ΙΙ.
Η ὕβρις
χαρακτηρίζει, σε γενικές γραμμές, εκείνη τη στάση του ανθρώπου, που από
υπερβολική εμπιστοσύνη στις ί-δι-ες δυνάμεις ή από ένα υπέρμετρο αίσθημα
ευφορίας, ευκαιριακής καλοπέρασης (π.χ. οι μνηστήρες στο παλάτι του Οδυσσέα) προβαίνει
σε ανόσια, ασεβή υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου και μπορεί να εγκατασταθεί στη
ζωή μόνο ως βιασμός της ευρυθμίας και αρμονίας, ως καταστρατήγηση ή παραγνώριση
του «ξυνού λόγου» (=του κοινού-καθολικού λόγου) κατά Ηράκλειτο. Γι’ αυτό, ο
μεγάλος Προσωκρατικός διανοητής παρατηρεί, με «σκοτεινό», δηλ. φωτεινό τρόπο,
σχετικά: «ὕβριν χρή σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν: την έπαρση πρέπει να κατασβήνει
κανείς περισσότερο κι από την πυρκαγιά» (απ. 43). Η
ὕβρις, σύμφωνα με το απόσπασμα, κάτι που αναλογικά ισχύει και στο σύγχρονο
κόσμο, πόσο μάλλον στον νεοελληνικό, είναι εκ πρώτης όψεως θρησκευτικής,
ουσιωδώς όμως πολιτικής υφής, υπό την έννοια ότι συμβαίνει στη σύμφυτη με την
ύπαρξη της πολιτείας δραστηριότητα των μελών της ως πολιτών. Συνιστά, πριν απ’
όλα, υπέρβαση του μέτρου σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο· στη συνάφεια τούτη
αποβαίνει αμετρία, αλαζονεία, αχαλίνωτη ακολασία και βία, που συνεπάγεται η
άγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές ομάδες ή φατρίες της
πολιτείας. ΙΙΙ. Ο Ηράκλειτος δεν
σκεφτόταν ως εκπρόσωπος της «αριστοκρατικής» μερίδας ενάντια στη «δημοκρατική»
μερίδα, όπως γράφουν αφελώς και ανοήτως ορισμένα εγχειρίδια αμόρφωτων
προφεσόρων ‒εγχειρίδια για να λογίζονται αυτοί συγγραφείς και να περνούν τις
εξετάσεις τους οι σπουδαστές‒ αλλά ως βαθύς ερμηνευτής του Λόγου και του
δια-Λόγου. Στο εύρος λοιπόν της συνολικής δραστηριότητας του ανθρώπου,
συμπεριλαμβανομένης και της προαναφερθείσας πολιτικής, η ὕβρις υφίσταται, όταν
ο άνθρωπος καθεύδει και δεν εισχωρεί στην αλήθεια του καθολικού Λόγου, δηλ.
στην ενύπαρκτη Λογική και τις βαθύτερες σημασίες της πραγματικότητας. Τότε
συμβαίνει: να χάνεται το μέτρο, να μην αποφεύγεται η υπερβολή, να συντρίβεται η
εσωτερική τάξη των πραγμάτων, να γίνεται ο άνθρωπος δούλος των πολιτικών παθών,
να αποσυντίθεται το αξιακό σύστημα του κοινωνικού σύμπαντος, να ποδοπατείται
κάθε ανώτερη μορφή ήθους και δημιουργίας, να υποκαθίσταται ο ευπρεπής κόσμος
των θεών, του θείου και του ιερού με ό,τι το χθαμαλό και ευτελές. §2 Η σκέψη, έστω και με όλες τις μυθολογικές
της υφάνσεις, που θέλει τους θεούς να τιμωρούν τους ανθρώπους όταν διαπράττουν ὕβριν,
αναδεικνύει την ανεκτίμητη συμβολή της θρησκείας, ως συστατικού μέρους της
ελεύθερης σκέψης των πολιτών, άρα και της αληθινά, δηλ. φιλοσοφικά σκεπτόμενης
πολιτείας, στην αποτελεσματική υπέρβαση όλων εκείνων των μορφωμάτων, που ως δέσμια
της ξιπασιάς, της υπερβολής και της ακολασίας λυμαίνονται διαχρονικά, από τη
θέση του ιδεολογικο-πολιτικού εξουσιαστή, την ανθρώπινη κοινότητα: στο πεδίο
της πολιτικής, της δημόσιας δραστηριότητας της πόλεως, όσοι με το έργο τους
προέβαιναν σε ὕβριν, καθ’ όλες τις εκδοχές της, δεν απέφευγαν με κανένα τρόπο
τον όλεθρο που οι ίδιοι απεργάζονταν για τους άλλους. Αναφέρει, για παράδειγμα,
πολύ παραστατικά ο Ευριπίδης για τον νικητή που, αφού προκάλεσε στον εχθρό του
τον όλεθρο είναι: «σαν έναν φτωχό άνθρωπο που, όταν έφτασε να γίνει
πλούσιος, διαπράττει ὕβριν [=ξιπάστηκε] και λόγω της ὕβρεως [=της ξιπασιάς του]
οδηγείται κι αυτός με τη σειρά του στον όλεθρο» (Ικέτιδες στ. 741-43). Ο Αισχύλος, στην ερμηνεία του κόσμου που
μας προσφέρει (π.χ. στην τραγωδία του: Πέρσαι),
συλλαμβάνει την έννοια της ὕβρεως και της άτης ως πυρηνικούς άξονες για την
ευτυχία ή δυστυχία του ανθρώπου και του κόσμου: η υπέρβαση από τον άνθρωπο, πιο
ειδικά στην εν λόγω τραγωδία από τον
Ξέρξη, ενός επιτρεπτού από την τάξη των πραγμάτων ορίου οδηγεί σε υπέρμετρη
αυτοπεποίθηση, σε παράλογη στάση ζωής, σε ανεξέλεγκτη συμπεριφορά και
δραστηριοποιεί την άτη, που σημαίνει τύφλωση της ηθικής και διανοητικής όρασης.
Το φαινόμενο της αρχαίας ὕβρεως δεν είναι αποκλειστικά φαινόμενο της αρχαίας
ελληνικής ζωής, αλλά ισχύει εξίσου και στη σύγχρονη ζωή των λαών. Απλώς, οι
Αρχαίοι συνέλαβαν μοναδικά την έννοια και τη θεωρία της ὕβρεως, καθώς είχαν
επιτύχει την ύψιστη διαύγεια σκέψης. §3 Η ὕβρις, κατά κανόνα, συνυφαίνεται με τη
δύναμη, την ισχύ και την εξουσία. Όπου υπάρχει πολιτική κυριαρχία, όπου
επικρατεί ισχυρή δεσποτεία, εκεί εμφανίζεται και η ὕβρις, γιατί εκεί συμβαίνει
υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου. Στον Πλάτωνα, για παράδειγμα, η ὕβρις
χαρακτηρίζει τον τυραννικό άνθρωπο (Πολιτικός
560e,
527c).
Οι κάτοικοι της Ατλαντίδος χάνονται,
εξαφανίζονται, λόγω της ὕβρεως (Τίμαιος
24e
και 121a-b). Ο φιλόσοφος-βασιλιάς, στην Πολιτεία, κρίνεται αναγκαίος για να
αναλάβει τα ηνία της πόλεως, επειδή η πολιτική ὕβρις ζει και βασιλεύει στα
κυβερνητικά αξιώματα των πολιτευμάτων. Ωστόσο δεν εμφανίζεται μόνο ως πρόκληση μεγάλων
συμφορών για τον καταδυναστευόμενο, για τον ηττημένο,
για τον υπήκοο, για την πολιτεία, αλλά και ως επιστροφή του κακού στον ίδιο το
δυνάστη που το προκαλεί. Τούτο σημαίνει πως η ὕβρις δεν είναι κάτι το
μοιρολατρικό, που χρησιμοποιείται ως μια αφηρημένη παρηγοριά από [και για] τους
υφιστάμενους την ὕβριν, αλλά ανήκει στην ίδια την ανορθολογική φύση της
εξ-ουσιαστικής δύναμης. Πρόκειται για εκείνο τον ανορθολογισμό που
αντιστρατεύεται ευθέως τη φυσιολογική εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων, ήτοι
εκείνη που είναι έμπλεη νοημάτων, που ακολουθεί βήμα προς βήμα τον ρυθμό του
ενύπαρκτου σ’ αυτά τα πράγματα Λόγου και Λογισμού. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα,
άσκησαν την ηγεμονία τους στις άλλες ελληνικές πόλεις με ὕβριν, με αποκορύφωμα
την ὕβριν στη Μήλο. Παραβίασαν έτσι κατ’ εξακολούθηση τον κοινό-καθολικό Λόγο,
δηλαδή, την κοινή-την ανθρωπίνως κοινωνική συνθήκη ζωής, και έπρεπε να
πληρώσουν. Και τότε, οι συμφορές που προκάλεσαν επέστρεψαν εις εαυτούς με
ολοκληρωτική καταστροφή τους: με την αρχή του τέλους τους ως αρχαίας
πόλεως-κράτους. §4 Ι.
Πώς γεννιέται και ωριμάζει η λειτουργία της ὕβρεως κατά την άσκηση της
εξουσίας; Ανήκει στους «άγραφους νόμους» της τελευταίας ‒όσο αυξάνεται και
βιώνει τη στιγμιαία της κυριαρχία ως αιώνια πραγματικότητα‒ να αισθάνεται φόβο,
ανασφάλεια, καχυποψία και -όχι λιγότερο- μίσος απέναντι στους υποτελείς της.
Τότε συμβαίνει να εξαπολύει και τους τελευταίους κεραυνούς της πολιτικής ὕβρεως
ενάντια στους πάντες: στο λαό, στους πολιτικούς αντιπάλους ή ακόμη και
συνοδοιπόρους κ.λπ.: ακριβώς ό,τι συμβαίνει και στο σημερινό πεδίο της
πολιτικής, όπου με την πανουργία φαντασιακών οντογενέσεων περί ισότητας, περί
πολλών και ολίγων, περί «δημοκρατίας», «φιλελευθερισμού», «σοσιαλισμού» κ.λπ.
αισχρές μετριότητες εξαπατούν τις
άγνωμες μάζες και γίνονται οι πιο στυγνοί δυνάστες και βδελυροί αγύρτες της πολιτείας . Στο παράδειγμα,
απεναντίας, του Περικλή, η πολιτική φρόνηση του επιτρέπει να στοχάζεται, στον Επιτάφιο, με γνώμονα το μέτρο: «δεν διακυβεύεται μόνο η δουλεία ή η ελευθερία,
αλλά και η απώλεια της εξουσίας και ο κίνδυνος που γεννιέται από το μίσος που
ενέπνευσε η άσκηση της εξουσίας» (Θουκυδίδης ΙΙ, 63). ΙΙ. Στην σημερινή
πραγματικότητα σπάνια συναντά κανείς ολοκληρωμένη πολιτική φρόνηση στα πρόσωπα
της εξουσίας· κατά κόρον εμπειράται βαρβαρότητα, αμορφωσιά, δολιότητα, βουλιμία
για απολαύσεις και ηδονές, αμοραλισμό και ό,τι άλλο μπορεί να συγκροτεί τα
περιεχόμενα της πολιτικής ὕβρεως στην παγκόσμια, ευρωπαϊκή αλλά και νεοελληνική
συγκυρία, με ορισμένες βέβαια επί μέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ τους; Γενικώς
ειπείν: οι ανταγωνιζόμενες πολιτικές δυνάμεις, σε αντίθεση με τον κατά
Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο του νοήματος και του μη-νοήματος, καταφεύγουν σε έναν
στρεψόδικο λόγο· λόγω ανικανότητας και συνακόλουθης έλλειψης καλλιέργειας και
ευαισθησίας δεν μπορούν τίποτα καλύτερο, παρά να καταπνίγουν κάθε αντί-παλη
φωνή και να συγκαλύπτουν τις αιτίες και τους εκάστοτε υπεύθυνους της
καταστροφής. Συμβαίνει κατά κόρο να πασχίζουν
να απο-ενοχοποιούν τους πρωταίτιους της καταστροφής και του μηδενισμού,
δηλαδή τους εαυτούς τους ή τους εταίρους τους, αερολογώντας ακατάσχετα και
απειλώντας παντοιοτρόπως, επικαλούμενοι μάλιστα προς τούτο συστήματα ηθικής,
ιδίως πολιτικής ηθικής, που οι ίδιοι δεν τα πιστεύουν, αφού δεν τα γνωρίζουν: όπως
δημοκρατικά ήθη, πολιτική φρόνηση, μετριοπάθεια, πολιτικό διαλέγεσθαι,
καταπολέμηση της πολιτικής απάτης, ανοχή της διαφορετικότητας ή και της
αντίπαλης σκέψης κ.λπ.. Έτσι προκαλούν σε απόλυτο βαθμό πολιτική ὕβριν, μαζί
και τον δικό τους πολιτικό θάνατο.
