Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (8)




Ludwig Wittgenstein
1889–1951


Tractatus Logico-Philosophicus

Η  λογική και η καθημερινή γλώσσα
[συνέχεια από ανάρτηση: Tractatus Logico-Philosophicus (7)]

                                              §1
Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Στον Tractatus, ο Wittgenstein προτάσσει θεμελιωδώς την παρουσίαση των αντιλήψεών του για τον κόσμο και για την πραγματικότητα. Μια τέτοια παρουσίαση όμως δεν νοείται έξω από τη σύνδεσή της με τη γλώσσα. Η τελευταία είναι το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο του ανθρώπου, προκειμένου να απεικονίσει και να περιγράψει την πραγματικότητα. Τα νοήματα και οι έννοιες, που εκφράζει η γλώσσα με τα αντίστοιχα σύμβολά της: λέξεις, προτάσεις κ.λπ., αποκτούν εγκυρότητα, εάν ή όταν ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες εκάστοτε καταστάσεις της πραγματικότητας και όχι απλώς από δηλωτικές αναφορές μιας προτάσεως ή μιας φράσης ή λέξεων σε αντίστοιχες γλωσσικές πραγματικότητες. Για να αποκτά ή να εκπέμπει νόημα π.χ. η λέξη θρανίο, πρέπει ο άνθρωπος να προ-υποθέτει το πραγματικό αντικείμενο που λέγεται θρανίο. Εκκινούμε λοιπόν από τη γλώσσα και μάλιστα όχι την καθημερινή, όπως θα δούμε πιο κάτω, παρά από τη λογική γλώσσα για να πλησιάσουμε τη λογική δομή της πραγματικότητας. Ετούτη η δομή είναι δεσμευτική, σε σχετικό ή και απόλυτο βαθμό κατά περίσταση, για το λογικό νόημα που εκπέμπει η γλώσσα δια των συμβόλων της. Τούτο σημαίνει πως η πραγματικότητα της γλώσσας δεν αντλεί τα νοήματά της από τον εαυτό της παρά από τις εκάστοτε διαφορετικές πτυχές της οντολογικά πρότερης πραγματικότητας του κόσμου.  Τα παρακάτω κείμενα μας δείχνουν μια τέτοια κατεύθυνση.


§2
Tractatus LogicoPhilosophicus
     4.002 
«Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να κατασκευάζει γλώσσες, με τις όποιες μπορεί να εκφράζεται κάθε νόημα, χωρίς να έχει ιδέα πώς και τι σημαίνει κάθε λέξη. - Ακριβώς όπως μιλάει κανείς χωρίς να ξέρει πώς παράγονται οι ξεχωριστοί ήχοι.

Η καθημερινή γλώσσα είναι ένα μέρος του ανθρώπινου οργανισμού και δεν είναι λιγότερο περίπλοκη απ’ αυτόν.

Δεν είναι δυνατό για τον άνθρωπο να συναγάγει απ’ αυτήν άμεσα τη λογική της γλώσσας.

Η γλώσσα παραποιεί τη σκέψη. Και μάλιστα κατά τρόπο, που από την εξωτερική μορφή του ντυσίματος να είναι αδύνατο να συμπεράνουμε τη μορφή της ντυμένης σκέψης, γιατί η εξωτερική μορφή τού ντυσίματος είναι φτιαγμένη για εντελώς άλλους σκοπούς και όχι για να αποκαλύπτει τη μορφή τού σώματος.

Οι σιωπηρές συμβάσεις για την κατανόηση τής καθημερινής γλώσσας είναι φοβερά περίπλοκες».


Σχόλιο:
Ι. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατασκευάζει γλώσσες, επειδή σκέπτεται. Η σκέψη είναι η ουσία του και του επιτρέπει έτσι να κατασκευάζει λογικές εικόνες των γεγονότων (βλ Tractatus 3), να σχεδιάζει την ιδιάζουσα στον έναν ή τον άλλο άνθρωπο εικόνα του κόσμου και να μιλάει σχετικώς. Μια λογική εικόνα δεν είναι απλώς μια παράσταση, αλλά και αποκαλυπτική της ουσίας της γλώσσας.

ΙΙ. Η εικόνα μπορεί να απεικονίζει οποιαδήποτε πραγματικότητα, όχι γενικά και αόριστα, αλλά οποιαδήποτε από εκείνες, των οποίων έχει τη μορφή. Ως αποκαλυπτική, επομένως, της ουσίας της γλώσσας παρέχει την ικανότητα στον άνθρωπο να κατασκευάζει γλώσσες, που μπορούν να εκφράσουν κάθε αντίστοιχο νόημα.

ΙΙΙ.  Ο άνθρωπος, ως εκ τούτου, κατασκευάζει τις γλώσσες με έναν τρόπο ενστικτώδους εργασίας και όχι γιατί είναι ο δικός τους αρχιτέκτονας. Στον αρχιτεκτονικό τρόπο κατασκευής ανήκει η εννοιολογική σημειογραφία, που υπακούει στη λογική γραμματική λογική σύνταξη (βλ. Tractatus 3.325).

ΙV. Όσο για την καθημερινή γλώσσα, ενώ δεν είναι απλή ούτε αυτή, ως προς τη δομή και την υφή της, εν τούτοις χαρακτηρίζεται για το ασαφές, το περίπλοκο, το θολό και ακαθόριστο των προτάσεων. Γι’ αυτό και η ουσία της γλώσσας, του λόγου, αναζητείται στη λογική δομή της γλώσσας. Η συντακτική της δομή δεν ακολουθεί την ως άνω λογική σύνταξη και γι’ αυτό ιστορικά είναι διαμορφωμένη με τυχαίο, συμπτωματικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ως καθημερινή γλώσσα, έχει μια στο δικό της ύψος λογική δομή και δεν είναι παράλογη.

VΓια τους παραπάνω λόγους δεν μπορεί κανείς να αντλήσει, με άμεσο τρόπο, τη λογική της γλώσσας από την καθημερινή γλώσσα. Στην πραγματικότητα συμβαίνει τούτο: η καθημερινή γλώσσα να παραποιεί, να μεταμφιέζει τη σκέψη. Τούτο σημαίνει πως η συμπτωματική ιστορική σύνταξή της συγκαλύπτει τη λογική σύνταξη. Γι’ αυτό το λόγο, και οι σιωπηρές συμβάσεις για την κατανόηση της καθημερινής γλώσσας είναι πάρα πολύ περίπλοκες.

§3
Tractatus LogicoPhilosophicus
     4.003
«Οι περισσότερες προτάσεις και τα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί για φιλοσοφικά ζητήματα δεν είναι ψευδή αλλά α-νόητα. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε καθόλου να απαντούμε σε ερωτήματα τέτοιου είδους παρά μόνο να διαπιστώνουμε ότι είναι α-νόητα. Τα περισσότερα ερωτήματα και οι προτάσεις των φιλοσόφων προκύπτουν από το γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη λογική της γλώσσας μας.
(Είναι του ίδιου είδους με το ερώτημα, κατά πόσο το αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτόσημο απ’ ό,τι το ωραίο).
Και δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα βαθύτερα προβλήματα δεν είναι στην πραγματικότητα προβλήματα».

Σχόλιο:
Ι. Γιατί οι περισσότερες προτάσεις και τα περισσότερα ερωτήματα για φιλοσοφικά ζητήματα  είναι α-νόητα [=γερμανικά: unsinnig]; Επειδή στο κέντρο της Λογικής πρότασης ο Βιττγκενστάιν θέτει το μη-νόημα, το χωρίς νόημα και όχι το αν μια πρόταση είναι ψευδής ή αληθινή. Ψευδής ή αληθινή είναι ανάλογα με το πώς είναι τα πράγματα. Χωρίς νόημα είναι, επειδή όλη η φιλοσοφία είναι γεμάτη συγχύσεις (Tractatus 3.324), οι οποίες είναι παρούσες στις εν λόγω προτάσεις και ερωτήματα υπό τη φαινομενικότητα θεμελιώδους σημασίας.
ΙΙ.  Τα φιλοσοφικά προβλήματα ή ζητήματα αναδύονται από το γεγονός ότι δεν τελούμε σε αντ-απόκριση με τη λογική της γλώσσας μας. Ανήκουν σε εκείνο το είδος του ερωτήματος, που η απάντησή του θα φαινόταν τότε μόνο εφικτή, εάν ή όταν η λέξη «ταυτόσημο» θα είχε προσλάβει μια σημασία ή νόημα ως επίθετο· εάν ή όταν δίναμε επίσης μια σημασία ή νόημα στο συγκριτικό της βαθμό.  
ΙΙΙ. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τα βαθύτερα προβλήματα δεν είναι προβλήματα, γιατί είναι προβλήματα της ζωής μας και ως τέτοια δεν μπορούμε να τα αγγίξουμε (Tractatus 6.52): συμβαίνει να περιπλέκεται αξεδιάλυτα το Λογικό με το ιστορικό-ψυχολογικό μας Εγώ και τέτοιου είδους περιπλοκές να μας εμποδίζουν να βλέπουμε τον κόσμο.