Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Πόσο επίκαιρος είναι ο Διαφωτισμός;


Βασικές αρχές του Διαφωτισμού:
Η ισχύς τους χτες και σήμερα

§1

Τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκε στην Ευρώπη ένα στοχαστικά αισιόδοξο πολιτισμικό και πνευματικό κλίμα, που αντανακλούσε την καθίδρυση του Διαφωτισμού. Αντλούσε τη συγκεκριμένη του αισιοδοξία από τα θεμέλια του Λόγου, έτσι όπως τα έθεσαν οι μεγάλοι διανοητές με την Πνευματική Επανάσταση του 17ου αιώνα [με αυτή την Επανάσταση θα ασχοληθούμε σε επόμενες αναρτήσεις]. Η κυριαρχία του ορθολογικού Λόγου (Vernunft) είναι πλέον γεγονός. Με βάση αυτό τον Λόγο υπάρχει:

Ι. Μια διαρθρωμένη Λογικά τάξη, όπου έχουν λόγο ύπαρξης όλα τα ζωντανά πλάσματα και μέσα στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί ένα από τα πολλά διαρθρωτικά στοιχεία. Η υπευθυνότητά του στο πεδίο της θεωρίας και ακόμα πιο πολύ της πράξης είναι αντίστοιχη προς την ανάπτυξη από τον ίδιο της Λογικής του ικανότητας και από τον πνευματικό του αγώνα για εξάλειψη του παραλογισμού από την κοινωνία των πολιτών.

ΙΙ. Ένα ορθολογικά οργανωμένο σύμπαν, όπου δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος ιδιόρρυθμος θεός, που με την πρακτική των επεμβάσεων και των θαυμάτων αντιστρατεύεται, περιφρονεί και εν τέλει καταργεί αυτή τούτη την ύπαρξη των φυσικών νόμων. Ο ρόλος του θεού, και τούτο ισχύει για όσους από τους Δια-φωτιστές πίστευαν στην ύπαρξή του, ήταν να προωθεί, κατά τρόπο αρχέγονο, την ισχύ και την εφαρμογή των φυσικών νόμων. Η Δια-φωτιστική κριτική στη χριστιανική βασικά θρησκεία στρεφόταν κυρίως ενάντια στον ανεπιστημονικό χαρακτήρα της Βίβλου με όλα τα συνεπακόλουθα: καταδίκη του προπατορικού αμαρτήματος, των επιλεκτικών επιλογών, των ισχυρισμών περί κολάσεως και παραδείσου κ.λπ.

ΙΙΙ. Ένα σύστημα ορθολογικής διαβίωσης, που το ήθος του δεν συμβιβάζεται με τις ηθικές ντιρεκτίβες του οργανωμένου θρησκευτικού συστήματος του χριστιανισμού, αλλά αναζητεί τις αρχέγονες ρίζες του στον κλασικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εδώ μέσα ανιχνεύονται οι πιο διαφορετικοί διανοητές με τις πιο διαφορετικές ιδέες, χωρίς να χρειάζεται μονοσήμαντη προσκόλληση στον ένα διανοητή ή στη μια  ιδέα και όχι στον άλλο ή την άλλη.

ΙV. Η έγνοια για το παρόν με βάση γήινα και όχι θεϊκά πρότυπα. Έτσι το ζητούμενο είναι: Να εγκύπτουμε στην οργάνωση, λειτουργία, χρησιμότητα και καλύτερη δυνατή κατανόηση του παρόντος κόσμου. Όχι εναπόθεσης της ελπίδας σε ουράνιους μελλοντικούς κόσμους. Η συγκεκριμένη καθημερινότητα δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορουςˑ γι’ αυτό η χρήση του Λόγου, η εφαρμογή της Λογικής μπορεί να αποδιώξει από μέσα μας, αλλά και από το Λογικό μας σύμπαν την ατιμία, την απανθρωπιά, όπως επίσης τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις.    

§2

Ι. Ο χαρακτήρας του Διαφωτιστικού κινήματος ήταν και εξακολουθεί να παραμένει ανατρεπτικός: με το νόημα ότι δεν επέφερε βαθιές αλλαγές μόνο στον τρόπο σκέψης, αλλά και στη στάση ζωής. Ορισμένως λοιπόν μετέδωσε ένα είδος ριζοσπαστικού τρόπου σκέψης, οργάνωσης και ανθρώπινης επικοινωνίας και σε άλλα πεδία της ζωής, όπως για παράδειγμα στην οικονομία γενικώς ή πιο ειδικά στο εμπόριο. Επίσης προκάλεσε ένα ρεύμα ανθρωπισμού, άρρηκτα συνδεδεμένο με την προώθηση διαφόρων μεταρρυθμίσεων σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Δημιούργησε έτσι νέους όρους για να σκέπτεται κανείς εδώ και τώρα τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου και να επιχειρεί βελτιώσεις στις επί μέρους περιοχές της θρησκείας, της δικαιοσύνης, της πολιτικής οργάνωσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ.

ΙΙ. Το Διαφωτιστικό άνοιγμα της σκέψης βρήκε πολλούς αποδέκτες, αλλά όχι και λίγους επικριτές. Τα πιο προχωρημένα, σε επίπεδο μόρφωσης, στρώματα της κοινωνίας βρήκαν απαντήσεις σε θέματα ύπαρξης, επιστήμης και συνολικής απελευθέρωσης του συναισθηματικού και νοητικού τους κόσμου. Την ίδια στιγμή ωστόσο τα πιο αμόρφωτα στρώματα σπρώχνονταν να αναζητούν τη λύτρωσή τους στις δεήσεις, στη δαιμονολογία και σε εκστρατείες θεολογικών κηρυγμάτων για σωτηρία από τις αμαρτίες τους, μόνο εάν πιστεύουν ακράδαντα στην αγάπη του θεού.

ΙΙΙ. Ένα από τα αρνητικά του σημεία στη διαμάχη του με τη θρησκεία θεωρεί ο Χέγκελ την απολυτοποίηση του Λόγου, την υποταγή των πάντων στην απόλυτη εξουσία του τελευταίου. Ως συνέπεια τούτου, βαθμιαία τείνει να επικρατήσει, αλλά με αντιστροφή των όρων της σχέσης, εκείνη ακριβώς η κατάσταση που ο Διαφωτισμός υποτίθεται ότι αντιμαχόταν: εάν ως τότε η απόλυτη εξουσία του θρησκευτικού-θεολογικού Λόγου δεν συμβιβαζόταν παρά μόνο με την ολοσχερή καταστροφή του ορθού Λόγου, με τον Διαφωτισμό η απόλυτη κυριαρχία του Λόγου κυοφορεί μια ανάλογη εκμηδένιση του Λόγου της θρησκείας.


ΙV. Η άνευ όρων και ορίων κυριάρχηση του ψυχρού ορθολογισμού εξέθρεψε έκτοτε έναν ασύδοτο εργαλειακό Λόγο της Δυτικής Παιδείας. Έτσι, από την εξάλειψη του φεουδαλισμού με τον αγώνα του Διαφωτισμού, με τον ίδιο αγώνα φτάσαμε τελικά στο φεουδαλισμό της πιο άσπλαχνης, πιο άκαρδης και όχι λιγότερο απολυταρχικής οργάνωσης της ζωής, με βάση ακριβώς τις επιταγές του εν λόγω Λόγου. Και όταν κυριαρχεί ένας τέτοιος ψυχρός, απρόσωπος, σιδερένιος, άτεγκτος εργαλειακός Λόγος, τα πιο ανίκανα όντα αναλαμβάνουν τη διαχείριση ανθρώπων και πραγμάτων και διαιωνίζουν την εξουσία των ασημαντοτήτων. 

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Διαλεκτική




                                    Αριστοτέλης
                                             384–322 π.Χ.

                Τι είναι η φιλοσοφική μέθοδος;

                                                       §1

Όταν αρχίζει να σκέφτεται κανείς γενικά και όχι μόνο φιλοσοφικά, εκκινεί από μια αφετηρία συλλογισμών, επιχειρημάτων, γνωμών, εμπειριών, γνώσεων –κυρίως πληροφοριακών– ή απόψεων και επιχειρεί να αρθρώσει το δικό του επιχείρημα. Τούτο σημαίνει πως και η πιο απλοϊκή σκέψη, για να είναι αληθής στα όριά της, δηλαδή να ανταποκρίνεται σε αυτό που θέλει να πει, χρειάζεται να μετα-στοχάζεται, να ξανα-σκέπτεται αυτό που ήδη έχει θεωρηθεί ή μελετηθεί κατ’ αρχήν ως αντικείμενο σκέψης. Όταν, για παράδειγμα, ο Πλάτων στους απορητικούς διαλόγους του της πρώιμης περιόδου επιδίδεται σε διεξοδική έρευνα δια-λόγου χωρίς τελικό αποτέλεσμα ή στους διαλόγους της μέσης και ύστερης περιόδου δείχνει μια πρώτη συζήτηση για το θέμα να ακολουθείται από δεύτερη και τρίτη συζήτηση στον ίδιο διάλογο ή στον επόμενο, δεν φιλοσοφεί με άλλο τρόπο παρά μόνο μετα-στοχαστικά. Τα πρώτα μόρια σκέψης ενυπάρχουν ήδη ως γνώση ή προκατανόηση και συγκροτούν μια πρώτη οδό, δυνάμει της και επί της οποίας διανοίγεται μπροστά μας μια μετα-οδός, ήτοι μια μέθοδος: μεθοδική και μεθοδολογική προσπέλαση του αντικειμένου σκέψης. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτή η μετα-οδός δεν είναι τίποτε άλλο από την οδό της αναζήτησης και της έρευνας· δηλαδή από τη συνειδητή, σχεδιασμένη, μελετημένη, αρθρωμένη εν τάξει δραστηριότητα, προσανατολισμένη σε έναν σκοπό ή στόχο. Ετούτη λοιπόν η σκόπιμη δραστηριότητα, που μπορεί να είναι είτε θεωρητικής είτε και πρακτικής υφής, περιέχει μια προκαταρκτική γνώση των αιτιών και των θεμελίων του προς διερεύνηση αντικειμένου. Ανάλογα με την τροπή της έρευνας, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την έννοια της φιλοσοφικής μεθόδου με ποικίλους τρόπους.

                                                    §2

Κατά περίπτωση λοιπόν κάνει λόγο για τη μέθοδο καθόλου, για τρόπο της μεθόδου, για μια καθορισμένη μέθοδο, π.χ. επαγωγική ή διαιρετική κ.λπ., για μια διαδικασία έκθεσης των περιεχομένων της μιας ή της άλλης επί μέρους επιστήμης, π.χ. βιολογίας, ζωολογίας κ.λπ., ή μιας ολόκληρης περιοχής γνώσης ή επιστήμης, όπως της φιλοσοφίας της φύσης. Ως εκ τούτου, υπό μια καθολική οπτική, με τη λέξη μέθοδο ο φιλόσοφος εννοεί την έρευνα της μιας ή της άλλης επιστημονικής περιοχής. Πρόκειται θεμελιωδώς για τη φιλοσοφική έρευνα, η οποία έχει κατ’ αρχήν ως βάση τα φαινόμενα. Αλλά τα ιδιάζοντα στη φιλοσοφία φαινόμενα δεν σχετίζονται απλά και μόνο με επί μέρους εμπειρικές παρατηρήσεις, αλλά με τα νδοξα, δηλαδή τα σύνολα της κοινής γνώμης/των κοινών απόψεων, ως κοινές υποθέσεις ή παραδοχές, που λειτουργούν διαμεσολαβητικά μεταξύ του κοινού και του φιλοσοφικού νου. Άρα η διαδικασία εκδίπλωσης του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι εκκινεί από την έκθεση των φαινομένων, από τον φιλοσοφικό προβληματισμό επ’ αυτών, με περαιτέρω στόχο την απόδειξη του (καθ)ορισμένου υποστασιακού χαρακτήρα των νδόξων. Αυτό που ενδιαφέρει την Αριστοτελική μέθοδο έρευνας δεν είναι να απορρίψει τη βαθμίδα ή το επίπεδο γνώσης, που αντιστοιχεί στις κοινές απόψεις, στις κοινές παραδοχές, αλλά να διέλθει μέσα απ’ αυτή και να ανέλθει στη διαλεκτική διερεύνηση, στην ανακάλυψη των πρώτων αρχών και αιτιών.    

                                                      §3

Η διαλεκτική εν τέλει είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος διείσδυσης στις πρώτες αρχές των επιστημών, δεδομένου ότι κάθε φαινόμενο είναι διαλεκτικό φαινόμενο. Τούτο σημαίνει πως ένα φαινόμενο, όταν ερμηνεύεται διαλεκτικά, κατανοείται καλύτερα και αναδεικνύει τις ορθές υποθέσεις και προϋποθέσεις για αληθινότερη ερμηνεία και των εμπειρικών θεμάτων. Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει ορισμένα βασικά στοιχεία διαλεκτικής μεθόδου:

«Ἐπειδὴ τὸ εἰδέναι καὶ τὸ ἐπίστασθαι συμβαίνει περὶ πάσας τὰς μεθόδους, ὧν εἰσὶν ἀρχαὶ ἢ αἴτια ἢ στοιχεῖα, ἐκ τοῦ ταῦτα γνωρίζειν (τότε γὰρ οἰόμεθα γιγνώσκειν ἕκαστον, ὅταν τὰ αἴτια γνωρίσωμεν τὰ πρῶτα καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς πρώτας καὶ μέχρι τῶν στοιχείων), δῆλον ὅτι καὶ τῆς περὶ φύσεως ἐπιστήμης πειρατέον διορίσασθαι πρῶτον τὰ περὶ τὰς ἀρχάς. πέφυκε δὲ ἐκ τῶν γνωριμωτέρων ἡμῖν ἡ ὁδὸς καὶ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα· οὐ γὰρ ταὐτὰ ἡμῖν τε γνώριμα καὶ ἁπλῶς. διόπερ ἀνάγκη τὸν τρόπον τοῦτον προάγειν ἐκ τῶν ἀσαφεστέρων μὲν τῇ φύσει ἡμῖν δὲ σαφεστέρων ἐπὶ τὰ σαφέστερα τῇ φύσει καὶ γνωριμώτερα. ἔστι δ' ἡμῖν τὸ πρῶτον δῆλα καὶ σαφῆ τὰ συγκεχυμένα μᾶλλον· ὕστερον δ' ἐκ τούτων γίγνεται γνώριμα τὰ στοιχεῖα καὶ αἱ ἀρχαὶ διαιροῦσι ταῦτα. διὸ ἐκ τῶν καθόλου ἐπὶ τὰ καθ' ἕκαστα δεῖ προϊέναι· τὸ γὰρ ὅλον κατὰ τὴν αἴσθησιν γνωριμώτερον, τὸ δὲ καθόλου ὅλον τί ἐστι· πολλὰ γὰρ περιλαμβάνει ὡς μέρη τὸ καθόλου» (Φυσικά, 184a).

                                              Μετάφραση

«Επειδή η γνώση και η κατανόηση σε όλες τις περιοχές έρευνας, στις οποίες υπάρχουν αρχές ή αιτίες ή στοιχεία, προκύπτει από το γεγονός ότι γνωρίζουμε αυτά (γιατί πιστεύουμε πως τότε γνωρίζουμε κάθε αντικείμενο, όταν έχουμε γνωρίσει τις πρώτες αιτίες του και τις πρώτες αρχές του και την [υποστασιακή του ύπαρξη] μέχρι τα στοιχεία του), είναι φανερό ότι και στην επιστήμη της φύσης πρέπει να επιχειρεί κανείς να προσδιορίζει πρώτα τα σχετικά με τις αρχές. Έτσι ανακύπτει η οδός από τα πιο γνώριμα σε μας και τα πιο σαφή στα κατά τη φύση πιο σαφή και πιο γνώριμα· γιατί δεν μας είναι γνώριμα εντελώς τα ίδια και με έναν μόνο τρόπο. Να γιατί χρειάζεται η διαδικασία να εκτυλίσσεται κατ’ αυτό τον τρόπο: από τα κατά τη φύση πιο ασαφή, αλλά σε μας πιο σαφή, προς εκείνα που στη φύση είναι πιο σαφή και πιο γνώριμα. Μα σε μας είναι πρωτίστως φανερά και σαφή τα περισσότερο συγκεχυμένα· από τούτα  γίνονται γνώριμα [=εγνωσμένα] τα στοιχεία και οι αρχές αργότερα μόνο, όταν τα διαιρούμε. Γι’ αυτό πρέπει η οδός να μας διανοίγει από τα καθόλου στα καθέκαστα [δηλ. από το καθολικό στο Ενικό]· γιατί αισθητηριακά πιο γνώριμο είναι το όλο, ενώ το καθόλου [=το καθολικό] είναι ένα είδος όλου, επειδή περιέχει ως μέρη του πολλά καθέκαστα [=ενικά στοιχεία].

                                              Ένα σχόλιο

1. Στο πιο πάνω κείμενο ο Αριστοτέλης εκθέτει θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μεθόδου: ανά-λυση [=λύση στα επί μέρους] ενός κατά την έννοιά του σύνθετου αντικειμένου και η αναγωγή του πίσω στα πιο απλά συστατικά του στοιχεία.
2.  Κατά τη διαδικασία τούτη, η νοητή γραμμή, η οδός, προχωρεί από το πιο γνωστό για μας στο αυτό καθεαυτό [=στο κατά φύση] γνωστό.
3. Πιο  γνωστό για μας είναι εκείνο που μας καταμαρτυρεί η κατ’ αίσθηση αντίληψη ή γνώση μας ως ένα χωρίς διαφορές Όλο, δηλαδή ως ένα άμεσα δεδομένο Καθολικό, π.χ. μια σφαίρα, ένα σχήμα κ.λπ.
4. Όταν αυτό το αντικείμενο το ανα-λύουμε στις κατηγορήσεις του, όπως υλικό, βάρος, λειτουργία κ.λπ., και τις προσδιορίζουμε αντιστοίχως ως τα καθέκαστα, ως τα επί μέρους, ως τα ενικά του στοιχεία, ήδη αρχίζουμε να προχωρούμε πέρα από τη γενική κατ’ αίσθηση πρόσληψή του και να το προσεγγίζουμε ως καθεαυτό, δηλαδή κατά τη φύση του, μέχρι τελικά να το συλλάβουμε ως νοητή αρχή, δηλαδή ως έννοια ή στην έννοιά του.
5. Ακολουθώντας την επαγωγική οδό, η σχέση καθολικού και επί μέρους ή καθέκαστου μεταστρέφεται, καθώς η υπόθεση της απόδειξης προχωρεί από το συγκεκριμένο Ενικό στο αφηρημένο καθολικό.    

6. Έτσι, στο παράδειγμα του προαναφερθέντος αντικειμένου, το ενικό, καθέκαστο σχήμα, σφαίρα κ.λπ., που έχει προσληφθεί αισθητηριακά, συγκροτεί την αφετηρία για τη διατύπωση της καθολικής σύλληψης, ήτοι της καθολικής πρότασης, σχετιζόμενης με όλα τα αντικείμενα, που έχουν κοινά κατηγορήματα με το ως άνω καθέκαστο αντικείμενο.  

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Κ. Αξελός: Γιατί ο Ηράκλειτος;





                                      Κώστας Αξελός
                                                    1924–2010


               Ο Ηράκλειτος στη σύγχρονη πλανητική εποχή

                                                              §1

Τι αναζητεί ο Κ. Αξελός στον Ηράκλειτο; Αναζητεί εκείνη τη δεσμευτική επικοινωνία που καθιστά τη σύγχρονη φιλοσοφία στοχαστική, ώστε η ίδια να γεννά εξ εαυτής και κατά τις επιταγές των καιρών όλο και πιο κεραυνοβόλα ερωτήματα, ικανά να αναζωογονούν την ανθρώπινη σκέψη της σύγχρονης πλανητικής εποχής. Πώς είναι δυνατή μια τέτοια αναζωογόνηση, όταν ξέρουμε πως ο Ηράκλειτος είναι παιδί μιας αρχαϊκής εποχής, τόσο απόμακρης και τόσο διαφορετικής από το σήμερα; Μελετώντας κανείς αυτόν τον ιδιό-τροπο αρχαϊκό στοχαστή, χωρίς να πνίγεται μέσα σε επιδερμικές περιγραφές, ψυχολογικής βασικά υφής, για τη ζωή και τη δράση του, συναντά έναν στοχασμό, που στρέφει συνειδητά τα νώτα του στις εξάψεις και τους αναβρασμούς των κοινών θνητών. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ο Ηράκλειτος αποστρέφεται συνειδητά τους θορύβους και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας. Η βροντόφωνη σκέψη του ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζει μπροστά στην ασκεψία, την α-νοησία  και την υπνοβασία του υγιούς κοινού νου. Ο μέσος άνθρωπος, τότε και τώρα και πάντα, είτε μετατρέπεται σε μάζα, σε πολτό, και συγκροτεί τα οχλοκρατικά στίφη, είτε μάχεται ενάντια στη μαζική του αποβλάκωση και ανυψώνεται σε συστατικό στοιχείο της ιστορικότητας ενός λαού. Ο Ηράκλειτος, όπως μας λέει ο Αξελός, δεν συγχωρεί την ανθρώπινη βλακεία και ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να ανακαλύψει τον Λόγο ως το πιο ζωτικό Είναι του ιστορικού ανθρώπου. Ζωτικό Είναι σημαίνει: το Είναι ως γίγνεσθαι. Να γιατί, διευκρινίζει περαιτέρω ο Αξελός, το κέντρο της σκέψης του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε βασικά θεολογικό ούτε αποκλειστικά φυσιοκρατικό.

                                                             §2

Τι είναι; Διαλεκτικό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τον Λόγο και τον πραγματοποιεί. Είναι λοιπόν μια οδός, μια μέθ-οδος. Αυτή η οδός δεν νοείται ως κάποιο εξωτερικό ποτάμι, μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι τυχοδιώκτες της πολιτικής βλακείας και οι στυγεροί διαφθορείς του δημόσιου βίου· απεναντίας είναι η διαρθρωμένη δομή του Λόγου, που συλλαμβάνει το ρυθμό του σύμπαντος κόσμου. Όταν ο άνθρωπος ιδιο-ποιείται, εγκολπώνεται την εν λόγω διαλεκτική, μπορεί να ανταποκρίνεται στη ρυθμική κίνηση του Λόγου και έτσι να αρχίζει να απεγκλωβίζεται από το μύθο και τους μύθους. Εάν ένας τέτοιος απεγκλωβισμός ιστορικά, στην εποχή ας πούμε του Ηράκλειτου, σήμαινε στην κυριολεκτική του σημασία το πέρασμα από το μύθο στον Λόγο, στην ευρύτερη σημασία του δήλωνε και δηλώνει την απαλλαγή, την κάθαρση της ανθρώπινης σκέψης από την επιφανειακή κουλτούρα των μύθων και των εικασιών. Και πώς καθίσταται δυνατή μια τέτοια κάθαρση; Ο Αξελός απαντά: με τον κατά Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο. Γιατί με αυτό τον Λόγο; Επειδή δεν συμβιβάζει, δεν συμπιέζει, δεν εξολοθρεύει τη μια πλευρά για χάρη της άλλης, αλλά ενώνει: αντι-θέτει και συν-θέτει έριδα και αρμονία. Πρόκειται για μια εσωτερική, κατά τη λογική δομή [=ενδότερη φωνή] των πραγμάτων και των όντων, εναρμόνιση, η οποία ξεσπά πάντοτε ως πόλεμος και διατρέχει όλες τις πτυχές του ανθρώπινου Είναι: πολιτικές, μουσικές, φυσικές, ιατρικές. Κάθε συγκεκριμένη έκφανση του ανθρώπινου βίου, κάθε στιγμή του γίγνεσθαι είναι ζωντανή και σχετικά αυθύπαρκτη, στο βαθμό που είναι ενταγμένη μέσα στο ρυθμό της σκέψης και του κόσμου. Αυτός ο ρυθμός είναι το μόνο ανέσπερο φως που φωτίζει.

                                                           §3

Ο Ηράκλειτος μας μιλάει ως εξής γι’ αυτό το φως: «Τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;» [=από το φως που δεν δύει ποτέ, πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος, να διαφύγει της προσοχής του;] (απ. 16). Ενώ το φως είναι παρόν, ο άνθρωπος είναι απών, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Και δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, επειδή ο στοχασμός του δεν διανοίγεται εύκολα σε αυτό, προς το οποίο καλεί τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει πως το αυτό-νόητο, το απλό, δεν είναι δεδομένο, δεν χορηγείται ή δεν χαρίζεται αυτόχρημα, παρά μόνο εκκαλύπτεται. Μια τέτοια εκκάλυψη, φανέρωση, εκ-δήλωση στο φως και του φωτός δεν μπορεί να είναι μια εξωτερική σύνθεση ή ταυτότητα των αντιθέτων, μας λέει ο Ηράκλειτος κατά τον Αξελό, αλλά η ενότητά τους. Ετούτη η ενότητα, με όρους εγελιανούς, είναι αυτή τούτη η έννοια, που αυτό-αποκαλύπτεται ως καθαρή σκέψη. Ο Ηράκλειτος, ως εκ τούτου, δεν εννοεί τη διαλεκτική ούτε ως διαλεκτική ή λογική της ταυτότητας ούτε ως εκείνη της σύνθεσης, της σύγχυσης ή της συσσώρευσης λέξεων, μεταχειρισμένων εννοιών και φλύαρων γνωμών. Αντιθέτως  τη συλλαμβάνει ως τη δημιουργική σκέψη, που εισχωρεί στο συμπαντικό κόσμο και συγκροτεί έννοιες, τον διαβάζει με έννοιες. Τον αποκρυπτογραφεί ως τον περιέχοντα Λόγο· ήτοι ως την περιεκτική σκέψη, που  ρυθμικά και εναρμονισμένα αποκαλύπτει νοήματα του κόσμου. Με αυτό το νόημα είναι: τὸ μὴ δῦνόν ποτε. Ο περιέχων Λόγος και όχι λιγότερο λογισμός δεν δύει ποτέ, γιατί φέρει μέσα του τη Λογική αντίθεση  σε ανταπόκριση με την πραγματική αντίθεση και αντίστροφα. Από εδώ προκύπτει πως ο διαλεκτικός Λόγος δεν είναι μονοσήμαντος: δεν προσκολλάται ούτε στην υλικότητα των πραγμάτων ούτε στην ιδεατή τους μετουσίωση, αλλά κινείται στο εννοιολογικό Μεταξύ και αποκαλύπτει τη θεμελιακή σύλληψη του υπάρχοντος. Και όλα τούτα σε αντίθεση με πολλούς στυγερούς δολοφόνους του σημερινού μας πολιτικού λέγειν και πράττειν, για τους οποίους τὸ μὴ δῦνόν ποτε είναι η απαιδευσία τους και η ανικανότητά τους.



Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Fr. Nietzsche: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (6)



                                                        


                                    Friedrich Nietzsche
                                                     1844–1900


                                        Τι είναι το κράτος;


                                                     §1


                               Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Στο έργο του Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα και στην ομιλία (11) –με τίτλο: Για το νέο είδωλο– του πρώτου μέρους, ο Νίτσε φιλοσοφεί για το νέο είδωλο, που λέγεται κράτος. Πρόκειται για μια περιεκτική φιλοσοφική κριτική του σύγχρονου κράτους, η οποία διακρίνεται για την ανεκτίμητη μοναδικότητά της. Μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της κριτικής ανατομίας του κράτους ως τέτοιου υπάρχουν πάμπολλες κριτικές θεωρήσεις του: αποδομητικές, μεταρρυθμιστικές, επαναστατικές κ.λπ. Αυτή-εδώ η νιτσεϊκή υπερέχει από όλες αυτές, μεταξύ άλλων, σε τούτο: δεν αποδομεί μια ιδεολογικο-πολιτική μορφή κράτους για να την αντικαταστήσει με μια άλλη, εξίσου ιδεολογικά-πολιτικά φορτισμένη, αλλά εκμηδενίζει στη ρίζα της κάθε έννοια και πρακτική  του κράτους, ως ενός ψεύτικου κατασκευάσματος, ενός ειδώλου, που εξαπατά ασύστολα το λαό: ομιλεί, ενεργεί, μηχανορραφεί στο όνομα του λαού. Πρακτικά είναι ο εξολοθρευτής του.
ΙΙ. Αυτό το χαρακτηριστικό του κράτους, να χρησιμοποιεί μια ψευδή γλώσσα περί γενικού καλού, περί καθηκόντων και δικαιωμάτων κ.λπ. και έτσι να ισχυρίζεται ότι αυτό είναι ο λαός, στην πράξη όμως να καταστρέφει το λαό, ιδιάζει σε όλες τις μορφές κράτους, που έχουν υπάρξει ως τώρα στην ιστορία. Κυρίως όμως ιδιάζει στα σύγχρονα αστικά κράτη και σε ευφάνταστα αντίπαλα δέη τους, όπως τα λεγόμενα «λαϊκά», «σοσιαλιστικά» και παρόμοια κρατικά μορφώματα. Πρώτος ιστορικά ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, εννόησε το κράτος ως την πιο ωμή βία. Ο Νίτσε συνεχίζει αυτή την παράδοση, μιλώντας για το κράτος-τέρας, όπως μας λέει παρακάτω.


                                                      §2
                                  
                                    «Για το νέο είδωλο»
                                              (κείμενο –σχολιασμός)

Ι. Κείμενο:
«Κάπου υπάρχουν ακόμη λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη.
Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω το λόγο μου για το θάνατο των λαών.
Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».
Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω  τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.
Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό ορέξεις από πάνω τους.
Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων.
Αυτό το σημάδι σας δίνω! Κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα για το καλό και το κακό: ο γείτονάς του δεν την καταλαβαίνει. Επινόησε τη δική του γλώσσα, με βάση τα ήθη και τα δίκαιά του.
Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού· και ό,τι και να πει, είναι ψέμα – και επίσης ό,τι έχει, το έχει κλέψει.
Ψεύτικα όλα είναι στο κράτος· με κλεμμένα δόντια δαγκώνει, το δαγκωνιάρικο. Ψεύτικα είναι και τα σπλάχνα του.
Γλωσσική σύγχυση του καλού και του κακού: αυτό το σημάδι σας δίνω ως σημάδι του κράτους. Πράγματι, τη βούληση για θάνατο προοιωνίζεται αυτό το σημάδι! Πράγματι, γνέφει στους κήρυκες του θανάτου!
Πολλοί πάρα πολλοί γεννιούνται: το κράτος εφευρέθηκε για τους περιττούς!
Αρκεί να δείτε πώς προσελκύει αυτούς, τους υπερβολικά πολλούς! Πώς τους καταβροχθίζει και τους μασά και τους ξαναμασά!
«Πάνω στη γη δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από μένα: εγώ είμαι το δάχτυλο του θεού που βάζει τάξη» – έτσι μουγκρίζει το τέρας. Και δεν πέφτουν στα γόνατα μόνο όσοι έχουν μακριά αφτιά και κοντή όραση!
Αχ, ακόμη και σε σας, μεγάλες ψυχές, ψιθυρίζει τις ζοφερές ψευτιές του! Αχ, μαντεύει τις πλούσιες καρδιές, που πρόθυμα σπαταλούν τον εαυτό τους!»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:
Εδώ μιλάει το προσωπείο του Νίτσε, ο Ζαρατούστρα. Αντιπαραθέτει το σύγχρονο κράτος με το λαό και την αγέλη. Τη λέξη «αγέλη» ο Νίτσε τη χρησιμοποιεί για εκείνο το πλήθος των ανθρώπων, που αντικαθίσταται  από το κράτος. Το τελευταίο δεν το νοεί ο φιλόσοφος ως ένα ιστορικό στάδιο κυρίως στη μακρά πορεία ανάπτυξης του ιστορικού ανθρώπου, αλλά ως τον δυνατό τρόπο, που ιδιάζει στην κοινωνική οντολογία των ανθρώπων ως συλλογικών όντων, ως όντων που συνυπάρχουν σε ομάδες. Αυτό τον τρόπο η γλώσσα-σκέψη τον αποτιμά οντολογικά: ως το πιο ψυχρό, πιο ψευδές από όλα τα ψυχρά και ψευδή τέρατα. Είναι ένα τεχνητό σύνολο αξιών, το οποίο οι καταστροφείς του λαού επικαλούνται, με «εξευγενισμένο» τρόπο, για να επιβάλουν τη θέλησή τους πάνω στο πλήθος. Αυτοί οι καταστροφείς εμφανίζονται στην ιστορία ως διαφωτιστές –εδώ ο Νίτσε έχει υπόψη του ιδεολόγους εμπνεόμενους από τον Διαφωτισμό– που δήθεν επιθυμούν να θεραπεύσουν τον ασθενή λαό, ενώ στην πράξη ικανοποιούν τις δικές τους ορέξεις. Αυτό έχει τούτη τη σημασία: στο μέτρο όμως που οι αξίες τους δεν προκύπτουν από την πραγματική ζωή, προορίζονται να δολοφονούν παρά να αναζωογονούν τους λαούς.

Ι. Κείμενο:
«Ναι, και σας ακόμη μαντεύει, ω νικητές του παλιού θεού! Κουραστήκατε στον αγώνα και τώρα η κούρασή σας υπηρετεί το νέο είδωλο!
Ήρωες και έντιμους ανθρώπους θα ’θελε να συγκεντρώσει γύρω του το νέο είδωλο! Τ’ αρέσει  να λιάζεται στο ηλιόφως των καλών συνειδήσεων – το ψυχρό τέρας!
Όλα Θέλει να σας τα δώσει, αν εσείς το λατρέψετε, το νέο είδωλο: αγοράζει λοιπόν τη λάμψη της αρετής σας και το βλέμμα των περήφανων ματιών σας.
Θέλει να σας χρησιμοποιήσει ως δόλωμα στους υπερβολικά πολλούς! Ναι, ένα σατανικό τέχνασμα εφευρέθηκε εδώ, ένα άλογο του θανάτου, που χλιμιντρά μέσα στα φανταχτερά στολίδια των θεϊκών τιμών.
Ναι, ένας θάνατος για τους πολλούς εφευρέθηκε εδώ, που καυχιέται πως είναι η ζωή: αληθινά, μια εγκάρδια υπηρεσία στους κήρυκες του θανάτου!
Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος, όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων – ονομάζεται «ζωή».
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Κλέβουν τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς των σοφών: μόρφωση ονομάζουν την κλεψιά τους – κι όλα γίνονται σ’ αυτούς αρρώστια και αποτυχία!
Μα δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Άρρωστοι είναι πάντα, ξερνούν τη χολή τους και αυτό ονομάζουν εφημερίδα. Καταβροχθζουν ο ένας τον άλλο και ούτε να χωνέψουν δεν μπορούν.
Μα Δείτε λοιπόν αυτούς τους περιττούς! Πλούτη αποκτούν κι όμως όλο και πιο φτωχοί γίνονται. Δύναμη θέλουν και πρώτα πρώτα τον μοχλό της δύναμης, πολύ χρήμα – αυτοί οι ανίκανοι!
Δείτε τους πως σκαρφαλώνουν, οι ευκίνητοι τούτοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο κι έτσι σέρνονται στη λάσπη και στο βυθό.
Στο θρόνο θέλουν όλοι να ανεβούν: αυτό είναι η τρέλα τους – σαν να καθόταν στο θρόνο η ευτυχία! Η λάσπη κάθεται συχνά στο θρόνο – και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη.
Τρελοί μου φαίνονται όλοι τους και αναρριχητικοί πίθηκοι και υπερβολικά θερμόαιμοι. Δυσωδία μου μυρίζει το είδωλό σας, το ψυχρό τέρας: δυσωδία μου μυρίζουν όλοι μαζί αυτοί, οι ειδωλολάτρες.
Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεών τους: σπάστε καλύτερα τα παράθυρα και πηδήστε στον καθαρό αέρα!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από την ειδωλολατρία των περιττών!
Φύγετε λοιπόν μακριά από την άσχημη μυρωδιά! Μακριά από τον αχνό αυτών των ανθρωποθυσιών!
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι, ακόμη και τώρα, η γη. Κενές είναι ακόμη πολλές θέσεις για μοναχικούς ή για δυο-δυο, όπου φυσάει το άρωμα γαλήνιων θαλασσών.
Ελεύθερη για τις μεγάλες ψυχές είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή. Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια!
Εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί μόνο αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι της αναγκαιότητα, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία.
Εκεί που τελειώνει το κράτος – δείτε λοιπόν εκεί, αδελφοί μου! Δεν βλέπετε το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπεράνθρωπου;»

ΙΙ. Ένα σχόλιο:

Το κράτος επιχειρεί να εξασφαλίσει, για τη δική του και μόνο ψυχρή ύπαρξη, ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρχει: δελεάζει τα πιο φωτεινά μυαλά να το υπηρετήσουν, θέλει να μετατρέψει καταξιωμένους μαχητές πολλαπλών τομέων σε δικούς του μηχανισμούς. Τούτο μας θυμίζει απειράριθμα παραδείγματα της σημερινής πολιτικής αγοράς της Ελλάδας, όπου πρότερες ανιδιοτελείς ατομικότητες δελεάζονται από το δόλωμα της εξουσίας και γίνονται οι πιο σκληροί τύραννοι. Ο Νίτσε μιλάει για δέλεαρ, έχοντας υπόψη του τον Μπίσμαρκ, γερμανό καγκελάριο της εποχής του, που επεδίωκε και επιτύγχανε να νομιμοποιήσει την πολιτική του: «αίμα και σίδηρο», με το να παρουσιάζεται ως προστάτης των τεχνών, δελεάζοντας π.χ. τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ή ακόμη εκχωρώντας σοσιαλιστικής υφής προνόμια στην εργατική τάξη της χώρας του. Τότε συμβαίνει: α) το κράτος να ανυψώνεται στις συνειδήσεις του πλήθους, της αγέλης, ως ο επίγειος θεός τους. β) να ενσωματώνει τους πάντες –καλούς και κακούς, δίκαιους και άδικους– στον δικό του κορμό και να τους καταβροχθίζει. Τούτη η καταβρόχθιση στην πράξη συνοψίζεται ως εξής: πνευματική παραλυσία, με αντίδοτο τη μαζική υστερία στο κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας. Που βρίσκονται εν τέλει τα ελεύθερα πνεύματα για τον Νίτσε; Στον αγώνα ενάντια στο νέο είδωλο. Αλλά πώς μπορεί να διεξάγεται ένας τέτοιος αγώνας, όταν και οι ίδιοι οι σύντροφοι του Ζαρατούστρα κινδυνεύουν να γίνουν υπηρέτες αυτού του ειδώλου; Ο Ζαρατούστρα απαντά: μπορεί ως αποχή, απομάκρυνση από κάθε εξουσιαστικό δέλεαρ: όσα λιγότερα κατέχει κανείς, τόσο λιγότερο κατέχεται. Ο πραγματικός αγώνας για ελεύθερη συνείδηση και ελεύθερη ζωή αρχίζει εκεί και τότε, όπου και όταν παύει η βουλιμία του εξουσιάζειν. Τι λέει για τη δική της εξουσιαστική βουλιμία η ελλαδική καθεστωτική «αριστερά»; Εξαπατά με «σοσιαλιστική» «ευασθησία» πεινασμένους και χορτασμένους.

Κυριακή 18 Μαΐου 2014

Μ. Αναγνωστάκης: το θέμα είναι τώρα τι λες





                         Μανόλης  Αναγνωστάκης
                                                 1925–2005                                

                                                                     
    «Οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύδοντες ποιεῖν καὶ λέγειν»
                                             (Ηράκλειτος)

                                                      §1

             Η ποιητική εμβίωση της ελευθερίας λόγου  

Οι εποχές που έζησε και έγραψε ο Μ. Αναγνωστάκης χαρακτηρίζονταν, ανάμεσα στα άλλα, από έναν συνεχή πολιτικό και ποιητικό λόγο. Η καλλιέργεια του πολιτικού λόγου, με την έννοια του ευρύτερα στοχαστικού δημόσιου λόγου, δεν ήταν πάντοτε πηγαία, αυθόρμητη, απαλλαγμένη από περιοριστικούς όρους: είτε έπρεπε να επιτρέπεται σε κάποιον να μιλήσει, λόγω επικράτησης διαφόρων μορφών θεσμικής βίας –π.χ. Κατοχή, μετακατοχικό και μετεμφυλιακό νεοελληνικό κράτος, χούντα– είτε έπρεπε να μην συσκοτίζεται η αλήθεια από ψευδείς ιδεολογίες, παραλυτικές για την ελευθερία σκέψης και δράσης· από κοινότοπες αντηχήσεις σαθρών ιδεών ή θεωριών, που ενοχοποιούν και την παραμικρή εγκάρδια εξωτερίκευση των ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση της θεσμικής βίας, ο ποιητικός λόγος αντιπαρατίθεται με το κράτος και παρακράτος της εξουσίας και εκφράζεται συνήθως με συμβολική γλώσσα. Στη δεύτερη περίπτωση των παραλυτικών, υποκριτικών ιδεολογιών, –εδώ ανήκουν και τα ιδεολογικά ερείπια της καθεστωτικής «αριστεράς»– ο ποιητικός λόγος αποκαλύπτει τα μυθεύματά τους. Ο Μ. Αναγνωστάκης, έχοντας μια τέτοια περίπου εμπειρία της καταστροφής του Λόγου, μάχεται ενάντια στις  σκοτεινές μεθοδεύσεις διαχείρισης της μάζας. Εάν ο διανοητής, κατά Νίτσε, είναι καμήλα, μπορεί να γίνει λιοντάρι, στο μέτρο που αντι-μάχεται σθεναρά την εθελοδουλεία της αγελαίας διανόησης. Αλλά και το λιοντάρι-διανοητής, όταν αποκτά επίγνωση της ποιητικής του αποστολής, μετασχηματίζεται σε δημιουργικό, σε ελεύθερο πνεύμα. Ένα τέτοιο πνεύμα ακριβώς είναι ο Μ. Αναγνωστάκης, όπως προκύπτει και από το παρακάτω ποίημά του:  αντικρίζει τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπόσχεται ζωή αλλά εμποδίζεται προς τούτο, ως προσωπική του μοίρα. Αυτή-εδώ αναζητεί τον προορισμό της στην αποκαθήλωση του λόγου, που διηγείται μύθους, που σκορπά φρούδες ελπίδες χωρίς αιδώ. Μοίρα – προορισμός (Geschick) του ποιητή: το πέρασμα του ελεύθερου ποιητικού λόγου πάνω από την ανελευθερία του Μαζικού, από τη χειμέρια νάρκη του Αγελαίου.           

                                                         §2
                           
                                  ΣΤΟ  ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

                Στὸ παιδί μου δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Καὶ τοῦ μιλούσανε γιὰ Δράκους καὶ γιὰ τὸ πιστὸ
                                    σκυλί
                Γιὰ τὰ ταξίδια τῆς Πεντάμορφης καὶ γιὰ τὸν ἄγριο
                                      λύκο

                Μὰ στὸ παιδὶ δὲν ἄρεσαν ποτὲ τὰ παραμύθια

        
                  Τώρα, τὰ βράδια, κάθομαι καὶ τοῦ μιλῶ
                Λέω τὸ σκύλο σκύλο, τὸ λύκο λύκο, τὸ σκοτάδι
                             σκοτάδι,
                Τοῦ δείχνω μὲ τὸ χέρι τοὺς κακούς, τοῦ μαθαίνω
                 Ὀνόματα σὰν προσευχές, τοῦ τραγουδῶ τοὺς νε-
                                      κρούς μας.
        
        
                 Ἄ, φτάνει πιά!  Πρέπει νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια στὰ
                             παιδιά.


                                                    §3

                             Ερμηνεία – κατανόηση

Ι. Το πιο πάνω ποίημα ανήκει στην τελευταία ποιητική συλλογή του Μ. Αναγνωστάκη: Ο Στόχος. Η συγκεκριμένη συλλογή κυκλοφόρησε στα χρόνια της χούντας (1970) και έχει έντονο το χρώμα της ανασυλλογής τραυματικών εμπειριών από την ιστορία, του αναστοχασμού κοινωνικών και πολιτικών διαψεύσεων, της διάλυσης και των πιο τελευταίων αυταπατών που καλλιεργούσαν ως τότε τα υποτιθέμενα «δημοκρατικά»–«αριστερά», αλλά στην πράξη απολιθωμένα ιδεολογικά-πολιτικά είδωλα: «Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός» μας λέει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα: Επίλογος της εν λόγω συλλογής.

ΙΙ. Ο ποιητικός λόγος εδώ δεν είναι απλώς αντιδικτατορικός, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ερμηνευτές σχολικού επιπέδου, αλλά διαχρονικά αντι-στασιακός: ορθώνει ενάντια στις φενακισμένες συνειδήσεις μια μελωδία του ποιητικού νου, που δεν επιχειρεί να κολακέψει τις αισθήσεις, αλλά «να πει την αλήθεια στα παιδιά». Πώς νοείται η αλήθεια; Όχι βέβαια με τη σχολική λογική μιας αφηρημένης, άχρονης λέξης, κατά το κενό περιεχομένου λεκτικό σχήμα: αλήθεια ψεύδος· αλλά ως προσωπικός αγώνας να διασωθεί ο άνθρωπος –εδώ ο νέος άνθρωπος– από την άβυσσο των σκοτεινών καιρών.

ΙΙΙ. Οι σκοτεινοί καιροί συγκεκριμενοποιούνται ως εξής: α) Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το ποίημα με όλα τα κακά της: δικτατορία. β) Όλη η προηγηθείσα ιστορική περίοδος, –τραγική ιστορικότητα του ποιητικού ρεαλισμού του ποιητή– με την κρατική βία, τους ιδεολογικούς-πολιτικούς εξορκισμούς, την καλλιέργεια βάναυσων αυταπατών σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, ηθικής, ελευθερίας σκέψης και δράσης. Αυτός ο σκοταδισμός των Παραμυθιών άφηνε και αφήνει έρημες, ανέστιες, ανέτοιμες, αποπροσανατολισμένες, σακατεμένες τις εκάστοτε νέες γενιές, με συνέπεια, όταν ξεσπάει η ιστορική καταιγίδα –δικτατορία, εθνοκτόνες και προδοτικές πολιτικές του χθες και του σήμερα κ.α.– να έχουν πνιγεί μέσα στην έσχατη απογύμνωσή τους.

ΙV. Η αλληγορική σημασία του τίτλου δονεί σύγκορμο το ποίημα: Το «παιδί του» είναι ο άλλος του εαυτός. Αφενός, ως το ποιητικό Εγώ, που δεν συμβιβάζεται με τα παραμύθια· αφετέρου, ως εκείνοι οι άνθρωποι, που διαμεσολαβούν τις αγωνιστικές τους προσδοκίες για ένα φωτεινό αύριο με την ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση. Κυρίως πρόκειται για κάθε νέα γενιά που απεχθάνεται το καθιδρυμένο ψεύδος της καθεστηκυίας τάξης και αποκηρύσσει την αφέλεια για αναγέννηση της ζωής με ιδεαλιστικές θαυματουργίες.  Η ποιητική ιδέα στη ρεαλιστική της πραγμάτωση είναι οι λέξεις –ως ιδέες, ως έννοιες– που καρφώνονται σαν πρόκες, όπως λέει στο ποίημά του Ποιητική, από την ίδια συλλογή, ο ποιητής.

V. Όπως  προκύπτει, ο ποιητής κατανοεί την ποιητική Ιδέα ως την ακατάλυτη οντολογική δύναμη, που μπορεί να οδηγήσει τους ζωντανούς ανθρώπους στο ξέφωτο:  έξω από τις καθεστωτικές χειραγωγήσεις, πάνω από μια φαινομενικά ευδαιμονική  πραγματικότητα, ωραιοποιημένη πότε μέσω του εκφοβισμού [: επισείουν το φόβο των κακών Δράκων], πότε μέσω της εξαπάτησης [: άγριος λύκος], πότε μέσω της συγκατάβασης,  του εφησυχασμού, της εφήμερης αγαθότητας [: Άργος, Πεντάμορφη]· έξω από κάθε επίσημη, προπαγανδιστική, κομματική ιδεολογία, που αποστεώνει τις ιδέες–καρφιά σε βερμπαλιστικά λεξίδια, σε νεκρά σχήματα υποκρισίας και ψεύδους.



Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Hegel: φιλοσοφία του πνεύματος και ιστορία


                   
                               Γκέοργκ Χέγκελ
                                     1770–1831

             Διαλεκτική και πνεύμα του κόσμου
                     (Dialektik und Weltgeist)

                                                       §1

Τι περιμένει ο Χέγκελ από τη φιλοσοφία;  Περιμένει τη γνώση της αλήθειας και μάλιστα της απόλυτης αλήθειας σε συνδυασμό με την ιστορικότητά της. Πώς μπορεί να αναζητείται μια βέβαιη για τον εαυτό της αλήθεια, όταν κάθε νέα φιλοσοφία ή φιλοσοφική θεώρηση αξιώνει τη δική της αλήθεια μέσα από την αναίρεση μιας προηγούμενης φιλοσοφικής θεώρησης; Μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας παρατηρείται μια πολλότητα φιλοσοφιών, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται να καθιστά μάταιη οποιαδήποτε απόπειρα για ουσιαστική γνώση της αλήθειας. Όλες ή σχεδόν όλες οι φιλοσοφίες ασχολούνται με τον άνθρωπο, τον κόσμο ή το θεό· αλλά ποια απ’ αυτές λέει την αλήθεια; Κι ακόμη: η αλήθεια είναι μία ή πολλές; Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η αλήθεια δεν ανευρίσκεται στη μια ή την άλλη δοξασία περί θεού και ανθρώπου ή περί κόσμου και πνεύματος, αλλά στη διαλεκτικο-ιστορική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος. Μέσα σε τούτη την κίνηση εκτυλίσσονται και εκτίθενται όλες οι φιλοσοφίες, γονιμοποιούνται στη διαφορετικότητά τους και ανα-συλ-λέγονται ως σχετική αλήθεια, ακόμη κι όταν θεωρούν τον εαυτό τους ως απόλυτη αλήθεια. Τι συμβαίνει εδώ; Συμβαίνει η διαλεκτική σχετικής και απόλυτης αλήθειας. Σχετική είναι η αξίωση μιας φιλοσοφικής θεωρίας να εκλαμβάνεται ως απόλυτη και απόλυτη η ιστορική ύπαρξή της κατά λογική αναγκαιότητα. Έτσι, η εν λόγω διαλεκτική αναπτύσσεται ως αναίρεση της πιο πάνω αξίωσης μέσα από τη στοχαστική πρόσληψη της ιστορικής ύπαρξης της κάθε φιλοσοφίας.

                                                       §2

Ποια είναι η βάση, το έδαφος αυτής της διαλεκτικής; Είναι το πνεύμα του κόσμου, που δεν κάνει έφοδο από τον ουρανό μέσα στην εμπράγματη συνθήκη του ανθρώπου, αλλά ενυπάρχει μέσα στην ιστορία και την κοινωνία του τελευταίου ως η Λογικά και ιστορικά δρώσα δύναμή του. Εάν το Απόλυτο κατανοείται ως η ενεργός ενδημία του πνεύματος μέσα στον κόσμο, τότε αυτό το πνεύμα του κόσμου ανελίσσεται ιστορικά και όχι εξω-ιστορικά:  δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα επέκεινα ή ως κάτι το στατικό παρά μόνο ως μια διαλεκτική πορεία των πολλαπλών δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Στη Φιλοσοφία του πνεύματος, το συγκεκριμένο πνεύμα  συνυφαίνεται με τη διαλεκτική ολότητα του εγελιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ετούτο το σύστημα έχει τον χαρακτήρα κύκλων από κύκλους, όπου το πνεύμα του κόσμου μελετάται στο πλαίσιο της κίνησης του αντικειμενικού πνεύματος. Το τελευταίο τούτο, από υποκειμενικό, από σκεπτόμενη υποκειμενικότητα καθεαυτήν [=δυνάμει], γίνεται δρώσα υποκειμενικότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι, το αντικειμενικό πνεύμα είναι η πράξη, το έργο που επιτελεί ο εαυτός του για λογαριασμό του εαυτού του: καθιστά τον εαυτό του αντικείμενο του εαυτού του, αντικειμενική ύπαρξη, ρεαλιστικά υπαρκτό κό  σμο μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, μέσα στη θρησκεία, στο πολίτευμα, στο κράτος. Δυνάμει αυτού του έργου του είναι το πνεύμα του κόσμου και όχι λιγότερο παγκόσμιο πνεύμα, που συνιστά την υπόσταση της ιστορίας.

                                                         §3


Το πρώτο μέλημά του, στην αντικειμενική του εκτύλιξη, ως πνεύματος του κόσμου, είναι να γνωρίσει τον εαυτό του, να τον συλλάβει κατανοητικά· γι’ αυτό το λόγο, μέσα στην ιστορία, σαν μέσα στο χρόνο, τον γνωρίζει πιο ειδικά ως το πνεύμα του λαού ή ως το εθνικό πνεύμα (Volksgeist). Κάθε τέτοιο πνεύμα αποτελεί ένα στάδιο στην καθολική ζωή του παγκόσμιου πνεύματος ή του πνεύματος του κόσμου. Πρακτικά λοιπόν το τελευταίο αναδύεται ως αποτέλεσμα της αλληλενέργειας και της αλληλεπίδρασης των εθνικών πνευμάτων. Το ένα ή το άλλο πνεύμα ενός λαού είναι μια προσδιορισμένη ατομικότητα και όχι γενικά όλη η ανθρωπότητα. Κάθε λαός, ο ελληνικός, ο γερμανικός, ο γαλλικός, ο αγγλικός κ.λπ., μάχεται για την ενικότητά του, την ατομική του ενότητα, με βάση την ενιαία κοινωνική και πολιτική τάξη, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή γλώσσα, θρησκεία και ιστορία. Έτσι η έννοια του πνεύματος του κόσμου είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την ενεργό πραγματικότητα του λαού, ώστε η ιστορία ως τέτοια να αποκτά νόημα αντίστοιχο προς τον κοσμοϊστορικό ρόλο του λαού. Το πνεύμα του κόσμου ορισμένως λοιπόν είναι ο Λόγος που έχει βούληση και δρα. Και ένας λαός είναι ισχυρός, ενάρετος, δίκαιος, ηθικός, πρωταγωνιστής της ιστορίας, όταν ακολουθεί αυτό τον Λόγο και δρα αυτόνομα. Αλήθεια, πόσα εθνικά πνεύματα στην εποχή μας, πόσοι λαοί, ανάμεσά τους και ο ελληνικός, δρουν αυτόνομα; Λόγω ακριβώς απουσίας αυτής της πνευματικής-πρακτικής αυτονομίας βαθαίνει η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο λαός σύμφωνα με την εσωτερική του αλήθεια, ουσία και προορισμό, και στην εξωτερική του ύπαρξη. Συγχρόνως βαθαίνει και η αντιπαλότητα ανάμεσα στους λαούς ερήμην αυτών των ίδιων. Εδώ έγκειται και ο ιστορικός ρόλος του πνεύματος του κόσμου ως παγκόσμιου πνεύματος (Weltgeist): να σφυρηλατεί και να εκφράζει τη συνοχή της ιστορικής αλληλουχίας των κυρίαρχων εθνικών πνευμάτων, αυτών τούτων των διαφορετικών λαών και των αντίστοιχων πνευματικών πολιτισμών.