Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Nietzsche: τι είναι η βούληση για δύναμη;





Βούληση για δύναμη και πολιτικός τυχοδιωκτισμός


§1

Η γενικότερη στρατηγική της φιλοσοφίας του Νίτσε έγκειται στο να αναζητά πίσω από τις λέξεις, τη γλώσσα και τα αρθρωμένα συστήματα ηθικής την έννοια της γενεαλογίας και της γενεαλογικής αξίας των αξιών. Τούτο σημαίνει πως εξετάζει κάθε σύστημα στη βάση της αξίας της καταγωγής του ως ριζικής αξίας σε εσωτερική σχέση με αυτή τούτη την καταγωγή της αξίας ως τέτοιας. Η γενεαλογία έτσι επιτρέπει στον φιλόσοφο να αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια της αξίας· τουτέστι όχι απλώς ως ένα στατικά απόλυτο ή σχετικά απόλυτο μέγεθος, αλλά ως ένα μέγεθος, που συγχρόνως εκτυλίσσεται  ως επί μέρους εφαρμοσμένο με έναν πάντοτε ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει εφαρμογή μη-ωφελιμιστική ούτε απόλυτο μέγεθος χωρίς μια τέτοια εφαρμογή του. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένα απόλυτο, αιωρούμενο πάνω από τον άνθρωπο ως απόλυτη αξία.   Π.χ. η αξία του κράτους δεν είναι τέτοια παρά σε σχέση πάντοτε με τις επί μέρους ωφελιμιστικές του εφαρμογές: καπιταλισμός, σοσιαλισμός, δημοκρατία κ.λπ. Από την άποψη συναφώς της γενεαλογίας δεν έρχεται στην επιφάνεια απλώς ένα ομοιόμορφο γενεαλογικό στοιχείο, π.χ. ένα θετικό ή αρνητικό χαρακτηριστικό της καταγωγής, ας πούμε η ευγένεια ή η ποταπότητα του καπιταλισμού ή του σοσιαλισμού αντιστοίχως, αλλά το ένα και το άλλο –δηλαδή η ευγένεια και η ποταπότητα– ως αντιθετικές δυνάμεις: ως δράση και αντί-δραση. Τούτο σημαίνει πως γενεαλογικά, στο παράδειγμά μας, ριζική δράση και αντί-δραση δεν προκύπτει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά στο εσωτερικό κάθε συστήματος μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών του χαρακτηριστικών, ήτοι δυνάμεων. Τα δυο συστήματα, εξωτερικά ιδωμένα, εμφανίζονται αντί-παλα, αντίθετα συστήματα αξιών. Πρόκειται στ’ αλήθεια για φαινομενικά απλώς αντίθετες δυνάμεις, καθώς τα πάντα εξαρτώνται από τον παράγοντα άνθρωπο και τη σύλληψή του ή την κατανόηση της υπαρκτικής του συνθήκης ως αγελαίας ή υπό την προ-οπτική της ριζικής ανα-τροπής αυτής της αγελαίας συνθήκης.

§2

Οι δυνάμεις, που εκάστοτε μάχονται και αντιμάχονται η μια την άλλη, δεν είναι μόνο και κύρια το ένα και το άλλο υποκείμενο, αλλά υποκείμενο συν αντικείμενο ως διαφορετικές δυνάμεις: το υποκείμενο, λιγότερο ή περισσότερο ως δύναμη, επιχειρεί να ιδιοποιηθεί, να σφετεριστεί κ.λπ. το αντικείμενο, κι αυτό ως δύναμη. Επίσης μεταξύ των αντικειμένων-φαινομένων σε συνάφεια με αντίστοιχες βλέψεις της συνείδησης. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος περί βούλησης για δύναμη, γενεαλογικά συμβαίνουν δυο τινά: πρώτον, είναι παρούσα η έννοια της δύναμης, ως αναφορική σχέση μιας δύναμης σε μια άλλη δύναμη· δεύτερον, είναι παρούσα η έννοια της βούλησης ως εκείνο το ενδογενές στοιχείο, που κάνει τη μια δύναμη να διαφοροποιείται από την άλλη και δυνάμει αυτής της διαφοροποίησης να προκύπτει ενέργεια, επενέργεια, δράση και αντί-δραση κ.λπ. Τι συμβαίνει εδώ; Κάθε δύναμη είναι δύναμη, για τον εαυτό της, ως ποιότητα και ως τέτοια διαφοροποιείται από την άλλη, που είναι εξίσου ποιότητα, με τη μορφή της ποσότητας. Κάθε δύναμη, απ’ αυτή την άποψη, ανάγει το Είναι της στην εν λόγω διαφορά, η οποία ως σύνθετη δύναμη είναι αυτή τούτη η βούληση.  Η τελευταία τούτη έτσι είναι, ουσιωδώς, το στοιχείο που φέρνει σε ύπαρξη τη δύναμη· είναι το γενετικό στοιχείο της τελευταίας ως σχέσης κυριαρχίας. Και κάθε σχέση κυριαρχίας είναι μια σχέση με εναλλασσόμενους ρόλους, ας πούμε αφέντη και δούλου, κυρίαρχου και κυριαρχούμενου. Ο εν λόγω εναλλασσόμενος ρόλος εξαρτάται κάθε φορά από την εκδήλωση, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, της βούλησης για δύναμη της μιας και της άλλης πλευράς. Τούτο σημαίνει ότι κάθε φορά η βούληση συνθέτει την ικανότητα επίδρασης που δέχεται ο κυρίαρχος ή ο κυριαρχούμενος από άλλες ανώτερες ή κατώτερες –ποιοτικά και ποσοτικά– δυνάμεις. Υπό έναν τέτοιο ορίζοντα, ερμηνεύει, σε πολλά κείμενά του, ο Νίτσε το φαινόμενο του σοσιαλισμού, όπως και εκείνο του καπιταλισμού· και όχι μόνο τα ερμηνεύει, αλλά και τα αξιολογεί παράλληλα ως σχέσεις κυριαρχίας, που ακινητοποιούν τον άνθρωπο στο χαμηλό επίπεδο του αγελαίου όντος και του φράσσουν έτσι την προ-οπτική προς τη βούληση για δύναμη.

§3

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα του Γαλλικού Μάη του ΄68 ήταν το ακόλουθο: όλη η φαντασία στην εξουσία. Ετούτη η ρήση, στην αρχέγονη καθαρότητά της και όχι στην ιδιοτελή της εφαρμογή ως επί μέρους σύστημα κυριαρχίας, μεθερμηνεύει, σε μεγάλο βαθμό, τη Νιτσεϊκή θεωρία: «βούληση για δύναμη». Ο γερμανός φιλόσοφος δεν κατανοεί τη συνολική τούτη έννοια ως μια τυχοδιωκτική βλέψη για αρπαγή της εξουσίας και για τυραννική καταδυνάστευση, με εφικτό ή ανέφικτο τρόπο, των άλλων ανθρώπων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους άξεστους «διαφθορείς της βούλησης»[1], τους τσαρλατάνους δηλαδή της νεοφασιστικής «αριστεράς» που λυμαίνεται, με κάθε ευκαιρία, τον Ελλαδικό τόπο. Απεναντίας την κατανοεί ως ένα «εσωτερικό βούλεσθαι»[2] της εγγενούς δυναμικής της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο αποτρέπει την τελευταία, ως υποκείμενο, να αποξενωθεί μέσω ενός άλλου υποκειμένου ή αντικειμένου, μέσω μιας άλλης εξωτερικής δύναμης, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να συνδυάζει την ποιότητα και την ποσότητα, που της αναλογεί, και να καθιστά το άτομο κυρίαρχο του εαυτού, αλλά και της εξωτερικής συνθήκης, που το απειλεί ή επιχειρεί να το καθορίσει. Η φαντασία στην εξουσία λοιπόν νοείται, στην πράξη, ως ένας τέτοιος συνδυασμός αυτόνομης δράσης του Εαυτού ενάντια σε καθετί το εξωτερικό/εξουσιαστικό, που επιχειρεί να τον συντρίψει και ως προϋπόθεση για να μένει ο Εαυτός πάντα –και όχι οποιοδήποτε νοσηρό Εγώ– στην κορυφή, νοούμενη ως μέτρο της ελευθερίας του[3]. Μια αρρωστημένη όμως φαντασία στην εξουσία οδηγεί στην «ανικανότητα για δύναμη»[4]. Πιστό αντίγραφο, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η σχέση κυριαρχίας που εκφράζει στην Ελλάδα σήμερα ο μετα-μοντέρνος νεοφασιστικός «αριστερισμός», αλλά και οι σχέσεις κυριαρχίας, που υλοποίησαν αργότερα υπό τη μορφή εξουσιαστικών σχημάτων στην Ευρώπη,  εκείνοι που το Μάη του ΄68 έδιναν το Είναι τους για: τη φαντασία στην εξουσία. Η πεμπτουσία αυτής της ανικανότητας για δύναμη, δηλαδή της ανεστραμμένης σχέσης εξ-ουσίας, αποτυπώνεται ακριβοδίκαια, εάν παραφράσουμε το υπό συζήτηση γαλλικό σύνθημα ως εξής: «όλοι οι τζογαδόροι στην εξουσία». Οι απανωτές τυχοδιωκτικές πράξεις της «αριστερής» συμμορίας –που έχει ως ύψιστο ιδανικό της, ως μοναδικό αξιολογικό της κριτήριο την παντί τρόπω διατήρησή της στην εξουσία και προς τούτο διώκει την ετερότητα– επιβεβαιώνουν αυτή την αίσχιστη πολιτική της: την πολιτική του τζόγου. Η εν λόγω συμμορία παραπέμπει σε ανθρώπους ακατέργαστους, άξεστους, παρίες, υποκριτές…, εντελώς-παντελώς ανίκανους, που λόγω ακριβώς αυτής της απόλυτης ανικανότητάς τους έχουν ως πρότυπο τον πολιτικό-οικονομικό τζόγο και την τυραννική άσκηση της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Νίτσε διαχωρίζει με απόλυτη σαφήνεια τη βουλιμία για εξουσία από τη βούληση για δύναμη.










[1] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht, αφορ. 116.
[2] Ό.π., αφορ. 619.
[3] Ό.π., αφορ. 770.
[4] Ό.π., αφορ. 721.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Μ. Κατσαρός: τι είναι τα πολιτικά είδωλα;




Μιχάλης  Κατσαρός
1919–1998

«Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»


§1
                                                           

Θα σας περιμένω

                          
                            Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
                                 αδιάφορος –
                           Δεν έχω τι άλλο να πιστοποιήσω.
                           Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
                                 τέλος μου
                           ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
                                 λεγεώνες.       
                           Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
                           χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
                           Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
                           πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
                           εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
                           ο άνεμος δικός μου
                           μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
                                 μάταιοι λόγοι.

                           Μην αμελήσετε.
                           Πάρτε μαζί σας νερό.
                           Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.


§2

Ερμηνεία– κατανόηση

Ι. Στην ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού συναντάμε φωτεινά μονοπάτια του λόγου και της ποιητικής σκέψης, που δύνανται να εγγυώνται την ελεύθερη οίκηση του ανθρώπου στον κόσμο και έτσι να του παρέχουν τα οντολογικά μέτρα, που τον καθιστούν αυθεντικό: του επιτρέπουν να κονιορτοποιεί το κατευθυνόμενο ψεύδος  με τη δημιουργική αυθεντικότητα. Αυτή-εδώ σχετίζεται με την πηγαιότητα, τη γνησιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης· εγείρει τη συνείδηση –ατομική και συλλογική– από την έκπτωσή της στις χαύνες περιπτύξεις  με τον αυτάρεσκο  καιροσκοπισμό των χθαμαλών και ηδυπαθών μετριοτήτων της πονηρής πολιτικάντικης συμμορίας. Την απολυτρώνει από την άνευ όρων παράδοσή της στον ολοκληρωτισμό των αγελαίων, μικρόνοων συμφεροντολογικών μειοψηφιών της πολιτικής. Η συγκεκριμένη ποίηση διεξάγει έναν περιπαθή αγώνα, με πολεμικό τόνο, ενάντια σε έναν τέτοιο ολοκληρωτισμό και αγγέλλει μεταμορφώσεις στα πολλαπλά πεδία της υπαρκτικής μας υπόστασης, που συνιστούν οντολογική μεταστοιχείωση.  

ΙΙ. Ο λόγος του ποιήματος με τίτλο: Θα σας περιμένω, που ερμηνεύεται εδώ, αφήνει να ηχεί κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνες τις ενοχοποιητικές δεσμεύσεις, που κάποιοι φύλακες και θεματοφύλακες της ιδεολογικής και πολιτικής σκοπιμότητας παρουσιάζουν στο πλήθος ως υποχρεωτική βεβαιότητα της ζωής του και ως απαρασάλευτη αλήθεια της ύπαρξής του. Αυτός ο λόγος κυοφορεί, με κλιμακούμενους κυματισμούς ποιητικού προ-νοείνμεριμνάν, μια αποφασιστική, καθ’ όλα ανυποχώρητη και γι’ αυτό βιαιοπραγούσα –με το  ευρύτερο νόημα[1]– ρήξη με την ιδεολογική-πολιτική του συνθήκη, γενικότερα με τα διευθετημένα μορφώματα ενός εξ υπαρχής θρυμματισμένου κόσμου. Ένας τέτοιος θρυμματισμός έχει μετατρέψει, μέσα στον ορίζοντα της ιστορικότητάς μας, την  οργάνωση μιας αληθινής κοινότητας των ανθρώπων σε χίμαιρα· κάτι που γνωρίζει καλά ο συρφετός των παμπόνηρων επαγγελματιών της πολιτικής και γι’ αυτό τη χρησιμοποιεί ως σύνθημα εκμαυλισμού των κρεουργημένων ήδη συνειδήσεων.  

ΙΙΙ. Ποιον ειδικότερα κόσμο, από πλευράς περιεχομένου, έχει κατά νου ο Μ. Κατσαρός; Αυτό αποσαφηνίζεται, εάν λάβει κανείς υπόψη του την εποχή και τα βιώματα που έζησε ο ποιητής, συγχρόνως δε και την συνολική κίνηση του τραγικώς υπάρχειν (του), το οποίο αντικειμενικά είναι το κατ’ εξοχήν τραγικώς υπάρχειν ενός ολόκληρου λαού. Σχετικά λοιπόν αναφέρονται τα εξής: 1. Το ποίημα ανήκει στο βιβλίο Κατά Σαδδουκαίων, γραμμένο το 1953. 2. Τα βιώματα κυρίως είναι βιώματα αντιστασιακής δράσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. 3. Αυτή η  περίοδος συνδύαζε σώρευση του κακού –εκατόμβες σφαγών, εξανδραποδισμών, εξολοθρεύσεων κ.λπ.– και αγωνιστικές εξάρσεις που πολλά υπόσχονταν, αλλά εν τέλει μεταπολεμικά χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν οι νέοι, «προοδευτικοί» Σαδδουκαίοι, που κατασπάραξαν την Ελλάδα από τότε έως και τώρα· αυτοί, τους οποίους ο Μ. Κατσαρός μισεί θανάσιμα και καταπολεμά όχι μόνο στο παρόν ποίημα, αλλά και σε όλο του το έργο, γιατί χρησιμοποιούν τη μάσκα του «αριστερού» και πράττουν ολοκληρωτικά. Όλοι αυτοί χωράνε μέσα σε -βολεύονται με- όλες τις καταστάσεις και μεταμφιέζονται δια μιας σε «θεματοφύλακες» της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού». Πολλοί τέτοιοι επίγονοι αποτελούν σήμερα τον κορμό της κυβερνώσας καθεστωτικής/νεο-φεουδαρχικής «αριστεράς».  Αυτό το πλήθος των Σαδδουκαίων περιστοιχίζει τους εκάστοτε πολιτικο-κομματικούς και άλλους ξεδιάντροπους ηγεμονίσκους και τους συντηρεί στην εξ-ουσία.

IV. Αυτοί είναι που τους βλέπουμε στο βάθος του χρόνου, αλλά και στο δικό μας σήμερα να σπαταλούν τη μια και την άλλη ωραία άνοιξη του άγνωμου πλήθους –σε άλλο ποίημά του ο ποιητής μιλάει για απαίσιο πλήθος– για να επινοούν το δικό τους αυτοκρατορικό σχήμα στο όνομα και για την «υγεία» αυτού του πλήθους. Είναι οι ίδιοι «αριστεροί», που «ελευθερία πάλι ανάπηρη σου τάζουν» (Μ. Κατσαρός) και οι οποίοι διώκουν την ετερότητα: δεν ανέχονται καμιά αντισυμβατική συμπεριφορά σαν αυτή του ποιητή: δεν ανέχονται την ετερότητα. Ο αντισυμβατικός ποιητής, ο «αιρετικός της αριστεράς», όπως ο ίδιος δηλώνει, δεν έχει άλλη αποστολή από το «να πιστοποιεί» (στ. 3) πως πρέπει να στέκεται αδιάφορος απέναντι στα «φοβερά μεσάνυχτα» (στ. 1) ενός ανοίκειουαποστεωμένου κόσμου και να μας περιμένει. Η ποιητική φωνή μετουσιώνει την οδύνη που προκαλεί ο θρυμματισμένος κόσμος των Σαδδουκαίων και απο-φαίνεται: Θα σας περιμένω πάνω από τα εξωτερικά συντρίμμια του ανθρώπου: η εξωτερική συντριβή λειτουργεί όχι σπάνια ως κίνητρο ή αφορμή για αφύπνιση των κοιμωμένων συνειδήσεων, ως έγερση και εξέγερση ενάντια στους παγετώνες, που του επιφυλάσσουν οι μαφιόζοι της νεοφασιστικής «αριστεράς» σε αγαστή συνεργασία με τους μαφιόζους και των λοιπών συντεχνιών του εκάστοτε καθεστώτος.   

V. Κατονομάζει λοιπόν ο ποιητής αυτόν τον θρυμματισμένο κόσμο των Σαδδουκαίων, περιμένοντας να ευοδωθεί η ποιητική [=δημιουργική] αντιμαχία με αυτό τον κόσμο. Απέναντι σε αυτούς, τους αδιόρατους και γι’ αυτό αδίστακτους Σαδδουκαίους, χωρίς ποτέ βέβαια να λησμονεί και τους συνήθεις, τους ορατούς, ο Μ. Κατσαρός αντιπαραθέτει το ποιητικό Εγώ, δηλαδή την ποιητική κοινωνία, ως την οντολογική μαρτυρία της ιστορικής μας ύπαρξης. Η ανθρώπινη κοινωνία, στην αρχέγονη ρίζα του Είναι της, δεν ζει με αυταπάτες ούτε και καλλιεργεί ψευδείς συνειδήσεις, γιατί θεμελιώδης αρχή της είναι τούτη: «αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ» (Μ. Κατσαρός). Μέσα στη λησμονιά μιας αλαλάζουσας (πολιτικο-κοινωνικής) εξωτερικότητας [=θρυμματισμένα πουκάμισα, χάρτινος κήπος …] η ποιητική εσωτερίκευση [=θα περιμένω … αδιάφορος] γίνεται  μοναδικό εγχείρημα ανάτασης του ναυαγισμένου ανθρώπου.

VΙ. Ο ποιητής κηρύσσει αντί-σταση ενάντια στους Σαδδουκαίους, εδώ προσωποποιημένους ως «κακεντρεχείς φύλακες» (στ. 4). Οι τελευταίοι είναι η δύναμη κρούσης μιας στερεότυπης και ύπουλης ολοκληρωτικής συμπεριφοράς (στ. 6, 10, 11), τόσο όμως αδύναμη, τεχνητή κατά βάθος δύναμη που φοβάται την ποιητική έκρηξη, γιατί αυτή-εδώ  «ξαφνιάζει τα πλήθη» (στ. 12). Τα ξαφνιάζει με το ακόλουθο νόημα: εμφανίζεται ενώπιον τους ως το αντίπαλο δέος ενός εικονικού προοδευτισμού, ο οποίος στηρίζει την αρχομανία του στον αποβλακωμένο θίασο του εν λόγω ξαφνιασμένου πλήθους. Έτσι διανοίγεται κάποια δυνατότητα αυτενέργειας του συγκεκριμένου θιάσου και τότε οι παίκτες της εξουσίας θα χάσουν τα στηρίγματά τους, με αποτέλεσμα να ξεθωριάσουν όλα τα ψευδή τους περιτυλίγματα: τελετουργίες, παραπλανητικοί ρητορισμοί, θεάματα, ιδεολοήματα κ.α. (στ. 14-15). Τούτο δείχνει ότι η άνοιξη της ζωής δεν προκύπτει με την ευκολία του κενού, του θνησιγενούς, του ετοιμόρροπου λόγου της μαζικής πολιτικής κουλτούρας. Απεναντίας είναι μια μακρά πορεία μέσα από την έρημο της κοσμικής νύχτας του παρόντος και σε σχέση με αυτό ενός αποξηραμένου εντελώς-παντελώς μέλλοντος (στ.16-18). Η μέριμνα της ποιητικής πράξης βρίσκει τώρα την κορύφωσή της στον αφυπνιστικό-τραγικό λόγο: «μην αμελήσετε…». Είναι η στιγμή που ο ποιητής περιμένει εκεί, έξω από τον παφλασμό της αερολογίας –πολιτικής, ιδεολογικής, σωτηριολογικής–, έξω και πάνω από τα συντρίμμια, από τον διαμελισμό της ξέπνοης μάζας: πολιτικών και οπαδών τους. Είναι η αναμονή/προσδοκία της κάθαρσης: περιμένει από τον ποιητικό λόγο να εξευγενίζει ψυχές, να ζωντανεύει μεριμνητικές υπάρξεις, να αποκαθηλώνει παραπλανητικά είδωλα επίδοξων ηγεμόνων, παλαιών και νέων, να απομυθοποιεί ψευδή ιδεολογικά σύμβολα, να αποκαλύπτει την κτηνώδη εξουσιομανία των ποικίλων πολιτικών απατεώνων, προεξάρχοντος συνήθως του άξεστου εσμού των καθεστωτικών «αριστερών».









[1] Για το φιλοσοφικό νόημα αυτής της βιαιοπραγίας βλ. Δημ. Τζωρτζόπουλος: Γοργίας-Χέγκελ-Χάιντεγκερ: Λόγος και Είναι - βία και εξ-ουσία. Περιοδικό: Φιλοσοφείν 13 (2016), σ. 393 κ.εξ. Ηλεκτρονική πρόσβαση στο εν λόγω περιοδικό και στο άρθρο στη διεύθυνση:  http://philosophein-periodiko.blogspot.gr

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Nietzsche: Το επωφελές και το επιβλαβές της ιστορίας για τη ζωή






Φρειδερίκος Νίτσε
1844-1900
                                           

Η βούληση για ζωή και η Ιστορία
                                                  
§1

                                Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Από τα πρώτα ήδη βήματα της πολυκύμαντης στοχαστικής του πορείας μέσα στη ζωή, ο Νίτσε επιχείρησε να σκεφτεί την τελευταία ως ό,τι το πιο πολύτιμο, καταφατικό, μεστό ενέργειας καταστασιακό του Είναι. Με δημιουργικό πάθος συνάπτει τη ζωή με τη ζωτικότητα της παροντικής ύπαρξης του ανθρώπου και με αφετηρία μια τέτοια προ-οπτική επιδίδεται στη φιλοσοφική αξιολόγηση της ιστορίας: δοκιμάζει να διαγνώσει πόσο η τελευταία ωφελεί ή βλάπτει την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή κατά πόσο επιτρέπει να αναπτύσσεται η βούληση για ζωή με την εξής έννοια: να εκδηλώνεται ελεύθερα και αποφασιστικά στο παρόν η βουλητική ενέργεια του ατόμου· και προς τούτο να ενθαρρύνεται η πηγαία έκφραση του ενστίκτου μέσα από τη δημιουργική πρόσληψη στο παρόν της ιστορικής γνώσης. Η ιστορία, ως ιστορική γνώση κυρίως, είναι κάτι σημαντικό για τον άνθρωπο, αλλά όχι πάντα χωρίς κινδύνους. Έχει μέγιστη αξία, για τον γερμανό φιλόσοφο, η στάση του ίδιου του ανθρώπου απέναντι στην ιστορικότητα του Είναι του. Το θέμα είναι πώς ο καθένας μας χωριστά, αλλά και ο ένας ή ο άλλος θεσμικός –πρωτίστως ακαδημαϊκός– παράγοντας/φορέας του κράτους διαβάζει την ιστορία: στέκεται δηλαδή προγονοπληκτικά απέναντι στο παρελθόν και παραδίδει τη σκέψη του σε έναν σκληρά μετα-φυσικό ιστορικισμό ή  αναζωογονεί το παρόν μέσα από τη σωστή αξιοποίηση του ιστορικού στοιχείου; Η πρώτη οδός σκέψης μεταποιεί τον εαυτό του ανθρώπου σε δουλικό εξάρτημα μιας απολυτοποίησης του ιστορικού παρελθόντος, άκρως υπηρετικής  των ωφελιμιστικών σκοπών του κράτους, νοούμενου ως μηχανισμού βίας και ως αγελαίου παράγοντα καταστολής κάθε πηγαίου ενστίκτου της ανθρώπινης ύπαρξης Η δεύτερη τον απελευθερώνει από τη λογική και την οπτική της αγοραίας μάζας, στην οποία ανήκουν, για τον φιλόσοφο, τόσο οι άβουλοι υπήκοοι των διαφόρων κομματικών, πολιτικών, κρατικών μηχανισμών όσο και οι εξίσου άβουλοι επιτελείς τους.

ΙΙ. Το μεγαλείο και η δημιουργική πράξη της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται για τον Νίτσε πέρα από την πρόσκαιρη επιτυχία, που έχει ως βάση της μια τέτοια μάζα. Θα υπάρξουν εκείνες οι ευ-λογημένες στιγμές, μας λέει ο βαθύνους αυτός φιλόσοφος, που η ιστορία δεν θα πνίγεται μέσα στη μαζική κουλτούρα, αλλά θ’ ασχολείται με τους γίγαντες της ιστορίας· αυτούς που μέσα στο αιώνιο γίγνεσθαι αποτελούν τη γέφυρα, από όπου ο άνθρωπος χρωστά να περάσει το ρεύμα της ζωής του. Τέτοιοι γίγαντες δεν προσφέρονται για ιδεολογική χειραγώγηση, εκ μέρους των προαναφερθέντων μηχανισμών, του αθώου λογισμού των νέων ανθρώπων και γενικότερα των ανθρώπων του εκάστοτε παρόντος. Στο παρακάτω κείμενο, ο Νίτσε συζητά για την αναγκαιότητα του ιστορικού στοιχείου εντός λελογισμένων ορίων· συναφώς, για το πώς πρέπει να το προσλαμβάνουμε συνδυαστικά με το ανιστορικό στοιχείο, δηλαδή με το στοιχείο του παρελθόντος που πρέπει  να περνά ορισμένως στη λήθη, δηλαδή που δεν πρέπει να μεταφέρεται εγκεφαλικά και αταίριαστα στο παρόν, με τρόπο δηλαδή που να καταπνίγει κάθε ζωτικότητα του τελευταίου. Αφετηρία του φιλοσοφικού του προβληματισμού είναι η σύγκριση της αγωνιώδους ανθρώπινης ύπαρξης με την ελεύθερη από τα δεσμά της ορισμένης ιστορίας ζωή των ζώων. Μέσα από μια τέτοια σύγκριση αναβιβάζεται ο Νίτσε βαθμιαία σε πρωτότυπες θεωρήσεις της ανθρώπινης ζωής.

                                                       §2

                                                 Κείμενο

«Κοίτα την αγέλη που βόσκει περνώντας μπροστά σου: δεν γνωρίζει τι είναι χθες ή σήμερα· αναπηδά εδώ και εκεί, τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει, αναπηδά και πάλι, και το ίδιο από το πρωί ως το βράδυ κι από μέρα σε μέρα, στενά δεμένη με τις ευχαριστήσεις και τις δυσαρεστήσεις της, προσδεμένη δηλαδή στον πάσαλο της στιγμής και γι’ αυτό δεν είναι ούτε βαρύθυμη ούτε μπουχτισμένη. Είναι σκληρό για τον άνθρωπο να βλέπει αυτό, γιατί μπορεί να υπερηφανεύεται για τον εαυτό του ότι είναι άνθρωπος και όχι ζώο, ωστόσο ατενίζει ζηλόφθονα την ευτυχία του ζώου –γιατί αυτός δεν θέλει τίποτε άλλο παρά να ζει όπως το ζώο: ούτε να μπουχτίζει ούτε να πονάει·  κι όμως μάταια το θέλει, γιατί δεν το επιθυμεί όπως κάνει το ζώο. Ο άνθρωπος, πράγματι, ρωτάει καμιά φορά το ζώο: γιατί δεν μου μιλάς για την ευτυχία σου, αλλά με κοιτάζεις μονάχα; Το ζώο θέλει κι αυτό να απαντήσει και να πει: «τούτο συμβαίνει, επειδή πάντοτε ξεχνώ αμέσως ό,τι ήθελα να πω» –μα έλα που το ζώο τότε ξέχασε ήδη αυτή την απάντηση και παρέμεινε σιωπηλό, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μείνει μόνο με την απορία.
          Αλλ’ αυτός απορεί και με τον ίδιο του τον εαυτό, που δεν είναι ικανός να μάθει να ξεχνά και πάντοτε κρέμεται από το παρελθόν: όσο κι αν τρέξει μακριά, όσο κι αν τρέξει γρήγορα, τρέχει μαζί του και η αλυσίδα. Είναι κάτι το εκπληκτικό: η στιγμή, που στο πει και φει είναι εδώ, στο πει και φει και παρελθούσα, πριν ένα μηδέν και μετά πάλι ένα μηδέν,  παρ’ όλα αυτά έρχεται ξανά σαν φάντασμα και διαταράσσει την ηρεμία μιας επόμενης στιγμής. Διαρκώς αποδεσμεύεται ένα φύλλο από το ρολό του χρόνου, ξεφεύγει, φτερουγίζει μακριά –και ξαφνικά φτερουγίζει πάλι πίσω, στην αγκαλιά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λέει τότε «θυμάμαι» και ζηλεύει το ζώο που αμέσως ξεχνάει και το οποίο βλέπει την κάθε στιγμή πραγματικά να πεθαίνει, να βυθίζεται πίσω στην ομίχλη και στη νύχτα και να σβήνει για πάντα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ζώο ζει ανιστορικά: γιατί απορροφάται μέσα στο παρόν, όπως ένας αριθμός, χωρίς να αφήνει ως υπόλοιπο ούτε ένα αλλόκοτο κλάσμα· δεν ξέρει να προσποιείται, δεν κρύβει τίποτα και σε κάθε στιγμή εμφανίζεται έτσι όπως ακριβώς είναι· δεν μπορεί συνεπώς να είναι τίποτε άλλο παρά τίμιο. Ο άνθρωπος, απεναντίας, εναντιώνεται στο μεγάλο και ολοένα μεγαλύτερο βάρος του παρελθόντος: αυτό τον συνθλίβει και τον κάνει να κάμπτεται, καθιστά τον δρόμο του δύσκολο, σαν ένα αόρατο και σκοτεινό φορτίο, που μπορεί για το θεαθήναι να το αρνείται καμιά φορά και που στη συναναστροφή του με τους ομοίους του ευχαριστιέται να το απαρνιέται: για να τους αφυπνίζει τη ζήλεια τους. Γι’ αυτό συγκινείται, σαν να θυμόταν έναν χαμένο παράδεισο, όταν βλέπει την αγέλη που βόσκει ή, με πιο οικεία εγγύτητα, το παιδί, που δεν έχει κανένα ακόμη παρελθόν να απαρνηθεί και ανάμεσα στους φράχτες του παρελθόντος και του μέλλοντος παίζει  μέσα σε μια κατάσταση τρισευτυχισμένης τυφλότητας. Και όμως το παιγνίδι του πρέπει να διαταραχθεί: θα κληθεί πάρα πολύ γρήγορα να αφήσει πίσω του τη λησμοσύνη. Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί. Και όταν ο θάνατος στο τέλος φέρνει την πολυπόθητη λησμονιά, την ίδια στιγμή υπεξαιρεί έτσι το παρόν και την ύπαρξη και βάζει, μ’ αυτό τον τρόπο, τη σφραγίδα του πάνω σε εκείνη τη γνώση, που μας λέει πως η ύπαρξη δεν είναι παρά μια αδιάκοπη ζωή στο παρελθόν, ένα πράγμα που αντλεί τη ζωή του από την απάρνηση του ίδιου του εαυτού του και από την κατασπάραξή του, από την αυτό-αντίφασή του.
          Εάν, υπό οποιαδήποτε έννοια, είναι μια ευτυχία ή η επιδίωξη μιας νέας ευτυχίας εκείνο που κρατά γερά τον ζωντανό στη ζωή και τον ωθεί περαιτέρω να συνεχίσει να ζει, τότε κανένας ίσως φιλόσοφος δεν δικαιώνεται περισσότερο από τον κυνικό: διότι η ευτυχία του ζώου, που είναι ο εντελής Κυνικός, αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη για το δίκιο του Κυνισμού. Η ελάχιστη ευτυχία, εάν είναι μόνο χωρίς διακοπή παρούσα και κάνει κάποιον ευτυχισμένο, είναι ασύγκριτα περισσότερη ευτυχία απ’ ό,τι η μέγιστη, που δεν έρχεται παρά ως ένα επεισόδιο, κάτι σαν ευθυμία, σαν ξέφρενη εισβολή στη ζωή της απόλυτης δυσθυμίας, του πόθου και της στέρησης. Στην ελάχιστη όμως ευτυχία, καθώς και στη μέγιστη, υπάρχει πάντοτε Ένας τρόπος, με τον οποίο η ευτυχία γίνεται ευτυχία: η δυνατότητα να ξεχνά κανείς ή, για να το εκφράσουμε με πιο λόγιο τρόπο, η ικανότητα, για όσο διαρκεί η ευτυχία, να αισθάνεται ανιστορικά. Εκείνος που δεν μπορεί να καθίσει στο κατώφλι της στιγμής, ξεχνώντας όλα από το παρελθόν, εκείνος που δεν είναι ικανός να σταθεί σε ένα σημείο, όπως μια θεά της νίκης χωρίς ίλιγγο και φόβο, ποτέ δεν θα μάθει τι είναι η ευτυχία και ακόμα χειρότερα: δεν θα πράξει ποτέ κάτι που να κάνει τους άλλους ευτυχισμένους. Φανταστείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο, που δεν θα διέθετε καθόλου τη δύναμη να ξεχνά, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι: ένας Τέτοιος δεν πιστεύει πλέον στο δικό του Είναι, δεν πιστεύει πλέον στον εαυτό του, βλέπει τα πάντα να ρέουν χωριστά το ένα από το άλλο σε κινούμενα σημεία και χάνεται μέσα σε τούτο το ρεύμα του γίγνεσθαι: τελικά, όπως ο αφοσιωμένος μαθητής του Ηράκλειτου, μόλις και μετά βίας θα τολμά πια να σηκώνει το δάκτυλο. Η λήθη ανήκει σε κάθε πράξη: ακριβώς όπως στη ζωή των οργανικών όντων δεν ανήκει μόνο το φως, αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος, που θα ήθελε να αισθάνεται εντελώς και μόνο ιστορικά, θα έμοιαζε με εκείνον που θα αναγκαζόταν να απέχει από τον ύπνο ή με το ζώο, που θα έπρεπε να ζει μόνο με μηρυκασμό και διαρκώς επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό. Άρα: είναι δυνατόν να ζει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζει ευτυχισμένος, όπως δείχνει το ζώο·  είναι όμως εντελώς και απόλυτα αδύνατο, να ζει χωρίς να ξεχνά. Ή για να εκφραστώ ακόμα πιο απλά για το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, που προκαλεί βλάβη στο ζωντανό ον και τελικά το καταστρέφει είτε αυτό είναι ένας άνθρωπος είτε ένας λαός είτε ένας πολιτισμός»[1].

§3

Ερμηνεία –Σχολιασμός

1. Το ζώο, όπως περιγράφεται εδώ, ζει μέσα στο χρόνο, είναι δηλαδή πιασμένο μέσα στο παρόν, ως ένα καθαρά φυσικό ον. Δεν έχει, ως εκ τούτου, καμιά εμπειρία του χρόνου, καθώς δεν μπορεί να διαφοροποιείται και να αποστασιοποιείται σε σχέση μ’ αυτόν. Και τούτο γιατί ανήκει στη φύση του η λησμοσύνη, που φροντίζει, σε τελευταία ανάλυση, για την ευτυχία του. Με άλλα λόγια, το ζώο ενδιαφέρει τον Νίτσε ως ένας παράγοντας ζωής, που αντλεί, ως επί το πλείστον, τη ζωτικότητά του από το ένστικτο και δεν αποδυναμώνεται μέσα σε μνημονικά τεχνάσματα, μνημονικές εξαρτήσεις από λογικισμούς, υπολογισμούς, αξιολογήσεις, αξιοθετήσεις ιστοριογραφικής υφής. Σημειώνει σε άλλο κείμενό του ο φιλόσοφος: «εάν η ευτυχία ήταν ο στόχος, τότε τα ζώα θα ήταν παρά πολύ ευτυχισμένα. Ο κυνισμός τους βρίσκεται στη λησμοσύνη: αυτή-εδώ είναι ο συντομώτερος δρόμος προς την ευτυχία, αν και πρόκειται για κάτι που δεν αξίζει πολύ»[2].  

2. Τι σημαίνει να είναι κανείς ένα ιστορικό ον;  Για να απαντήσει σε ένα τέτοιο ερώτημα συγκρίνει τον άνθρωπο με τα ζώα: με ένα λογοτεχνικό, σχεδόν ποιητικό ύφος, περιγράφει τον καθημερινό τρόπο ζωής μιας αγέλης και με βάση αυτή την περιγραφή αντιθέτει άνθρωπο και ζώο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απεικονίζει την έννοια του Ιστορικού σε αντίθεση με εκείνη του Ανιστορικού. Τούτη η αντίθεση προκύπτει από τη διαφορετική σχέση του ανθρώπου και του ζώου προς τον χρόνο. Εκκινώντας από τη διαφορετικότητα τούτη, ο Νίτσε παρουσιάζει τον άνθρωπο να ατενίζει την αγέλη των ζώων και να αισθάνεται αμηχανία. Ανήκει κι αυτός σε μια αγέλη ετεροκαθορισμένων στοιχείων, όντων από τις σκιές ενός παρελθόντος ιστορικού βίου.

3. Πιο ειδικά αισθάνεται αμηχανία, επειδή είναι καταδικασμένος να ζει με ιστορικό/ιστοριογραφικό τρόπο (historisch), να σχετίζεται ιστορικά/ιστοριογραφικά με τη ζωή και να υφίσταται τις συνέπειες μιας τέτοιας ζωής, σε αντίθεση με το ζώο που ζει ανιστορικά  (unhistorisch). Τα γνωρίσματα της ανιστορικότητας του ζώου εν-τοπίζονται κυρίως στην απουσία μνήμης και οραμάτων για το μέλλον, και ως εκ τούτου στην αποκλειστική του προσκόλληση στο παρόν, στην ελεύθερη ενέργεια της κάθε παροντικής στιγμής: αυτή η πολύτροπη βουλητική δράση εδώ και τώρα είναι που το κρατά μακριά από την υπο-λογιστικότητα, ήτοι λογικότητα του ιστορικού όντος και το απαλλάσσει έτσι από την αγωνιώδη μέριμνα του χρόνου και της ιστορίας, άρα από καθετί που γεμίζει τη ζωή του με βουλιμία, δάκρυα και πόνο.

4. Το γεγονός ότι το ζώο ζει ανιστορικά σε σχέση με τον άνθρωπο, καταπώς σχολιάζει ο Χάιντεγκερ, σημαίνει πως είναι προσδεμένο στη στιγμή, δεν έχει παρελθόν, επομένως μόνιμα και σταθερά ξεχνά[3]. Το γεγονός, απεναντίας, ότι ο άνθρωπος ζει ιστορικά σημαίνει πως δεν μπορεί να ξεχνά, όπως το ζώο, έχει παρελθόν και αντιπαρατίθεται μαζί του, σχετίζεται με αυτό (ό.π.). Το Ιστορικό λοιπόν είναι ο τόπος ή ο χώρος του ανθρώπου ως  «animal  rationale» (ό.π.), ήτοι ως ζώου έλλογου ή λόγου έχοντος. Ο άνθρωπος, σε αντίθεση με το ζώο, είναι προσδεμένος στην αλυσίδα του παρελθόντος, κρίκος της οποίας είναι και το παρόν. Αλλά τούτο το παρόν είναι η ίδια η ζωή, της οποίας η κάθε σημασία συναρτάται τόσο με τη λήθη όσο και με τη μνήμη του παρελθόντος: λήθη του τεθνεώτος στοιχείου του, των νεκρών του κυττάρων, και μνήμη εκείνων των ζωντανών του κυττάρων, που ανοίγουν νέους ορίζοντες στο παρόν.

5. Η λήθη, η λησμοσύνη (Vergessen), αποτελεί συστατικό στοιχείο της πράξης και γι’ αυτό διατελεί σε ενδοσυνάφεια με την ανάμνηση. Η λήθη, με το προαναφερθέν νόημα, δεν διαγράφει το παρελθόν, αλλά είναι ο άλλος τρόπος αναφοράς σε αυτό. Αυτός ο άλλος τρόπος είναι τόσο απαραίτητος για την παροντική ζωή του ανθρώπου όσο και το σκοτάδι στην εναλλαγή του με το φως ή ο ύπνος με τον ξύπνο. Η απαραίτητη τούτη εναλλαγή εξωτερικά είναι παρούσα και στο ζώο, εσωτερικά όμως προσιδιάζει στον άνθρωπο και μόνο σ’ αυτόν. Ο τελευταίος, επομένως, μπορεί, δυνάμει της λήθης, να ζει και το παρελθόν ως πρακτικό παρόν, ως κάτι που το αφήνουμε να υπάρχει, χωρίς να ξέρουμε πού είναι.

6. Αυτό που εξαρτάται από μας είναι να χαράσσουμε έναν πιο βαρύτιμο, αξιόμαχο δρόμο προς την ευτυχία από εκείνον του ζώου. Πώς; Με το να διατηρούμε, ως ένα βαθμό, την αίσθηση του παρελθόντος, ήτοι την ιστορική αίσθηση, αλλά συγχρόνως και με το να την υπερβαίνουμε. Με ποιο νόημα; Με το να διατηρούμε την ανιστορική αίσθηση, να αξιοποιούμε δηλαδή τη λήθη, για να αφήνουμε την ουσία μας να αναπτύσσει τη βούλησή της ζωντανά, αυθύπαρκτα και ελεύθερα ως παροντική ύπαρξη. Μια υπερβολική εμμονή στο παρελθόν, μια μονοσήμαντη δηλαδή καλλιέργεια της ιστορικής αίσθησης και πλήρης απουσία της ανιστορικής αίσθησης επιδρά επιζήμια στη ζωντανή παρουσία του ανθρώπινου όντος είτε ως ατομικού είτε ως ιστορικού όντος με τη μορφή του λαού και του αντίστοιχου πολιτισμού του.







[1] Φρίντριχ Νίτσε: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή. Εκδ. Ηριδανός 2015, σσ. 48-55.
[2] KSA 7, 694
[3] GA 46, 15.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Nietzsche: Τι είναι Μηδενισμός;




Φρίντριχ Νίτσε
1844-1900


Ο μηδενισμός στη ζωή μας


§1

Παράλληλα με τις προφητείες του Μαρξ για γκρέμισμα του ειδώλου του αστικού κόσμου, ένας άλλος φιλόσοφος προφητεύει την αμείλικτη συντριβή αυτού του ειδώλου, θεμελιωδώς όμως από ηθική σκοπιά. Είναι ο Φρίντριχ Νίτσε. Αμφισβήτησε το οικοδόμημα του δυτικού πολιτισμού στην ίδια του τη ρίζα. Εκκινούσε για τούτη τη ριζική αμφισβήτηση από μια ανεξάντλητη πνευματικότητα, που αντλούσε τη βεβαιότητά της από ένα πηγαίο βίωμα,  μοναδικό στη δυναμική του εκδήλωση, σχεδόν θεοτικό. Έτσι ο φιλόσοφος αισθανόταν όλη τη φιλοσοφική του δραστηριότητα ως την πιο ασυγκράτητη δράση ανατροπής σύμπαντος του υπαρκτού συστήματος αξιών. Παρόμοια και ο Μαρξ συνδύαζε εξίσου απαράμιλλη πνευματικότητα και ένα τρίσβαθο βίωμα, με ζωηρή την αίσθηση της μοναδικότητάς του. Ετούτη η αίσθηση του υπαγόρευε την ανάπτυξη της δικής του ανατρεπτικής δράσης.  Βέβαια η δράση αυτών των δυο μέγιστων διανοητών της νεωτερικής εποχής εκτυλίχθηκε σε διαφορετικούς άξονες και υπό μια εντελώς διαφορετική προοπτική: ο Νίτσε αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως τον «φιλόσοφο με το σφυρί», που είχε για προορισμό να συντρίψει το παλαιό και να πραγματώσει τη φιλοσοφία ως την καθίδρυση του Νέου: της εποχής του Διονύσου, την οποία ενσαρκώνει η ζωή του υπερ-ανθρώπου και η αιώνια επιστροφή. Σε συνδυασμό με το φιλοσοφικό του σφυροκόπημα ένιωθε για πιο κοντινό του φιλόσοφο τον Ηράκλειτο και κατανοούσε την βαρυσήμαντη ρήση του τελευταίου: «πόλεμος πατήρ πάντων …» ως την αρχέγονη δύναμη της ουσίας του κόσμου, που στη δική του γλώσσα σήμαινε: η δύναμη της βούλησης, κωδικοποιημένη, εκδηλωνόμενη ως η βούληση για δύναμη (der Wille zur Macht) και τίποτε άλλο πέραν τούτου. Η βούληση για δύναμη νοείται ως βούληση αιώνιας επιστροφής του ανθρώπου στην αρχέγονη δύναμή του. Ετούτη η ατέρμονη διεργασία του ανθρώπου για ανάκτηση της αρχέγονης δύναμής του εκτυλίσσεται στο παρόν ως δράση ενάντια σε κάθε εξουσιαστική επιβολή πάνω στην ουσία του ανθρώπου, με μια λέξη ως Μηδενισμός. Απ’ αυτή την άποψη, ο Νίτσε θεωρεί ως μια τεράστια επιχείρηση εξαπάτησης και ασυναρτησίας όλη τη δραστηριότητα της φιλοσοφίας και της θρησκείας – πέραν αυτής της συγκεκριμένης για την ανάκτηση ολόκληρης της ανθρώπινης ουσίας ως αρχέγονης δύναμης, πέραν δηλαδή της δράσης του Υπερ-άνθρωπου– για να καθιδρυθεί ένας δεύτερος ιδεατός, ήτοι μετα-φυσικός κόσμος.

§2

Από τη δική του σκοπιά, ο Μαρξ εργάστηκε ομοίως ενάντια στην καθίδρυση ενός τέτοιου ιδεατού, μετα-φυσικού κόσμου, χωρίς ωστόσο να το κατορθώσει στο τέλος: προφήτεψε την κατάρρευση της αστικής κοινωνίας και την έλευση της «σοσιαλιστικής»/«κομμουνιστικής» κοινωνίας ως την έλευση της ελευθερίας, ως τη γη της επαγγελίας χωρίς επιστροφή στο κακό. Με το σύνολο της σκέψης του ο Μαρξ επιχείρησε όχι απλώς «να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά και να τον αλλάξει»[1], εκκινώντας από την εμπράγματη συνθήκη του τελευταίου. Τελικά όλη η πράξη του δεν ήταν παρά μια ερμηνευτική διεργασία του υπαρκτού συστήματος, τέτοια που συνιστά τον τελευταίο προμαχώνα της μετα-φυσικής, παρά τις αντίθετες προθέσεις, όπως έχει καταδείξει πειστικά ο Χάιντεγκερ. Στο πέρασμα του χρόνου, πιο ειδικά, πολύτροπες απόπειρες πρακτικής αλλαγής του κόσμου, που εκδηλώθηκαν από κάποιες ηγετικές ομάδες του ιστορικού μαρξισμού, όχι μόνο ναυάγησαν, αλλά έφεραν στην εξουσία και αιμοσταγείς τυραννίσκους με τις κομματικές τους φράξιες, που στήριξαν τα καθεστώτα τους σε φεουδαρχικής υφής μετα-φυσικά πρότυπα, πιο δολερά από εκείνα του αστικού πολιτισμού. Μια φρικώδη μικρογραφία όλων αυτών των καθεστωτικών πλεγμάτων αποτελεί και το σημερινό φεδουαλικό καθεστώς της Ελλάδας. Οι εν λόγω πολιτικές συμμορίες υλοποιούσαν/υλοποιούν όχι κάποια μορφή «σοσιαλισμού», όπως ήθελαν ή θέλουν να πιστεύουν, και συναφώς την εκρίζωση του παλαιού μετα-φυσικού κόσμου, αλλά την καθίδρυσή του με πιο πονηρό, πιο μασκαρεμένο τρόπο και γι’ αυτό πιο ειδεχθή: μιλούν «σοσιαλιστικά» και πράττουν νεοφασιστικά, με οδηγό τις πιο αισχρές φαντασιακές οντογενέσεις του νηπιακού λογισμού τους. Έτσι απέδειξαν ιστορικά ότι ενσαρκώνουν τις πιο διεστραμμένες μορφές της νεωτερικής υποκειμενικότητας· εκείνης δηλαδή της υποκειμενικότητας, ενάντια στην οποία στράφηκε με δριμύτητα ο διαλεκτικός λόγος της εγελιανής Φαινομενολογίας του πνεύματος, της Επιστήμης της Λογικής, αλλά και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Πρόκειται για την προ-εγελιανή συλλογική συν ατομική υποκειμενικότητα, που δεν αναγνωρίζει τη Λογικότητα του πραγματικού, συναφώς δεν ενδιαφέρεται ή δεν μπορεί, λόγω ανικανότητας, να τη γνωρίσει, με αποτέλεσμα να καλλιεργεί μια ψευδή συνείδηση ενός ανεπανόρθωτα αρρωστημένου Εγώ, που όλα τα «ξέρει» και όλα τα «μπορεί»: δεν έχει καμιά σχέση με τον νιτσεϊκό υπερ-άνθρωπο, αλλά μόνο με τη μεταφορικώς νοούμενη θεολογική υποκειμενικότητα· δηλαδή με την  απολυτοποίηση της υποκειμενικής γνώμης και αναγωγής της σε θεολογικό επέκεινα, εγκατεστημένο ψευδώς στην καρδιά του παρόντος· π.χ. ο Λόγος, υπό ορισμένους όρους, του Διαφωτισμού· σίγουρα όμως ο καταστροφικός «Λόγος» του νεοφασιστικού μορφώματος της σοσιαλφεουδαρχικής «αριστεράς».
§3

 Ιδεολογική συνέπεια αυτής της προ-εγελιανής, προ-διαλεκτικής υποκειμενικότητας του «αριστερού» καθεστωτισμού είναι ο τεμαχισμός, η διχοτόμηση του κόσμου υπό το εξής σχήμα: εμείς και οι εχθροί μας οι άλλοι. Η κοινωνία έτσι χωρίζεται στους λίγους, αλλά εκλεκτούς «δικούς μας», δηλαδή στους απαίδευτους/ακατέργαστους εαυτούς των εν λόγω καθεστωτικών, δικτατορίσκων και της παρέας τους, και στους άλλους, δηλαδή στην πλειονότητα της κοινωνίας, που αμφισβητεί την άνομη εξουσία τους, την εξουσιαστική τους βουλιμία, την αποβλακωμένη τους πολιτική παρουσία. Αυτό δεν είναι άλλο από «μια παλαιομοδίτικη θεϊκή καθοδήγηση»[2] ενός αντιδραστικού μηδενισμού, που στο όνομα της λεγόμενης πάλης των κοινωνικών τάξεων και της αντίστοιχης στενόμυαλης ηθικής ισοπεδώνει καθετί το ανώτερο, το αληθινά ανθρώπινο και ανθρωπιστικό. Η εν λόγω στενόμυαλη ηθική ενδιαφέρεται, υποτίθεται, για την καταπολέμηση της παρακμής, της ανθρωπιστικής κρίσης κ.λπ. χωρίς να την αντιμετωπίζει ως σύμπτωμα αυτής τούτης της πορείας της ζωής και με όρους ριζικής ανατροπής του θεσμικού στοιχείου που κυοφορεί ή συντηρεί αυτή την παρακμή. Ο Νίτσε αίρεται πάνω από διχασμούς και διχοτομήσεις και συλλαμβάνει όλα τούτα τα συμπτώματα [=παρακμή του πολιτισμού, καθεστωτικά βιολιά, μικρόψυχες ηθικές αρρωστημένων θεσμών και θεσμικών παραγόντων κ.λπ.] ως στοιχεία ενός παθητικού ή κουρασμένου μηδενισμού, που εισάγει έξωθεν την «υπεράνθρωπη αυθεντία»[3], τους περίφημους «καθοδηγητές». Αυτές οι «καθοδηγητικές αυθεντίες» νομιμοποιούνται ως τέτοιες από τα ευπειθή τους πρόβατα, την αγελαία μάζα των αδύναμων, των πεινασμένων και εξαθλιωμένων, που τους ακολουθούν πιστά και φτιάχνουν έτσι οι ίδιοι τις αλυσίδες τους. Αυτή η μηδενιστική παθητικότητα μπορεί να αντιμετωπισθεί, μας λέει ο Νίτσε, με το αντι-κίνημα του ενεργητικού μηδενισμού[4], που αφήνει πίσω του όλες τις μικροπρεπείς ηθικές, τις αλτρουιστικές φωνασκίες των ως άνω αυθεντιών και όλες τις εξουσιαστικές δυνάμεις που κρύβονται πίσω από τις γοερές κραυγές των πονηρών πολιτευτών. Γράφει προφητικά ο Νίτσε:
 
  «Προκαλεί ντροπή το γεγονός ότι όλοι  οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού πιστεύουν πως θα μπορούσαν να υπάρξουν περιστάσεις, κοινωνικοί συνδυασμοί, που επιτέλους θα έβαζαν τέλος στη φαυλότητα, στην αρρώστια, στο έγκλημα, στην πορνεία, στην ανέχεια… Μα αυτό σημαίνει ότι καταδικάζουμε τη ζωή… Μια κοινωνία δεν είναι ελεύθερη να μένει πάντα νέα. Ακόμη και στο απόγειο της ευρωστίας της αφήνει τη βρωμιά της και τα σκουπίδια της. Όσο πιο ενεργητικά και τολμηρά πάει μπροστά, τόσο πιο πλούσια θα είναι σε αποτυχίες, σε παραμορφώσεις, τόσο πιο κοντά θα βρίσκεται στον ξεπεσμό και την κατάπτωση… Δεν καταργείται το γήρας με τους θεσμούς. Ούτε η αρρώστια. Ούτε η φαυλότητα».[5]

Πώς καταργούνται όλα τούτα; Με τη ριζική ανατροπή όλων των ξεπερασμένων και φθαρμένων αξιών· μια ανατροπή που επαγγέλλεται ο ενεργητικός μηδενισμός και η οποία διαλύει όλες τις απάτες ή αυταπάτες των εναλλασσομένων στην εξουσία πολιτικών συμμοριών. Με την άνοδο αυτού του μηδενισμού, οι ισχυρές φύσεις των ανθρώπων αποκτούν την αυταξία τους, γενικότερα τις αξίες τους όχι μέσα από τη σύγκρισή τους με άλλους –π.χ. ο ένας είναι καλύτερος φιλελεύθερος ή σοσιαλιστής από τον άλλο ή μια κυβέρνηση είναι χειρότερη ή καλύτερη από την άλλη– αλλά μέσα από την εναρμόνιση, τη συμφωνία της βούλησής τους με τις ικανότητές τους. Με τούτη την έννοια, ο μηδενισμός νομιμοποιείται ως η ύψιστη αξία της ύπαρξής μας· μια αξία που εισάγεται στη ζωή μας ως απαλλαγή από επέκεινα, από ψευδείς φιλαλήθειες, από ηθικολογικά κηρύγματα και παρόμοια τέτοια πλανερά μυθεύματα. Τα τελευταία τούτα ανήκουν στα "πιστεύω" των νεοφασιστών της καθεστωτικής "αριστεράς" και κάθε άλλης συγγενούς ή ανταγωνιστικής πολιτικής παραφυάδας και συνθέτουν τις πολυδαίδαλες αλχημείες τους για την κατάληψη και τη νομή της εξουσίας.


   





[1] Βλ. την 11η θέση από: Κ. Μαρξ: Θέσεις για τον Φόυερμπαχ.
[2] Fr. Nietzsche: Der Wille zur Macht. Kröner 1996, σ. 25.
[3] Ό.π., σ. 19.
[4] Ό.π., σ. 4 και 21.
[5] Ό.π., σσ. 30-31.