Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Διαλεκτική: από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ (1)




Λόγος και Διαλεκτική

§1

Η καταγωγή της λέξης διαλεκτική είναι ελληνική. Συνδέεται ουσιωδώς με τον Λόγο τον διά-λογο και το δια-λέγεσθαι. Σε μια πρώτη, επομένως, σπερματική κατανόηση στοιχειοθετεί διάλογο ή ακόμη και αντίλογο. Και τούτο συμβαίνει κυρίως υπό τη μορφή διαλογικής συνομιλίας γύρω από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης αλήθειας. Τότε είναι που προκαλούνται εντάσεις, ενστάσεις ή αντιρρήσεις και, ανάλογα με το επίπεδο της συνομιλίας, εξομαλύνονται ή οδηγούν την τελευταία σε αδιέξοδο. Οποιαδήποτε βέβαια συνομιλία στοιχειωδών αξιώσεων προϋποθέτει ελάχιστη κοινή βάση γνώσεωνˑ στοιχειώδη ικανότητα συμμετοχής στον κοινό Λόγο, κατά Ηράκλειτο. Έτσι, οριοθετείται, σε ένα ελάχιστο βαθμό, η ουσία του διαλέγεσθαι. Οποιοδήποτε υποτιθέμενο «διαλογικό» κουβεντολόι, ακόμη και μέσα σε πανεπιστημιακή αίθουσα μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, δεν στοιχειοθετεί σοβαρή διαλογική συνομιλία, χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση. Όπως επίσης το παντός είδους ανερμάτιστο κουβεντολόι, μέσα σε χώρους πολιτικούς, κοινοβουλευτικούς, πολιτιστικούς και παρόμοιους, δεν συνιστά απροϋπόθετα  διαλογική συζήτηση. Μια διαλογική συνομιλία, που αναζητεί την αλήθεια, διεξάγεται ανάμεσα σε άτομα που διαθέτουν επαρκή σχετικά προπαιδεία, ελευθερία σκέψης και συνακόλουθα ικανότητα παραγωγής νοημάτων. Τι νοήματα να παραγάγει ή τι είδους ελευθερία σκέψης να διαθέτει ένας απαίδευτος κομισάριος των κομματικών μηχανισμών, από όσα μορφωτικά ιδρύματα κι αν περάσει;

§2

  Παραδειγματικές απεικονίσεις διαλογικών συζητήσεων έχει φιλοτεχνήσει ο Πλάτων, με αριστουργηματικό τρόπο, στους Σωκρατικούς  Διαλόγους., αλλά και στα ύστερα έργα του. Σ’ αυτούς του Διαλόγους  κυριαρχούν, γενικώς ειπείν, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: η αλήθεια δεν είναι δεδομένη ούτε προϋπάρχει ως προνόμιο κάποιου από τους συνομιλητέςˑ αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεσπόζει, από την αρχή ως το τέλος της συζήτησης, ένας απόλυτος σχετικισμός από την πλευρά του κάθε συνομιλητή, με αποτέλεσμα ο καθένας να λέει ό,τι του κατεβαίνει. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε και ο κάθε  άξεστος κομισάριος των διαφόρων μηχανισμών θα ήταν ο μέγιστος «φιλόσοφος» όλων των εποχών. Απεναντίας, ο ένας από τους συνομιλητές, συνήθως με τη μορφή του Σωκράτη, διευθύνει τη συζήτηση. Αντλεί δε την ικανότητα της διεύθυνσης όχι επειδή έτσι ορίστηκε από τον Πλάτωνα, αλλά επειδή διαθέτει την απαραίτητη φιλοσοφική γνώση και την αντιστοίχως κατάλληλη μεθοδολογία. Ακριβώς επειδή ξέρει να φιλοσοφεί αληθινά, ξέρει να διεξάγει διάλογο. Δεν βιάζεται να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση εκ των προτέρων, αλλά συμβάλλει σε μια μεθοδική εκδίπλωση του διαλέγεσθαι και συναφώς αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει με επιχειρήματα ενδεχόμενες εντάσεις ή να διασαφήσει, με ταιριαστές εκάστοτε συλλογιστικές, διάφορες ενστάσεις. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, μας δίνει ο Πλάτων στον Χαρμίδη: το αναγκαίο «γιατρικό» για να περάσει ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη θα μπορούσε να του το χορηγήσει ο Σωκράτης, αλλά δεν βιάζεται προς τούτο, πριν ο νεαρός συνομιλητής του φτάσει σε τέτοιο επίπεδο φιλοσοφικής προπαιδείας και ανοίξει την ψυχή του στο εν λόγω φάρμακο, ώστε αυτό-εδώ να αποβεί ωφέλιμο: δεν του μεταδίδει δηλαδή γνώση, πριν ασκηθεί με το πνεύμα της φιλοσοφίας.

§3

 Για να υπάρχει, ως προκύπτει, οιοσδήποτε διάλογος πρέπει να υπάρχει πρωτίστως Λόγος. Στην Πολιτεία534b) ο Πλάτων συνάπτει τη διαλεκτική με τον Λόγο, με την κατά Λόγο ερμηνεία: «δεν αποκαλείς διαλεκτικό εκείνον που απαιτεί μια κατά Λόγο εξήγηση για την ουσία κάθε πράγματος;». Ως εκ τούτου, η διαλεκτική συνδέεται βαθέως με τη γλώσσα και αποτελεί δημιούργημα του ομιλούντος ανθρώπου, ο οποίος όσο μαθαίνει να ομιλεί, σκέπτεται, και, όσο σκέπτεται, μαθαίνει να ομιλεί. Τι σημαίνει αυτό; Πως υπάρχει εσωτερική ανταπόκριση λόγου-ομιλίας και σκέψης και πως η διαλεκτική είναι ανθρώπινο δημιούργημαˑ δεν είναι κάποιο γεγονός, συμβάν ή κατάσταση, που προέρχεται από τη φύση. Δεν έχει να κάνει διόλου με τη φύση ως τέτοια, αλλά με την πνευματική φύση του ανθρώπου. Ό,τι λοιπόν παράγει, επιτυγχάνει ή δημιουργεί ο άνθρωπος, κατά την εξελικτική του πορεία ως πνευματικό ον, σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με τη διαλεκτική. Ακόμη και η θρησκευτική σχέση του ανθρώπου με το θείο, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι διαλεκτική. Η ίδια η επιστήμη, θεμελιωδώς δε οι φυσικές επιστήμες, κινούνται πάνω στην τροχιά διαλεκτικών κινήσεων. Αλλά και η πρακτική στάση ζωής θεμελιώνεται στο διαλεκτικό τρόπο σκέψης. Από τα πιο μικρά θέματα έως και αυτά της προδοσίας της πατρίδας εξαρτώνται, μας λέει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, από τον τρόπο σκέψης: ακολουθείς τη σοφιστική, προδίδεις την πατρίδα σουˑ εφαρμόζεις τη διαλεκτική, υπερασπίζεσαι την τιμή της, την ηθική τάξη της ζωής  Με μοναδικά ευστοχία γράφει σχετικά:

«Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαλεκτική με την απλή σοφιστική, της οποίας η ουσία έγκειται  στο να δίνει δικαιοδοσία σε μονομερείς και αφηρημένους προσδιορισμούς, μέσα στην απομόνωσή τους, αναλόγως με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να εξυπηρετεί το  εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε επί μέρους κατάσταση του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα, η φροντίδα για την ύπαρξή μου και για να έχω τα προς το ζην, είναι ουσιώδες κίνητρο της πρακτικής συμπεριφοράς. Εάν όμως δίνω έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτή την φροντίδα, σ’ αυτή την αρχή της ευημερίας μου και συνάγω το συμπέρασμα ότι δικαιούμαι να κλέβω ή να προδίδω την πατρίδα μου, τότε αυτό είναι σοφιστική. Παρόμοια, αποτελεί ζωτική αρχή της πρακτικής μου συμπεριφοράς η υποκειμενική μου ελευθερία με το νόημα ότι έχω επίγνωση των πράξεών μου και εμφορούμαι από την πεποίθηση ότι πράττω σωστά. Εάν όμως ο λογισμός μου εμμένει μόνο σε τούτη την αρχή, τότε ομοίως πέφτω στη σοφιστική, με συνέπεια να ανατρέπονται όλες οι θεμελιώδεις αρχές της ηθικής τάξης. Η διαλεκτική διαφοροποιείται εντελώς από μια τέτοια πρακτική, γιατί στοχεύει ακριβώς στο να μελετήσει τα πράγματα καθεαυτά και διεαυτά»  (Werke 8, σ. 172).

Αχ, αυτή η διαλεκτική! Λόγω διαλεκτικής, φαίνεται, μπόρεσε ο Χέγκελ να μιλήσει για τη σημερινή φαυλότητα του δημόσιου βίου, να μεθερμηνεύσει τη συντελούμενη, με σαθρές σοφιστείες, προδοσία σε βάρος ιστορικών λαών.



Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

N.Machiavelli: ο Ηγεμόνας (1)





Νικολό Μακιαβέλι
1469-1527


Ο διεφθαρμένος ηγεμόνας και ο ασθενής λαός


§1: Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η πολιτική διαθέτει μια δική της ηθική: φέρνει μέσα της εκείνα τα χαρακτηριστικά, που της επιτρέπουν να διασφαλίζει τον έναν ή τον άλλο τρόπο ζωής στο λαό. Απ’ αυτή την άποψη, ο ηγεμόνας, ο πολιτικός ηγέτης, δεν μπορεί να αποδίδει σε αιτίες, έξω από τη δική του πολιτική, την επιτυχία ή αποτυχία του πολιτικού του εγχειρήματοςˑ κάτι δηλαδή που συμβαίνει αδιάντροπα με τα λούμπεν στοιχεία της εν Ελλάδι κυβερνώσας καθεστωτικής-φεουδαρχικής «αριστεράς». Πρώτος που στράφηκε ενάντια σε τέτοιου είδους εξουσιαστικά λούμπεν στοιχεία ήταν ο ίδιος ο Μαρξ. Ορισμένες βασικές υποτυπώσεις της μακιαβελικής σκέψης είναι αποκαλυπτικές σχετικά με το πόσο λειτουργική είναι η πολιτική σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον λαό. Η λειτουργικότητα αυτή δεν μας αφορά απλώς ιστοριογραφικά, αλλά κατ΄εξοχήν ιστορικά-οντολογικά, άρα πάντοτε επικαιρικά: π.χ. το δράμα της διακυβέρνησης της Ελλάδας από «μισθοφόρους και πραιτοριανούς», η άλωση κυριολεκτικά της εξουσίας από ανίκανους, διεφθαρμένους και αδίστακτους πολιτικάντηδες με «αριστερό» προσωπείο επαναθέτει με οξύτητα το ερώτημα: πώς αξίζει να σκέπτεται κανείς το Πολιτικό εν Ελλάδι; Προς αυτή την κατεύθυνση μας διδάσκει με περισσή ακρίβεια η πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι. Τι μας διδάσκει; Ότι μέσα σε μια δυσλειτουργική κοινωνία, σαν τη δική μας,  χρειάζεται να διερευνάμε εκ νέου και από τη ρίζα του το φαινόμενο της διασφάλισης μιας αρμονικής, ήτοι νομο-λειτουργικής συλλογικότητας, εντός της οποίας οι πολλοί αισθάνονται σιγουριά και βεβαιότητα. Η διερεύνηση ενός τέτοιου φαινομένου αφορά τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές του όψεις. Ποιοι παράγοντες εμπλέκονται σε μια τέτοια συλλογικότητα; Η κυβέρνηση και ο λαός. Η λειτουργία μιας κυβέρνησης, μας λέει ο Μακιαβέλι, η συμπεριφορά της, η γενική της στάση, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τη κατά το δυνατόν συνειδητή παρουσία του λαού μέσα σε ένα συνεχώς και όχι πάντοτε προσδοκώμενο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

§2: Πώς αποτιμά  ο Μακιαβέλι τη σκέψη και την κρίση του λαού εν γένει; Θεωρεί πως ο λαός διαθέτει μια αξιοσέβαστη κρίση, μια ικανότητα πολιτικού λέγειν και πράττειν, που εκδηλώνεται κυρίως ως ενδιαφέρον, ως έγνοια για τη διατήρηση του κράτους, όχι όμως και για τη θεμελίωσή του, για την αρχέγονη, πρωταρχική του σύλληψη. Τι σημαίνει αυτό;  Πώς ο λαός, ως ποσοτικό πλήθος, με τη μια ή την άλλη ευκαιρία, δείχνει να αποζητά  ηγέτες, κυβερνήτες, που θα εργαστούν για τη διατήρηση του κράτους.  Χωρίς κυβέρνηση, ο λαός αισθάνεται ανερμάτιστος, ανύπαρκτος, άχρηστος. Ευθέως επομένως καταφάσκει την υπαγωγή του ζωτικού του Είναι στον ηγεμόνα. Στο κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμα, εναποθέτει τη συνοχή και την αυτό-βεβαιότητά του. Τη δύναμή του, ως εκ τούτου, την εξαρτά από την ύπαρξη της κυβέρνησης: από την ικανότητα του ηγέτη να τον καθοδηγεί σωστά, δηλαδή να τον πείθει για εκείνο που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του salus populi. Ο λαός έτσι επιλέγει μόνος του τη θέση μέσα στη σχέση: κυβέρνησης-λαού. Ποια είναι αυτή η θέση; Η θέση του ακροατή, του υπηκόου· με σημερινούς όρους του οπαδού που έχει γνώμη για τα «πάντα», αλλά καμιά γνώση περί του ίδιου του βαθύτερου πολιτικού του Είναι. Ένας λαός, που είναι ακροατής, δεν στοχάζεται πάνω στο πολιτικο-κοινωνικό του Είναι, παρά προστρέχει πίσω από την ισχύ του ηγεμόνα. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τελευταίος πρέπει να δείχνει αυτή την ισχύ του με το να κερδίζει, παντί τρόπω, την εμπιστοσύνη του λαού.

 §3: Με βάση τα παραπάνω, ένας καλός ηγεμόνας, σε ορθοφρονούσες δημοκρατίες, πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός σκεπτόμενου ακροατηρίου (του), ώστε οι άνθρωποι που το απαρτίζουν να μπορούν να επιλέγουν τους πιο άξιους στα ανώτατα αξιώματα. Ωστόσο, αν και ακροατές χωρίς ιδιαίτερη στοχαστική ενατένιση, οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται κατά κανόνα από την επιθυμία να μην καταπιέζονται από τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Αισθάνονται επομένως ασφαλείς απέναντι σε καταχρηστικές εξουσίες μόνο σε μια σύννομη λειτουργία των θεσμών και της διακυβέρνησης. Όταν όμως απουσιάζει μια τέτοια λειτουργία, δεσπόζει παντού η διαφθορά και η δεσποτική, τυραννική, αμοραλιστική συμπεριφορά των κυβερνώντων. Αυτοί οι διεφθαρμένοι πολιτικοί δεσπότες επεκτείνουν τη διαφθορά και τη συνενοχή ως μέσα στα σπλάχνα του λαού, και τούτο γιατί ο τελευταίος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εξαρτά την οντολογική του ύπαρξη από την αντίστοιχη του ηγεμόνα. Έτσι η σχέση κυβέρνησης–λαού μεταποιείται σε σχέση ενός διεφθαρμένου όλου. Εάν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει, έστω και κατ’ ελάχιστο, το πολιτικό status της Ελλάδας από την ως άνω σκοπιά του Μακιαβέλι, εύκολα πλέον διαγιγνώσκει, γιατί μια όχι ευκαταφρόνητη πλειοψηφία του λαού δεν καταδικάζει σε πολιτικό θάνατο τις σάπιες πολιτικές φατρίες και παρατάξεις. Όχι μόνο δεν τις καταδικάζει, αλλά εμπεδώνει, με τον τρόπο της, ξανά και ξανά, τη διεφθαρμένη δεσποτεία τους, παρότι αυτές τον έχουν οδηγήσει, ασύστολα ψευδόμενες, σε οντολογικό θάνατο. Ο Μακιαβέλι εν τέλει αποφαίνεται προ-φητικά: όταν μια διεφθαρμένη διακυβέρνηση διαποτίζει με διαφθορά ένα λαό, αυτός ο λαός ασθενεί και χρειάζεται μια ανώτερη ποιοτικά εξουσία, ικανή να αποκαταστήσει την υγεία του και να του διασφαλίσει την οντολογική του αυθυπαρξία.    

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (5)


Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος:


Λογος του Είναι στο παρόν για το παρόν


H συνείδηση σήμερα


§1. Διασαφήσεις

Ι. Πιο κάτω μεταφράζεται και σχολιάζεται η § 93 από το πρώτο τμήμα: Α. Συνείδηση, κεφάλαιο Ι: Αισθητήρια βεβαιότητα της Φαινομενολογίας του πνεύματος.  Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα και κεφάλαια του εν λόγω έργου, γιατί μια σωστή κατανόησή του μας επιτρέπει μια συνολική παρακολούθηση της οδοιπορίας  του πνεύματος στην ενδοκοσμική του εμφάνιση και μια ορθή σύλληψη όλων των γωνιών και διαγωνίων της δράσης του. Κάθε σύγχρονη ανάγνωση της εγελιανής Φαινομενολογίας και συναφώς της επιστήμης της λογικής αποτελεί μια αληθώς δια-τροπική πράξη ανοικτών οριζόντων του υποκειμένου: τουτέστι, μια φιλοσοφική πράξη διαφορετικής τροπής, ικανής να αποσυνθέτει τον παθητικό μηδενισμό, ήτοι τον ενεργό σκοταδισμό, τον οποίο παράγει το περίπλοκο σύστημα της «ψευδούς συνείδησης»[1] και αναπαράγει η παρούσα δικτατορική ολιγαρχία τσιφτετελάδων πολιτικάντηδων, η πιο αδίστακτη από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους πολιτική συμμορία λούμπεν ψευτο-«αριστερών», που σαν πεινασμένοι λύκοι, ως άλλα «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», κατά την τραγουδιστική τους ορολογία, ξεσχίζουν τις σάρκες της κοινωνίας και σκορπούν στο λαό απαρηγόρητους θρήνους και κοπετούς.
ΙΙ. Το υπό συζήτηση θέμα της κατ’ αίσθηση συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση πραγματικότητάς [της], αφορά μια ορισμένη μορφή αλήθειαςˑ αυτή της φανέρωσης της αναλήθειας που προβάλλεται ή μη-συνειδητά θεωρείται ως αλήθεια. Κάτι δηλαδή, που σχετίζεται πολλαπλώς με τη σημερινή πραγματικότητα εν όλω και με μια αντικειμενική της ανάγνωση. Ας μην ξεχνάμε: κάθε λόγος του Χέγκελ για το πνεύμα ξεκινά από το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist), διατρέχει το φιλοσοφικό του Γολγοθά και ξαναγυρίζει στο ξεκίνημα. Στο πρώτο μας ξεκίνημα, με βάση την ως τώρα ανάλυση[2] έχουμε τα εξής δεδομένα: α) τη συνείδηση, που γνωσι-οντο-λογικά συνιστά γενικώς την άμεση παρουσία του πνεύματος και στο υπό συζήτηση κεφάλαιο εμφανίζεται με τη μορφή της αισθητήριας βεβαιότητας (sinnliche Gewißheit)ˑ β) το αντι-κείμενο (Gegenstand), ενικό, ατομικό και ανεξάρτητο από τη συνείδησηˑ ανεξάρτητο με το νόημα πρωτίστως ότι η συνείδηση δεν έχει ακόμη επίγνωση πως είναι το αντι-κείμενό της, δηλαδή η ετερότητά της, και το βιώνει ως κάτι ξένο.

§2. Μετάφραση

§93

Δεν είμαστε ακριβώς εμείς αυτοί που κάνουμε τούτη τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στο παράδειγμα, στην αμεσότητα και στη διαμεσολάβηση, αλλά τη βρίσκουμε στην ίδια την κατ’ αίσθηση βεβαιότηταˑ και πρέπει να λαμβάνεται με τη μορφή που υπάρχει στην εν λόγω βεβαιότητα και όχι  όπως την προσδιορίσαμε προ ολίγου εμείς. Στους κόλπους αυτής της  βεβαιότητας, ο ένας όρος τίθεται ως  το απλό άμεσα ον ή ως η ουσία, δηλαδή ως το αντι-κείμενο, ενώ ο άλλος ως το επουσιώδες και διαμεσολαβημένο, που μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα δεν είναι καθεαυτό, αλλά μέσω ενός άλλου, είναι δηλαδή το Εγώ, μια Γνώση, που γνωρίζει το αντι-κείμενο μόνο επειδή αυτό είναι, και η οποία μπορεί να είναι [= υπάρχει] ή και να μην είναι [= υπάρχει]. Το αντι-κείμενο όμως είναι: αυτό είναι το αληθές και η ουσίαˑ αυτό είναι, αδιαφορώντας για το εάν είναι αντικείμενο Γνώσης ή όχιˑ  παραμένει, ακόμη και όταν δεν είναι αντικείμενο Γνώσηςˑ η Γνώση όμως δεν είναι [= υπάρχει], αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.


§3. Ερμηνεία-κατανόηση:


Ι. «Δεν είμαστε ακριβώς … προ ολίγου εμείς»:

α) Ποιο είναι το «εμείς»; Είναι ο φιλόσοφος εν γένει, που παρ-ακολουθεί την εμπειρία της συνείδησης και προσλαμβάνει μεταστοχαστικά, ήτοι με τη μορφή ή τον τρόπο της κατανοητικής σκέψης, δηλαδή της εννοιολογικής σύλληψης,  ό,τι προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της κατ’ εμπειρία κίνησης της συνείδησης. Δεν επεμβαίνει έξωθεν, με υπολογιστικό τρόπο, ήτοι βουλησιαρχικά ή φαντασιακά, παρουσιάζοντας ως αλήθεια ό,τι αυτός πιστεύει, θεωρεί ή κρίνει. Με άλλα λόγια δεν κατασκευάζει, αλλά δημιουργεί έννοιες. Έτσι στέκεται δια-κριτικά [=δια-στοχαστικά] απέναντι στις εσωτερικές διεργασίες της συνείδησης.
β) Η συνείδηση, ως άμεσο πνεύμα, εδώ με τη μορφή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, βιώνει μέσα της το καθολικό, το όλο, του οποίου η ίδια, δυνάμει ή εγγενώς, πέραν δηλαδή του τι είναι και τι καταλαβαίνει στο παρόν σημείο ανάπτυξής της, αποτελεί ανα-σκόπηση, ανα-και μετα-στοχασμό (Reflexion).
γ) Βιώνει λοιπόν το καθολικό –δηλαδή ουσία και παράδειγμα, αμεσότητα και διαμεσολάβηση– χωρίς ωστόσο να το συλλαμβάνει στην έννοιά του: ως ένα όλο, με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, ενέργειες και παρενέργειες, δράσεις και αντιδράσεις, δηλαδή με τις αντιθετικές του τάσεις και εν τέλει με την τελική συνδιαλλαγή, ήτοι ενοποίηση όλων των αντιθετικών του τάσεων σε μια υψηλότερη γνωσι-οντο-λογικά ενότητα, όπου το αρνητικό είναι ανηρημένο και μόνο ως τέτοιο ανηρημένο υφίσταται.
δ) Ένα παράδειγμα από την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα: η ως άνω συνείδηση, που αντιστοιχεί στη λεγόμενη κοινή συνείδηση/κοινό νου, βιώνει τα αρπακτικά θηρία της πολιτικής, όχι ως ένα εννοιακό όλο, δηλαδή ως ένα ριζικά θανατηφόρο κακό για όλη την κοινωνία, για το ίδιο το έθνος, αλλά ως ένα επί μέρους ή στιγμιαίο κακό: ως κλεφτοκοτάδες που απειλούν το δικό της/του βιος. Έτσι το/τους βδελύσσεται προς στιγμή, για να το/τους αγαπήσει εκ νέου, μεταμφιεσμένο/ους σε πιο ολοκληρωτική μορφή, ας πούμε, στην παρούσα δικτατορία της "αριστερής" φαυλοκρατίας, του αδιάντροπου αμοραλισμού και απροκάλυπτου φεουδαρχισμού, τύπου Μπρέζνιεφ ή Νικολάι και Έλενας Τσαουσέσκου. 
ε) Η συνείδηση εδώ, ως γνώση καθοριστική για την οντο-λογική ύπαρξη του ανθρώπου, δεν υπερβαίνει τη βιωματική της εμπειρία, δεν είναι φιλοσοφική Γνώση, ώστε να κατοπτεύει, να ανα-στοχάζεται και να μετα-στοχάζεται: να ερμηνεύει διαλεκτικά το πολιτικό γίγνεσθαι ανθρώπων και πραγμάτων. Διαλεκτικά σημαίνει να μη σκέπτεται απλώς συναισθηματικά και έτσι να συμπεριφέρεται ως ποίμνιο, που έχει ανάγκη το βοσκό του ή που αναγορεύει ως βοσκό του τον χείριστο των χειρίστων. Διαλεκτικά επομένως σημαίνει να εισχωρεί στις αντιφατικές πτυχές της πραγματικότητας, π.χ. του πολιτικού συστήματος, να παρ-ακολουθεί, όπως το ως άνω φιλοσοφικό «εμείς», ήτοι να κρίνει –με βάση μια βαθιά γνώση και χωρίς ιδεολογικο-κομματικές παρωπίδες, τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις αντίστοιχες θέσεις και αντι-θέσεις, στάσεις και αντι-στάσεις κ.λπ. των δυνάμεων του εν λόγου πολιτικού συστήματος– και να αποφαίνεται ή να πράττει δεόντως.

ΙΙ. «Στους κόλπους αυτής … αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.

α) Η ουσία είναι το αντι-κείμενο. Γιατί το αντι-κείμενο και όχι το Εγώ, δηλαδή η συνείδηση ως το Εγώ, που υποτίθεται ότι διαθέτει γνώση; Επειδή αυτό είναι κάτι το υπαρκτό, κάτι το αδιαμφισβήτητα πραγματικό: «επειδή είναι». Το ελάχιστα αληθινό, συγκεκριμένο, που μπορεί να γνωρίζει η συνείδηση για το αντι-κείμενο είναι το γεγονός ότι αυτό είναι.
β) Το Εγώ, το υποκείμενο, είναι το επουσιώδες. Γιατί; Επειδή προσδιορίζεται από μια γνώση, η οποία υπάρχει, επειδή υπάρχει το αντι-κείμενο. Χωρίς την ύπαρξη του τελευταίου δεν μπορεί να υπάρξει γνώση.
γ) Επουσιώδες λοιπόν με το νόημα ότι η ουσία του δεν βρίσκεται εντός εαυτού, δεν είναι ο εαυτός του, αλλά ένα άλλο: το αντι-κείμενο. Αυτό-εδώ προσφέρει τη δυνατότητα στο υποκείμενο να συγκροτείται ως γνωρίζον υποκείμενο, εφόσον εκείνο υπάρχει, ή ως μηδέν, εφόσον δεν υπάρχει.
δ) Έτσι δεν είναι μόνο επουσιώδες, αλλά και διαμεσολαβημένο από τη γνώση του αντι-κειμένου. Δεν αυτο-διαμεσολαβείται ακόμη από τη γνώση του εαυτού του, γι’ αυτό δεν είναι και εννοιολογικό όλοˑ διαμεσολαβείται ωστόσο από μια κατ’ αίσθηση γνώση, αυτή τη γνώση του αντικειμένουˑ τουτέστι από την άμεση,  δια των αισθήσεων, εντυπώσεων, γνωμών, σχηματισθείσα εικόνα του αντι-κειμένου.
ε) Στο παράδειγμα του Πολιτικού: η γνώση του υποκειμένου για το πολιτικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα είναι μια αισθητηριακή γνώση: γνώση διαμεσολαβημένη από τις εντυπώσεις, τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, τις συναισθηματικές εξάρσεις ή εξαρτήσεις από κόμματα και ιδεολογίες, τους εκβιασμούς ή καταναγκασμούς, την προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε. κ.λπ. Γι’ αυτό και είναι επουσιώδης: εξαρτάται από την ύπαρξη του λησταρχείου της πολιτικής συμμορίας. Θα γίνει ουσιώδης, μόνο ως φιλοσοφική γνώση. Θα πάψει δηλαδή το ανθρώπινο υποκείμενο να είναι εξάρτημα του ενός ή του άλλου λησταρχείου, εφόσον ή όταν αυτό γίνει συνείδηση του Εαυτού και όχι απλώς του αντι-κειμένουˑ μια φιλοσοφική διεργασία, που θα την παρακολουθήσουμε στις επόμενες αναλύσεις της Φαινομενολογίας του πνεύματος.






[1] Βλ. σχετικά: Δημ. Τζωρτζόπουλος: Χέγκελ και κατανοητική σκέψη. Εκδ. Δωδώνη 2000, σσ. 48 κ.εξ.
[2] Βλ. προηγούμενες αναρτήσεις για την ερμηνεία της Φαινομενολογίας του πνεύματος.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

G. Lukacs: Η οντολογική ανατροπή της κοσμοεικόνας







Γκέοργκ Λούκατς
1885-1971


Το ανθρώπινο Είναι είναι η κοινωνία του ανθρώπου

§1

Εδώ και λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός το βιβλίο:
 Γκέοργκ Λούκατς
Περί της οντολογίας του κοινωνικού Είναι:

Ψευδής και αληθινή οντολογία
του Χέγκελ

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος


Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
§1. Προς μια οντολογία του κοινωνικού Είναι
§2. Χέγκελ και οντολογία του κοινωνικού Είναι

ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
1. Η διαλεκτική του Χέγκελ "εν μέσω της κοπριάς των αντιφάσεων"
2. Η διαλεκτική οντολογία του Χέγκελ και οι προσδιορισμοί ανασκόπησης


                             §2

Ο Γκέοργκ Λούκατς ανήκει στους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αι. και μάλιστα σε εκείνους τους λίγους, που επιχειρούν να αναπτύξουν μια οντολογική προβληματική με κατεύθυνση το κοινωνικό Είναι. Όπως ακριβώς ο Χάιντεγκερ υποστήριζε ότι δεν μπορεί να υπάρχει οντολογία χωρίς Είναι, γιατί τότε θα ήταν μεταφυσική και όχι οντολογία, έτσι και ο Λούκατς θεωρεί πως η οντολογία μπορεί να καθιδρύεται ως οντολογία του κοινωνικού Είναι, ειδάλλως δεν διαφέρει από την παλιά θεολογική μεταφυσική. Είναι αλήθεια πως στην πολυκύμαντη διανοητική του ζωή παρέμεινε, κατά κύριο λόγο, ένας αναζητητής μιας ιστορικά συγκεκριμένης αλήθειας. Έτσι συνδέθηκε με μια εμβριθή και δια βίου μελέτη της εγελιανής φιλοσοφίας παράλληλα με την εργώδη προσπάθειά του για τη δημιουργική ανανέωση της μαρξικής σκέψηςˑ γι’ αυτό και άσκησε μια αδιαμφισβήτητη επίδραση στις διάφορες σφαίρες της σύγχρονης πνευματικής ζωής. Σίγουρα δεν μπορεί να παραβλέπεται πως σε ορισμένες περιόδους του στοχαστικού του βίου βρέθηκε αντιμέτωπος με ποικίλες στρεψόδικες λογικές ή δραματικές ακαμψίες του μαρξιστικού προτάγματοςˑ ειδικά στις αποπνικτικές περιόδους των σταλινο-χρουστσοφο-μπρεζνιεφικών  καθεστώτων, φαινομενικά «σοσιαλιστικών», κατ’ ουσία φεουδαρχικών, που ορισμένα όμοια χαρακτηριστικά τους εμφανίζει και η τρέχουσα εν Ελλάδι κυβερνώσα εθνικοσοσιαλδημοκρατική ολιγαρχία. Ήταν εκείνες οι περίοδοι, που αναγκάστηκε και ο ίδιος ο Λούκατς να προχειρολογήσει ιδεολογικά σε ορισμένα κείμενά του, τα οποία σήμερα δεν θα μπορούσαν να λαμβάνονται ως αντιπροσωπευτικά της σκέψης του.

§3

Ι. Το υπό συζήτηση βιβλίο του για την οντολογία του Χέγκελ ανήκει στην πιο ώριμη φάση της σκέψης του: είναι τότε που ανέλαβε να γράψει το μεγάλο συνθετικό του έργο: Περί της Οντολογίας του Κοινωνικού Είναι. Πρόκειται για την τελευταία φάση της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία είναι απαλλαγμένη ορισμένως από βολονταριστικές αναλύσεις, από άγονες πολεμικές, από φαντασιακές οντογενέσεις. Επομένως έχει ιδιαίτερη σημασία για τον αναγνώστη η οικείωσή του με μια αντικειμενική οντο-λογική ανάγνωση του Χέγκελ. Εάν λάβουμε υπόψη πως η ζοφερή νύχτα στα κοινωνικο-πολιτικά πράγματα της σημερινής Ελλάδας συνοδεύεται και από ένα χωρίς προηγούμενο πνευματικό χάος, με ευθύνη όχι μόνο των εν εξουσία πολιτικών απατεώνων, αλλά και εκείνων των αμόρφωτων «διανοουμένων» που τους υπηρετούν σαν πιστά σκυλιά, τότε το συγκεκριμένο κείμενο του Λούκατς καθίσταται κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό, σε ιδέες και τρόπο σκέψης, μιας ανατρεπτικά διαλεκτικής αντιπαράθεσης με το ως άνω πνευματικό χάος και τη γενικευμένη αποβλάκωση της απερίγραπτα αποβλακωμένης «αριστεράς», η οποία όσο πιο αποβλακωμένη αποδεικνύεται, τόσο πιο απατεωνική εκδηλώνεται.
ΙΙ. Η συνολική ανάλυση της εγελιανής σκέψης δεν επιδιώκεται από τον ούγγρο φιλόσοφο ως μια ιδανική επαναδιατύπωση της διαλεκτικής του Χέγκελ, γιατί ιδανική δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και από κανέναν, αλλά ως μια επαρκής κατανόηση της έννοιας της ολότητας στην καθορισμένη ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα. Η έννοια αυτή αποτελεί θεμελιώδη, συνεκτική κατηγορία, αυτή τούτη τη νοητή γραμμή της εγελιανής φιλοσοφίας. Το αληθές είναι το όλο, μας λέει ο Χέγκελ. Αλλά ποιο όλο; Όχι, προφανώς, οι ποσοτικές αθροίσεις, τα ανώνυμα πλήθη ή ακόμη οι φλύαρες ολοποιήσεις, εν είδει δολερών συλλογικοτήτων ή αμοραλιστικών πολιτικών πρακτικών, των βολεμένων καθεστωτικών, αλλά η  διαμορφωμένη ιστορικο-λογική ολότητα, υπό τη μορφή του κοινωνικού συμβάντος. Έτσι δεν ενδιαφέρει απλώς να καθιστούμε αντικείμενο γνώσης το κοινωνικό μας Είναι ως ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά και να καθίστατι συνειδητά ενεργό το ιστορικο-λογικό υποκείμενο, που ιδιάζει στο Εγώ της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο προϋποθέτει μια επεξεργασμένη διαλεκτική συνάφεια ανάμεσα στο Λόγο, τη σκέψη, και την ενεργό πραγματικότητα. Για μια τέτοια ακριβώς επεξεργασία μοχθεί ο Λούκατς: παρακολουθεί ερμηνευτικά τη θεωρητική ανάπτυξη του Λόγου στην εσωτερική-αναλογική του σχέση με την εξέλιξη σε πεδίο πρακτικών αξιών ή προτεραιοτήτων και με μια προσεγμένη διεργασία «εκλογίκευσης» της φύσης. Έτσι κατορθώνει να αναδείξει την κίνηση, τη διεργασία/διαδικασία αλληλεπίδρασης Λόγου και πράξης, το γίγνεσθαι, σε κεντρική κατηγορία της εγελανής γνωσι-οντο-λογικής του σύλληψης. Με τα δικά του λόγια:

 «Ο Χέγκελ είναι ο πρώτος μεγάλος διανοητής, από τον Ηράκλειτο και μετά, στον οποίο το γίγνεσθαι αποκτά ένα αντικειμενικά μεγαλύτερο οντολογικό βάρος από το Είναιˑ το φιλοσοφικό του ανάστημα συνίσταται, σε τελική ανάλυση, στο γεγονός ότι αυτή η υπέρβαση της προτεραιότητας του Είναι απέναντι στο γίγνεσθαι δεν έχει απλό και άμεσο χαρακτήρα, αλλά καθιδρύει μια καθολική-συμπαντική μέθοδο» (παρόντα τόμο, σ. 129).

Κατ' αυτό το πνεύμα συλλαμβάνει το Είναι όχι ως κάτι το στατικό, το στερεοποιημένο επέκεινα, που αντιμετωπίζει με φιλευσπλαχνία την «τεθλιμμένη» ύπαρξη και την πλημμυρίζει αντίστοιχα με αφειδώλευτες υποσχέσεις, αλλά ως το αείζωον Πυρ, που προορίζεται να αναζωογονεί, να ανασυγκροτεί την κατακερματισμένη ύπαρξη του πάσχοντος άνθρώπου και ταυτόχρονα να κατακαίει τα σωθικά κάθε εξουσιομανούς πολιτικο-κοινωνικού πιθήκου, που με τη μάσκα του: «προοδευτικού», «δημοκράτη», «σοσιαλιστή», «φιλελεύθερου» κ.λπ. απεργάζεται εκάστοτε τη συντριβή της αυθυπαρξίας του εν λόγω Πάσχοντος. 



Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (8)





Martin Heidegger
(1889-1976)

ΕΙΝΑΙ  ΚΑΙ  ΧΡΟΝΟΣ
Κεφάλαιο Tέταρτο

Πώς κουβεντιάζεται
η αυθεντικότητα και η αναυθετικότητα του εαυτού;


Μια επισκόπηση

Το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος φέρει τον γενικό τίτλο:

Το εντός-του-κόσμου-Είναι ως Συνείναι και εαυτότητα.
Το «τις»/οι «πολλοί».
(Das In-der-Welt-sein als Mit-und Selbstsein. Das “Man”)

I. Με μια πρώτη ματιά ο τίτλος μας λέει πως «το εντός του κόσμου Είναι», το ενδοκοσμικό μας Είναι ή, με άλλα λόγια, η καθημερινή ύπαρξη, η ύπαρξή μας μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην εγκοσμιότητα, δεν είναι ποτέ μοναχική, αλλά πάντοτε παρούσα ως συνύπαρξη, ως ένα Συν-είναι (Mitsein). Βρισκόμαστε στο κέντρο της κοσμικότητας του κόσμου. Εάν αυτή-εδώ δεν μας εγκαταλείπει ποτέ –είτε θέλουμε είτε όχι– και η ερμηνευτική διείσδυση σ’ αυτήν μας φέρνει αντιμέτωπους με τον κόσμο των φαινομένων, η ύπαρξή μας μέσα στον καθημερινό κόσμο ανήκει, πάνω απ’ όλα, στα θεμελιακά οργανικά στοιχεία που συγκροτούν αυτή την ενδο-κοσμικότητα (In-der-Welt-sein). Ως τέτοιο στοιχείο συνιστά καίριο κοινωνικό φαινόμενο. Κοινωνικό όχι με κάποιο κοινωνιολογικό νόημα: ως μια ταξική ή διυποκειμενική σχέση ανάμεσα σε δυο ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα, αλλά α) καθαρώς φαινομενολογικά: το Dasein ως τι είδους κοινωνικό φαινόμενο είναι εν γένειˑ και β) κοινωνικώς οντολογικά: το Dasein ως σχετιζόμενο με το Είναι, καθώς η υπαρκτική του φύση, δηλαδή η φύση του, η ουσία του ως ύπαρξη, προορίζεται να είναι με τους άλλους, να συνυπάρχει με τους πολλούς, με το ανώνυμο πλήθος. Η συνύπαρξη τούτη έχει τη ρίζα της μέσα σε ένα ανώνυμο πλήθος, μέσα στην ανωνυμία των πολλών, από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί ή να ξεφύγει με κανέναν τρόπο. Γι’ αυτό και ρίχνεται, απορροφάται μέσα στον κόσμο.

ΙΙ. Κατευθυντήριος ορίζοντας ερμηνείας και κατανόησης των τριών παραγράφων (§§§25, 26, 27) που συνθέτουν το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος είναι η υπαρκτική διαφορά ανάμεσα στον αυθεντικό και αναυθεντικό Εαυτό. Ο Χάιντεγκερ διαγιγνώσκει πως η κοσμικότητα του κόσμου, σε επίπεδο ύπαρξης, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς, εάν μένει αναπάντητο το ερώτημα: ποιος είναι αυτό, που στην καθημερινότητα είναι το Dasein; Γιατί κάθε περαιτέρω κατανόηση απαιτεί μια βαθιά ενασχόληση με το ερώτημα: ποιος είναι το Dasein; Επειδή το Dasein όχι μόνο βρίσκεται καθημερινά μέσα στον κόσμο, αλλά σχετίζεται με αυτόν, συναρπάζεται απ’ αυτόν. Καθ’ όλη αυτή τη σχεσιακή του κίνηση, κυρίαρχο είδος παραμένει το Είναι, γι’ αυτό και το φαινόμενο που δίνει απάντηση στο «ποιος;», όπως και όλες οι άλλες  δομές του Είναι αυτού του Dasein, ανήκει στους τρόπους του Είναι του.   

III. Οι τρόποι του Είναι, δηλαδή οι τρόποι, με τους οποίους έρχεται σε παρουσία το Είναι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερώσεις του ίδιου του Dasein, του ανθρώπου ως υπαρκτικής οντότητας. Έτσι το Dasein κατορθώνει –με τα εγγενή του στοιχεία, όπως η αλήθεια ως α-λήθεια [=μη λήθη] και ο λόγος: το λέγειν και η γλώσσα– να είναι κάτι το διακεκριμένο, το έξοχο. Ακριβώς ετούτη η  εξοχότητα είναι που του προσδίδει τη δέουσα, τη σίγουρη, τη βέβαιη προτεραιότητα έναντι των άλλων όντων. Από εδώ προκύπτει πως αυτό το Dasein, ο άνθρωπος ως τέτοιος, είναι ό,τι είναι, επειδή καθορίζεται από το προνόμιο της ύπαρξηςˑ και μόνο ως τέτοια ύπαρξη υπερέχει οντολογικά έναντι των άλλων όντωνˑ «υπερέχει οντολογικά» σημαίνει ότι ως ον έχει λόγο για το Είναι (=οντο-λογικά), δηλαδή ρωτά για το νόημα του Είναι: διανοίγεται στην κατανόησή του. Μια τέτοια διάνοιξη ωστόσο δεν προϋποθέτει εγκατάλειψη του Εαυτού, απώλειά του μέσα στην καθημερινή χαύνωση, κάτι σαν την απερίγραπτη αποχαύνωση του τρέχοντος καθεστωτικού προσωπικού της Ελλάδας και των διανοουμενίστικων υπηρετών του. Απεναντίας είναι διάνοιξη και προς εαυτόν ή πρωτίστως προς εαυτόν.

IV. Κατ’ αυτή τη διάνοιξη λοιπόν η εν λόγω κατανόηση εκτυλίσσεται συγχρόνως και ως κατανόηση του ατομικού Είναι, τουτέστι ως αυτοκατανόηση. Όταν ρωτάμε για το Είναι, μαθαίνουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε ή, με άλλα λόγια, ρωτάμε για την ουσία της ύπαρξής μας, ζητούμε να μαθαίνουμε για ετούτη από αυτό για το οποίο ρωτάμε, δηλαδή από το Είναι. Το Είναι συμβαίνει να μας προσ/ς-καλεί και εμείς προσ/ςερχόμαστε. Π.χ. Κάθε ανθρώπινο ον που δημιουργεί, που γίνεται δημιουργός στην πορεία της ζωής του, το κατορθώνει αυτό, γιατί καλείται, προσ/ς καλείται από το Είναι του, δηλαδή έλκεται, μαγεύεται, συναρπάζεται απ’ αυτό, για το οποίο αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του Dasein του. Πόσα και πόσα ανθρώπινα άτομα δεν χάνουν τον προσανατολισμό τους μέσα στη ζωή, γιατί δεν ανακαλύπτουν έγκαιρα το ταλέντο τους, δηλαδή δεν αναγνωρίζουν και δεν ακολουθούν τη φωνή, την προσ/ς-κληση του Είναι τους. Τούτο υποδηλώνει, μεταξύ των άλλων, πως το Dasein μας, ακόμη κι αν είναι κλεισμένο ή αποκλεισμένο σε έναν χώρο, σε ένα Da, δεν παύει να ανήκει στις δυνατότητές του να διανοίγεται προς εαυτόν και τους άλλους. Η δυνατότητά του για [=να] Είναι καθορίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και τη δυνατότητά του να είναι αυθεντικός ή μη-αυθεντικός Εαυτός.