευδοκιμεί η μεγαθυμία.

                     Αυτός που σκέπτεται μεγάλως, πρέπει και μεγάλως
                        να σφάλλει.

                                VIII

Όταν ο χείμαρρος στο βουνό, μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά,
ιστορεί τις πτώσεις του πάνω στους συμπαγείς βράχους …

Το αρχαιότερο από τα αρχαία μάς ακολουθεί στον τρόπο
   σκέψης μας και όμως έρχεται να μας συναντήσει.

                    Να γιατί το σκέπτεσθαι συνάπτεται με την έλευση του
                        γεγονότος-όντος και είναι ανάμνηση.

                    Να είσαι αρχαίος σημαίνει: έγκαιρα να σταματάς εκεί
                        όπου η μοναδική σκέψη μιας οδού του σκέπτεσθαι
                        έχει διευθετηθεί στη δομή της.

Μπορούμε να αποτολμήσουμε το βήμα προς τα πίσω: από τη φιλοσοφία στη σκέψη του Είναι, στο μέτρο που μέσα στην προέλευση του σκέπτεσθαι έχουμε βρει την πάτρια εστία μας.

        
                              ΙΧ

Όταν οι χιονοθύελλες, τις νύχτες του χειμώνα,
τραντάζουν την καλύβα και ένα  πρωί  το τοπίο
 βρίσκει τη γαλήνη του στη χιονισμένη του επένδυση …


Ο λόγος του σκέπτεσθαι θα εφησύχαζε στην ουσία του,
      μόνο εάν γινόταν ανήμπορος να πει εκείνο που
      πρέπει να μείνει ανείπωτο.

                     Μια τέτοια ανημποριά θα έφερνε το σκέπτεσθαι
                          ενώπιον του Πράγματος.

Ποτέ δεν υπάρχει ό,τι ομιλείται και σε καμιά γλώσσα
     δεν υπάρχει ό,τι λέγεται.

Ότι υπάρχει πάντοτε και αιφνίδια ένα σκέπτεσθαι, ποιος εκπλησσόμενος θα ήθελε να διερευνήσει;

                                         
                               Χ

Όταν στις πλαγιές της ορεινής κοιλάδας, όπου οι
                     αγέλες προχωρούν αργά, τα κουδούνια ηχούν αδιάκοπα …

Ο ποιητικός χαρακτήρας του σκέπτεσθαι είναι ακόμα
     συγκαλυμμένος.

                    Όπου αυτός φανερώνεται, εξισώνεται για πολύ καιρό με
                         την  ουτοπία  μιας  ημιποιητικής  διάνοιας.

                    Αλλά η σκεπτόμενη ποίηση είναι στην πραγματικότητα
                         η τοπολογία του Είναι.

                   Αυτή λέγει στο Είναι τον τόπο διαμονής της ουσίας του.


                              XI

                  Όταν το εσπέριο φως,  γέρνοντας κάπου μέσα στο δάσος,
                  χρυσίζει τους κορμούς των δέντρων

                 Το να τραγουδάμε και να σκεπτόμαστε είναι οι γειτονικοί
                       κορμοί της ποίησης.
                Εκφύονται από το Είναι και φτάνουν στην αλήθεια του.

               Η σχέση τους μας κάνει να σκεφτούμε ό,τι ο Hölderlin
                   τραγουδά για τα δέντρα του δάσους:

                   «Και άγνωστοι μεταξύ τους παραμένουν,
                     όσο στέκουν, οι γειτονικοί κορμοί».

         Δάση απλώνονται
         Χείμαρροι ορμούν
         Βράχια διαρκούν
         Βροχή ρέει

         Λειμώνες αναμένουν
         Πηγάδια αναβρύζουν
         Άνεμοι κατοικούν
         Ευ-λογία βρίσκει το νόημά της. 
          












                                

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Martin Heidegger: Από την εμπειρία της σκέψης


                      MARTIN  HEIDEGGER
                
              Από  την εμπειρία της σκέψης 1947
               (Aus der Erfahrung des Denkens)
                       μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος


                            Ανάμεσα στα ψηλά έλατα … 


                                           Ι
             
                          Οδός και ισορροπία,
                          Πόρος και λόγος
                          Συναντώνται στην ίδια πορεία.

                         Όδευε και κόμιζε
                        Αστόχημα και ερώτημα
                        Στο δικό σου μοναδικό μονοπάτι.


                                                        ΙΙ

                Όταν το εωθινό φως σιωπηλά προβαίνει πάνω από τα βουνά …


                Το σκοτείνιασμα του κόσμου δεν φθάνει ποτέ στο φως του Είναι.

                Ερχόμαστε πολύ αργά για τους θεούς και πολύ νωρίς για το Είναι.
                  Το ποίημα του Είναι, που μόλις άρχισε, είναι ο άνθρωπος.

                Να οδεύεις προς ένα αστέρι· μόνο αυτό. 

                Σκέπτεσθαι είναι ο περιορισμός σε μια μόνο σκέψη που κάποτε
                  θα σταθεί σαν ένα αστέρι στον ουρανό του κόσμου.


                                                      ΙΙΙ

             Όταν μπροστά από το παράθυρο της καλύβας ο ανεμοδείκτης τραγουδάει
             μέσα στην επερχόμενη καταιγίδα …
                                             

              Εάν το θάρρος του σκέπτεσθαι πηγάζει από την αξίωση του Είναι,
                 τότε ευδοκιμεί η γλώσσα της μοίρας.
                
              Μόλις έχουμε το Πράγμα στα μάτια μας μπροστά και την ακρόαση του
                 λόγου στην καρδιά μας, τότε το σκέπτεσθαι ευημερεί.

              Λίγοι άνθρωποι είναι αρκετά εκπαιδευμένοι, ώστε να διακρίνουν ανάμεσα
                σε ένα αντικείμενο μάθησης και σε ένα Πράγμα της σκέψης.

              Η υπόθεση του σκέπτεσθαι θα ήταν πιο ευοίωνη,
               εάν ήδη υπήρχαν σ’ αυτό αντίμαχοι και όχι απλοί
               αντίπαλοι.
                     
                      
                   IV

            Όταν  σε έναν από τη βροχή ανταριασμένο ουρανό  αίφνης
            γλιστρά μια ηλιαχτίδα πάνω από τα σκοτεινά λιβάδια …
                                                    
                         
             Ποτέ δεν πάμε εμείς προς τις σκέψεις. Αυτές έρχονται προς
               εμάς.
                      
             Αυτή είναι η προσήκουσα ώρα της συνομιλίας.

             Η    ώρα    της    ευφροσύνης   στο     συντροφικό    διαλογισμό. 
              Αυτός  δεν  προβάλλει  πολεμικές  γνώμες  ούτε  ανέχεται  τις
              ενδοτικές   συναινέσεις.  Σταθερό   παραμένει  το  σκέπτεσθαι
              στον αγέρα του Πράγματος.

            Από μια τέτοια συντροφικότητα μπορεί ίσως  να ανακύψουν   ορισμένοι
              τεχνίτες  στην  τέχνη  του  σκέπτεσθαι. Έτσι  ώστε κάποιος απ’ αυτούς
              απρόσμενα να γίνει  δεξιοτέχνης.
                                    
                         
                                                          V
         
            Όταν στο ξεκίνημα του καλοκαιριού ανθίζουν οι μοναχικοί  νάρκισσοι,
            κρυμμένοι μέσα στο λιβάδι, και λάμπει το ρόδο των βουνών κάτω από
            το σφενδάμι

              Το  μεγαλείο του απλού.

             Μόνο η διαμορφωμένη εικόνα διαφυλάσσει το όραμα. Αλλά η   διαμορφωμένη εικόνα ανήκει στο ποίημα.
            
             Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας διαπνέει ενθάρρυνση, εάν θέλαμε να  αποφύγουμε τη θλίψη;

             Ο πόνος δωρίζει τη θεραπευτική του δύναμη, εκεί που δεν τη
               φανταζόμαστε.







Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Φιλοσοφία και Τέχνη


                 Ένας φιλοσοφικός διά-λογος με την
                          Αρχαία Ελληνική Τέχνη

1. Η τέχνη της ελληνικής αρχαιότητας χαρακτηρίζεται από την ενδιάθετη ορμή ή τάση για τελειότητα στη μορφική έκφραση και ακρίβεια στα συστατικά της περιεχόμενα. Η τάση αυτή ωστόσο προς την τελειότητα δεν αποτελεί το απόλυτο μέτρο που καθιστά την ελληνική τέχνη υπέρτατη αρχή  παντός χρόνου, αλλά μια ιστορικοκοινωνικά προσδιορισμένη πορεία προς πολιτισμικές αναπτύξεις, οι οποίες πάντοτε φιλοδοξούν να διασώζουν τη διαχρονική αξία του καλλιτεχνικού επιτεύγματος.

2. Πώς νοείται αυτή η πορεία; Ως δυνατότητα του καλλιτέχνη να σκέπτεται τη συνολική κίνηση του αισθητού εντός μιας ηθικής τάξης (Sittlichkeit), την οποία δεν διαχωρίζει από τη δική του ατομικότητα. Έτσι, η ελληνική τέχνη δεν παρέμεινε ποτέ υπόθεση ορισμένων καλλιτεχνών ή φιλότεχνων ομάδων, που επιχειρούσαν  να αναπαραστήσουν για προσωπική ευχαρίστηση έναν εσωτερικό κόσμο της εφήμερης υποκειμενικότητας. Η ιδιοφυία του καλλιτέχνη δεν περιορίστηκε να αναπαριστά, με καλλιτεχνικό τρόπο, την ιδιωτική φρόνηση και δεν επιχείρησε ποτέ να καταπνίξει με σχηματικές απομιμήσεις την ευφροσύνη που αναδίδει η κατάφαση της ζωής. Αισθάνεται να είναι «η περί τα ανθρώπινα φρόνησις» (Αριστοτέλης), που ζητεί να πλάσει, με γνώση των γενικών αρχών αλλά και των επί μέρους, την ανθρώπινη μορφή και να ωθήσει το κοινωνικό Είναι του ανθρώπου σε μια ορθόφρονη ισορροπία προς τη φυσική αρμονία.

3. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο καλλιτέχνης επικοινωνεί συνειδητά με την εμπειρική πραγματικότητα, χωρίς να παραδίδεται στην επιτηδευμένη της ρευστότητα. Μέσα στο χάος των άκριτων δοξασιών δοκιμάζει, με το έργο τέχνης, να εγκαθιδρύσει μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, στο λογικό και το πραγματικό, στο πεζό και το ποιητικό. Βιώνει τη σχέση του με τον πραγματικό κόσμο ως έντονη εμπειρία ενός νοήματος που καθιστά την καλλιτεχνική του πράξη αναγκαίο όσο και ρυθμικό πέρασμα  για να στοχάζεται την ιδεώδη τάξη.

4. Όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης, το καλλιτεχνικό υπόδειγμα πρέπει να είναι ανώτερο από το πραγματικό. Τούτο σημαίνει ότι η ανάβαση προς το ιδεώδες πρέπει να αναπροσδιορίζεται αδιαλείπτως και συγκεκριμένα. Στη συνάφεια τούτη, η σύμβαση με την πρακτική άποψη της ζωής έχει νόημα να διασφαλίζει τις αγνές προθέσεις του καλλιτεχνήματος. Τούτο καθίσταται δυνατόν, όταν λειτουργεί ως προϋπόθεση για την αυτονομία της καλλιτεχνικής εμπειρίας.

5. Το έργο τέχνης έτσι αποκτά διαχρονική αξία ως πνευματικό δημιούργημα ενός ορισμένου χρόνου και μιας ορισμένης κοινωνίας. Διακρίνεται για τη χρονικότητά του χωρίς να χάνει την οικουμενικότητά του. Την τελευταία δεν μπορεί να την καθορίζει, όσο και αν το ίδιο περιέχει στοιχεία διαχρονικά. Αυτό που εγγυάται την οικουμενικότητά του είναι η περισυλλογή  της αρμονίας, την οποία μπορεί να  επιζητεί με το να «διατηρεί ανοικτή την ανοικτότητα του κόσμου» (Χάιντεγκερ). Η περισυλλογή τούτη δεν θεματοποιείται αποκλειστικά σε ένα περιορισμένο πλαίσιο που κατασκευάζει εγκεφαλικά ο καλλιτέχνης, αλλά είναι ριζωμένη στην ανορθωτική βλέψη που περιέχει το ίδιο το έργο τέχνης και η οποία  μέλλει να εγκαταστήσει αυτό μέσα στον ορίζοντα του χρόνου ως ένα αξιακό υπόβαθρο της ανθρώπινης σχέσης. 

6. Η ελληνική τέχνη, από μια τέτοια σκοπιά,  δεν αποβλέπει μόνο στην αισθητική ικανοποίηση και σε μια αφηρημένη ομορφιά που μισεί τη νόηση, αλλά εκπληρώνει ευρύτερους κοινωνικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς, οι οποίοι αναδεικνύουν την αισθητική του νοήματος. Το αισθητικό συναίσθημα που κατακλύζει τη μορφή δεν είναι αποκομμένο από το έργο, αλλά ενσωματώνεται  στη δύναμη του αντικειμένου και στο κύρος του σκοπού. Γι’ αυτό, δεν αρκεί μια στάση θαυμασμού ή μια βαθειά συμπάθεια προς τον καλλιτέχνη και το έργο του, αλλά πρέπει να κατανοείται η φύση του έργου τέχνης και οι διαδικασίες -εσωτερικές κι εξωτερικές- παραγωγής του.

7. Το έργο τέχνης λοιπόν δεν είναι ένα απλό άθροισμα μεμονωμένων προσπαθειών του τεχνίτη ή ένα προϊόν επί μέρους γνωσιακών του ικανοτήτων και δεξιοτήτων αλλά μια φυσική εκπλήρωση, η οποία αναπέμπει στην αλήθεια ενός εμπρόσωπου λογισμού και κοσμεί την παροντική ύπαρξη του ανθρώπου με την οντολογική μέριμνα της καλλιτεχνικής συνείδησης. Είναι η οντολογική μέριμνα που ωθεί τον καλλιτέχνη να επιδιώκει πάντοτε το πιο ωραίο και προς τούτο να συλλέγει τα ωραιότερα γνωρίσματα από πολλές ανθρώπινες μορφές και όχι από μία, όπως τουλάχιστο μαρτυρεί η συζήτηση του Σωκράτη με τον ζωγράφο Παρράσιο (.. Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα, ΙΙΙ 10)
8. Ο καλλιτέχνης δεν κατανοεί την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής του θέσης ως το «απόγευμα» της τέχνης του, αλλά ως έναν από εκείνους τους εξωτερικούς παράγοντες που ασυνείδητα ενεργοποιούν τους μηχανισμούς της καλλιτεχνικής του δημιουργίας και εφοδιάζουν το καλλιτεχνικό του υπάρχειν με μια συνείδηση ή επίγνωση της οντολογικής του αυτοσυγκρότησης: Συγκεντρώνει την υποκειμενικότητά του στην άποψη της εσωτερικότητας  και την αποτρέπει από μάταιες βλέψεις για κοινωνική αποδοχή . αυτό του παρέχει τη δυνατότητα να ενισχύει τους δεσμούς του με την ιδιαίτερη ουσία της τέχνης του και να εργάζεται με συλλογικό πνεύμα για να φτάσει σε μια  ποιοτική παραγωγή έργου.

9. Η ποιότητα των έργων είναι ανάλογη με την ανεκτίμητη σπουδαιότητα που απέδιδε η ηθική τάξη της ελληνικής κοινωνίας στην πεπερασμένη ύπαρξη του ανθρώπου. Γι’ αυτό δεν εξαντλείται σε μια κατασκευαστική περαίωση, αλλά αφορά την αποκάλυψη αυτής τούτης της ουσίας του ανθρώπου. Κατά συνέπεια  καθοδηγεί το ήθος και το πνεύμα του καλλιτέχνη προς αυτή τη γραμμή και δείχνει πως αυτό το πνεύμα δεν αντιτίθεται σε εκείνο της κοινότητας, αλλά βιώνει την οντολογική του αυτοσυγκρότηση ως οντολογική δωρεά του προορισμού του. Πρόκειται για μια δωρεά που αποδυναμώνει όλους τους εξωτερικούς περιορισμούς, οι οποίοι θα απομόνωναν τον καλλιτέχνη ή θα εμπόδιζαν την ανάπτυξη της ελεύθερης έκφρασης και τη διαμόρφωση ανάλογης  τεχνοτροπίας. Ακριβώς αυτή η δωρεά καθιστά το ιδεόγραμμα της εκάστοτε τεχνοτροπίας ανοικτό στην αφομοίωση κάθε καινοτομίας, αλλά και στην αξιοποίηση οποιασδήποτε κατασταλαγμένης εμπειρίας. Τα έργα τέχνης έτσι διατηρούν μια αξιολογική σχέση με την παράδοση: ούτε παραμένουν ακίνητα σε παλιές ακαμψίες ούτε απαρνούνται αναίτια τη γραμμή της κίνησης που έρχεται από το παρελθόν.

    

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Φιλοσοφία της πολιτικής


                 Ο  μαζάνθρωπος  της  πολιτικής

·        Τι μας επιτρέπουν οι καιροί να κατανοούμε υπό τη φράση: ο μαζάνθρωπος της πολιτικής;
·        α) εκείνο τον άνθρωπο που υπηρετεί αποστεωμένους μηχανισμούς και χωρίς στοιχειώδη δημιουργική σκέψη επιχειρεί να αλώσει την εξουσία και να κυριαρχήσει στη δημόσια ζωή  για προσωπικό όφελος.
·        β) Τον άνθρωπο που «βρίσκει ευχαρίστηση στο βόρβορο» (Ηράκλειτος), γιατί δεν γνωρίζει από σταθερά και σαφή ιδεώδη, αλλά ζει στην αντίπερα όχθη των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων και της πολιτικής απάτης,
·        γ) τον άνθρωπο που δεν διαθέτει ούτε τις πιο στοιχειώδεις ικανότητες, για να ελέγξει τις προκλήσεις της εποχής, και ως αντιστάθμισμα εισάγει στην πολιτική ζωή την αρχηγία της αδράνειας (Καστοριάδης). 
·        Όσο πιο μαζάνθρωπος είναι ο πολιτικός της αδράνειας, τόσο δεν αναγνωρίζει καμιά άλλη αυθεντία πέραν του εαυτού του.
·        Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι μαζάνθρωποι της πολιτικής βλέπουν αφ’ υψηλού την πλειονότητα των ανθρώπων και θεωρούν ως δικό τους αποκλειστικό προνόμιο να παραχωρούν αυτοί τα δικαιώματα στον άνθρωπο, ακόμη και τα κατά φύση δικαιώματά του.
·        Όταν η κοινωνία παρακμάζει, οι τοιούτοι μαζάνθρωποι προβάλλουν ως αντίδοτο την κοινωνία του θεάματος και πάντοτε προτάσσουν όχι τη δράση, αλλά την αντίδραση.
·        Κατά τον Χάιντεγκερ, η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί να καταστεί πρωταγωνιστική και αληθινότερη μέσα στο παρόν, μόνο όταν η φιλοσοφία πραγματωθεί μέσα στην ιστορία ως αποδόμηση του σκοτεινιασμένου κόσμου.
·        Πριν από τον Χάιντεγκερ, παρόμοια αποφάνθηκε και ο (πρώιμος) Μαρξ, κατά τον οποίο η λύτρωση της κοινωνίας των καταπιεσμένων περνάει μέσα από την πραγμάτωση της φιλοσοφίας.
·        Εάν ο κόσμος, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, κατανοείται πρωτίστως ως πνευματικός κόσμος, τότε ο σκοτεινιασμένος κόσμος υποδηλώνει τη διάλυση του πνεύματος, την παρανόησή του, την περιφρόνησή του.
·        Όποιος περιφρονεί το πνεύμα, τη σκέψη, την αναζήτηση νοήματος, προκαλεί την αυτό-μαζοποίησή του.
·        Οι μαζάνθρωποι της πολιτικής έχουν ως ευάρεστο έργο τους την ως άνω κονιορτοποίηση του εαυτού και κατ’ επέκταση την αποχαλίνωση της συσκότισης του κόσμου.
·        Ακυρώνουν κάθε μορφή ανιδιοτελούς επικοινωνίας και βιάζονται να επιβάλουν τις δικές τους επιθυμίες για αρχή της κοινοτικής ζωής. 
·        Έτσι δικαιώνεται απόλυτα ο Δημόκριτος, όταν υποστηρίζει πως ο δόλιος άνθρωπος, όταν έρχεται στην εξουσία, απεργάζεται δημόσιες συμφορές.
·        Πώς όμως μπορεί ο άνθρωπος να διανοίγεται στον αληθινό προορισμό του;
·        «Μόνο ως ιστορικό ον που ερωτά, έρχεται στον εαυτό του και είναι ένας εαυτός» (Χάιντεγκερ). Και τούτη η απόφανση ας κατανοείται σε όλο της το εύρος και στην πιο υψηλή της ένταση.