Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Fr. Nietzsche: έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (4)





Φρίντριχ Νίτσε
1844–1900

Έτσι μίλησε Ο Ζαρατούστρα

§1
                                          Πρόλογος: ομιλία 4

«Ο Ζαρατούστρα όμως κοίταζε τον λαό και απορούσε. Στη συνέχεια μίλησε έτσι:
        Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο –ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο.
            Ένα επικίνδυνο αντίπερα, ένα επικίνδυνο καθοδόν, ένα επικίνδυνο κοίταγμα προς τα πίσω, ένα επικίνδυνο ανατρίχιασμα και σταμάτημα.
            Ό,τι είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι ένα γεφύρι και όχι σκοπός: αυτό που είναι αξιαγάπητο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι μια μετάβαση και μια δύση[1].
            Αγαπώ εκείνους που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να δύουν, γιατί είναι αυτοί που περνούν αντίπερα, προς το αντίκρυ μέρος.
            Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή αυτοί σέβονται πιο πολύ και είναι βέλη της σφοδρής επιθυμίας για την άλλη όχθη.
            Αγαπώ εκείνους που δεν αναζητούν παρευθύς πίσω από τα άστρα μια αιτία για να καταστραφούν και να γίνουν θύματα: αλλά εκείνους που θυσιάζονται στη γη [ή] για τη γη, ώστε η γη κάποτε να γίνει γη του υπεράνθρωπου.
            Αγαπώ εκείνον που ζει για να γνωρίσει κι ο οποίος θέλει να γνωρίσει, έτσι ώστε να ζήσει κάποτε ο υπεράνθρωπος. Και έτσι θέλει την καταστροφή του.
            Αγαπώ εκείνον που εργάζεται και εφευρίσκει, προκειμένου να χτίσει το σπίτι για τον υπεράνθρωπο και να προετοιμάσει γι’ αυτόν τη γη, τα ζώα και τα φυτά: γιατί έτσι θέλει την καταστροφή του.
            Αγαπώ εκείνον που αγαπά την αρετή του: γιατί αρετή είναι θέληση για δύση, για καταστροφή και ένα βέλος του σφοδρού πόθου (Sehnsucht).
            Αγαπώ εκείνον που δεν κρατά για τον εαυτό του ούτε μια στάλα πνεύματος, αλλά θέλει να είναι ολοκληρωτικά το πνεύμα της αρετής του: έτσι, ως πνεύμα, αυτός  χωρεί πάνω από το γεφύρι.
            Αγαπώ εκείνον που καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του: έτσι, αυτός θέλει, για χάρη της αρετής του, να εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον.
            Αγαπώ εκείνον που δεν θέλει να έχει πάρα πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερες αρετές από όσο είναι δύο αρετές, επειδή είναι περισσότερο από ένα κόμπος, από τον οποίο κρέμεται η μοίρα.
            Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του σπαταλιέται, που δεν θέλει να του εκφράζουν ευχαριστίες και που δεν δίνει τίποτα πίσω: γιατί πάντοτε χαρίζει και δεν θέλει να διατηρεί τίποτα για τον εαυτό του.
            Αγαπώ εκείνον που ντρέπεται, όταν του πέφτει καλή ζαριά, και ο οποίος τότε ρωτά: είμαι ένας κακός παίκτης[2]; –γιατί αυτός θέλει να καταστραφεί, να καταβαραθρωθεί.
            Αγαπώ εκείνον που ρίχνει χρυσά λόγια πριν από τις πράξεις του και που εκτελεί πάντα περισσότερα απ’ όσα υπόσχεται: γιατί θέλει την καταστροφή του.
            Αγαπώ εκείνον που δικαιώνει τους ανθρώπους του μέλλοντος και λυτρώνει εκείνους του παρελθόντος: γιατί θέλει να καταστραφεί από τους συγκαιρινούς του.
            Αγαπώ εκείνον που τιμωρεί τον θεό του, επειδή αγαπά τον θεό του: γιατί πρέπει να καταστραφεί από την οργή του θεού του.
            Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμη και στον τραυματισμό του και που μπορεί να καταστραφεί κι από ένα παραμικρό βίωμα: έτσι διαβαίνει πρόθυμα το γεφύρι.
            Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του ξεχειλίζει, τόσο ώστε να ξαστοχά τον ίδιο του τον εαυτό και όλα τα πράγματα να είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του.
            Αγαπώ εκείνον που έχει ελεύθερο πνεύμα κι ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, αλλά η καρδιά του τον σπρώχνει στην καταστροφή.
            Αγαπώ όλους εκείνους που μοιάζουν με βαριές σταλαγματιές, που πέφτουν μια μια από το σκοτεινό σύννεφο που κρέμεται πάνω από τους ανθρώπους: αυτοί αναγγέλλουν πως έρχεται ο κεραυνός και χάνονται ως κήρυκες.
            Δείτε, είμαι ένας κήρυκας του κεραυνού και μια βαριά σταλαγματιά από το σύννεφο: αυτός όμως ο κεραυνός ονομάζεται υπεράνθρωπος».
           
           
                                                             §2
                                       Ερμηνεία–κατανόηση:
            «από την κοπαδιαστή στην ηρωική στγμή του ανθρώπου»

1. Είδαμε στο τέλος της ομιλίας 3 [=στην προηγούμενη ανάρτηση για τον Ζαρατούστρα] το πλήθος να γελά με τον Ζαρατούστρα, που τους μιλούσε για τον σχοινοβάτη. Ο Ζαρατούστρα απορεί για την αντίδραση του λαού. Ωστόσο δεν σταματά την ομιλία του: στέκεται μπροστά του, τον κοιτάζει και συνεχίζει. Περιγράφει τον άνθρωπο ως ένα σχοινί. Το σύμβολο του σχοινιού υποδηλώνει κίνδυνο. Ως ένα σχοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ο άνθρωπος είναι μια επικίνδυνη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που ήταν πάντοτε και σε αυτό που πάντοτε μπόρεσε να γίνει.
2. Το χαρακτηριστικό στοιχείο, με βάση το οποίο αποτιμά ο Ζαρατούστρα ότι αξίζει να αγαπά τους ανθρώπους μέσα στον ως άνω κίνδυνο, είναι η δυνατότητά τους να αρνούνται τον παρόντα, γεμάτο αυταπάτες, εαυτό τους, να δύουν, και να μεταβαίνουν στην κατάσταση του υπερανθρώπου. Η άρνηση τούτη δεν νοείται με το κοινό ή με το διαλεκτικό νόημα, αλλά με το νόημα της δημιουργίας. Η δημιουργία τούτη, σύμφωνα με το καθιερωμένο credo του ανθρώπου, εκπορεύεται από τον θεό, λογίζεται έργο του. Τη θέση τώρα του θεού την παίρνει ο άνθρωπος ως υπερ-άνθρωπος. Αλλά και τούτο δεν ιδιάζει στον άνθρωπο εν γένει, αλλά σε εκείνον, όπως τον συλλαμβάνει ο Νίτσε ως άνθρωπο που αντλεί από τον εαυτό του τη βούληση της δύναμης να δύει.
3. Αυτός ο δύων άνθρωπος  δεν είναι ο θνητός που ζει και αποθνήσκει με μοναδική του έγνοια πως θα κυριαρχήσει επί του άλλου· που εξαντλεί τη δύναμή του στη διαπάλη για επικράτηση του δίκαιου του ισχυροτέρου. Απεναντίας είναι εκείνος που δύει, που αρνείται δηλαδή να είναι ένα δουλικό, περιφρονημένο εξάρτημα ενός υποτιθέμενου αθάνατου θεού, έξωθεν εισαγόμενου, ή πειθήνιο εξάρτημα ποικίλων ανταγωνιστικών σχέσεων επομένως, όντας μόνο τέτοιος δύων, δύναται να ανατείλει ως υπερ-άνθρωπος: ως μεγάλος καταφρονητής της σκλάβας συνθήκης του, που μόλις εν-τοπίσαμε, ως αρνητής κάθε υπερβατικότητας, ως φορέας της δημιουργικής βούλησης, της βούλησης για δύναμη του εαυτού του, της βούλησης να μην είναι ή να μη γίνεται θύμα.
4. Η βούληση για δύση του εν τέλει νοείται ή εκδηλώνεται ως βούλησή του να εγκαθιδρύσει στο κέντρο της γης τον υπερ-άνθρωπο, δηλαδή τον  υπερ-εαυτό του: τον εαυτό πέρα και πάνω από τα δεσμά της ηθικής των δούλων και της μαζικής κουλτούρας των εθελόδουλων αμνών. Άρα δύναται να γίνει υπερ-εαυτός, όταν είναι απαλλαγμένος από κάθε ψευδαίσθηση, καταναγκασμό, εξαναγκασμό, δουλικότητα, ηθικολογικό υπολογισμό, σαν αυτό, ας πούμε, του χριστιανικού κηρύγματος για αγάπη προς τον πλησίον και προς τον θεό. Αντί, επομένως να αγαπά τον πλησίον του κ.λπ., υπό τη μορφή της τεθλιμμένης ύπαρξης, που ψάχνει μια παρόμοια ανήμπορη ύπαρξη για να κλαίνε από κοινού τη μοίρα τους, χρειάζεται και αξίζει να ενεργεί ως ελεύθερο πνεύμα: να γίνεται ο ίδιος δημιουργός της μοίρας του. Πώς; Με το να «καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του».
5. Αλλά ποια αρετή; Όχι ασφαλώς τη μια ή την άλλη από τις επί μέρους παραδοσιακές αρετές, αλλά την ακρότατη στιγμή του επικνδύνως και γι’ αυτό ηρωικώς, δηλ. ελευθέρως,  πράττειν. Τη στιγμή, με άλλα λόγια, που ο άνθρωπος καλείται να βαδίσει πάνω στο προαναφερθέν τεντωμένο σχοινί, τότε που γίνεται σχοινοβάτης, ήτοι σχοινο-χορευτής –δες ανάρτηση για Ζαρατούστρα 3– της ιστορίας και της ζωής. Ετούτο το σχοινί είναι το γεφύρι, που διασχίζει μόνο ο ηρωικός άνθρωπος –όχι όμως και το κοπάδι– χωρίς να ρωτά που βγάζει παρά μόνο ρισκάρει. Το κοπάδι, ο αγελαίος συρφετός, δεν μπορεί ούτε θέλει να το διασχίσει, επειδή δεν ενεργεί ηρωικά: επιλέγει την απάθεια και την εξουθένωση σώματος και ψυχής από τους δυνάστες του.
6. Το ρίσκο, ο κίνδυνος, είναι ίδιον εκείνων που ξεχνούν, αφήνουν πίσω τους, ήτοι υπερβαίνουν τον ταπεινωμένο εαυτό τους και ετοιμάζονται για τη στιγμή της μεγάλη εξέγερσης: ζουν και πεθαίνουν συνάμα ως ηρωικά πνεύματα. Τούτο σημαίνει πως παραγκωνίζουν συνειδητά κάθε είδους χρηστομάθεια και χριστολογία, συντρίβουν μέσα τους και έξω τους κάθε ιδεαλιστικό, μεταφυσικό, μαζικό στερεότυπο, αχρηστεύουν εν έργω κάθε είδους προσταχτικό καθωσπρεπισμό, προκειμένου να φτάσουν στην αντίπερα όχθη που βρίσκεται ο υπεράνθρωπος. Ο Νίτσε συνοψίζει όλο αυτό το πνεύμα στις φράσεις, ανάμεσα στις άλλες, του ομιλήματος 4: «εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον», «όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του» και σε όλες που ακολουθούν ως το τέλος του εν λόγω ομιλήματος. Στη συνάφεια τούτη, η ως άνω στιγμή είναι τέτοια, ως επιφάνεια. Επιφάνεια όχι με το τρέχον νόημα της συγχρονικότητας ή της αληθοφάνειας, αλλά ως διείσδυση στον χρόνο και στην ιστορία, ιδωμένα στην ολότητά τους. Η στιγμή, ως επιφάνεια, συμβαίνει να εκφράζει τη στιγμιαία φάση της ιστορίας [=την ποιοτική της στιγμή], όπου ο άνθρωπος μπορεί να πραγματώσει τον εαυτό του ως τη μια ή την άλλη επαναστατική αλλαγή. 


[1] Übergang και Untergang αντιστοίχως. Ο Νίτσε χρησιμοποιεί τους όρους με αλληλοδιάδοχη σημασία.  Έτσι ο άνθρωπος είναι Übergang (=υπέρ-βαση, πέρασμα πάνω από …, πέρασμα αντίπερα) και Untergang (=κατά-βαση: πορεία προς τα κάτω, καθοδική, φθίνουσα πορεία, κατάρρευση, δύση).
[2] Falscher Spieler: ανέντιμος παίχτης, αυτός που κλέβει στα χαρτιά.  

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ηράκλειτος: Οι καθεύδοντες της αγοράς







Ηράκλειτος

Διαλεκτική:
Λόγος του Είναι διά του Γίγνεσθαι

§1

Η παραδοσιακή μεταφυσική έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση, πίσω από την αέναη κίνηση και πολλαπλότητα των φαινομένων, μιας ακίνητης και όμοιας με τον εαυτό της ουσίας, ενός αυτο-ταυτού θεμελίου, ενός Είναι. Αναλογικά, η πολύτροπη κινητικότητα και μεταβολή του αισθητού κόσμου φαντάζει ως μια συμπτωματική, φαινόμενη εκδήλωση των συστατικών γνωρισμάτων αυτού του Είναι. Ο Ηράκλειτος, απεναντίας, επιχείρησε να πλησιάσει την αλήθεια του Είναι μέσα από τον Λόγο. Σημειώνει σχετικά:
                                   
«Αν ακούσετε όχι εμένα, αλλά τον Λόγο,
                          τότε είναι σοφό να ομολογείτε: τα πάντα είναι ένα»

Τι λέγει εδώ ο Λόγος; «Εν πάντα». Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Λόγος  συναρμόζει την ουσία του μέσα στο λέγειν, το οποίο κατονομάζει τον προορισμό (μας), έτσι όπως μας τον αποστέλλει το Είναι. Το αποστέλλον Είναι, ως τέτοιο, δεν φαίνεται, δεν εμφανίζεται, αλλά ομολογείται, δηλαδή τίθεται. Πώς τίθεται; Ως το ομιλείν που μας καλεί να ακούμε τα πράγματα που μας αφορούν. Να ακούμε σημαίνει όχι να ερευνούμε «επιστημονικά»: σχολαστικιστικά, να διαμελιζόμαστε μπροστά στα επί μέρους φαινόμενα, να χανόμαστε μέσα εδώ, αλλά να διαλογιζόμαστε πάνω στο Είναι, να συλ-λέγουμε το ουσιώδες.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Hegel: τι είναι η Φαινομενολογία του πνεύματος;




Γκέοργκ Χέγκελ
1770–1830


Λόγος και πνεύμα

§1


Σε κάθε εποχή μπορεί κανείς να συναντήσει εκείνο το πάθος της δημιουργίας, που γεμάτο θυμό αντιπαρατίθεται, μέσα στον κόσμο των φαινομένων, με την υφιστάμενη επικράτηση του χάους και τείνει να ανακτά, ως έπαθλο, τον εαυτό του με τη μορφή της απόλυτης εναρμόνισης: σκέψης και Είναι. Πρωτίστως λοιπόν αυτό εκτυλίσσεται ως ασυμφιλίωτη εναντίωση του ανθρώπινου πνεύματος στα δογματικά αδιέξοδα της κοινοτοπίας και ως αυθεντικός αγώνας, ως πόλεμος με το νόημα του Ηράκλειτου: αρχέγονη διάνοιξη του εν λόγω πνεύματος προς την ουσία του Είναι (του)· μια διάνοιξη που έχει τον χαρακτήρα της διαλεκτικής Είναι και μη-Είναι. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ πυροδοτεί την έκρηξη του ως άνω πολέμου με όρους της φιλοσοφικής νεωτερικότητας: η φιλοσοφία πρέπει να αναπτυχθεί ως ο Λόγος που λέγει το Είναι, επιχειρώντας  να κατανοήσει το πραγματικό, λογικό πρόσωπο του κόσμου. Ένα τέτοιο λέγειν δεν έχει καμιά σχέση με την καθημερινή φλυαρία της μιας ή της άλλης αυθαίρετης υποκειμενικότητας, αλλά, πρώτα-πρώτα, είναι το γλωσσικό παίγνιο των πνευματικών μετασχηματισμών του ιστορικού Είναι του ανθρώπου ως ανθρωπότητας. Επομένως συνιστά ριζικές ανα-τροπές της σκέψης: δια-λογικές, ήτοι διαλεκτικές αναγωγές από τα άμεσα στα πιο περίπλοκα περιβάλλοντα ερμηνείας, κατανόησης και αντίστοιχων τρόπων του εντός του κόσμου υπάρχειν μας.


§2

Αυτός ο Λόγος, καθότι απηχεί την εσωτερική φύση των πραγμάτων, προβάλλει τη φαινομενολογική αξίωση να συλλαμβάνουμε τα πράγματα με τον οικείο στον άνθρωπο γνωσιο-οντο-λογικό τρόπο. Πώς εννοεί ο Χέγκελ αυτό τον  τρόπο; 1) Όταν θέτει τον τόνο στο γνωσι-οντο-λογικό στοιχείο,  εννοεί εκείνη τη λογική συμπεριφορά που υπαγορεύει στον καθένα μας «περισσότερο κι απ την πυρκαγιά να κατασβήνει την έπαρση» (Ηράκλειτος): να αποδεσμευόμαστε από τις ψευδαισθήσεις της απόλυτης βεβαιότητας και να χωρούμε πέρα από τη φορμαλιστική ή ακοσμική έννοια της φιλοσοφίας. 2) Όταν θέτει τον τόνο στο γνωσιο-οντο-λογικό στοιχείο εννοεί πως η έννοια της λογικής, στη Φαινομενολογία, δεν αποτελεί μια απροϋπόθετα πρώτη αρχή –κάτι που θα απασχολήσει τον φιλόσοφο στην Επιστήμη της Λογικής– αλλά την πρώτη αρχή «για μας». Εμπειρία και λόγος  δεν παραπέμπουν σε δύο ξεχωριστούς ή αντιθετικούς κόσμους του φιλοσοφικού γνωρίζειν, αλλά συγκροτούν την ενιαία διαδικασία του. Σε σχέση λοιπόν με αυτή τη γνωριστική διαδικασία, ο Hegel προσδιορίζει τη φιλοσοφία ως «αυτοπαραγωγή του Λόγου» και ως κατά Λόγο διείσδυση στο Είναι του κόσμου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλόσοφος υπερβαίνει την καντιανή αντίληψη που δεν αναγνωρίζει στη λογική αληθείς μαρτυρίες για το ενδοκοσμικό Είναι και έτσι σύρει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φαινόμενο και στο πράγμα καθεαυτό. 3) Όταν τέλος θέτει τον τόνο στο γνωσιο-οντο-λογικό στοιχείο εννοεί πως η ως άνω έννοια της λογικής φέρει εγγενώς μια ικανότητα γνώσης, που  αξιώνει τίποτα να μην αναπαράγεται χωρίς σκέψη.

§3

Με αυτά τα βήματα ο Hegel διανοίγεται σε έναν δικό του δρόμο υπέρβασης των μονοσήμαντων προσανατολισμών: δεν καταφάσκει οποιοδήποτε απόλυτο Εγώ ή απόλυτο υποκείμενο, αλλά καθιδρύει το Απόλυτο ως διαλεκτική σχέση περατού και απείρου, Είναι και ουσίας, εσωτερικότητας και εξωτερικότητας, ταυτότητας και μη-ταυτότητας, υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Ως τέτοια σχέση δεν αποδομεί τη συνείδηση, αλλά την παρωθεί να γνωρίζει καλύτερα αυτό που η ίδια δεν είναι. Επίσης δεν εκμηδενίζει τον κόσμο των φαινομένων, αλλά τον κατηγοριοποιεί ως διαφορά, ήτοι ως κάτι το σχετικό ή περατό κατά τη διαδικασία αυτοεξέτασης και αυτοκατανόησης ή αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν παραδίδει τον τελευταίο σε έναν κατακερματισμένο ρυθμό του εξωτερικού κόσμου αλλά τον τοποθετεί στο επίπεδο εκείνης της δημιουργικής σκέψης, την οποία αποκαλεί πνεύμα.  Με την έννοια αυτή ο Hegel διατηρεί ανηρημένη, ήτοι διατηρεί και συγχρόνως αναιρεί, εμπλουτίζοντάς την, την παλαιότερη υποκειμενική αρχή της σύγχρονης φιλοσοφίας: εγώ σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Αυτό θα του επιτρέψει να υποστηρίξει σθεναρά την αντίληψη για την ενότητα γνωρίζοντος υποκειμένου και γνώσιμου αντικειμένου και να οικοδομήσει με θέρμη τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη σκέψη/γνώση και το Είναι, προχωρώντας έτσι πέρα από τον καρτεσιανό δυισμό υλικού και ιδεατού.

§4

Πώς όμως κατανοείται πιο συγκεκριμένα η έννοια του πνεύματος;  Εν πρώτοις, το πνεύμα είναι «η ζώσα υπόσταση» (Χέγκελ), δηλαδή το υποκείμενο που ανακτά τον εαυτό του μέσα από την άρνηση της ετερότητάς του, ή ο Λόγος της υπόρρητης αρμονίας: η φανής ρμονίη κατά τον Ηράκλειτο. Ως τέτοια αρχή, το πνεύμα είναι η εσωτερική φύση της ανθρώπινης πραγματικότητας· είναι ο άναξ του μαντείου των Δελφών, ο οποίος ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά  δείχνει με σημάδια (Ηράκλειτος): δεν λέγει ναι ή όχι, με το νόημα ότι το πνεύμα είναι ο βαθύνους Λόγος του Είναι, που δεν καθοδηγεί αλαζονικά, δεν επεμβαίνει εξυπνακίστικα ή δεν μεταδίδει αυτάρεσκα κάποιες έτοιμες γνώσεις, γιατί, όπως λέγει και ο Πλάτων, η γνώση δεν μεταδίδεται, πολύ περισσότερο βέβαια δεν επιβάλλεται. Δεν λέγει υπό την έννοια ότι το πνεύμα δεν περιορίζεται να κατονομάζει την περατότητα της σκέψης και της γνώσης κατά τρόπο που να την αποκόπτει από την απεραντοσύνη της και να αναπαράγει απλώς αισθητηριακές εμπειρίες ή να κατασκευάζει ηθοπλαστικές διδασκαλίες· απεναντίας κυοφορεί τη διαλεκτική απελευθέρωση της σκέψης και της βούλησης από τη νεκρή λογική του εργαλειακού νου (=κατάλοιπο ενός απολυτοποιημένου Διαφωτισμού). Στον ορίζοντα λοιπόν αυτής της διαλεκτικής δεν κρύπτει τίποτα: δεν κατακερματίζει τον Λόγο, υπηρετώντας ιδιοτελείς ιδεολογίες και ατομικιστικές επιλογές, αλλά δομεί την κίνηση του όλου με βάση την αλληλονοηματοδότηση μορφής και περιεχομένου: ενσαρκώνει την προβολή του Λόγου μέσα στον εμπειρικό και δια-νοηματικό κόσμο της ανθρώπινης ιστορίας.

§5

Το πνεύμα  ωστόσο δεν παύει να δείχνει με σημάδια, με σήματα. Εκ πρώτης όψεως, τα σημάδια ή τα σήματα χρησιμοποιούνται για τη σήμανση της οδού που μέλλει εκάστοτε να βαδίζει ο άνθρωπος. Επίσης χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση της ατομικότητάς του, ας πούμε, σε επίπεδο ενδοκοινωνικής του σήμανσης. Εάν λάβουμε υπόψη αυτές τις εννοιολογικές αποχρώσεις συν το γεγονός  ότι το «μαντείο των Δελφών», στο οποίο άρχει το πνεύμα ως ο άναξ αυτού, είναι κάτι το ενδιάμεσο ανάμεσα στον θείο λόγο και στην ανθρώπινη αγνωσία, τότε μπορούμε, δια του συμβολισμού αυτού, να καταλάβουμε πιο καλά ότι το πνεύμα της εγελιανής Φαινομενολογίας κατονομάζει τη φιλοσοφία ως εκείνη την οδό της διαλεκτικής σκέψης, που στην ανθρώπινη συνείδηση δείχνεται με σημάδια ή σήματα: της απευθύνει νεύματα που, στην αναλογία της επίπονης δια-μορφωτικής της εξέλιξης από την αγνωσία προς τη γνώση, από τη βαρβαρότητα [=φυσική συνείδηση] προς την πνευματικότητα [=φιλοσοφική συνείδηση], της επιτρέπει όχι μόνο να γνωρίσει τον ιδιάζοντα στην ατομικότητά της κόσμο και περίκοσμο αλλά και να προαγάγει τον πολιτισμό και την επιστήμη. Τότε συμβαίνει τα ως άνω σήματα να είναι οδοδείκτες και να συνθέτουν το γίγνεσθαι της ανθρώπινης συνείδησης ως αυτό-εξέταση, αυτό-ανάπτυξη και ως επιστροφή εις εαυτόν. Έτσι το εγελιανό πνεύμα δεν είναι μια χωριστική υπόσταση ούτε ένα όνομα, π.χ. ο νους που αθροίζει ειδικά, εμπειρικά προσιτά κατηγορούμενα, αλλά αυτή τούτη η αυτογνωσία του αυτοπροσδιοριζόμενου νεωτερικού υποκειμένου που αναδύεται από τη δια-νοηματική ιστορικότητα του φιλοσοφείν και η οποία λογίζεται ως ο συμπαντικός κόσμος του ανθρώπινου πολιτισμού, ως η άλλη φωνή του Είναι (μας).


  





Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Σικελιανός: ο ποιητής απέναντι στο σκοτάδι της εξουσίας


                                             
                                               Άγγελος  Σικελιανός  
                 1884–1951

Πώς ο ποιητής ορθώνεται στο δυνάστη;          
    –Μια ανάγνωση του ποιήματος: «Ιερά Οδός»–
                                                    
                                                 
                                                       §1

                           Η ιδεατή φωνή του ποιήματος

Ο Σικελιανός  αντλεί γενικώς τις ιδέες του από την ελληνική παράδοση. Πώς όμως κατανοεί και προσλαμβάνει αυτή την παράδοση; Όχι προφανώς ως μια τεχνητή ή στατική αναπαράσταση του παρωχημένου ή ως μια άκριτη-προγονοπληκτική προσκόλληση στο τελευταίο τούτο, αλλά ως συνομιλία με την ελληνική σκέψη. Ποιος συνομιλεί με την ελληνική σκέψη; Εκ πρώτης όψεως ένα ποιητικό Εγώ. Στο βαθύτερη έκφρασή του ωστόσο, ένα τέτοιο Εγώ, για να είναι ο ποιητής, δηλαδή δημιουργός,  πρέπει να συνδέει τη μοίρα του με τη μοίρα του λαού του, με τη γενέθλια γη του. Οδοιπορώντας ανάμεσα στα σιωπηλά και όχι λιγότερο τραγικά μονοπάτια αυτής της μοίρας, ο Σικελιανός τη βιώνει ποιητικά ως «τη νέα πληγή που μου/του άνοιξε η μοίρα».
Ο ποιητής βρίσκεται πράγματι μπροστά σε μια νέα πληγή: είναι και αυτός «σκλάβος του κόσμου» (στ. 86-87) και, δυνάμει αυτής της επίγνωσης, αναζητεί το νόημα του Είναι (του) πίσω στην ελληνική παράδοση της σκέψης/φιλοσοφίας. Η επίγνωση αυτή τον καλεί να ακούει αληθινά τη φωνή της, να συλλογίζεται αυτό που άκουσε και να μυεί την Ψυχή του μέσα σ’ αυτό. Έτσι καθιστά ικανό τον ποιητικό λόγο να επιδίδεται «σε μια συνομιλία με τη σκέψη του ελληνισμού», όπως μας λέει ο Χάιντεγκερ, και να προβάλλει αυτή τη συνομιλία ως «δρόμο της ψυχής» (στ. 130) από τη σκλαβιά στην ελευθερία: από τον σκοταδισμό-τη βαρβαρότητα και τη βία του Γύφτου, του βασανιστή της αρκούδας,  – δυνάστη του κόσμου (στ. 72-73), στο ξέφωτο της μυημένης Ψυχής.
 Τις πηγές της ως άνω σκέψης, από τις οποίες αντλεί κιόλας τις εμπνεύσεις του, ο ποιητής τις αναζητεί πρωτίστως στην προσωκρατική παράδοση, ήτοι στον ορφισμό, στην πυθαγόρεια διδασκαλία, στη λατρεία του Διονύσου, στα Ελευσίνια Μυστήρια, στο μαντείο των Δελφών: εξού και η Δελφική Ιδέα. Είναι ακριβώς ετούτη η παράδοση που του εμφυσά το συναίσθημα μιας ιερής αποστολής, η οποία στο παρόν ποίημα ταυτίζεται με το καθολικό, το εκμυθευμένο, το μυσταγωγικό νόημα που περικλείει η ιερά οδός. Σύμφωνα λοιπόν με το ως άνω συναίσθημα της ιερής αποστολής, ο Σικελιανός διέρχεται μέσα από τον μύθο–σύμβολο, για να διανοίξει τη δική του στοχαστική οδό, εκείνη του οραματιστή, του μυσταγωγού και οδηγητή ενός ολόκληρου Έθνους.
Τη διάνοιξη τούτη την ομο-λογεί με την παρουσίαση, την περιγραφή της Ιεράς Οδού που βγάζει στην Ελευσίνα. Η Ιερά Οδός συνθέτει το σκηνικό ενός πνευματικού ταξιδιού, που είναι κατ’ εξοχήν κρίσιμο και τραγικό. Με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε στο τέλος του 1934 και δημοσιεύτηκε το 1935, λίγο πριν από τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η κρισιμότητα και τραγικότητα του εν λόγω πνευματικού ταξιδιού σχετίζεται βασικά με δυο τινά: με την προσωπική κρίση, πληγή του ποιητή [=βιώματα από την αποτυχία υλοποίησης της Δελφικής Ιδέας, από την αίσθηση ενός αλλοτριωτικού, αποξενωτικού περίκοσμου, από την παγωμένη ατμόσφαιρα της εποχής  και άλλα παρόμοια] και με τη νέα πληγή της αλυσοδεμένης μάνας και παιδιού, που πέφτει πάνω του ως νέα σκλαβιά, αλλά συγχρόνως του επιτείνει τη στοχαστική-σκεπτικιστική διάθεση, να πορευθεί με το επίλεκτο συναίσθημα ή συναίσθηση της ιερής του αποστολής, την οδό της μοίρας (του).
Ετούτη η οδός του επιτρέπει να ταυτίζεται με το ψυχικό σύμπαν του κόσμου και από εδώ να εξορμά προς τα μέγιστα, μη-απαλλοτριώσιμα νοήματα της ζωής. Η εξ-όρμηση τούτη προορίζεται να οδηγεί τον ποιητή και τους αναγνώστες, αλλά και ολόκληρο τον λαό μπροστά. Αλλά για να το πετύχει αυτό, πρέπει πρώτα να τον στρέψει προς τα πίσω, να τον μάθει να οπισθοδρομεί. Έτσι, η Ιερά Οδός, ήτοι η ποιητική-στοχαστική οδός, είναι ιερή, γιατί κλείνει μέσα της το μυστηριακό γεγονός: να μπορούμε να την οδεύουμε προς τα μπρος και προς τα πίσω. Πρόκειται για τη μια οδό που μας φέρνει σε συμπόρευση με το ταξίδι άλλων γενεών μέσα στους αιώνες και μας θέτει μπροστά στην τραγική αίσθηση της ζωής, όπως ετούτη η αίσθηση αναδύεται, για παράδειγμα εδώ, από την μαρτυρική ιστορία της μάνας-αρκούδας (στ. 76-80): «μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο … ο φόρος της ψυχής».
  
                                                              §2

              ΙΕΡΑ  ΟΔΟΣ
Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει.
                  Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει                     10 
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
                                Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ’ έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα                    20
μιαν ησυχία βασίλεψε. K’ η πέτρα
π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ’ τους αιώνες. K’ έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,                  30
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό ’να
χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K’ οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
                                            H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,                    40   
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά ’ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.                  50
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ’ εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ’ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας                         60
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
           K’ εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ’ εικόνες·              70
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες        80
ο φόρος της ψυχής.
                         Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ’ είναι στον Άδη.
                          Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
                            Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια                  90
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
«Θα ’ρτει τάχα ποτέ, θε νά ’ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;»
                              Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει          100
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,                                                  107
                       κ’ έμοιαζ’ έλλε:
                                              «Θά ’ρτει.»

                       
                         §3
                Ένα σχόλιο
1. Ο ποιητής είναι το σύμβολο του μοιραίου στοχαστή: ακολουθεί, ως εκ της ποιητικής του ουσίας/μοίρας, μοναχική πορεία (στ. 9-10), η οποία όμως είναι συγχρόνως και πορεία ενός ολόκληρου έθνους. Βρίσκεται λοιπόν καθοδόν, έχοντας μεταθέσει εαυτόν από το καθημερινό παρόν στο αρχέγονο παρελθόν των Ελευσίνιων Μυστηρίων: μόνος αυτός προς μόνον και γύρω του η φύση να φαντάζει βυθισμένη μέσα στη δική της συμπαντική αρμονία.

2. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Γύφτος με τις αλυσοδεμένες αρκούδες. Η σκηνή αυτή, η πιο κεντρική μέσα στο συνολικό κορμό του ποιήματος, γίνεται η αφορμή για μεταβολή του ψυχισμού του ποιητή: από την εσωτερική γαλήνη του ποιητικού στοχασμού, καθώς οπισθοδρομεί προς την ελληνική αρχαιότητα,  στην τρικυμία του ποιητικού μετα-στοχασμού, καθώς αντικρίζει τη βία του παρόντος. Μέχρι και τον στίχο 65 παρακολουθούμε τις ζωηρές εντυπώσεις από το βίαιο θέαμα των τριών σκιών: του γύφτου με τις δυο αρκούδες.

3. Το σκηνοθετημένο αυτό θέαμα αισθητοποιεί, εδώ και σήμερα, το πάσχειν του ανθρώπου, τη βία που ασκείται πάνω του, έτσι όπως συνυφαίνεται διαχρονικά με την ίδια την ύπαρξη του τελευταίου. Η αιώνια μορφή της Μάνας, υπαρξιακά και οντολογικά νοούμενη, γίνεται ο μάρτυρας αυτού του πάσχειν, της «ορθωμένης βίας του χαλκά» (στ. 72-73). Μάρτυρας με τη διπλή έννοια: αφενός, μια ύπαρξη είναι παρούσα στο γεγονός, το βλέπει, το αισθάνεται να συμβαίνει, το  βεβαιώνει με τη στάση της· αφετέρου, η ύπαρξη υποφέρει ανθιστάμενη στη βία και τον πόνο. Αμφότερα εδώ συνυπάρχουν στο σύμβολο της αρκούδας.

4.  Ο γύφτος –σύμβολο βίαιου, άγριου, σκληρού, άσπλαχνου δυνάστη– γίνεται φορέας, συντελεστής ενός εξουσιαστικού θεάματος, το οποίο μπορεί να ερεθίζει παιγνιωδώς την περιέργεια της καθημερινής ύπαρξης, αλλά ξεσηκώνει την ποιητική ψυχή, την ενεργοποιεί και την καθιδρύει μόνο ως εξεγερμένη σκέψη, ως ασίγαστη περίσκεψη, ως διαρκή ανησυχία για υπέρβαση των ανυπόληπτων δυναστών του σκοταδισμού και της εξουσιαστικής βίας.