Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Βάρναλης: Οι βουλιμικοί και οι πεινώντες



                 
                 
                    Κώστας  Βάρναλης 
                      1883 ή 1884–1974

                         §1
     
                                      Σάτιρα και πολιτική

Ο Βάρναλης έμελλε να ζήσει και να γράψει σε μια εποχή, όπου το Άριστο γειτνίαζε με το Αχρείο. Τούτο σημαίνει πως κάποιοι άνθρωποι, ας πούμε οι δημιουργοί ή οι επαγγελλόμενοι ιδέες, αισθάνονταν πως κινούνται από έναν προορισμό: να υπερασπιστούν το άριστο, όπως εμφανιζόταν, και να καταπολεμήσουν το εμφανιζόμενο ως αχρείο. Όσοι απ’ αυτούς ήταν πραγματικοί δημιουργοί είχαν επίγνωση πως η διεκδίκηση του αυθεντικά άριστου, δίκαιου, κοινωνικά ηθικού και αισθητικού απαιτούσε έναν διαρκή πόλεμο ενάντια στο θεσμισμένο Υποκριτικό. Οι απλώς επαγγελλόμενοι ιδέες ήταν και είναι πάντοτε έμποροι ιδεών, ακραιφνείς υποκριτές, όσο κι αν φαινομενικά ήθελαν να παρουσιάζονται ως πολέμιοι του Υποκριτικού. Ο Βάρναλης ανήκε στους πρώτους και ήταν  φανατικός αντίμαχος των δεύτερων, πολλοί από τους οποίους  κυκλοφορούσαν στον ίδιο με αυτόν πολιτικο-ιδεολογικό χώρο της αριστεράς.
Ο κριτικός ποιητικός του στοχασμός δεν στράφηκε μόνο ενάντια στους ταξικούς του αντιπάλους –αυτούς εύκολα τους αναγνωρίζει κανείς– αλλά και ενάντια στους αποθρασυμένους καθεστωτικούς συντρόφους του, που δεν αναγνωρίζονται εύκολα ως ταξικοί αντίπαλοι, κι όμως είναι πιο επικίνδυνοι από τους πρώτους, τους φανερούς. Το συνολικό του έργο, όσο κι αν είναι φορτισμένο ιδεολογικά, δεν έχασε την ποιητική του διαύγεια και έναν μοναδικό σπινθηροβόλο λυρισμό, που ο ποιητής αντλούσε από τη βαθιά ποιητικο-φιλοσοφική του κατάρτιση. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου λυρισμού καλλιέργησε και την ποιητική του σάτιρα. Αυτή εδώ δεν  επιδιώχθηκε από τον ίδιο ως μια ακίνδυνη και όχι σπάνια αποπροσανατολιστική παραμυθία των μαζών, αλλά ως η διευρυμένη δυνατότητα του ποιητικού Λόγου να «γίνεται φως, [να] γίνεται νους» (Ο Οδηγητής).

                               §2

                 ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες,
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.

Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.

Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».

             
                               §3
         Ερμηνεία –σχολιασμός

Ι. Στο ως άνω ποίημα ο Βάρναλης μας προσφέρει μια αιχμηρή πολιτική σάτιρα. Τι στηλιτεύει; Την όψη και την κόψη του πολιτικού αμοραλισμού, όπως έχει μάθει να τον εισάγει και να τον υλοποιεί διαχρονικά –χτες, σήμερα και αύριο– ο συντεχνιακός υπάνθρωπος της πολιτικο-οικονομικής ζωής. Γιατί υπάρχει ο πολιτικός υπάνθρωπος; Επειδή κατορθώνει να εξαπατά τον «πεινασμένο κοσμάκη». Ενόσω ο κόσμος πεινάει, δεν μπορεί εξ αντικειμένου να συνειδητοποιήσει τον κυνισμό των αργόσχολων θεατρίνων. Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια εδώ; Οι κοινωνικές-πολιτικές αξίες, που θα πρεπε να είναι στην υπηρεσία των ανθρώπων, υψώνονται πάνω από αυτούς και στη συνέχεια παρουσιάζονται ενώπιόν τους ως θεϊκά προστάγματα, ως «αληθινός» κόσμος, ως η ελπίδα του μέλλοντος και παρόμοια. Έτσι παύουν στην πράξη να υπάρχουν ως αξίες. Τι υπάρχει τότε;

ΙΙ. Ένα υπηρετικό προσωπικό μηδενιστών, δηλαδή πολιτικών και άλλων παρείσακτων μετριοτήτων, που ελλείψει αυταξίας εμφανίζονται στα πάσχοντα πλήθη ως θεματοφύλακες των ως άνω αξιών, ως επαγγελλόμενοι ιδέες, ως αδιάφθοροι «μαχητές» της αλήθειας. Στα λόγια όμως. Στην πράξη, απεναντίας, αποδεικνύονται ως οι πιο διεφθαρμένοι, οι πιο αξιολύπητοι θεατρινίσκοι (Νίτσε), που με το αριστερό χέρι δίνουν στον πεινασμένο λαό ιδεολογικό παντεσπάνι, ενώ με το δεξί γεμίζουν τις τσέπες τους με παράνομο [ή νομιμοφανή] πλούτο. Ποια είναι η πράξη; Αυτή που μας απαγγέλλει ο Βάρναλης στο πιο πάνω ποίημα: την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, συμβολική μέρα ζωής και ευφορίας, ο λαός πεινάει και οι διεφθαρμένοι μέχρι το κόκαλο  θεατρίνοι του δημόσιου βίου, αλλά και οι οικονομικοί βαρόνοι τους, μιλούν για μελλοντικές ευτυχίες, για «δημοκρατίες» και «σοσιαλισμούς», δηλαδή για την ανυπαρξία, χορτασμένοι μέχρι θανάτου οι ίδιοι εδώ και τώρα. Ένα τέτοιος κυνικός και διεφθαρμένος θίασος αυτο-ορίζεται ως λυτρωτής της μάζας. Στο μέτρο που αυτή-εδώ αποζητά τον ποιμένα της, τον προστάτη της σε τέτοιους θιάσους, παραδίδει εθελούσια το Είναι της στον Βαρναλικό λύκο/λύκους με την προβιά, δηλαδή στις βρώμικες ψυχές των βουλιμικών, που, αν και συρφετός, εξωτερικά προβάλλουν μια επίσημη, θεσμική, νομοταγή όψη. Αλλά και τούτη η όψη δεν μπορεί να κρύψει την ασήμαντη μοίρα τους


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Κ. Καστοριάδης: τι είναι η αρχαία ελληνική τραγωδία;



                              
                              
                             Κορνήλιος Καστοριάδης
                                                    1922-1997

                        Η αρχαία ελληνική τραγωδία
               ως συγκρότηση πολιτικών σημασιών

                                                          §1

Τι είναι η αρχαία ελληνική τραγωδία; Πρωτίστως, ένα επίτευγμα που αντιπαρατίθεται ευθέως σε οποιοδήποτε επιτήδευμα. Με αυτή την έννοια είναι δημιουργία. Αλλά τι είδους δημιουργία; Ένα οργανικό όλο, που διασώζει και ανατροφοδοτεί την ενότητα μορφής και περιεχομένου. Η ποιητική μορφή δεν είναι ένα γυμνό λεκτικό σχήμα, αλλά περικλείει νοήματα μεγάλης πολιτικής εμβέλειας. Η τραγωδία λοιπόν έχει πολιτική διάσταση, η οποία, όπως ευστοχότατα σημειώνει ο Καστοριάδης, δεν πρέπει να αναζητείται στις πολιτικές θέσεις των δημιουργών της. Εάν συνέβαινε αυτό, οι τραγωδίες θα κατέληγαν να είναι στρατευμένα έργα ή μανιφέστα πολιτικών φατριών. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Πού πρέπει να αναζητείται η πολιτική της διάσταση; Πρώτα-πρώτα στα οντολογικά της θεμέλια. Κατά δεύτερο λόγο στο ρόλο που παίζει μέσα στα όρια των θεσμών για τον αυτοπεριορισμό της δημοκρατίας. Η τραγωδία δεν λέγει απλώς, δεν τρέχει πίσω από εκλογικεύσεις, αλλά παριστά: παριστά τα πράγματα και μέσω αυτής της παράστασης δίνει σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να δουν πως το ον είναι το χάος.  

                                                         §2

Πώς εννοεί το χάος ο Καστοριάδης; Καθώς η τραγωδία σχετίζεται με την ανθρώπινη δράση, με το πεδίο των ανθρώπινων πράξεων, το χάος νοείται εδώ ως «κατάφωρη έλλειψη κάθε θετικής αντιστοιχίας μεταξύ των προθέσεων των ανθρώπινων πράξεων από τη μια και των αποτελεσμάτων τους από την άλλη» (Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τ. Β., σ. 209). Η τραγωδία μας θέτει πάντοτε μπρος σε ένα πρόταγμα δράσης; Για παράδειγμα, στην Ορέστεια έχουμε μπρος στα μάτια μας τη συνωμοσία Κλυταιμνήστρας–Αίγισθου για να δολοφονήσουν τον Αγαμέμνονα και περαιτέρω τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη ως εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα του. Κάθε τραγωδία εν γένει συνιστά και ένα συγκλονιστικό, οντολογικής υφής, πρόταγμα δράσης. Κάθε τέτοιο πρόταγμα, ακόμη και όταν φαίνεται να προβάλλει επιθυμίες και πάθη επί μέρους ατόμων, δεν παύει να προσβλέπει στην τάξη μέσα στην κοινότητα ή τον κόσμο και ως τέτοιο δεν είναι στατικό, δεν είναι εν τέλει απολίτικο: με την εξέλιξη της υπόθεσης, με την ένταση της τραγικότητας, μετασχηματίζεται κι αυτό. Έτσι, οι δυνάμεις του ανθρώπινου όντος παρουσιάζονται, μέσα στην τραγωδία, να αναζητούν απεγνωσμένα, αλλά πάντοτε ηρωικά αυτό που δεν ξέρουν τι είναι. Τι δεν ξέρει ο ήρωας; Τη σημασία των πράξεών του: «η τραγωδία δείχνει ότι δεν είμαστε κύριοι του νοήματος των πράξεών μας» (ό.π., σ. 210). Και στη σημερινή ζωή του, ο άνθρωπος πόσο κύριος είναι των νοημάτων των πράξεών του;


                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                    

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Από τον Χέγκελ στο νεοεγελιανό Μαρξ



               
                   
                     Προς μια φιλοσοφία της πράξης       
                                                         
                                                             §1

Σύμφωνα με τον Π. Κονδύλη, ο Μαρξ ήταν εκείνος ο στοχαστής που κατόρθωσε να συνδέσει οργανικά τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια οργανική ενότητα είναι αναγκαία σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, καθώς η φιλοσοφική προβληματική διεκδικεί την αυθεντική της ιστορικότητα σε  εσωτερική ανταπόκριση προς την ιστορική πράξη των ανθρώπων. Αφετηρία μιας τέτοιας προβληματικής, στην περίπτωση του Μαρξ, αποτελεί η διδακτορική του διατριβή με θέμα: Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας. Τι συγκεκριμένα επιδίωκε με αυτή τη διατριβή ο νεαρός τότε Μαρξ; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ερευνά μια ορισμένη φιλοσοφική περίοδο του μακρινού παρελθόντος υπό την οπτική «επίκαιρων θεωρητικών αναζητήσεων» (Κ. Μαρξ: Διαφορά Φιλοσοφίας, μτφρ. Π. Κονδύλης, σ. 14). Μια τέτοια επι-στροφή ωστόσο δείχνει να υπαγορεύεται από έναν ριζοσπαστικής και όχι λιγότερο εσχατολογικής  υφής ενθουσιασμό για μια επιθυμητή βαθειά αλλαγή του παρόντος, για μια ανα-τροπή, ικανή να χαράξει μια εντελώς νέα κατεύθυνση της ιστορίας. Η εν λόγω επι-στροφή, ως εκ τούτου, δεν επιδιώκει κάποια φυγή στο παρελθόν, σαν προς ένα προσδοκώμενο επέκεινα, αλλά συνιστά μια ανάβαση του ανθρώπινου νου στην κορυφή ενός καταξιωμένου φιλοσοφικού βουνού, προκειμένου να κατοπτεύσει την πλημμυρισμένη πεδιάδα του παρόντος.  

                                                          §2

 Όλοι εκείνοι οι νεοεγελιανοί οραματιστές, στους οποίους ανήκε και ο Μαρξ, ωθούνται στη ριζοσπαστική πράξη του παρόντος μέσα από τη συναίσθηση, κυριολεκτικά από την επίγνωση, ότι ενεργούν ως επίγονοι, κατά κάποιο τρόπο, ενός θεωρητικού παρελθόντος και πιο ειδικά ορισμένων φιλοσοφικών εποχών με αντίστοιχες στιγμές ζυμώσεων, αναστατώσεων και αναζητήσεων. Σε αυτές τις εποχές ιδιάζει θεμελιωδώς εκείνη της ύστερης ελληνικής φιλοσοφίας, που μάχεται να διανοίξει φωτεινά μονοπάτια μέσα από τα «συντρίμματα των προγενέστερων ολοκληρωμένων φιλοσοφικών συστημάτων» (ό.π., σ. 15). Ωστόσο, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένως προς την επικούρεια φιλοσοφία εκδηλώνεται κάτω από την αναζήτηση, μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της σκέψης, μιας ικανής και καλοδεχούμενης θεωρητικής κάλυψης «για την πάλη τους εναντίον της θεολογίας και της θρησκείας» (ό.π.). Σε κάθε περίπτωση βρίσκονται ακόμα κάτω από την ισχυρή επιρροή της εγελιανής σκέψης. Έχουν εδραία την αίσθηση –κάτι που τείνουν να επιβεβαιώνουν και στην πράξη– πως το συμπαντικό τους Είναι καθοδηγείται από τη βασική εγελιανή αρχή ότι η υπόσταση (Substanz) ταυτίζεται ή εναρμονίζεται στην εσωτερική της ενέργεια με το υποκείμενο. Η διαλεκτική ανάδειξη του υποκειμένου μέσα από την εκδίπλωση της υπόστασης εν χώρω και χρόνω καθιστά παθιασμένο το αίτημά τους για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ατόμου εκείθεν κάθε εξωτερικού καταναγκασμού.

                                                        §3

Εξακολουθεί λοιπόν να εμπνέει η εγελιανή στροφή από τη μεταφυσική παντοκρατορία της υπόστασης, του θεού, στην ιστορικότητα του υποκειμένου, δηλαδή στον άνθρωπο, τον προοριζόμενο να ανακτά την ουσία του και να την ανυψώνει σε «θεό του ιστορικού σύμπαντος» (ό.π., σ. 18). Απ’ αυτή την εγελιανή στροφή εκκινεί ο Μαρξ για να επιτελέσει κατά πολύ την επι-στροφή στις ανάλογες φιλοσοφικο-ιστορικές ρίζες ενός τέτοιου απελευθερωτικού υποκειμένου. Η φιλοσοφία τώρα δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρησιακό εγχείρημα, αλλά αποκτά και χαρακτήρα σύγκρουσης με την κρημνώδη πραγματικότητα του παρόντος. Τούτο σημαίνει πως μετατοπίζεται από τη θέση ενατένισης του κόσμου σε κείνη της πρακτικής αντιπαράθεσης μαζί του. Πρακτική αντιπαράθεση προκύπτει αντικειμενικά από την ανάγκη ή αναγκαιότητα να λυθεί η εσωτερική αντίφαση που κινεί τον κόσμο τούτο. Έτσι, η φιλοσοφία οξύνει την κινηματική σκέψη του νεοεγελιανού Μαρξ και του επιτρέπει να συνειδητοποιεί βαθμιαία πως πρέπει να προ-χωρήσει πέρα από την εγελιανή συμφιλίωση με την πραγματικότητα: προς ένα κοσμο-δημιουργικό, κοσμο-πλαστικό έργο. Αλλά και τούτο το έργο δεν προορίζεται ακόμα να κάνει λόγο για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, άρα να μεταλλάξει και την ίδια τη φιλοσοφία από θεωρητική, ιδεολογική κατασκευή σε εμπνευσμένη καθοδηγητική δύναμη των ίδιων των αγωνιζόμενων ανθρώπων.
     


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Φιλοσοφικό Συνέδριο: Ο Νίτσε και οι Έλληνες






Ο Νίτσε και οι Προσωκρατικοί

                                §1

Ι. Είναι κοινός τόπος πως ο Νίτσε καθ’ όλη τη φιλοσοφική του διαδρομή διατηρούσε έντονο το ενδιαφέρον του για τους Πρώτους Φιλοσόφους της Ελλάδας, τους λεγόμενους Προσωκρατικούς ή, όπως ο ίδιος τους αποκαλούσε, τους Προπλατωνικούς. Τι προσδοκούσε απ’ αυτή τη σκέψη των πρώτων Ελλήνων; Σίγουρα όχι κάποια πληροφοριακή ή ιστοριογραφική γνώση ή κάποιο «μεγάλο σφάλμα» (Νίτσε: KSA 1, 801), που θα χρειαζόταν αναίρεση ή θα αποτελούσε αφορμή για ένα αντι-λογικό, μοντερνιστικής υφής, κουβεντολόι. Απεναντίας, όπως ο ίδιος τονίζει με λαγαρό ύφος, ζητούσε

«να φωτιστεί εκείνο που πρέπει πάντοτε να αγαπάμε και να σεβόμαστε και το οποίο καμιά μεταγενέστερη γνώση δεν μπορεί να μας αφαιρέσει βίαια: ο μεγάλος άνθρωπος» (ό.π., 802).

 ΙΙ. Ο μεγάλος άνθρωπος, συνεχίζει ο φιλόσοφος, διάγει το βίο του  στο βασίλειο της σκέψης σε συνδυασμό πάντοτε με το βασίλειο της πράξης, της βούλησης και της βίωσης. Όλα ετούτα συνθέτουν το βασίλειο της ελευθερίας. Ο μεγάλος άνθρωπος ενδημεί μέσα σε τούτο το βασίλειο και ενσαρκώνει τις δυνατότητες ελεύθερης ζωής, που φωτίζουν το μονοπάτι όλων των μεταγενέστερων: ενισχύουν το αίσθημα της δύναμης των ανθρώπων και τους οπλίζουν με την ελευθερία της βούλησης.

                                §2

Ι. Η επι-στροφή στους Προσωκρατικούς είναι ένα ταξίδι εξερεύνησης  των πιο απόκρημνων και επικίνδυνων περιοχών του ανθρώπινου βίου. Κατ’ αυτό το νόημα, εκείνοι οι Έλληνες φιλόσοφοι αποτελούσαν για τον Νίτσε τους κατ’ εξοχήν θεμελιωτές και προμάχους της φιλοσοφικής παράδοσης της Ευρώπης. Καθίδρυσαν μια αντίληψη της φιλοσοφίας στη βάση περισσότερο της τραγικής σοφίας και λιγότερο της μεταφυσικής. Ο τραγικός εν πολλοίς χαρακτήρας της Προσωκρατικής γνώσης  επέτρεψε σε εκείνους τους μεγάλους άνδρες να αντι-σταθούν σθεναρά στην αποκλειστικότητα της καθαρής θεωρητικής ενατένισης απέναντι στην πρακτική έποψη της ζωής. Εκκινώντας λοιπόν από αυτό το παράδειγμα των πρώτων Ελλήνων φιλο-σόφων, ο Νίτσε επιχειρεί δια βίου να κατανοήσει τη φιλοσοφία ως την εγγενή δυνατότητα του ανθρώπου να διεκδικεί την ελεύθερη πραγμάτωσή του, να δίνει περιεχόμενο στην ύπαρξή του και να στέκεται απαιτητικά απέναντι στον κόσμο και τη ζωή. Αναγνωρίζει, ως εκ τούτου, την καθοριστική επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στην ενηλικίωση της δυτικής σκέψης και, όπως αργότερα και ο Χάιντεγκερ, διακρίνει μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στον ελληνισμό και τη φιλοσοφία. Γράφει σχετικά ο Νίτσε:

«Σήμερα ξαναγυρίζουμε σ’ αυτές τις θεμελιακές εξηγήσεις του σύμπαντος, που το ελληνικό πνεύμα ανακάλυψε με τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Εμπεδοκλή, τον Δημόκριτο και τον Αναξαγόρα. Μέρα με τη μέρα γινόμαστε όλο και πιο πολύ Έλληνες· πριν απ’ όλα, φυσικά, στις αντιλήψεις και τις κλίσεις μας, σαν να μην είμαστε παρά φαντάσματα που ελληνίζουν. Ας ελπίσουμε όμως πως μια μέρα θα γίνουμε και κατά φύση Έλληνες» (ό.π. 808).

ΙΙ. Το εξ αναβολής φιλοσοφικό Συνέδριο, με θεματική: ο Νίτσε και οι Έλληνες, θα διεξαχθεί στις 25-11-2013 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50, και φιλοδοξεί να παρουσιάσει μια συνολική εικόνα της σχέσης του Νίτσε με την αρχαία και τη νέα ελληνική σκέψη. Μια τέτοια διαλογική διερεύνηση είναι σε θέση να αναδείξει τον ανεπιτήδευτο τρόπο του ελληνικού φιλοσοφείν σε συνδυασμό με την ηφαιστειακή έκρηξη της Νιτσεϊκής σκέψης. Για το πρόγραμμα του Συνεδρίου ανοίξτε εδώ: http://philosophein-periodiko.blogspot.gr/






Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Marx: τι είναι το βασίλειο της ελευθερίας;






                                  Καρλ Μαρξ
                                            1818–1883
                                         
   
            Πώς οι νεκροί αδράχνουν τους ζωντανούς;
                                         
                                                   §1


Ο 21ος αιώνας δείχνει να αποτελεί για την ιστορία της ανθρωπότητας, και ακόμα πιο πολύ για την εγχώρια ιστορία, την περίοδο του πιο αλλόκοτου και ατίθασου σκοταδισμού χωρίς μέτρο σύγκρισης ως τώρα. Πρόκειται για έναν απέραντο εξωφρενισμό με βασικά γνωρίσματα τα εξής: διοχέτευση κατά κύματα και με απόλυτη συστημική επιμέλεια ψευδούς πληροφόρησης, κατασκευή ανεστραμμένων ειδώλων της πραγματικότητας, εξανδραποδισμός της ουσίας του ανθρώπου, διάλυση των εργασιακών σχέσεων ή μετατροπή αυτών που υπάρχουν ακόμα σε μεσαιωνική σκλαβιά, καταλήστευση της εργατικής δύναμης, άγρια χειραγώγηση του ανθρώπου, εξαφάνιση του έθνους-κράτους, κηρύγματα πολιτισμικής ομοιομορφοποίησης με πρότυπο τον δυτικό κανόνα, ανελέητος πόλεμος ενάντια στα ορθολογικά επιτεύγματα και εγχειρήματα των νεώτερων χρόνων, παραγωγή παραπλανητικής πολιτικής και φενακισμένων συνειδήσεων, απόρριψη, αποσιώπηση ή στρέβλωση μεγάλων αναζητήσεων του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα. Στις μεγάλες αναζητήσεις του 19ου αιώνα ανήκει και η μαρξική σκέψη. Η σκέψη τούτη από τα πρώτα της βήματα συγκεντρώνει την προσοχή της στην ελευθερία του ανθρώπου, εκκινώντας από το πλέγμα των κοινωνικών του σχέσεων. Είναι γνωστή η μαρξική ρήση πως το Είναι του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων.
       
                                                    §2

Σύμφωνα με τον Μαρξ δεν υπάρχει κάποιος «νόμος», πάνω από την ιστορία και την κοινωνία του ανθρώπου, που «κυβερνάει» το Είναι του. Το τελευταίο έχει θέση μέσα στην ιστορία ως ιστορία της κοινωνίας. Επομένως, ο λόγος για την ελευθερία του ανθρώπινου Είναι, δηλαδή της ανθρώπινης ύπαρξης ως ενικής, αλλά και καθολικής ατομικότητας –ας πούμε, ενική ατομικότητα: ο μισθωτός ως άτομο και καθολική ατομικότητα: ο μισθωτός ως τάξη των μισθωτών– δεν αφορά κάποια ιστοριογραφική αφήγηση περί ελευθερίας του ατόμου παρά τον ίδιο τον ελεύθερο ή ανελεύθερο χαρακτήρα της παραγωγικής και εργασιακής σχέσης των μισθωτών, τουτέστιν την ίδια την κοινωνική εξέλιξη με πρωταρχικό χαρακτήρα: την παραγωγική διαδικασία της κοινωνίας, μέρος της οποίας αποτελεί η ιστορικά καθορισμένη κεφαλαιοκρατική παραγωγική διαδικασία. Η τελευταία είναι δεσπόζουσα δύναμη της κοινωνίας,  συνιστά την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων εν γένει και ως τέτοια υπαγορεύει τους όρους ύπαρξης του κοινωνικού ανθρώπου, δηλαδή του μισθωτού ως παραγωγού του κοινωνικού πλούτου. Εν τέλει αυτή βάζει τη σφραγίδα της στην ως άνω κοινωνική διαδικασία παραγωγής. Με τη γραμματική της εγελιανής σκέψης: το επί μέρους –δηλαδή η κεφαλαιακή σχέση–  καθορίζει το καθολικό, δηλαδή την κοινωνική σχέση. Με τη γραμματική της δικής του σκέψης ο Μαρξ το κατονομάζει ως εξής: ο νεκρός αδράχνει τον ζωντανό. Να γιατί, και μόνο με τούτη την απλή γραμματική της σκέψης, καταφαίνεται ότι η κεφαλαιακή σχέση εξολοθρεύει τον ολόκληρο άνθρωπο. 

                                                 §3

Ο τελικός σκοπός, που διέπει όλες τις φάσεις ανάπτυξης της μαρξικής σκέψης δεν είναι η δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας ή κοινότητας των ανθρώπων προς αντικατάσταση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας των κεφαλαιοκρατών, αλλά η πραγμάτωση της ελευθερίας, η έλευση του ανθρώπου στο βασίλειο της ελευθερίας. Το πώς μπορεί να φτάσει σε τούτο το βασίλειο εξαρτάται από την αναζήτηση της μιας ή της άλλης κοινωνικής-πολιτικής οδού, ήτοι από τη μετάβαση σε μια άλλη ελεύθερη κοινότητα, αναδυόμενη ως διαλεκτική αναίρεση της προηγούμενης ανταγωνιστικής κοινωνίας. Η μετάβαση τούτη είναι το βασίλειο της αναγκαιότητας, από το οποίο θα αναδυθεί το βασίλειο της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, ο Ηρακλείτειος πόλεμος γίνεται για την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου και όχι για την αλλαγή της κοινωνίας γενικά και αόριστα. Αυτός ο πόλεμος [=πολιτικός-κοινωνικός αγώνας] είναι η αναγκαιότητα της ίδιας της υπάρχουσας κοινωνικής σχέσης, που πρέπει να μετασχηματιστεί. Η καθεστωτική «αριστερά» όμως τα κατανοεί ανεστραμμένα: στο δημόσιο λόγο της παραπέμπει το πρόβλημα της ελευθερίας σε αλλαγή της κοινωνίας στο άδηλο μέλλον και όχι εδώ και τώρα. Απεναντίας, στον ιδιωτικό της λόγο και τρόπο ζωής φροντίζει εδώ και σήμερα για την καλοπέρασή της.  Έτσι, η ίδια βολεύεται –και δεν βουλεύεται– πλήρως στο παρόν: συμπλέει εντός και εκτός βουλευτηρίου με τις άλλες  συστημικές δυνάμεις, απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια της κοινωνίας των ολίγων, συγχρόνως όμως στο όνομα μελλοντικών κοινωνικών «αλλαγών» αναπτύσσει μια ακατάσχετη «επαναστατική» ρητορική –κενή παντός περιεχομένου– με την οποία επικαλύπτει την παροντική της σκοταδιστική πρακτική.  Δεν είναι εμπρός, είναι πίσω σου κρυφός ο εχθρός, μας λέει ο ποιητής: οι ελαφρόμυαλες «σοφίες» της καθεστωτικής «αριστεράς» είναι ο κρυφός εχθρός της ευημερίας του κοινωνικού ανθρώπου και δεν έχουν καμιά σχέση με το αυθεντικό μαρξικό σκέπτεσθαι· έχουν μόνο με τη δική της ευμάρεια.

                                                  §4

Το βασίλειο της ελευθερίας βρίσκεται πέραν των  αντιπαραγωγικών, δυναστικών  εργασιακών σχέσεων: δεν είναι κάποιο επέκεινα, αλλά μια κινηματική δραστηριότητα στο παρόν, που εμποδίζει την παρασιτική εργασία να συνθλίβει τις απέραντες δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, που αντικαθιστά την αποξενωμένη, καταναγκαστική εργασιακή σχέση με τη δημιουργική, τη σύμφυτη στο ανθρώπινο Είναι. Γράφει σχετικά ο Μαρξ στο Κεφάλαιο:

«Το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί μόνο, όπου η εργασία παύει να καθορίζεται από ανάγκη και από εξωτερική σκοπιμότητα· με βάση λοιπόν τη φύση του πράγματος βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα της καθαυτό υλικής παραγωγής. Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος πρέπει να παλεύει με τη φύση για να ικανοποιεί τις ανάγκες του, για να συντηρεί και να αναπαράγει τη ζωή του, έτσι πρέπει να κάνει και ο πολιτισμένος άνθρωπος, και πρέπει να  το κάνει αυτό σε όλες τις κοινωνικές μορφές  και  υπό όλους τους δυνατούς τρόπους παραγωγής. Με την ανάπτυξή του διευρύνεται αυτό το βασίλειο της φυσικής αναγκαιότητας, γιατί αυξάνονται οι ανάγκες του· αλλά συγχρόνως διευρύνονται οι παραγωγικές δυνάμεις που τις ικανοποιούν. Η ελευθερία στον τομέα αυτό μπορεί να συνίσταται μόνο σε τούτο: ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί, ρυθμίζουν αυτή τους την ανταλλαγή ύλης με τη φύση ορθολογικά, την υποτάσσουν στον δικό τους κοινό έλεγχο, αντί να κυριαρχούνται απ’ αυτή σαν από μια τυφλή δύναμη· την πραγματοποιούν με τη λιγότερη δυνατή δαπάνη δυνάμεων και υπό όρους αντάξιους και ταιριαστούς προς την ανθρώπινη φύση τους. Αυτό ωστόσο παραμένει πάντοτε ένα βασίλειο της ανάγκης. Πέρα από αυτό αρχίζει η ανάπτυξη των δυνάμεων του ανθρώπου, η οποία  λογίζεται ως αυτοσκοπός, το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, που μπορεί όμως να ευδοκιμήσει [ανθίσει-ακμάσει] πάνω στη βάση εκείνου του βασιλείου της αναγκαιότητας» (MEW 25, σ. 828).
              
                                                    §5
                                   
 Τι μας λέει το συγκεκριμένο κείμενο; Όσο ο άνθρωπος κοινωνικο-οντολογικά, ως ενική και συλλογική ατομικότητα, ως τάξη ή αντίστοιχο στρώμα, ετεροκαθορίζεται μέσα στην κοινωνία από ξένες προς τη φύση του σχέσεις εργασίας και ζωής, άρα όσο δεν αναπτύσσει τις δημιουργικές του δυνάμεις, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος. Η ελεύθερη πραγμάτωσή του αρχίζει, όταν αυτός έχει υπερβεί κάθε είδους εξωτερική αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα, που έγκειται στο να παράγει αγαθά και να προσφέρει υπηρεσίες για τον κεφαλαιούχο, όχι όμως και για τον εαυτό του. Ο Μαρξ τοποθετεί έτσι την «ουσία», ήτοι την ελευθερία του ανθρώπου στο κέντρο της παραγωγικής διαδικασίας, που ελέγχεται από τον ίδιο και έτσι του επιτρέπει να μην περιορίζεται απλώς στην παραγωγή υλικών αγαθών, γενικώς  στην αναπαραγωγή της φυσικής του ύπαρξης ως εργαζόμενου ενικού ατόμου, αλλά να προσβλέπει και στην καθολική του ανάπτυξη ως συνειδητής ύπαρξης, ως οικουμενικού όντος. Τότε μόνο αυτο-πραγματώνεται ως παραγωγική φύση και όχι όταν εξαναγκάζεται να πουλάει την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει. Μέσα από μια τέτοια εξέλιξη, ο άνθρωπος παύει να είναι ένας μισθωτός, καθηλωμένος δια βίου και δια της βίας σε μια ορισμένη σφαίρα δραστηριότητας. Απεναντίας ενσαρκώνει εκείνη την καθολική κοινωνική δραστηριότητα –ως «συνεταιρισμένος παραγωγός», δηλαδή ως καθολικά ανεπτυγμένος άνθρωπος– που τον ενθαρρύνει να καλλιεργεί τις πολλαπλές του δυνατότητες σε πολλούς τομείς, χωρίς να τεμαχίζει την ύπαρξή του. Τον ενθαρρύνει σήμερα να ασχολείται με ένα πράγμα, όπως λέει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία, και αύριο με άλλο, να κυνηγά το πρωί, να ψαρεύει το απόγευμα, να φροντίζει τα ζώα το βράδυ, να ασκεί κριτική μετά το δείπνο, καταπώς του αρέσει, χωρίς ποτέ να γίνεται κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός (MEW 3, 33). Ετούτο το βασίλειο της ελευθερίας πραγματώνεται από την (και στην) ελεύθερη ένωση των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, δηλαδή δημιουργών. Το ερώτημα παραμένει: ευημερούν σήμερα οι άνθρωποι με τρόπο, που το πρωί να είναι ψαράδες, το βράδυ κριτικοί κ.λπ. χωρίς να είναι σκλάβοι των επιλογών τους; Οι μισθωτοί, που τους κυνηγάει η κατάρα του Ιεχωβά: να παράγουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, Όχι. Η άεργη, τεμπέλικη και απαίδευτη ολιγαρχία –παντός χρώματος– του βουλευτηρίου «ευημερεί» κατ’ αυτόν τον μαρξικό τρόπο, με τη διαφορά ότι είναι σκλάβα της φιληδονίας της και πολέμια του μαρξικού παραδείγματος, που το απολαμβάνει για τον εαυτό της, αλλά το ξορκίζει για τους πολλούς. 

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Η πολιτική σκέψη στην αρχαία Ελλάδα (I)





Το πολιτικό ιδεώδες του Σόλωνα

§1

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Είναι κοινός τόπος ότι το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής σκέψης –συμπεριλαμβανομένης και της ποίησης– απηχεί, μεταξύ άλλων, και αποκρυσταλλώσεις πολιτικών ιδεών. Αυτές οι ιδέες ποικίλουν κατά εποχή, αλλά και κατά συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως διαμορφώνονται σε απαιτητική πολιτική σκέψη κάτω από την αναγκαιότητα μιας πιο ανθρώπινα οργανωμένης κοινωνικής συντροφικότητας. Συγχρόνως αρθρώνονται σε λόγο και κοινοποιούνται αντιστοίχως ως συνεκτικοί δεσμοί μιας εξελισσόμενης κατά λογική αλληλουχία ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Τούτο σημαίνει πιο συγκεκριμένα πως οι αρχαίοι Έλληνες συγκροτούσαν νόμους, επινοούσαν διάφορα νομοθετικά σώματα, χάρασσαν πολιτικές κατευθύνσεις κ.λπ., με γνώμονα πάντα το κοινό συμφέρον, που δεν εκπαραθύρωνε τα ενδιαφέροντα των πολιτών. Σε αντίθεση λοιπόν με το δικό μας σήμερα δεν άφηναν πολλά περιθώρια, κατά κανόνα, για δολοπλοκίες των επαγγελματιών πολιτικών ούτε ταύτιζαν την πολιτική με τη δουλική υποταγή σε οργανωμένα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, δεν είχε αίσιο τέλος για τους επίδοξους πολιτικούς πρωτεργάτες του. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντίληψης, όλοι οι μεγάλοι στοχαστές του αρχαίου ελληνικού κόσμου θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση πολιτικής συνείδησης στα άτομα την ύπαρξη ηθικών θεμελίων στην κοινωνία: θεμελίων δηλαδή με βάση το κοινωνικό ήθος.

§2

Η πολιτική ως αναζήτηση του κοινού

Το πολιτικό ιδεώδες, μετά ταύτα, δεν αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των πολιτών ως ένα συνονθύλευμα φρούδων υποσχέσεων ή συνειδητών εξαπατήσεων από τα «νωθρά άλογα» (Πλάτων) της πολιτικής εξουσίας. Απεναντίας, γίνεται πράξη, αξιοσέβαστη, ως καθορισμένη πολιτική επιστήμη ή πολιτική τέχνη: δηλαδή ως επιστήμη ή τέχνη ανύψωσης του κοινωνικού ανθρώπου, μέσω της κατάλληλης πολιτικής παιδείας, σε πνευματική ουσία αυτής τούτης της κοινωνικής συμβίωσης και συνύπαρξης. Τότε συμβαίνει η εν λόγω συνύπαρξη να θεσμοθετείται ως εύρυθμη λειτουργία του νόμου. Μια τέτοια ευρυθμία δεν είναι, δεν μπορεί και δεν οφείλει να διεκδικείται ή να επιδιώκεται ως το απόλυτα ολοκληρωμένο. Δεν παύει ωστόσο, από την εποχή του Ομήρου ακόμη, να έρχεται σιγά-σιγά στο προσκήνιο ως ρεαλιστικό αίτημα ζωής. Έτσι βλέπουμε τον Ομηρικό βασιλιά να αποτελεί το αξιωματικό Εν [Εν-ότητα] της κοινότητας, η οποία υπάρχει και δύναται να υπάρχει μόνο ως το ευθέως αντίθετο μιας πολυαρχίας, που διασπά και εξολοθρεύει ανθρώπινες υποστάσεις: «ουκ αγαθόν η πολυκοιρανίη» γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β 204). Άραγε τόσο μικρόνοες και, συνακόλουθα, μειοδοτικές είναι οι πολιτικές συντεχνίες του σήμερα, που θεωρούν την πολυκοιρανίη «αρετή» και εξ ονόματός της στέλνουν στο θάνατο, με όλη την ελαφρότητα του Είναι τους, κάθε μη-υποψιασμένο για τη δολιότητά τους πολίτη;  

§3
               
                        Προς αναζήτηση του πολιτικού ήθους

Ανήκει στη φύση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι του ιστορικού ανθρώπου, η κοινωνικοπολιτική του εξέλιξη να μην είναι μια ευθεία και αφελώς αισιόδοξη ανάβαση σε έναν αγαθό βίο, που θα προκύψει ως δια μαγείας. Ουδείς από τους αρχαίους Έλληνες στοχαστές πίστευε κάτι τέτοιο. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, όταν μιλούσε για τον κόσμο των ιδεών και το ύψιστο αγαθό, αποσαφήνιζε ρητά ότι αυτός ο κόσμος προοριζόταν να λειτουργεί ως κόσμος ενατένισης, ως οδηγός έμπνευσης, από την πλευρά των θνητών, ως ένα μέγεθος σκέψης, που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τα όρια του Είναι μας με ιερό –όχι ανίερο– τρόπο: δηλαδή με βάση το ήθος του λόγου, που απελευθερώνει  μια ανώτερη ποιότητα του ωραίου, ένα αληθινά πνευματικό κάλλος και δεν εμπαίζει ούτε διαψεύδει την ανθρώπινη προσδοκία. Για να φτάσει όμως ο Πλάτων στις δικές του μεγαλόπνοες πολιτικές ιδέες, έπρεπε να προηγηθούν οι πολιτικές συλλήψεις και πραγματώσεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Στην πολιτική σκέψη και πράξη της αρχαϊκής περιόδου καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή (600 π.Χ. περίπου). Σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση έφτανε στο αποκορύφωμά της και οι φτωχοί αγρότες έχαναν τη γη τους από τους πλούσιους δανειστές, το χάος απειλούσε να καταβροχθίσει τους πάντες. Τότε έπρεπε να υπάρξουν νέες πολιτικές, νέοι νόμοι, νέα νοοτροπία. Προς τούτο χρειαζόταν να νομοθετήσουν ικανοί και φωτεινοί νομοθέτες. Έτσι καλείται, από τις αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες, στο κέντρο της πολιτικής σκηνής ο Σόλων.   

§4
                        
                          Η Μεταρρύθμιση στην αρχαία Ελλάδα

Το νομοθετικό έργο του Σόλωνα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά έκφραση της αναγκαιότητας για μια νέα αρχή. Επρόκειτο στ’ αλήθεια για πραγμάτωση συλλήψεων, για εγκαθίδρυση νέων νοο-τροπιών με κυρίαρχο στοιχείο την ισονομία, το μέτρο, την αισθητική του μέτρου [=μετριοπάθεια], το όριο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ο Σόλων με το έργο του συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία μιας παράδοσης του μέτρου, που εκκινούσε από το «μηδέν άγαν», συζητήθηκε και ενισχύθηκε επί το φιλοσοφικότερο με την πυθαγόρεια θεωρία του αριθμού ως ορίου και αργότερα βρήκε τη φιλοσοφική της ολοκλήρωση στην Αριστοτελική μεσότητα. Η έννοια της αρχαίας μεσότητας, σε όλες τις μορφές της, δεν έχει καμιά σχέση με τα σημερινά κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης και άκριτης αποδοχής της συστημικής Λογικής. Πίσω από τέτοια κηρύγματα κρύβονται μόνο αδηφάγοι καθεστωτικοί οποιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης. Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του ίδιου του Σόλωνα, κύριο μέλημά του ήταν η καθίδρυση της κοινωνικής ισότητας, αρχής γενομένης από τη Σεισάχθειά του. Για να γίνει πράξη η τελευταία απαιτούσε αποφασιστική στάση: μανιασμένα κύματα πολιτικής έμπνευσης και όχι έναν ξύλινο λόγο, σαν αυτό της κωμικής καθεστωτικής «αριστεράς», που επικαλείται «Σεισάχθειες», έχοντας στο πίσω μέρος του «μυαλού» της αναδιανομή του πλούτου για ίδιον όφελος και όχι αληθινή ισότητα των πολιτών. Παρατηρούμε συναφώς στα ελεγειακά ποιήματα του Σόλωνα να υπερασπίζεται την ισονομία για όλους και να κηρύσσει τον πόλεμο στα σκανδαλώδη πολιτικά προνόμια οποιασδήποτε τάξης ή στρώματος. Ποιον πόλεμο έχει κηρύξει η καθεστωτική μας «αριστερά» ενάντια στα ανάρμοστα, τα θηριώδη προνόμια βουλευτών και υπαλλήλων του παρόντος ελλαδικού βουλευτηρίου για παράδειγμα;  Κατ’ αυτή την πολιτική του αντίληψη περί ισονομίας για όλους, ο Σόλων καθιέρωσε ένα συνταγματικό πλαίσιο, με πολύ αθόρυβο τρόπο, όπου οι αξιωματούχοι της πόλεως-κράτους καθίσταντο πραγματικοί υπηρέτες του νόμου και όχι επικυρίαρχοί του. Μάλιστα τους κατέστησε υπόλογους στο λαϊκό δικαστήριο, την Ηλιαία, τη μέγιστη ριζοσπαστική καινοτομία. Γι’ αυτό και δικαίως ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία μιλάει πως επί Σόλωνος ο λαός έγινε κυρίαρχος της ετυμηγορίας, δηλαδή κυρίαρχος του πολιτεύματος.






Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Αρχαίο ελληνικό κράτος: θεμελιώδεις αρχές


Αρχαίο ελληνικό κράτος:
η
αυτοκυβερνώμενη πολιτεία



§1

Σε επίπεδο πολιτικής το αντίστοιχο του φιλοσοφικού Ενός της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας  είναι το πολιτικό Εν: η πόλις. Η ελληνική πόλις είναι η πιο ισχυρή πολιτική μονάδα, η οποία περιέχει ως μέλη της τα λεγόμενα πολιτικά ζώα, δηλαδή τα αεί κινούμενα ανθρώπινα όντα, που εννοούν να αντλούν το νόημα του Είναι τους από την οργανωμένη ζωή της πόλεως. Σε τι συνίσταται ετούτη η οργανωμένη ζωή; Στο θεμελιακό γεγονός ότι η αρχαία ελληνική πόλις αποτελεί την έδρα όλων των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και ως εκ τούτου πρέπει να φροντίζει για τη συνδυαστική λειτουργία τους. Με δεδομένο ότι οι εν λόγω τάξεις και στρώματα από τη μια πλευρά περιλαμβάνουν τεχνίτες και εμπόρους, από την άλλη ευγενείς γαιοκτήμονες, ο πολιτικός πολιτισμός, ήτοι ο πολιτικός χαρακτήρας της πόλεως, είναι τόσο αστικός [:σχετίζεται με τον πολίτη του άστεως], όσο και αγροτικός [:σχετίζεται με τον χωρικό του αγρού, της υπαίθρου]. Όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1319, a 4-b1), η δημοκρατία εμφανίζεται να είναι δημοκρατία των χωρικών της υπαίθρου. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η πόλις λειτουργούσε ως ο τόπος συνάντησης των πιο διαφορετικών επαγγελμάτων και ως η βάση για συνεννόηση μεταξύ τους.
        
§2

Η συνεννόηση αυτή είχε, εν πολλοίς, τον χαρακτήρα ίσης  μεταχείρισης των πολιτών, στη βάση των κοινών συναντήσεων στην αγορά και στα δημόσια γυμνάσια. Χωρίς να καταργούνται δια νόμου τα προνόμια των πλουσίων, ευγενείς, φτωχοί και οποιεσδήποτε άλλες κατηγορίες πολιτών, λιγότερο ή περισσότερο μορφωμένων, διαμόρφωναν κοινές απόψεις στους  προαναφερθέντες δημόσιους χώρους, αλλά και σε άλλους πιο θεσμικούς, όπως ήταν π.χ. το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας. Απ’ αυτή την άποψη, η πόλις αποκτούσε βαθμιαία τον χαρακτήρα μιας αυτοκυβερνώμενης πολιτείας, η οποία ακριβώς λόγω της αυτοκυβερνησίας της ενθάρρυνε τις κοινωνικές και πολιτικές συζητήσεις. Έτσι διαπαιδαγωγούσε, ως ένα βαθμό, τους πολίτες προς την ανοικτή, ειλικρινή –και όχι εικονική όπως σήμερα– διαβούλευση γύρω από κεντρικά θέματα της ατομικής και κοινωνικής ζωής τους, αλλά και ζητήματα της δικαιοσύνης. Μέσα από τέτοιες ανοικτές διαβουλεύσεις, συνομιλίες και δια-λογικές αντιπαραθέσεις οικοδομούνταν ισχυροί δεσμοί φιλίας, αλλά καθιδρυόταν και η απαράγραπτη αρχή της αυταξίας του ατόμου. Ετούτες οι κατακτήσεις, με τη σειρά τους, επέτρεπαν να αξιοποιείται το κάθε άτομο με βάση την ουσιαστική του αξία και όχι με κατασκευασμένα, ανελεύθερα κριτήρια, σαν αυτά, με τα οποία κάποιοι άξεστοι και μισθοφόροι πολιτικοί του σήμερα επιχειρούν να εξοντώσουν την πλειονότητα των πολιτών.