Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Προσωκρατική φιλοσοφία: 3ο Επιστημονικό Συνέδριο



                 

3οΕπιστημονικό Συνέδριο:
ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Ο Άνθρωπος, η Κοινωνία και ο Κόσμος

Τετάρτη 6 και Πέμπτη 7 Απριλίου 2016
Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Πανεπιστημιόπολη, Ζωγράφου
Αμφιθέατρο “AULA”

Υπό την αιγίδα του του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ-ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ
                       
                           [Το πρόγραμμα παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης]


            Ηράκλειτος: Πόλεμος πατήρ πάντων

§1: Ένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα του Ηράκλειτου είναι το απόσπασμα 53 για τον πόλεμο:

 «Πόλεμος πάντων μν πατήρ στι, πάντων δ βασιλεύς, κα τος μν θεος δειξε τος δ νθρώπους, τος μν δούλους ποίησε τος δ λευθέρους»

«Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και των πάντων  βασιλιάςˑ κι άλλους τους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους· άλλους τους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους»                     

Θεμελιακό πρόταγμα της Ηρακλείτειας σκέψης είναι ο πόλεμος. Στο παρόν απόσπασμα, πιο ρητά στο απ. 80, παρουσιάζεται να είναι κοινός, όπως σε άλλα αποσπάσματα ο Λόγος. Πώς κατανοείται τελικά αυτή η έννοια; Δεν είναι μόνο και κυρίως μια δύναμη κοινωνική, αλλά η πιο ισχυρή, ακατάλυτη και υπέρτατη δύναμη, που είναι εγκατεστημένη μέσα στα πράγματα, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ολότητα και διέπει τις εσωτερικές, ως προς την ίδια την ουσία των όντων, συγκρούσεις, αντιμαχίες, καθώς και τις αντίστοιχες μεταξύ αυτών των όντων. Έτσι ο πόλεμος συνδυάζει: εναντιότητες, αντιθέσεις, ενοποιήσεις. Όπως ερμηνεύει ο Χάιντεγκερ, ο πόλεμος είναι ο αγώνας, η έρις, που μας διανοίγει στις αυθεντικές αντιμαχίες ή συγκρούσειςˑ αυτές δε με τη σειρά τους μας διανοίγουν στην αρμονία. Όλη αυτή η κίνηση από την αντιμαχία στην αρμονία και αντίστροφα είναι ένας περιορισμός, αλλά όχι με την κοινή έννοια της ορισμένης οριοθέτησης, του περίκλειστου ορίζοντα, του φραγμού. παρά ως προχώρηση έξω απ’ αυτόν το φραγμό, από το προκαθορισμένο όριο, προς ένα άνοιγμα, μια έκ-θεση, δηλαδή τοποθέτηση έξω από το δεδομένο πλαίσιο. 

§2: Τι σημαίνει αυτό το άνοιγμα εν τέλει; Είναι μια δείξη προς έναν περι-ορισμό με το νόημα του προ-ορισμούˑ εκείνου του προ-ορισμού που διαγράφει μια πορεία προς πλήρωση της ουσίας των όντων. Ο αγώνας/πόλεμος αφορά έτσι το ίδιο το Είναι των όντων, γι’ αυτό και είναι ο γεννήτοράς τους: τα φέρνει στο γίγνεσθαι, αλλά συγχρόνως τα διαφυλάσσει μέσα στο Είναι ή άλλως τα διοικεί, τα ισορροπεί, τα εναρμονίζει με τον εαυτό τους και με το Είναι. Τούτο βέβαια αποκλείει δυο τινά: ούτε κηρύσσει την αδράνειά τους ούτε τα ρίχνει μέσα στα καθημερινά είδη των ταραχών, των αναστατώσεων, μέσα στην άρρυθμη οχλοβοή. Δεν υπάρχουν καθεαυτούς θεοί, μας λέει ο Χάιντεγκερ, ούτε καθεαυτούς άνθρωποι ή κυρίαρχοι ή δούλοι. Εννοεί πως δεν υπάρχουν ως οντολογικά πρώτα αυτά και άλλα παρόμοια όντα, αλλά οντολογικά πρώτος είναι ο πόλεμος, ο αγώνας, η πάλη, η μάχη και η διαμάχη, που δημιουργεί την αποφασιστική δυνατότητα για ζωή και για θάνατο. Η ευδοκίμηση, που προκύπτει από εδώ συνάπτει τα όντα εκάστοτε με την οντολογική τους συνθήκη ή κατάσταση.
Ο πόλεμος, ως εκ τούτου, κάνει τους ανθρώπους είτε ελεύθερους είτε σκλάβους, πρωτίστως οντολογικά και συναφώς κοινωνικά. Η παρούσα κοινωνική οντολογία του σκλάβου και του ελεύθερου είναι ανάλογη με την οντολογική σχέση θεού και ανθρώπου. Ο πόλεμος, ως συμπαντικός που είναι, δεν εξαιρεί και τη ζωή της πόλης. Εδώ οι αντιμαχόμενες δυνάμεις είναι οι πολλοί, που έχουν απορροφηθεί από τις υλικές απολαύσεις και τα πλούτη, δηλαδή από την αποχαύνωση, και οι λίγοι άριστοι, που καλλιεργούν το Λόγο και πράττουν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Κριτήριο για το ποιοι είναι οι άριστοι και ποιοι οι καθεύδοντες, οι αποχαυνωμένοι, δεν είναι υποχρεωτικά η κοινωνική τους θέση, αλλά η εναρμόνισή τους με τον αεί παρόντα κοινόν Λόγο. Πρακτικά τούτο σημαίνει πως κρίνονται ως άριστοι ή μη από το πώς υπερασπίζονται τα τείχη της πόλης –τα τείχη με την ευρύτερη μεταφορική σημασία– και όχι από τις εθνομηδενιστικές τάσεις. Από το ήθος και όχι από την διεφθαρμένη φύση του ενός ή του άλλου, από την προσηλωμένη βούληση στην αυθεντική κοινότητα των ανθρώπων και όχι από την παράδοση της πόλης στα αλλότρια συμφέροντα των υβριστών και προδοτών. 
Απέναντι όμως στη διεφθαρμένη συντεχνία των δοσίλογων εξουσιαστών ο λαός πρέπει να αντιτάσσει τη δική του γραμμή υπεράσπισης της πόλεως. Δεν μπορεί να την αρνείται, εν ονόματι της διαφθοράς, αλλά να μάχεται για την καλύτερη δυνατή κοινότηταˑ την κοινότητα που θα έχει ως βάση της τη δικαιοσύνη και θα αποβλέπει στην επικράτηση του κοινού Λόγου, της συμπαντικής αρμονίας νοημάτων και αντίστοιχων τρόπων ζωής: όχι το απλώς ζην, αλλά το καλώς ζην. Η δικαιοσύνη, κατ’ αυτή την έννοια, δεν νοείται από τον Ηράκλειτο ως ο ένας ή ο άλλος μεμονωμένος νόμος, αλλά ως η ύψιστη πραγματικότητα του πολέμου για συμπαντική δικαιοσύνη. Τούτο δεν παραπέμπει σε έναν αγώνα απλώς για κάποιο αθροιστικό σύνολο νόμων –κι αυτό είναι καλό και απαραίτητο– αλλά για την εγκυρότητα του δικαίου ή του νόμου ως τέτοιου, με βάση αυτή τούτη τη Λογική τάξη του κόσμου. Η αναγκαία λοιπόν για την πόλη δικαιοσύνη –που  είναι απρόσιτη για τα φαρμακερά βέλη των ξιπασμένων κυβερνητών της πόλεως, αλλά και φοβερός τιμωρός τους– αναδύεται μέσα από τη σύγκρουση ως η κανονικότητα, ο ρυθμός, ο συνεκτικός δεσμός πόλεως και κοσμικού γίγνεσθαι.


                  Διεθνής Εταιρεία Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας
                            Ένωση  Ελλήνων  Φυσικών


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

9.30-10.00: Προσέλευση συνέδρων, εγγραφές

Εναρκτήρια Συνεδρία
Προεδρείο: Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.00-10.15: Προσφωνήσεις
Μελέτιος-Αθανάσιος Δημόπουλος, Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής, Πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ευάγγελος Μουτσόπουλος, Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός, Πρόεδρος του Συνεδρίου
Ελένη Καραμαλέγκου, Καθηγήτρια του τμήματος Φιλολογίας, Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μαρία-Ζωή Φουντοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Πρόεδρος του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ευαγγελία Μαραγγιανού, Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, Διευθύντρια του Τομέα Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Νικόλαος Χρόνης, Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Α΄ Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας
Ευστράτιος Θεοδοσίου Αν. Καθηγητής Αστροφυσικής  του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών
Εναρκτήρια Ομιλία

10.15-10.45:  Χρήστος Ζερεφός, Το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η σύσταση της ατμόσφαιρας από τους Προσωκρατικούς μέχρι σήμερα

1η Συνεδρία
Προεδρείο: Νικόλαος Χρόνης, Ομ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.45-11.15: Κωνσταντίνος Νιάρχος, Το επιστημονικό πνεύμα και η ηθική πρόοδος κατά τον Ξενοφάνη
11.15-11.45: Ευστράτιος Θεοδοσίου, Φερεκύδης ο Σύριος
11.45-12.15: Ανδρέας Μάνος, Ηράκλειτος: Η ελπίδα του ανελπίστου και ο καιρός της αφύπνισης

12.15-12.25: Συζήτηση
12.25-12.35: Διάλειμμα
2η Συνεδρία
Προεδρείο:  Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επ. Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών
12.35-13.15: Χαράλαμπος Σπυρίδης, Αρχύτου: Περί Αρμονικού και Ψυχοακουστικής
13.15-13.45: Ιωάννης Καλογεράκος, Οι προσωκρατικοί και ο όρος «προσωκρατική φιλοσοφία»: Η εννοιολογία και ο ορισμός της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας
13.45-14.15: Λεωνίδας Μπαρτζελιώτης, Η αντίδραση του Αριστοτέλους προς τους Προσωκρατικούς

14.15-14.25: Συζήτηση
14.25-14.45: Διάλειμμα

3η Συνεδρία
Προεδρείο: Ξενοφών Μουσάς, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών:
14.45-15.15: Ιωσήφ Στεφάνου, Λούης Ρούσσος, Ανδρέας Κουλετάκης, Ξενοφών Μουσάς, Το φρέαρ του Φερεκύδη, το (πιθανό) Ιερό Κορυφής της Βούβας στην Κρήτη και άλλα αστρονομικής σημασίας υδρομαντεία
15.15-15.45: Κωνσταντίνα Γογγάκη, Η υπεροχή της πνευματικής δύναμης έναντι της σωματικής ρώμης κατά τον Ξενοφάνη, 2D=2W
15.45-16.05: Ησαϊας Τσιτόγλου,  Μεταφυσική και Οντολογία των Προσωκρατικών

16.05-16-15: Συζήτηση
16.15-16.25: Διάλειμμα

4η Συνεδρία
Προεδρείο: Παναγιώτης Νιάρχος, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
16.25-16.55: Ξενοφών Μουσάς, Η φυσική κοσμολογία των Ελλήνων. Από τους κομήτες  και τους μετεωρίτες στο κοσμικό ωόν, στην εκπύρρωση και τα "παράλληλα" σύμπαντα
16.55-17.15: Ευαγγελία Πάνου,  Η συνεισφορά του Αναξίμανδρου στη λήψη μετρήσεων χρόνου με αρχαία αστρονομικα όργανα
17.15-17.30: Τάκης Θεοδοσίου, Η Θεωρία της Πανσπερμίας – Από τους Προσωκρατικούς στις σημερινές Κοσμολογικές Προεκτάσεις μέσω της Επιστήμης των Μετεωριτών
17.30-17.50: Κωνσταντίνος Μαρίτσας, Astronomy as Object of Philosophy

17.50-18.00: Συζήτηση
18.00: Λήξη των εργασιών της 1ης ημέρας του Συνεδρίου



Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

5η Συνεδρία
Προεδρείο: Χαράλαμπος Σπυρίδης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
10.00-10.30: Γεώργιος Κουμάκης, Πλάτων και Πυθαγόρειοι
10.30-10.50:  Μαρία Βέργου, Βίας ο Πριηνεύς, ο σοφός, η συμβολή του στην δικαιοσύνη και στην πολιτική
10.50-11.20: Κωνσταντίνα Γογγάκη, Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Ψυχή και σώμα κατά το πυθαγόρειο δόγμα της μετεμψύχωσης
11.20-11.40: Δημήτριος Τζωρτζόπουλος, Ηράκλειτος και Heidegger: Πόλις και  αλήθεια.  Η τραγικότητα του Πολιτικού  με επίκαιρες σημάνσεις

11.20-11.30: Συζήτηση
11.30-11.40: Διάλειμμα

5η Συνεδρία
Προεδρείο: Eυστράτιος Θεοδοσίου, Αν. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
11.40-12.00: Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Το πυρ στην Κοσμολογία του Ηρακλείτου
12.00-12.20: Παναγιώτης Παπασπύρου, Η κοσμολογική σημασία της πυθαγόρειας αρμονίας και μουσικής των σφαιρών, και η ιστορική της επιρροή έως την εποχή του Ιωάννη Κέπλερ
12.20-12.40: Εύη Σαραντέα, Η απόδοση της μορφής του Σωκράτη στην αρχαία ελληνική γλυπτική. Προσέγγιση στο σκεπτικό του δημιουργού και ζωγραφική αναπαράσταση

12.40-12.50: Συζήτηση
12.50-13.00: Διάλειμμα

6η Συνεδρία
Προεδρείο: Λεωνίδας Μπαρτζελιώτης,  Ομ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
13.00-13.30: Ευαγγελία Μαραγγιανού, Προσωκρατικές επιδράσεις στην πλατωνική φιλοσοφία
13.30-13.50: Παναγιώτης Δαμάσκος, Η οντολογία του Έρωτος στην Φιλοσοφία των Προσωκρατικών
13.50-14.10: Στεργιανή Ζανέκα, Η ταυτότητα και η ετερότητα στις κοσμολογικές αρχές των Προσωκρατικών Φιλοσόφων
14.10-14.30: Ηλίας Βαβούρας, Η έννοια της "ομόνοιας" στη δημοκρίτεια πολιτική φιλοσοφία

14.30-14.40: Συζήτηση

Συζήτηση Στρογγυλής Τράπεζας: Η συμβολή των Προσωκρατικών στην Επιστήμη
Προεδρείο:Ευαγγελία Μαραγγιανού, Καθηγήτρια τουΠανεπιστημίου Αθηνών
14.40-16.00: Μετέχουν: Κωνσταντίνος Νιάρχος, Ευστράτιος Θεοδοσίου, Ευαγγελία Μαραγγιανού, Χαράλαμπος Σπυρίδης, Ξενοφών Μουσάς, Παναγιώτης Νιάρχος
16.00: Επισκόπηση του Συνεδρίου από τον Καθηγητή Κωνσταντίνο Νιάρχο
16.15: Λήξη των εργασιών του Συνεδρίου




        




  




















Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Διαλεκτική: από τον Πλάτωνα ως τον Χέγκελ (1)




Λόγος και Διαλεκτική

§1

Η καταγωγή της λέξης διαλεκτική είναι ελληνική. Συνδέεται ουσιωδώς με τον Λόγο τον διά-λογο και το δια-λέγεσθαι. Σε μια πρώτη, επομένως, σπερματική κατανόηση στοιχειοθετεί διάλογο ή ακόμη και αντίλογο. Και τούτο συμβαίνει κυρίως υπό τη μορφή διαλογικής συνομιλίας γύρω από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης αλήθειας. Τότε είναι που προκαλούνται εντάσεις, ενστάσεις ή αντιρρήσεις και, ανάλογα με το επίπεδο της συνομιλίας, εξομαλύνονται ή οδηγούν την τελευταία σε αδιέξοδο. Οποιαδήποτε βέβαια συνομιλία στοιχειωδών αξιώσεων προϋποθέτει ελάχιστη κοινή βάση γνώσεωνˑ στοιχειώδη ικανότητα συμμετοχής στον κοινό Λόγο, κατά Ηράκλειτο. Έτσι, οριοθετείται, σε ένα ελάχιστο βαθμό, η ουσία του διαλέγεσθαι. Οποιοδήποτε υποτιθέμενο «διαλογικό» κουβεντολόι, ακόμη και μέσα σε πανεπιστημιακή αίθουσα μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, δεν στοιχειοθετεί σοβαρή διαλογική συνομιλία, χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση. Όπως επίσης το παντός είδους ανερμάτιστο κουβεντολόι, μέσα σε χώρους πολιτικούς, κοινοβουλευτικούς, πολιτιστικούς και παρόμοιους, δεν συνιστά απροϋπόθετα  διαλογική συζήτηση. Μια διαλογική συνομιλία, που αναζητεί την αλήθεια, διεξάγεται ανάμεσα σε άτομα που διαθέτουν επαρκή σχετικά προπαιδεία, ελευθερία σκέψης και συνακόλουθα ικανότητα παραγωγής νοημάτων. Τι νοήματα να παραγάγει ή τι είδους ελευθερία σκέψης να διαθέτει ένας απαίδευτος κομισάριος των κομματικών μηχανισμών, από όσα μορφωτικά ιδρύματα κι αν περάσει;

§2

  Παραδειγματικές απεικονίσεις διαλογικών συζητήσεων έχει φιλοτεχνήσει ο Πλάτων, με αριστουργηματικό τρόπο, στους Σωκρατικούς  Διαλόγους., αλλά και στα ύστερα έργα του. Σ’ αυτούς του Διαλόγους  κυριαρχούν, γενικώς ειπείν, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: η αλήθεια δεν είναι δεδομένη ούτε προϋπάρχει ως προνόμιο κάποιου από τους συνομιλητέςˑ αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεσπόζει, από την αρχή ως το τέλος της συζήτησης, ένας απόλυτος σχετικισμός από την πλευρά του κάθε συνομιλητή, με αποτέλεσμα ο καθένας να λέει ό,τι του κατεβαίνει. Εάν συνέβαινε αυτό, τότε και ο κάθε  άξεστος κομισάριος των διαφόρων μηχανισμών θα ήταν ο μέγιστος «φιλόσοφος» όλων των εποχών. Απεναντίας, ο ένας από τους συνομιλητές, συνήθως με τη μορφή του Σωκράτη, διευθύνει τη συζήτηση. Αντλεί δε την ικανότητα της διεύθυνσης όχι επειδή έτσι ορίστηκε από τον Πλάτωνα, αλλά επειδή διαθέτει την απαραίτητη φιλοσοφική γνώση και την αντιστοίχως κατάλληλη μεθοδολογία. Ακριβώς επειδή ξέρει να φιλοσοφεί αληθινά, ξέρει να διεξάγει διάλογο. Δεν βιάζεται να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση εκ των προτέρων, αλλά συμβάλλει σε μια μεθοδική εκδίπλωση του διαλέγεσθαι και συναφώς αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει με επιχειρήματα ενδεχόμενες εντάσεις ή να διασαφήσει, με ταιριαστές εκάστοτε συλλογιστικές, διάφορες ενστάσεις. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, μας δίνει ο Πλάτων στον Χαρμίδη: το αναγκαίο «γιατρικό» για να περάσει ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη θα μπορούσε να του το χορηγήσει ο Σωκράτης, αλλά δεν βιάζεται προς τούτο, πριν ο νεαρός συνομιλητής του φτάσει σε τέτοιο επίπεδο φιλοσοφικής προπαιδείας και ανοίξει την ψυχή του στο εν λόγω φάρμακο, ώστε αυτό-εδώ να αποβεί ωφέλιμο: δεν του μεταδίδει δηλαδή γνώση, πριν ασκηθεί με το πνεύμα της φιλοσοφίας.

§3

 Για να υπάρχει, ως προκύπτει, οιοσδήποτε διάλογος πρέπει να υπάρχει πρωτίστως Λόγος. Στην Πολιτεία534b) ο Πλάτων συνάπτει τη διαλεκτική με τον Λόγο, με την κατά Λόγο ερμηνεία: «δεν αποκαλείς διαλεκτικό εκείνον που απαιτεί μια κατά Λόγο εξήγηση για την ουσία κάθε πράγματος;». Ως εκ τούτου, η διαλεκτική συνδέεται βαθέως με τη γλώσσα και αποτελεί δημιούργημα του ομιλούντος ανθρώπου, ο οποίος όσο μαθαίνει να ομιλεί, σκέπτεται, και, όσο σκέπτεται, μαθαίνει να ομιλεί. Τι σημαίνει αυτό; Πως υπάρχει εσωτερική ανταπόκριση λόγου-ομιλίας και σκέψης και πως η διαλεκτική είναι ανθρώπινο δημιούργημαˑ δεν είναι κάποιο γεγονός, συμβάν ή κατάσταση, που προέρχεται από τη φύση. Δεν έχει να κάνει διόλου με τη φύση ως τέτοια, αλλά με την πνευματική φύση του ανθρώπου. Ό,τι λοιπόν παράγει, επιτυγχάνει ή δημιουργεί ο άνθρωπος, κατά την εξελικτική του πορεία ως πνευματικό ον, σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με τη διαλεκτική. Ακόμη και η θρησκευτική σχέση του ανθρώπου με το θείο, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι διαλεκτική. Η ίδια η επιστήμη, θεμελιωδώς δε οι φυσικές επιστήμες, κινούνται πάνω στην τροχιά διαλεκτικών κινήσεων. Αλλά και η πρακτική στάση ζωής θεμελιώνεται στο διαλεκτικό τρόπο σκέψης. Από τα πιο μικρά θέματα έως και αυτά της προδοσίας της πατρίδας εξαρτώνται, μας λέει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος, από τον τρόπο σκέψης: ακολουθείς τη σοφιστική, προδίδεις την πατρίδα σουˑ εφαρμόζεις τη διαλεκτική, υπερασπίζεσαι την τιμή της, την ηθική τάξη της ζωής  Με μοναδικά ευστοχία γράφει σχετικά:

«Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαλεκτική με την απλή σοφιστική, της οποίας η ουσία έγκειται  στο να δίνει δικαιοδοσία σε μονομερείς και αφηρημένους προσδιορισμούς, μέσα στην απομόνωσή τους, αναλόγως με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να εξυπηρετεί το  εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε επί μέρους κατάσταση του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα, η φροντίδα για την ύπαρξή μου και για να έχω τα προς το ζην, είναι ουσιώδες κίνητρο της πρακτικής συμπεριφοράς. Εάν όμως δίνω έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτή την φροντίδα, σ’ αυτή την αρχή της ευημερίας μου και συνάγω το συμπέρασμα ότι δικαιούμαι να κλέβω ή να προδίδω την πατρίδα μου, τότε αυτό είναι σοφιστική. Παρόμοια, αποτελεί ζωτική αρχή της πρακτικής μου συμπεριφοράς η υποκειμενική μου ελευθερία με το νόημα ότι έχω επίγνωση των πράξεών μου και εμφορούμαι από την πεποίθηση ότι πράττω σωστά. Εάν όμως ο λογισμός μου εμμένει μόνο σε τούτη την αρχή, τότε ομοίως πέφτω στη σοφιστική, με συνέπεια να ανατρέπονται όλες οι θεμελιώδεις αρχές της ηθικής τάξης. Η διαλεκτική διαφοροποιείται εντελώς από μια τέτοια πρακτική, γιατί στοχεύει ακριβώς στο να μελετήσει τα πράγματα καθεαυτά και διεαυτά»  (Werke 8, σ. 172).

Αχ, αυτή η διαλεκτική! Λόγω διαλεκτικής, φαίνεται, μπόρεσε ο Χέγκελ να μιλήσει για τη σημερινή φαυλότητα του δημόσιου βίου, να μεθερμηνεύσει τη συντελούμενη, με σαθρές σοφιστείες, προδοσία σε βάρος ιστορικών λαών.



Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

N.Machiavelli: ο Ηγεμόνας (1)





Νικολό Μακιαβέλι
1469-1527


Ο διεφθαρμένος ηγεμόνας και ο ασθενής λαός


§1: Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η πολιτική διαθέτει μια δική της ηθική: φέρνει μέσα της εκείνα τα χαρακτηριστικά, που της επιτρέπουν να διασφαλίζει τον έναν ή τον άλλο τρόπο ζωής στο λαό. Απ’ αυτή την άποψη, ο ηγεμόνας, ο πολιτικός ηγέτης, δεν μπορεί να αποδίδει σε αιτίες, έξω από τη δική του πολιτική, την επιτυχία ή αποτυχία του πολιτικού του εγχειρήματοςˑ κάτι δηλαδή που συμβαίνει αδιάντροπα με τα λούμπεν στοιχεία της εν Ελλάδι κυβερνώσας καθεστωτικής-φεουδαρχικής «αριστεράς». Πρώτος που στράφηκε ενάντια σε τέτοιου είδους εξουσιαστικά λούμπεν στοιχεία ήταν ο ίδιος ο Μαρξ. Ορισμένες βασικές υποτυπώσεις της μακιαβελικής σκέψης είναι αποκαλυπτικές σχετικά με το πόσο λειτουργική είναι η πολιτική σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον λαό. Η λειτουργικότητα αυτή δεν μας αφορά απλώς ιστοριογραφικά, αλλά κατ΄εξοχήν ιστορικά-οντολογικά, άρα πάντοτε επικαιρικά: π.χ. το δράμα της διακυβέρνησης της Ελλάδας από «μισθοφόρους και πραιτοριανούς», η άλωση κυριολεκτικά της εξουσίας από ανίκανους, διεφθαρμένους και αδίστακτους πολιτικάντηδες με «αριστερό» προσωπείο επαναθέτει με οξύτητα το ερώτημα: πώς αξίζει να σκέπτεται κανείς το Πολιτικό εν Ελλάδι; Προς αυτή την κατεύθυνση μας διδάσκει με περισσή ακρίβεια η πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι. Τι μας διδάσκει; Ότι μέσα σε μια δυσλειτουργική κοινωνία, σαν τη δική μας,  χρειάζεται να διερευνάμε εκ νέου και από τη ρίζα του το φαινόμενο της διασφάλισης μιας αρμονικής, ήτοι νομο-λειτουργικής συλλογικότητας, εντός της οποίας οι πολλοί αισθάνονται σιγουριά και βεβαιότητα. Η διερεύνηση ενός τέτοιου φαινομένου αφορά τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές του όψεις. Ποιοι παράγοντες εμπλέκονται σε μια τέτοια συλλογικότητα; Η κυβέρνηση και ο λαός. Η λειτουργία μιας κυβέρνησης, μας λέει ο Μακιαβέλι, η συμπεριφορά της, η γενική της στάση, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τη κατά το δυνατόν συνειδητή παρουσία του λαού μέσα σε ένα συνεχώς και όχι πάντοτε προσδοκώμενο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

§2: Πώς αποτιμά  ο Μακιαβέλι τη σκέψη και την κρίση του λαού εν γένει; Θεωρεί πως ο λαός διαθέτει μια αξιοσέβαστη κρίση, μια ικανότητα πολιτικού λέγειν και πράττειν, που εκδηλώνεται κυρίως ως ενδιαφέρον, ως έγνοια για τη διατήρηση του κράτους, όχι όμως και για τη θεμελίωσή του, για την αρχέγονη, πρωταρχική του σύλληψη. Τι σημαίνει αυτό;  Πώς ο λαός, ως ποσοτικό πλήθος, με τη μια ή την άλλη ευκαιρία, δείχνει να αποζητά  ηγέτες, κυβερνήτες, που θα εργαστούν για τη διατήρηση του κράτους.  Χωρίς κυβέρνηση, ο λαός αισθάνεται ανερμάτιστος, ανύπαρκτος, άχρηστος. Ευθέως επομένως καταφάσκει την υπαγωγή του ζωτικού του Είναι στον ηγεμόνα. Στο κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμα, εναποθέτει τη συνοχή και την αυτό-βεβαιότητά του. Τη δύναμή του, ως εκ τούτου, την εξαρτά από την ύπαρξη της κυβέρνησης: από την ικανότητα του ηγέτη να τον καθοδηγεί σωστά, δηλαδή να τον πείθει για εκείνο που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του salus populi. Ο λαός έτσι επιλέγει μόνος του τη θέση μέσα στη σχέση: κυβέρνησης-λαού. Ποια είναι αυτή η θέση; Η θέση του ακροατή, του υπηκόου· με σημερινούς όρους του οπαδού που έχει γνώμη για τα «πάντα», αλλά καμιά γνώση περί του ίδιου του βαθύτερου πολιτικού του Είναι. Ένας λαός, που είναι ακροατής, δεν στοχάζεται πάνω στο πολιτικο-κοινωνικό του Είναι, παρά προστρέχει πίσω από την ισχύ του ηγεμόνα. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τελευταίος πρέπει να δείχνει αυτή την ισχύ του με το να κερδίζει, παντί τρόπω, την εμπιστοσύνη του λαού.

 §3: Με βάση τα παραπάνω, ένας καλός ηγεμόνας, σε ορθοφρονούσες δημοκρατίες, πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός σκεπτόμενου ακροατηρίου (του), ώστε οι άνθρωποι που το απαρτίζουν να μπορούν να επιλέγουν τους πιο άξιους στα ανώτατα αξιώματα. Ωστόσο, αν και ακροατές χωρίς ιδιαίτερη στοχαστική ενατένιση, οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται κατά κανόνα από την επιθυμία να μην καταπιέζονται από τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Αισθάνονται επομένως ασφαλείς απέναντι σε καταχρηστικές εξουσίες μόνο σε μια σύννομη λειτουργία των θεσμών και της διακυβέρνησης. Όταν όμως απουσιάζει μια τέτοια λειτουργία, δεσπόζει παντού η διαφθορά και η δεσποτική, τυραννική, αμοραλιστική συμπεριφορά των κυβερνώντων. Αυτοί οι διεφθαρμένοι πολιτικοί δεσπότες επεκτείνουν τη διαφθορά και τη συνενοχή ως μέσα στα σπλάχνα του λαού, και τούτο γιατί ο τελευταίος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εξαρτά την οντολογική του ύπαρξη από την αντίστοιχη του ηγεμόνα. Έτσι η σχέση κυβέρνησης–λαού μεταποιείται σε σχέση ενός διεφθαρμένου όλου. Εάν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει, έστω και κατ’ ελάχιστο, το πολιτικό status της Ελλάδας από την ως άνω σκοπιά του Μακιαβέλι, εύκολα πλέον διαγιγνώσκει, γιατί μια όχι ευκαταφρόνητη πλειοψηφία του λαού δεν καταδικάζει σε πολιτικό θάνατο τις σάπιες πολιτικές φατρίες και παρατάξεις. Όχι μόνο δεν τις καταδικάζει, αλλά εμπεδώνει, με τον τρόπο της, ξανά και ξανά, τη διεφθαρμένη δεσποτεία τους, παρότι αυτές τον έχουν οδηγήσει, ασύστολα ψευδόμενες, σε οντολογικό θάνατο. Ο Μακιαβέλι εν τέλει αποφαίνεται προ-φητικά: όταν μια διεφθαρμένη διακυβέρνηση διαποτίζει με διαφθορά ένα λαό, αυτός ο λαός ασθενεί και χρειάζεται μια ανώτερη ποιοτικά εξουσία, ικανή να αποκαταστήσει την υγεία του και να του διασφαλίσει την οντολογική του αυθυπαρξία.    

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (5)


Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος:


Λογος του Είναι στο παρόν για το παρόν


H συνείδηση σήμερα


§1. Διασαφήσεις

Ι. Πιο κάτω μεταφράζεται και σχολιάζεται η § 93 από το πρώτο τμήμα: Α. Συνείδηση, κεφάλαιο Ι: Αισθητήρια βεβαιότητα της Φαινομενολογίας του πνεύματος.  Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα και κεφάλαια του εν λόγω έργου, γιατί μια σωστή κατανόησή του μας επιτρέπει μια συνολική παρακολούθηση της οδοιπορίας  του πνεύματος στην ενδοκοσμική του εμφάνιση και μια ορθή σύλληψη όλων των γωνιών και διαγωνίων της δράσης του. Κάθε σύγχρονη ανάγνωση της εγελιανής Φαινομενολογίας και συναφώς της επιστήμης της λογικής αποτελεί μια αληθώς δια-τροπική πράξη ανοικτών οριζόντων του υποκειμένου: τουτέστι, μια φιλοσοφική πράξη διαφορετικής τροπής, ικανής να αποσυνθέτει τον παθητικό μηδενισμό, ήτοι τον ενεργό σκοταδισμό, τον οποίο παράγει το περίπλοκο σύστημα της «ψευδούς συνείδησης»[1] και αναπαράγει η παρούσα δικτατορική ολιγαρχία τσιφτετελάδων πολιτικάντηδων, η πιο αδίστακτη από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους πολιτική συμμορία λούμπεν ψευτο-«αριστερών», που σαν πεινασμένοι λύκοι, ως άλλα «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», κατά την τραγουδιστική τους ορολογία, ξεσχίζουν τις σάρκες της κοινωνίας και σκορπούν στο λαό απαρηγόρητους θρήνους και κοπετούς.
ΙΙ. Το υπό συζήτηση θέμα της κατ’ αίσθηση συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση πραγματικότητάς [της], αφορά μια ορισμένη μορφή αλήθειαςˑ αυτή της φανέρωσης της αναλήθειας που προβάλλεται ή μη-συνειδητά θεωρείται ως αλήθεια. Κάτι δηλαδή, που σχετίζεται πολλαπλώς με τη σημερινή πραγματικότητα εν όλω και με μια αντικειμενική της ανάγνωση. Ας μην ξεχνάμε: κάθε λόγος του Χέγκελ για το πνεύμα ξεκινά από το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist), διατρέχει το φιλοσοφικό του Γολγοθά και ξαναγυρίζει στο ξεκίνημα. Στο πρώτο μας ξεκίνημα, με βάση την ως τώρα ανάλυση[2] έχουμε τα εξής δεδομένα: α) τη συνείδηση, που γνωσι-οντο-λογικά συνιστά γενικώς την άμεση παρουσία του πνεύματος και στο υπό συζήτηση κεφάλαιο εμφανίζεται με τη μορφή της αισθητήριας βεβαιότητας (sinnliche Gewißheit)ˑ β) το αντι-κείμενο (Gegenstand), ενικό, ατομικό και ανεξάρτητο από τη συνείδησηˑ ανεξάρτητο με το νόημα πρωτίστως ότι η συνείδηση δεν έχει ακόμη επίγνωση πως είναι το αντι-κείμενό της, δηλαδή η ετερότητά της, και το βιώνει ως κάτι ξένο.

§2. Μετάφραση

§93

Δεν είμαστε ακριβώς εμείς αυτοί που κάνουμε τούτη τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στο παράδειγμα, στην αμεσότητα και στη διαμεσολάβηση, αλλά τη βρίσκουμε στην ίδια την κατ’ αίσθηση βεβαιότηταˑ και πρέπει να λαμβάνεται με τη μορφή που υπάρχει στην εν λόγω βεβαιότητα και όχι  όπως την προσδιορίσαμε προ ολίγου εμείς. Στους κόλπους αυτής της  βεβαιότητας, ο ένας όρος τίθεται ως  το απλό άμεσα ον ή ως η ουσία, δηλαδή ως το αντι-κείμενο, ενώ ο άλλος ως το επουσιώδες και διαμεσολαβημένο, που μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα δεν είναι καθεαυτό, αλλά μέσω ενός άλλου, είναι δηλαδή το Εγώ, μια Γνώση, που γνωρίζει το αντι-κείμενο μόνο επειδή αυτό είναι, και η οποία μπορεί να είναι [= υπάρχει] ή και να μην είναι [= υπάρχει]. Το αντι-κείμενο όμως είναι: αυτό είναι το αληθές και η ουσίαˑ αυτό είναι, αδιαφορώντας για το εάν είναι αντικείμενο Γνώσης ή όχιˑ  παραμένει, ακόμη και όταν δεν είναι αντικείμενο Γνώσηςˑ η Γνώση όμως δεν είναι [= υπάρχει], αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.


§3. Ερμηνεία-κατανόηση:


Ι. «Δεν είμαστε ακριβώς … προ ολίγου εμείς»:

α) Ποιο είναι το «εμείς»; Είναι ο φιλόσοφος εν γένει, που παρ-ακολουθεί την εμπειρία της συνείδησης και προσλαμβάνει μεταστοχαστικά, ήτοι με τη μορφή ή τον τρόπο της κατανοητικής σκέψης, δηλαδή της εννοιολογικής σύλληψης,  ό,τι προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της κατ’ εμπειρία κίνησης της συνείδησης. Δεν επεμβαίνει έξωθεν, με υπολογιστικό τρόπο, ήτοι βουλησιαρχικά ή φαντασιακά, παρουσιάζοντας ως αλήθεια ό,τι αυτός πιστεύει, θεωρεί ή κρίνει. Με άλλα λόγια δεν κατασκευάζει, αλλά δημιουργεί έννοιες. Έτσι στέκεται δια-κριτικά [=δια-στοχαστικά] απέναντι στις εσωτερικές διεργασίες της συνείδησης.
β) Η συνείδηση, ως άμεσο πνεύμα, εδώ με τη μορφή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, βιώνει μέσα της το καθολικό, το όλο, του οποίου η ίδια, δυνάμει ή εγγενώς, πέραν δηλαδή του τι είναι και τι καταλαβαίνει στο παρόν σημείο ανάπτυξής της, αποτελεί ανα-σκόπηση, ανα-και μετα-στοχασμό (Reflexion).
γ) Βιώνει λοιπόν το καθολικό –δηλαδή ουσία και παράδειγμα, αμεσότητα και διαμεσολάβηση– χωρίς ωστόσο να το συλλαμβάνει στην έννοιά του: ως ένα όλο, με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, ενέργειες και παρενέργειες, δράσεις και αντιδράσεις, δηλαδή με τις αντιθετικές του τάσεις και εν τέλει με την τελική συνδιαλλαγή, ήτοι ενοποίηση όλων των αντιθετικών του τάσεων σε μια υψηλότερη γνωσι-οντο-λογικά ενότητα, όπου το αρνητικό είναι ανηρημένο και μόνο ως τέτοιο ανηρημένο υφίσταται.
δ) Ένα παράδειγμα από την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα: η ως άνω συνείδηση, που αντιστοιχεί στη λεγόμενη κοινή συνείδηση/κοινό νου, βιώνει τα αρπακτικά θηρία της πολιτικής, όχι ως ένα εννοιακό όλο, δηλαδή ως ένα ριζικά θανατηφόρο κακό για όλη την κοινωνία, για το ίδιο το έθνος, αλλά ως ένα επί μέρους ή στιγμιαίο κακό: ως κλεφτοκοτάδες που απειλούν το δικό της/του βιος. Έτσι το/τους βδελύσσεται προς στιγμή, για να το/τους αγαπήσει εκ νέου, μεταμφιεσμένο/ους σε πιο ολοκληρωτική μορφή, ας πούμε, στην παρούσα δικτατορία της "αριστερής" φαυλοκρατίας, του αδιάντροπου αμοραλισμού και απροκάλυπτου φεουδαρχισμού, τύπου Μπρέζνιεφ ή Νικολάι και Έλενας Τσαουσέσκου. 
ε) Η συνείδηση εδώ, ως γνώση καθοριστική για την οντο-λογική ύπαρξη του ανθρώπου, δεν υπερβαίνει τη βιωματική της εμπειρία, δεν είναι φιλοσοφική Γνώση, ώστε να κατοπτεύει, να ανα-στοχάζεται και να μετα-στοχάζεται: να ερμηνεύει διαλεκτικά το πολιτικό γίγνεσθαι ανθρώπων και πραγμάτων. Διαλεκτικά σημαίνει να μη σκέπτεται απλώς συναισθηματικά και έτσι να συμπεριφέρεται ως ποίμνιο, που έχει ανάγκη το βοσκό του ή που αναγορεύει ως βοσκό του τον χείριστο των χειρίστων. Διαλεκτικά επομένως σημαίνει να εισχωρεί στις αντιφατικές πτυχές της πραγματικότητας, π.χ. του πολιτικού συστήματος, να παρ-ακολουθεί, όπως το ως άνω φιλοσοφικό «εμείς», ήτοι να κρίνει –με βάση μια βαθιά γνώση και χωρίς ιδεολογικο-κομματικές παρωπίδες, τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις αντίστοιχες θέσεις και αντι-θέσεις, στάσεις και αντι-στάσεις κ.λπ. των δυνάμεων του εν λόγου πολιτικού συστήματος– και να αποφαίνεται ή να πράττει δεόντως.

ΙΙ. «Στους κόλπους αυτής … αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.

α) Η ουσία είναι το αντι-κείμενο. Γιατί το αντι-κείμενο και όχι το Εγώ, δηλαδή η συνείδηση ως το Εγώ, που υποτίθεται ότι διαθέτει γνώση; Επειδή αυτό είναι κάτι το υπαρκτό, κάτι το αδιαμφισβήτητα πραγματικό: «επειδή είναι». Το ελάχιστα αληθινό, συγκεκριμένο, που μπορεί να γνωρίζει η συνείδηση για το αντι-κείμενο είναι το γεγονός ότι αυτό είναι.
β) Το Εγώ, το υποκείμενο, είναι το επουσιώδες. Γιατί; Επειδή προσδιορίζεται από μια γνώση, η οποία υπάρχει, επειδή υπάρχει το αντι-κείμενο. Χωρίς την ύπαρξη του τελευταίου δεν μπορεί να υπάρξει γνώση.
γ) Επουσιώδες λοιπόν με το νόημα ότι η ουσία του δεν βρίσκεται εντός εαυτού, δεν είναι ο εαυτός του, αλλά ένα άλλο: το αντι-κείμενο. Αυτό-εδώ προσφέρει τη δυνατότητα στο υποκείμενο να συγκροτείται ως γνωρίζον υποκείμενο, εφόσον εκείνο υπάρχει, ή ως μηδέν, εφόσον δεν υπάρχει.
δ) Έτσι δεν είναι μόνο επουσιώδες, αλλά και διαμεσολαβημένο από τη γνώση του αντι-κειμένου. Δεν αυτο-διαμεσολαβείται ακόμη από τη γνώση του εαυτού του, γι’ αυτό δεν είναι και εννοιολογικό όλοˑ διαμεσολαβείται ωστόσο από μια κατ’ αίσθηση γνώση, αυτή τη γνώση του αντικειμένουˑ τουτέστι από την άμεση,  δια των αισθήσεων, εντυπώσεων, γνωμών, σχηματισθείσα εικόνα του αντι-κειμένου.
ε) Στο παράδειγμα του Πολιτικού: η γνώση του υποκειμένου για το πολιτικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα είναι μια αισθητηριακή γνώση: γνώση διαμεσολαβημένη από τις εντυπώσεις, τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, τις συναισθηματικές εξάρσεις ή εξαρτήσεις από κόμματα και ιδεολογίες, τους εκβιασμούς ή καταναγκασμούς, την προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε. κ.λπ. Γι’ αυτό και είναι επουσιώδης: εξαρτάται από την ύπαρξη του λησταρχείου της πολιτικής συμμορίας. Θα γίνει ουσιώδης, μόνο ως φιλοσοφική γνώση. Θα πάψει δηλαδή το ανθρώπινο υποκείμενο να είναι εξάρτημα του ενός ή του άλλου λησταρχείου, εφόσον ή όταν αυτό γίνει συνείδηση του Εαυτού και όχι απλώς του αντι-κειμένουˑ μια φιλοσοφική διεργασία, που θα την παρακολουθήσουμε στις επόμενες αναλύσεις της Φαινομενολογίας του πνεύματος.






[1] Βλ. σχετικά: Δημ. Τζωρτζόπουλος: Χέγκελ και κατανοητική σκέψη. Εκδ. Δωδώνη 2000, σσ. 48 κ.εξ.
[2] Βλ. προηγούμενες αναρτήσεις για την ερμηνεία της Φαινομενολογίας του πνεύματος.