Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Δημοκρατία και πολιτικές σκοπιμότητες




          Η Δημοκρατία και ο Ελληνικός Ευεργετισμός

§1

Ο ευεργετισμός στην αρχαία Ελλάδα και δη στην αρχαία Αθήνα αποτελούσε κατ’ αρχήν μια πράξη ή διαδικασία γενναιοδωρίας υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Συνέβαινε πράγματι ορισμένοι πλούσιοι Αθηναίοι να αναλαμβάνουν διάφορες λειτουργίες, τουτέστι δημόσιες υπηρεσίεςχορηγίες, όπως τριηραρχία [=πλήρης συντήρηση μιας τριήρους], εστίαση [=έξοδα για δημόσιο γεύμα], αλλά συγχρόνως και κάποιες μορφές υπερ-φόρων κ.λπ. Δεν ήσαν δε λίγοι και πολλοί απ’ αυτούς που έκαναν δωρεές εθελοντικά και συνδέθηκαν με τον ευεργετισμό. Ο Κίμων, για παράδειγμα, είχε μετατρέψει το σπίτι του σε κοινν πρυτανεον, κατά τον Πλούταρχο, γιατί καθημερινά εξασφάλιζε σε πολλούς φτωχούς πλουσιοπάροχα γεύματα. Από τέτοιου είδους ευεργέτες ωστόσο προέκυπταν και κάποιοι που μέσω της γενναιοδωρίας διέκριναν τη δυνατότητα να γίνουν πολύ αγαπητοί στο λαό και έτσι να παίξουν το δικό τους πολιτικό παιχνίδι. Ο πόθος ή το πάθος τους για δόξα και τιμές στο πεδίο της πολιτικής μπορούσε τώρα, χάρη στα πολιτικά τους δώρα, να ικανοποιείται στο έπακρο. Ο ευεργετισμός, ως εκ τούτου, καθιερώνεται πια ως ένας θεσμός, που διαπλέκεται με σχέσεις εξουσίας και εξουσιαστικής εγκυρότητας, δηλαδή νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας των ολίγων πάνω στους πολλούς, χάρη στο κύρος που αποκόμιζαν από τις ευεργεσίες τους.

§2

Πού έγκειται το φιλοσοφικό-κοινωνιολογικό θεμέλιο του αρχαίου Ελληνικού Ευεργετισμού; Σε αυτό ακριβώς που διαγιγνώσκει ο Πλάτων: το οποιοδήποτε καθεστώς, για να κρατηθεί στη ζωή, χρειάζεται να πλάσει, να διαμορφώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Μας λέει ρητά στην Πολιτεία (βλ. βιβλίο Ε κ.εξ.) πως η πολιτεία είναι φτιαγμένη ίδια και όμοια με την εσωτερική δομή του ανθρώπου. Και η εσωτερική δομή του ανθρώπου συγκροτείται ως ανώτερη χρημάτων, πλουτισμού και πολιτικών φιλοδοξιών, όταν έχει για θεμέλιό της τη φιλοσοφική παιδείαˑστην αντίθετη περίπτωση, η ακαταστασία, η αναρχία της ψυχής του είναι σε πλήρη αντιστοιχία με μια άναρχη δημοκρατία, όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: οι γόνοι των πλουσίων παραδίδονται σε άχρηστες απολαύσεις, ζουν μια άσωτη και έκφυλη ζωή, ενώ κάποιες φορές δεν ξεχνούν να παρουσιάζονται και ως δήθεν ρέκτες της φιλοσοφίας, ενώ οι φτωχοί πέφτουν θύματα των επαγγελιών τους. Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό σύμπλεγμα, οι κάθε είδους πολιτικές γενναιοδωρίες, όσο κι αν εκκινούν από πατριωτικά κίνητρα, δεν παύουν να υπόκεινται σε ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες, που προέρχονται από επαγγελματίες πολιτικούς/ρήτορες και από τον δι’ αυτών εξαπατημένο λαό. Έτσι συμβαίνει συχνά, ένας πλούσιος, όταν βρίσκεται στην εκκλησία του δήμου, στη συνέλευση του λαού, κάτω από την πίεση των ρητόρων και του παρασυρμένου πλήθους, να αναγκάζεται, εάν όχι να εξαναγκάζεται, να γίνει χορηγός, λειτουργός ή ευεργέτης.

§3

Ο ευεργετισμός, σε κάθε περίπτωση, δεν έλυνε το οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, ούτε εξάλειφε τη φτώχεια. Αποτελούσε ένα σημείο ζωής, που άλλοι, κυρίως οι συντηρητικοί με την αγέλαστη ακαμψία τους, το αποτιμούσαν ως εντελώς ξένο προς τις παραδόσεις μιας υγιούς κοινωνίας, και άλλοι, όπως οι παρδαλοί δημοκρατικοί, ως ένα καλό ιδεολογικό στοιχείο για την εξάπλωση της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Ό,τι περίπου συμβαίνει και σήμερα με εφάμιλλα φιλοδωρήματα προς εξαγορά της κοινωνικο-πολιτικής συνείδησης των φτωχών. Όχι σπάνια γινόταν η αφορμή για μια διαρκή και εριστική αντιμαχία ανάμεσα στους πλούσιους και σε διάφορους δημοκρατικούς. Οι μεν πρώτοι αισθάνονταν ή έλεγαν πως με τις συνεχείς ευεργεσίες, τα θεωρικά και παρόμοιες εκφάνσεις του ευεργετισμού τείνουν να γίνουν οι πραγματικά φτωχοί πολίτες της πόλης, ενώ οι δεύτεροι επιχειρούσαν, ως συνήθως,  να αντιμετωπίσουν το θέμα μέσα από ένα πνεύμα κούφιου συναισθηματισμού, όπως ταύτιση της πόλεως με μια μεγάλη οικογένεια, με μια ομοιογενή κοινότητα αγαθοεργών σκοπών και παρόμοια. Και μέσω αυτής της οδού πρότειναν επί μέρους ημίμετρα προς γεφύρωση –κυρίως φαινομενική– του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Τέτοιες πολιτικές με κούφιες κουβέντες και αναποτελεσματικά ημίμετρα ασκούνται κατά συρροή στις μέρες μας, από τους αγύρτες και κλέφτες της εξουσίας. Ο αρχαίος ευεργετισμός λοιπόν, ιδωμένος μέσα από το ως άνω σύμπλοκο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, νομιμοποίησε τη διαφορά, τη διαίρεση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και κατέδειξε την αδυναμία της δημοκρατίας, ως κράτους του δήμου,  να χαράξει μια αυθεντικά λαϊκή πολιτική. Η απλώς φιλολαϊκή πολιτική του χτες και του σήμερα αποτελεί τον προθάλαμο για διάλυση του κοινωνικού ιστού και καθίδρυση τυραννικών καθεστώτων. Και τούτο, γιατί ο φιλολαϊκισμός συσκοτίζει το οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου και της κοινωνίας: οικτίρει την πλειοψηφία των φτωχών –και μάλιστα εικονικά– και δεν νοιάζεται ουσιαστικά για την άρση της συνθήκης της φτώχιας τουςˑ έτσι τους διατηρεί αδύναμους  για να τους κάνει όπως θέλει: να τους έχει πολιτικό υποχείριό του. Ετούτο ακριβώς πράττουν και οι τρέχοντες «πεφωτισμένοι», δηλαδή σκοταδιστές «δημοκράτες»ˑ γι’ αυτό εξελίσσονται σε άκρως επικίνδυνοι τυραννίσκοι.


Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (3)



Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος

Α. Συνείδηση

§1: Προκατανοήσεις

Με τη γνωσιακή διαδικασία, στο επίπεδο της αισθητήριας βεβαιότητας, ο Χέγκελ επιχειρεί να προσδιορίσει μια εν εξελίξει στάση του διαλεκτικώς σκέπτεσθαι σε σχέση με τα μεγάλα νεωτερικά κινήματα του εμπειρισμού και του ορθολογισμού. Στη συνάφεια τούτη ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με την υπέρβαση της παλαιάς μεταφυσικής, εν όψει και των πνευματικών αναγκών του νεωτερικού παρόντος. Είναι ακριβώς το Zeitgeist (πνεύμα της εποχής), που ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος δεν χάνει ποτέ από τον ορίζοντά του και το αναζωογονεί με νέα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εάν συλλάβουμε σωστά τη νοηματική βαθύτητα της Νιτσεϊκής ρήσης: δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες των γεγονότων, τότε το ερμηνευτικό εγχείρημα της παρούσας βαθμίδας της συνείδησης έχει ιδιαίτερη σημασία για τον γνωσιοντολογικό προσδιορσμό του ανθρώπου ως φυσικής και πνευματικής ύπαρξης. Φυσική με το νόημα της φυσικής συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης που δυνάμει είναι το πνευματικό σύμπαν, αλλά στην άμεση παρουσία της, δηλαδή ενεργεία ως άμεση σκέψη και γνώση της υπαρκτικής κατάστασης του ανθρώπου, παραμένει ένα γυμνό Είναι, ας πούμε μια ακαλλιέργητη βιολογική ύπαρξηˑ ή στο επίπεδο της έννοιας, ένα υποκείμενο χωρίς την ουσιακή του αντικειμενικότητα. Πνευματική με το νόημα της αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας, που έχει διέλθει μέσα από την αντικειμενικότητά της και έχει αναδειχθεί σε διανοηματική σχέση (κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική κ.λπ.).

§2: Ι. Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
το Αυτό και το Νομίζειν

Μετάφραση
§ 91

Το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας την κάνει να εμφανίζεται άμεσα ως η πιο πλούσια γνώση· πράγματι, ως μια γνώση με άπειρο πλούτο, για τον οποίο δεν μπορούμε να βρούμε κανένα όριο είτε όταν κινηθούμε προς τα έξω, στο χώρο και το χρόνο όπου εκτείνεται, είτε όταν πάρουμε μέρος από την αφθονία του και διαιρώντας το εισχωρήσουμε μέσα του. Εξάλλου, αυτή εμφανίζεται ως η πιο αληθινή· γιατί ακόμα δεν έχει αποκλείσει τίποτα από το αντι-κείμενο, αλλά το έχει εμπρός της σε όλη του την πληρότητα . Ωστόσο, αυτή η βεβαιότητα παριστά η ίδια πραγματικά τον εαυτό της, ήτοι αποκαλύπτεται  ως την πιο αφηρημένη και φτωχή αλήθεια. Για ό,τι γνωρίζει αποφαίνεται μόνο τούτο: αυτό είναι· και η αλήθεια της περιέχει μόνο το Είναι του Πράγματος. Η συνείδηση από την πλευρά της είναι [= υπάρχει] σ’ αυτή τη βεβαιότητα μόνο ως καθαρό Εγώ· ή Εγώ υπάρχω μέσα στην εν λόγω βεβαιότητα μόνο ως καθαρός Αυτός-εδώ και το αντι-κείμενο ωσαύτως μόνο ως καθαρό Αυτό. Εγώ, Αυτός-εδώ, είμαι βέβαιος γι’ αυτό το Πράγμα, όχι επειδή Εγώ, ως συνείδηση, αναπτύχθηκα στην προσπάθεια να το και έθεσα πολλαπλώς τη σκέψη σε κίνηση. Ούτε επίσης, επειδή το Πράγμα, για το οποίο είμαι βέβαιος, θα μπορούσε, δυνάμει ενός πλήθους διακεκριμένων ιδιοτήτων/ποιοτήτων, να είναι μια πλούσια αναφορική σχέση σ’ αυτό το ίδιο ή να συνδέεται ποικιλοτρόπως με άλλα πράγματα. Τίποτα απ' αυτά δεν έχει να κάνει με την αλήθεια της κατ’ αίσθηση βεβαιότηταςˑ ούτε το Εγώ ούτε το Πράγμα έχουν εδώ τη σημασία μιας πολλαπλής διαμεσολάβησης· το Εγώ δεν έχει τη σημασία ενός πολλαπλού παριστάνειν ή νοείν, ούτε το Πράγμα τη σημασία κάτινος που διακρίνεται για τις πολλαπλές του ιδιότητες/ποιότητες. Απεναντίας, το Πράγμα είναι, και είναι, μόνο επειδή είναι. Αυτό είναι· τούτο είναι το ουσιώδες για την κατ’ αίσθηση Γνώση, και αυτό το καθαρό Είναι ή αυτή η απλή αμεσότητα συνιστά την αλήθεια του Πράγματος. Παρόμοια, ως αναφορική σχέση, η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα, είναι μια άμεση καθαρή αναφορική σχέση· η συνείδηση είναι Εγώ, τίποτα περισσότερο, ένας καθαρός Αυτός-εδώ· το ενικό/ατομικό ον γνωρίζει ένα καθαρό Αυτό ή ό,τι είναι ενικό.

§2
Σχολιασμός

Ι. Τι μας λέει το παραπάνω κείμενο;  Πως στο επίπεδο της αισθητής πραγματικότητας, η Γνώση που στηρίζεται στα δεδομένα των αισθήσεων, στα εμπειρικά δεδομένα, προσδιορίζεται από τη βεβαιότητα πως είναι η πιο πλούσια και αληθινή γνώση. Φαίνεται ωστόσο πλούσια και αληθινή γνώση, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια απατηλή μορφή γνώσης, τουτέστιν μια απλή και ανεπιστημονική-αφιλοσόφητη γνώμη, που δεν έχει υποστεί την αποδεικτική αλήθεια των όσων πρεσβεύει, δηλαδή δεν έχει αποδειχτεί στην πράξη αυτό που θα μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια και που πιστεύει ότι είναι. Ως εκ τούτου, γνωσι-οντο-λογικά είναι η πιο φτωχή και η πιο αφηρημένη: μπορεί να αποφαίνεται μόνο ότι κάτι είναι και τίποτε περισσότερο. Είναι συνεπώς μια άμεση γνώση του Είναι με το νόημα πως απλώς ό,τι νομίζει αυτό και είναι. Πολιτείες και πολιτεύματα, που στηρίζονται σε μια τέτοια κατ’ επίφαση, εντελώς αβέβαιη, αθεμελίωτη, ψευδή γνώση, στερούνται το αληθινό τους θεμέλιο και καταβαραθρώνονται/οδηγούνται στον όλεθρο (=zugrunde gehen). Ό,τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τις καθεστωτικές κλίκες της εν Ελλάδι φεουδαρχικής σοσιαλδημοκρατίας, που αυτο-αποκαλείται «αριστερά», αλλά και με παλαιότερα ανεγκέφαλα εξουσιαστικά σχήματα.

ΙΙ.  Πώς προσδιορίζεται η συνείδηση μέσα από την πράξη της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας; Προσδιορίζεται ως ένα ατομικό Εγώ, ήτοι ένα αισθητό άτομο, που είναι γενικά βέβαιο για ένα εξίσου αισθητά προσλαμβανόμενο ατομικό αντι-κείμενο, δηλαδή μπορεί να πει με ανύποπτη βεβαιότητα μόνο ότι αυτό είναι και ότι η ίδια είναι άμεσα εξοικειωμένη, γνώριμη με αυτό. Ο στοχαστικός της ορίζοντας  επομένως είναι περιορισμένος σε βαθμό που να κινείται μέσα στην πλάνη και την αυτοδιάψευση: φαντάζεται πως είναι η πιο πλούσια σε γνώση ατομική συνείδηση και αποδεικνύεται η πιο φτωχή. Φαντάζεται τον εαυτό της ως τον πιο προσδιορισμένο και αποδεικνύεται ως ο πιο απροσδιόριστος και αφηρημένος εαυτός. Δεν είναι σε θέση να γνωρίσει τον εαυτό της μέσα από μια πολυσήμαντη γνωσιακή διαδικασία, να αποδώσει στο αντι-κείμενο πολλαπλά κατηγορήματα, καθώς δεν μπορεί να τα επαληθεύει στη συνέχεια με την ίδια βεβαιότητα. Η ίδια επομένως δεν είναι παρά μόνο  εκείνο το ίδιο δεικτικό: Αυτό, με το οποίο αναφέρεται στο αντι-κείμενο. 


Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Πανελλήνιο Συνέδριο περί Δημοκρατίας




7ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα:
Δημοκρατία
Ρητορική, Ιδεολογία και Πολιτική Φιλοσοφία.

30 και 31 Οκτωβρίου 2015
Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ιστορίας (πλατεία Ιπποδρομίου).


Δημοκρατία   και  αντιδραστική  «αριστερά»

§1

Η έννοια της Δημοκρατίας χρησιμοποιείται συστηματικά για να χαρακτηρίσει την καλύτερη μορφή διακυβέρνησης που θα μπορούσε να υπάρξει. Θεωρητικά φαίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο. Στην πράξη όμως πρόκειται για τη μεγαλύτερη ψευδαίσθηση, καθώς πίσω από την εν λόγω έννοια κρύβονται συνήθως οι πιο αμοραλιστικές φαντασιακές οντογενέσεις της. Οι τελευταίες δεν εμφανίζονται ομογενοποιημένες σε όλη, ας πούμε, την επικράτεια των Ευρωπαϊκών κρατών. Ανάλογα με τη συνολική εξέλιξη της κοινωνίας, με το επίπεδο καλλιέργειας –υπό ένα ευρύ φιλοσοφικό νόημα– του λαού, με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, οι φαντασιακές οντογενέσεις ευδοκιμούν ή φθίνουν. Στην Ελλάδα πολλαπλασιάζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, καθώς η πολιτική αντιπροσώπευση της χώρας, στους κόλπους της οποίας κολακεύουν τις κενοδοξίες τους και ουκ ολίγα άδεια καύκαλα του επαγγελματικού «φιλοσοφικού» καριερισμού, απεργάζεται την ολική κατεδάφιση της οντολογικής ύπαρξης της χώρας με πρόσημα κατ’ εξοχήν «δημοκρατικά», τουτέστιν με κατά φεουδαρχική συρροή «αριστερά». Η εν λόγω σκοταδιστική «αριστερά» είναι η πιο ισχνή μειοψηφία στο σύνολο του λαού και όμως συμπεριφέρεται ως Απόλυτος Μονάρχης. Ενώ το τελευταίο εκλογικό της ποσοστό, ας πούμε, αντιστοιχεί στο 15-17% του συνόλου του εκλογικού σώματος, η εν λόγω κλίκα εννοεί να το εκλαμβάνει, συγκαλύπτοντας την αλήθεια, ως πλειοψηφικό ποσοστό και να απευθύνει λιβέλους σε όσους απαρνούνται την καταγέλαστη διπροσωπία της.

§2

Με ένα μίσος νεόπλουτου εξουσιομανή καλλιεργεί συστηματικά το ιδεολογικό ψεύδος ως οιωνεί-θρησκεία και αντίστοιχα συντρίβει το αληθινά ιερό και όσιο χωρίς στοιχειώδες πολιτικό ήθος. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς το ιδεολογικό ψεύδος θεμελιώνει έναν σκοταδιστικό μηδενισμό και πραγματώνει την πιο καταστροφική φαντασιακή οντογένεση της δημοκρατίας: αναγιγνώσκει την πραγματικότητα ανεστραμμένα, εκ πεποιθήσεως ανεστραμμένα, και επιφέρει τον όλεθρο: πλήρη διάλυση του έθνους-κράτους, παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών στα ξένα συμφέροντα, απόλυτη κατάρρευση της οικονομίας, περαιτέρω ραγιαδοποίηση και εξαθλίωση της πλειοψηφίας του λαού, ύπουλη συνέργεια στον εξανδραποδισμό άλλων λαών, με τις κατευθυνόμενες εισροές-εκροές λαθραίων κατά πολύ, αποδόμηση και των τελευταίων εστιών θεσμισμένης παιδείας, αναρρίχηση στον πολυκέφαλο κρατικό μηχανισμό των πιο ανίκανων και αρρωστημένων ψυχοσυνθέσεων κ.ο.κ. Αντισταθμίζουν δε αυτή την ανικανότητα και την αντίστοιχη υποτέλειά τους στους διεθνείς τοκογλύφους με την αυταρέσκεια ότι αυτοί είναι οι «Άρχοντες» και ο λαός ισούται με όχλο, με συρφετόˑ γι’ αυτό και τελευταία του συστήνουν να τρώει «παντεσπάνι» για να επιβιώσει, κατά την παλαιά ρήση που εκστόμισε, κατά την παράδοση, η Μαρία Αντουανέτα πριν αποκεφαλιστεί από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης. Συνέπεια λοιπόν αυτής της  φαντασιακής οντογένεσης είναι το συγκεκριμένο αμοραλιστικό μόρφωμα του αριστερισμού να ενσαρκώνει στην πολιτική πράξη το πιο ύπουλο μοντέλο  αντιδραστικής σοσιαλδημοκρατίας, αυτό ακριβώς που ο Μαρξ ονομάζει φεουδαρχικό σοσιαλισμό με ισχυρά δομικά στοιχεία μικροαστικού οπορτουνισμού (MEW 4, σσ. 482 κ.εξ.).

§3


 Αυτός ο χαρισματικός διανοητής μας δίνει μια εικόνα, τόσο ταιριαστή στον ντόπιο φεουδαρχικο-μικροαστικό αριστερισμό, που μοιάζει σαν να γνώρισε από πρώτο χέρι την ως τώρα διακυβέρνησή του. Μεταξύ άλλων μας λέει πως ο εν λόγω αλλόφρων αριστερισμός είναι  «μισός ιερεμιάδα, μισός λίβελος, μισός αντίλαλος απ’ το παρελθόν, μισός απειλή για το μέλλον, κάποιες φορές σφυροκοπώντας κατάστηθα την αστική τάξη με πικρόχολη, πνευματώδη, σαρκαστική κριτική, ενεργώντας πάντοτε κωμικά με την ολοκληρωτική του ανικανότητα να κατανοήσει την πορεία της σύγχρονης ιστορίας» (Ό.π., σ. 483). Όλος αυτός ο πυκνός λόγος αποκαλύπτει σημείο προς σημείο τον αντιδραστικό χαρακτήρα της παρούσας πολιτικής συμμορίας, που αποφεύγει να πει στους άλλους και στον εαυτό της την αλήθεια και γεμίζει το κοινωνικό και πολιτικό σύμπαν της Ελλάδας με ιδεολογικά ψεύδη, με φουσκωμένες φρασεολογίες και με έναν φεουδαρχικό τρόπο απομύζησης του δημόσιου χρήματος για χάρη των ολίγων δικών της επαιτών. Τα φιλοσοφικά θεμέλια τέτοιων φαντασιακών οντογενέσεων ανάγονται, σύμφωνα με τον Χέγκελ, στη δυσαρμονία, την ασυμφωνία ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ιδέα ή την έννοια που κατασκευάζουμε γι’ αυτήν. Για το πώς κατασκευάζει αυτή τη σχέση πραγματικότητας και εννοιολογικής της σύλληψης η καθεστωτική «αριστερά», μας το λέει ο Πλάτων στο Φαίδρο, όταν ερμηνεύει ως εξής το «κατασκευάζω»: παρουσιάζω κάτι ως διαφορετικό απ’ ό,τι είναι στ’ αλήθεια. Κατ’ αυτό το πνεύμα, με τα ανευλαβή σχέδιά της φαινομενικά ομιλεί τη γλώσσα της ελευθερίας του λαού, αλλά στην ουσία παράγει την ολοκληρωτική του σκλαβιά, την πλήρη αποβλάκωσή του, εφάμιλλη της δικής της, ώστε να υπονομεύει την ιστορικότητά του, να αλλοιώνει τη γλώσσα του, να τον χειραγωγεί και να τον  μετατρέπει σε ένα ίδιο και όμοιο ανδράποδο σαν τον εαυτό της. Έτσι τον καθιστά πιο εύκολα άβουλο συμμέτοχο στη νομιμοποίηση της άνομης εξουσίας της και ως εκ τούτου της δικής του εξαθλίωσης. 

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (2)





Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Φαινομενολογία του πνεύματος


Α. Συνείδηση


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.
ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς  φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.
ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις.  Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.

§ 2

Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
Το Αυτό και το Νομίζειν

1. Κείμενο–μετάφραση:

§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.

§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.

2. Σχολιασμός – ερμηνεία:

Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι  αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.

ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.

ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.








Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Σολωμός: Εθνικό είναι μόνο το αληθινό






Διονύσιος  Σολωμός
1798-1957

                Φαντασιακές οντογενέσεις και πραγματικότητα

§1

Ο Πολυλάς στα Προλεγόμενά του: νη΄, μαρτυρεί, μεταξύ των άλλων, και τα εξής για τον Σολωμό: όταν τελείωσε τον Πόρφυρα και επρόκειτο να τον δημοσιεύσει, απάντησε σε ένα φίλο του, που παρατήρησε ότι το έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό:
«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».
Σε άλλη παρατήρηση ότι ήθελ’ είναι καλό να ευχαριστηθεί και η φιλοτιμία του έθνους, έστερξε και είπε ότι ήθελε τυπώσει συγχρόνως και ένα μέρος των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

§2

Ένα σχόλιο:

Τι σημαίνουν τα παραπάνω λόγια του Σολωμού για τον ίδιο και για μας τους σημερινούς;
Ι. Υποδηλώνουν μια κριτική αντιπαράθεση του ίδιου με διόλου μελετημένες γνώμες της άγνωμης μάζας ή καιροσκοπικών ατόμων, για τους οποίους η ανταλλακτική αξία κάθε μεγάλου επιτεύγματος της ποιητικής, εν προκειμένω, σκέψης εν-τοπίζεται στα όρια μιας φαντασιακής οντογένεσης του έθνους, στα μέτρα δηλαδή αυτού που νομίζει ή φαντάζεται ο καθένας τους ως έθνος, και όχι στην αληθινή, την άφθαρτη Ιδέα του έθνους.
ΙΙ. Έτσι γνωρίζουμε από την ιστορία, πως δεν ήταν και λίγα εκείνα τα  πρόσωπα –σε επίπεδο ποιητικής τέχνης άτεχνα και ατάλαντα,  αλλά και άλλα σε επίπεδο πολιτικής διεφθαρμένα– που κατηγορούσαν τον ποιητή ότι απείχε από τον άμεσο αγώνα του έθνους, τη στιγμή που τα ίδια απεργάζονταν με τα «έργα» τους το θάνατο του έθνους. Διαχρονικά τούτο σημαίνει: η μια ή η άλλη φαντασιακή οντογένεση αξιών και αρχών –πνευματικών, κοινωνικών, πολιτικών κ.λπ.– καθιδρύει απατηλές συνειδήσεις, όχι λιγότερο άρρωστες, με άφρονες συμπεριφορές και δράσεις οξύτερων ή ηπιότερων διαβαθμίσεων.
ΙΙΙ. Απτό παράδειγμα, στο πεδίο της σημερινής Ελλαδικής χώρας, η εγκληματική δράση της νυν καθεστωτικής «αριστεράς» με τις ποικίλες ψυχονευρώσεις της και τις απαίδευτες, ακατέργαστες παραφυάδες της. Η εν λόγω συμμορία δεν αξιολογεί το γενικό της «έργο» με βάση την αληθινή, δημιουργική Ιδέα του έθνους, αλλά με γνώμονα το ιδιοτελές συμφέρον της νέας συμμορίας, που θέλει να παρουσιάζεται διαφορετική από άλλες πολιτικές συμμορίες του παρελθόντος.
IV. Έτσι διακηρύσσει αδιάντροπα προς το λαό/έθνος: «θα απαλλαγείτε από τα κακά του παρελθόντος, εάν συμπορευθείτε με τη νέα δική μας φαντασιακή οντογένεση». Κηρύσσει, κατ’ αυτή την έννοια, τον απόλυτο όλεθρο, καθώς αποσιωπά την κοινή αλήθεια πως τα στερνά τιμούν τα πρώταˑ και τα δικά της στερνά είναι μόνο: εξανδραποδισμός ενός ολόκληρου λαού, αλλά και άλλων λαών μέσα από την ανυπαρξία στοιχειώδους μεταναστευτικής πολιτικήςˑ πολιτικές ωμών εξαπατήσεων και τυχοδιωκτισμών, επικράτηση μιας γενικευμένης αντιστροφής της λογικής των πραγμάτων, μηδενιστική χειραγώγηση των πάντων, ιδιοτελής εγωισμός, ολοκληρωτική νοοτροπία.
V.  Η προαναφερθείσα ρήση του Σολωμού κρύβει μια ακατάλυτη αλήθεια για το χτες και το σήμερα της ποίησης, της πνευματικής δημιουργίας και συνακόλουθα της αντικειμενικής πραγματικότητας: εθνικό μπορεί να είναι μόνο το αληθινό και αντίστροφα. Αλλά τι είναι αληθινό, στην περίπτωση της Σολωμικής ποιητικής; Είναι οι οντολογικές μαρτυρίες της ποίησης και γενικότερα μιας ποιητικής ζωήςˑ ο μυστικός πυρήνας της, μακριά από όλα τα επίπλαστα «εθνικά» της ντύματα, δηλαδή από το κατ’ επίφαση εθνικό, από τη φαντασιακή οντογένεση του εθνικού, η οποία εν τέλει παράγει μόνο το αντεθνικό. Μια τέτοια φαντασιακή οντογένεση έχει σαπίσει τα μυαλά και τις ψυχές των ανίκανων πολιτικών της σημερινής Ελλάδας.
VI. Η Ιδέα του αληθινού συνυφαίνεται με τη μυστική σύλληψη του κόσμου, τη σύλληψη δηλαδή του τελευταίου στην πηγή του, όπως μας λέει ο Σολωμός στον Πόρφυρα:

Φιλώ τα χέρια μ’ και γλυκά το στήθος μ’ αγκαλιάζω.
                            Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
                            Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;
    
Ο Πόρφυρας λοιπόν δεν είναι ένα απλώς αθώο ποίημα, αλλά κομίζει κι αυτός το αληθινό, που αποτελεί το όντως εθνικό. Η πιο πάνω σύλληψη  αισθητοποιείται με τα οράματα της φεγγαροντυμένης –στον Κρητικό και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους– της μεγαλόψυχης Μητέρας στον πόνο και στη δόξα και του κρυφού μυστηρίου των παιδιών της (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).
VI. Μέσα από την αφαίρεση του ιστορικού χρόνου το αληθινό ξαναγυρίζει στην ιστορία ως εθνικό/διεθνικό, με το νόημα της πνευματικής μεταστοιχείωσης του εθνικού/ιστορικού Είναι του ανθρώπου. Πνευματική μεταστοιχείωση βέβαια δεν συντελείται με βουλευτοποιήσεις και υπουργοποιήσεις, στο πολιτικό στερέωμα, «καλλιτεχνών», αθλητών και παρόμοιων συντεχνιακών όντων, που δεν έχουν τελειώσει ούτε την πρώτη δημοτικού, αλλά με την αποκοπή των δεσμών της συνειδητής μας ύπαρξης από το πεζό, το περιττό, το φαύλο του μαζικού κόσμου. Με βάση και το ποιητικό όραμα του Πόρφυρα, σύγκορμη η ύπαρξη του ανθρώπου βρίσκει το ζωτικό της ρυθμό, επιτυγχάνει δηλαδή την ως άνω μεταστοιχείωσή της, μέσα στην ενιαιότητα [=ενιαίο Είναι] αισθήσεων και λογισμού [=με λογισμό και μ’ όνειρο], η οποία συμβαίνει υπό το κοσμικό φως των πάντα ανοικτών, πάντα άγρυπνων οράσεων και συνοράσεων της ψυχής. Ένα τέτοιο κοσμικό φως στερούνται εντελώς–παντελώς οι καθεστωτικοί πολιτικάντηδες, καθώς δεν υπερβαίνουν το πνευματικό επίπεδο του αφισοκολλητή ή του καφενόβιου χαρτοπαίχτηˑ γι’ αυτό και αυτο-κατατάσσονται στην τάξη των Εθνικών μειοδοτών.   
   


Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος: μια ερμηνεία (1)



Γκέοργκ Χέγκελ
1770-1831


Sinnliche Gewißheit (1):
                        
                        Εν αρχή εστί το Πνεύμα

§1: Μια ερμηνευτική εισχώρηση στους «μυστικούς» θησαυρούς της Φαινομενολογίας του πνεύματος τίθεται πάντοτε ως φιλοσοφικό Postulat και ποτέ ως κάτι το δεδομένο ή αποπερατωμένο διαμιάς, καθώς καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει οριστικά το εν λόγω έργο. Και η επιχειρούμενη εδώ, σε συνέχειες, ερμηνεία κινείται σε έναν παρόμοιο ορίζοντα, με κύρια έγνοια: να "ξεκλειδώσει" το εγελιανό κείμενο με μια κατά το δυνατόν σύμμετρη προς το πνεύμα του έργου κατανόηση. Το αντικείμενο της συζήτησής μας, κατ’ αρχάς, είναι το πρώτο κεφάλαιο του έργου με τίτλο: Αισθητήρια  Βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Τι κατανοεί ο Χέγκελ υπ’ αυτή τη βεβαιότητα; Γενικώς την κατ’ αίσθηση Γνώση (sinnliches Wissen) σε διαλεκτική αντίθεση προς την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), με την οποία ολοκληρώνει το έργο. Αυτή η γλωσσική διατύπωση του Χέγκελ συγκροτεί ένα ρητό νοηματικό όλο μέσα στο γενικό σημασιακό όλο που υποδηλώνει ο τίτλος: Φαινομενολογία του πνεύματος. Το συγκεκριμένο τούτο σημασιακό όλο του τίτλου ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος το καθιστά αντικείμενο της έρευνάς του και το ονομάζει: το εμφανιζόμενο πνεύμα (der erscheinende Geist), δηλαδή το πνεύμα, έτσι όπως φαίνεται/εμφανίζεται, πριν την εννοιακή/κατανοητική του σύλληψη, στη διάρκεια της ανθρώπινης εμπειρίας.

§2: Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια φαινομενολογική έρευνα, η οποία, όσο κι αν μοιάζει ως ένα κάποιο φαινόμενο ιστορικής έρευνας, απέχει πόρρω από το να είναι απλώς μια συμβατική ιστορική περιδιάβαση των πνευματικών επιτευγμάτων του εμπειρικού μας κόσμου, με τη μορφή αλληλοδιάδοχων –απλώς κατά χρονική προτεραιότητα– σχημάτων λόγου ή σκέψης, που εκφράζουν μια συμπτωματική ταυτότητα των εμπειρικών μας πεποιθήσεων με την ύπαρξη μια υπερ-εμπειρικής πνευματικής διάστασης ή πραγματικότητας. Ολόκληρο το οικοδόμημα αυτού του αριστουργήματος, που λέγεται Φαινομενολογία του πνεύματος, έχει ως ενεργοποιό ουσία του την έννοια του πνεύματος και θεμελιωδώς μόνο αυτή. Γι’ αυτό κάθε διολίσθηση σε παραφθαρμένες υποκαταστάσεις αυτής της έννοιας με την έννοια του νου, οδηγεί απευθείας σε μια κατ’ εξοχήν υποκειμενιστική υποβάθμιση του πνεύματος, η οποία με τη σειρά της αντικρίζει το τελευταίο ως μια σχέση φίλου και εχθρού, άρα ως εξουσιαστική επιβολή ενός μπλοκ δυνάμεων πάνω σε ένα άλλο, και όχι ως σχέση γνωριμίας –που είναι πραγματικά το πνεύμα– του φίλιου Εαυτού με τη διαφοροποιημένη του φιλότητα, που ο Χέγκελ ονομάζει: αντι-κείμενο (Gegenstand), ετερότητα του Εαυτού. Με μια αποφθεγματική πρόταση ο γερμανός φιλόσοφος απεικονίζει ως εξής αυτή την αληθινή πραγματικότητα του πνεύματος: «το οικείο εν γένει, επειδή ακριβώς είναι οικείο, δεν είναι εγνωσμένο» (Φαινομενολογία του πνεύματος Ι, § 31. Εκδ. Δωδώνη 1993).

§3: Όλη η Γνωσιακή κίνηση που διέπει τη Φαινομενολογία από την αρχή, δηλαδή από την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit), ως το τέλος, ως την απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), εκδηλώνεται ως μεταστοχαστική κίνηση του ίδιου του πνεύματος από την κατάστασή του ως ιστορικο-λογικά οικείου, γνωστού, στην εννοιακή/κατανοητική του ανασυλλογή του Εαυτού [=του εαυτού του/μας] ως εγνωσμένου. Τούτο υποδηλώνει πως ο Χέγκελ διαχωρίζει με απόλυτα ευδιάκριτη γραμμή τη φιλοσοφική έννοια του πνεύματος από οιονδήποτε μυθολογικο-θρησκευτικής υφής εξεζητημένο πνευματισμό, που συναντάμε στις διάφορες θρησκευτικές ιστορίες του κόσμου, ή από έναν μεταφυσικό ψυχολογισμό ως συνέπεια της νοοκρατικής παρερμηνείας του πνεύματος. Όταν λοιπόν αυτός ο οξυδερκής φιλόσοφος συλλαμβάνει διαλεκτικά το Πνεύμα ως την αρχή, εννοεί πρωτίστως την κατά Λόγο προτεραιότητά του σε σχέση με κάθε χρονική προτεραιότητα ως αρχή/ξεκίνημα. Με άλλα λόγια: σε κάθε κατ’ αίσθηση γνωσιακό ξεκίνημα, που εμφανίζεται χρονικά πρώτο, όπως εδώ η αισθητήρια βεβαιότητα, Λογικά πρώτο δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά το πνεύμα με τη μορφή της έμφρονης-έλλογης πραγματικότητας, που εν είδει αφανούς αρμονίας (Ηράκλειτος) κατευθύνει το φαίνεσθαι του κόσμου και της γνώσης του. Να γιατί η σαθρή πραγματικότητα, ας πούμε, που εξελίσσεται μπροστά μας, ως κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του σημερινού Ελλαδιστάν, με τις ευλογίες μάλιστα της –βρίθουσας κρετινισμό– καθεστωτικής «αριστεράς», καταλήγει, μετά από κάθε χρονικά πρώτο βηματισμό, να αυτό-αποκαλύπτεται Λογικά ως το πιο ενδεές, απρόσφορο Είναι, δηλαδή ως αυτό που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι.